Από τη μια η
σταθεροποίηση του καπιταλισμού μετά τη λήξη του β’ παγκοσμίου πολέμου με
τις σοσιαλδημοκρατικές παρεμβάσεις που ενίσχυσαν τις αυταπάτες για το ανθρώπινο
πρόσωπο του καπιταλισμού και από την άλλη η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης που
προπαγανδίστηκε δεόντως σαν η ταφόπλακα στην ανάγκη των κοινωνικών αγώνων και
της κοινωνικής επανάστασης δημιούργησαν αυτά τα ωστικά κύματα που ως τις μέρες
μας επηρεάζουν ακόμα τους λαούς της
Δύσης. Παρόλο που οι πόλεμοι δεν σταμάτησαν ποτέ και οι ταξικές αντιθέσεις όλο
και πολώνονται οι μεγάλες πλειοψηφίες στα δυτικά καπιταλιστικά κράτη επιμένουν
να κλείνονται στο μικρόκοσμό τους. Ακόμα και
τώρα με τον πόλεμο που μαίνεται στη Μ. Ανατολή και την αντίσταση του
Ιράν, που χρησιμοποιώντας την ενέργεια σαν μέσο πίεσης κάνει αισθητές τις
συνέπειες του πολέμου και στη Δύση, οι μεγάλες πλειοψηφίες φαίνεται να μη
μπορούν να ξεφύγουν από εκείνη την αδράνεια που τις καθιστά ακίνδυνες.
Το
τελεσίγραφο του Τραμπ που είχε απειλήσει να εξοντώσει ολόκληρο τον πολιτισμό
του Ιράν και οι εικόνες με τους Ιρανούς σε γέφυρες και διάφορες υποδομές ανακάλεσαν στη μνήμη την επίθεση του ΝΑΤΟ
κατά της Σερβίας στα 1999, όταν η διεθνής έννομη τάξη στην Ευρώπη μεταπολεμικά
καταστράφηκε. Το ζήτημα είναι ότι δεν μπορεί να προοιωνίζει τίποτε καλό για το
μέλλον το γεγονός ότι ΗΠΑ και Ισραήλ δεν προσποιούνται καν ότι νοιάζονται για
έννομη τάξη ή διεθνές δίκαιο. Η αυτοκρατορία των ΗΠΑ γίνεται όλο και πιο
τολμηρή στο να εκθέσει την πραγματική τυραννική φύση της, νιώθοντας όλο και
λιγότερη ανάγκη να κατασκευάσει συναίνεση πριν εμπλακεί σε μαζική στρατιωτική
σφαγή
Και ο
δικός μας πρωθυπουργός K. Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στο CNN βρήκε τη λέξη «αντιπαραγωγική» (counter productive) ως την πιο
κατάλληλη για να χαρακτηρίσει τη δολοφονική επίθεση του Ισραήλ στο Λίβανο εναντίον αμάχων, ουσιαστικά
υιοθετώντας την οπτική γωνία του εγκληματικού κράτους, ότι δηλ. στρατιωτικά και
στρατηγικά είναι αυτές οι δολοφονίες επιζήμιες για το Ισραήλ, επειδή θεωρεί ότι
υπονομεύουν τους δικούς του στόχους. Είναι μια αποτυχημένη απόπειρα να ισορροπήσει
ανάμεσα στη λεκτική έκφραση ανησυχίας για την παραβίαση της εκεχειρίας χωρίς όμως
ούτε μια στιγμή να ξεχνά τη στρατηγική
εταιρική σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ, την οποία διαφημίζει πάντα με
ικανοποίηση σαν θωράκιση της χώρας απέναντι στην Τουρκία. Σε τέτοιες κρίσιμες
καταστάσεις είναι που αποδεικνύεται με πολύ ξεκάθαρο τρόπο ότι οι πολιτικές
επιλογές της κυβέρνησης εξυπηρετούν κυρίως τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και
ότι όλα τα ηχηρά για εθνικά συμφέροντα, διεθνές δίκαιο και ανθρωπισμό λέγονται
απλώς για παραπλάνηση.
Κανένας
βέβαια από την ηγεσία σε μια αστική
δημοκρατία δεν παραδέχεται ότι υπηρετεί άλλα συμφέροντα από τα λαϊκά. Και όταν
η πραγματικότητα κάποιες φορές συγκρούεται με την εικόνα που οι λέξεις των
κυβερνώντων προσπαθούν να κατασκευάσουν, τότε επιστρατεύονται επιχειρήματα,
αρκεί να μοιάζουν λογικοφανή, για να δικαιολογήσουν αυτή τη διάσταση. Όπως συνέβη πριν μερικές
εβδομάδες με τις μεγαλόστομες δηλώσεις,
που τόνιζαν το αξιόμαχο των Ελλήνων, του υπουργού Άμυνας Ν. Δένδια για
την κατάρριψη ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων από την ελληνική πυροβολαρχία Patriot στη Σαουδική Αραβία
και αρνιόταν βέβαια την πραγματικότητα της εμπλοκής της Ελλάδας στον πόλεμο του
Ιράν.
Όπως τις
προηγούμενες μέρες σύσσωμη η κυβέρνηση, με προεξάρχοντα τον πρωθυπουργό,
αρνιέται την πραγματικότητα του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν προσπαθεί μόνο να
μειώσει την αποκάλυψη της έκτασής του,
αλλά κατασκευάζοντας μια εικονική πραγματικότητα επιχειρεί να αποδώσει τις ευθύνες γι’ αυτό σε
παράγοντες έξω από τις δικές της δράσεις.
Ο
πρωθυπουργός μάλιστα σε τηλεοπτικό του μήνυμα για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, εν
μέσω υποσχέσεων και δικαιολογιών, αποκάλυψε, για τη διασπάθιση των εκατομμυρίων
με τη βοήθεια πρωτοκλασάτων στελεχών του κόμματος της Ν.Δ., και τον κύριο φταίχτη. Είναι το «βαθύ κράτος» και
δήθεν η συγκυρία του ΟΠΕΚΕΠΕ γίνεται
αφετηρία μάχης για την ήττα του.
Αυτή η
καταγγελία για το βαθύ κράτος δεν είναι
αποκλειστικότητα του Κ. Μητσοτάκη. Στις μέρες μας η χρήση του από τον Ντ. Τραμπ
αποτέλεσε ρητορικά ένα αποτελεσματικό
όπλο αντιπολιτικής ορθότητας που αναδείκνυε την αντίσταση των ηγεσιών
της διοίκησης στις λαϊκές επιθυμίες που υποτίθεται υπηρετεί ο πρόεδρος.
Ο όρος
«βαθύ κράτος» φέρει μαζί του την ιδέα ενός παράλληλου δικτύου λήψης αποφάσεων
και, τελικά, την πίστη ότι η πραγματική εξουσία βρίσκεται σε ένα παράλληλο, και
πάνω απ' όλα, κρυφό, νευραλγικό κέντρο, μια μορφή ανεπίσημης εξουσίας που είναι
απίθανο να λογοδοτήσει. Εν ολίγοις, κάτι
σαν χαστούκι στη δημοκρατία και τη διαφάνεια που απαιτείται από το κράτος
δικαίου. Ένα βαθύ κράτος που δεν ήλεγχε, κι έτσι αθωωνόταν και ο ίδιος, υπονοούνταν
με τη ρήση «επιτέλους ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο» που αποδιδόταν από
φίλους και οπαδούς στον Κωνσταντίνο
Καραμανλή τον πρεσβύτερο μετά τη δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη, για να
αποστασιοποιηθεί απ’ αυτήν. Μέχρι όμως
πρόσφατα, αυτή η έκφραση σπάνια έμπαινε στη σφαίρα μιας πολιτικής συζήτησης ή
στις νόμιμες σφαίρες εξουσίας. Συναντιόταν πολύ πιο συχνά στις πολιτικές
συζητήσεις στην καθημερινή ζωή, στον
περίπλοκο και συχνά αδιαφανή κόσμο των θεωριών συνωμοσίας παρά στα στόματα
προσωπικοτήτων γνωστών για την πολιτική τους σκέψη ή τη χάραξη πολιτικής. Ο Κ.
Μητσοτάκης όμως υιοθέτησε αυτόν τον αμφιλεγόμενο όρο σε μια προσπάθεια, όπως ο
Ντ. Τραμπ, να παρουσιαστεί μαχητής για τα λαϊκά συμφέροντα.
Δεν
είναι βέβαια σαφές τι ακριβώς ο δικός μας πρωθυπουργός εννοεί με τέτοιους ασαφείς
όρους, που επιτρέπει όμως σε όποιον θέλει να φανταστεί το χειρότερο. Στο
τελευταίο του μήνυμα μοιάζει από τα συμφραζόμενα ν’ αναφέρεται στη γραφειοκρατία και σε ομάδες
ενσωματωμένες στον κρατικό μηχανισμό, σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού
κράτους, με τις οποίες ένα κόμμα εξουσίας όπως του Κ. Μητσοτάκη θέλει να
παριστάνει ότι δεν έχει καμιά σχέση. Κι έτσι ανακινεί σκέψεις σχετικά με τη λαϊκή
κυριαρχία, η οποία καταπατείται από τον καλολαδωμένο μηχανισμό αυτής της
παράλληλης και κρυφής εξουσίας, που δεν προέρχεται από τον λαό, όπως ο
πρωθυπουργός και οι βουλευτές του.
Περιγράφοντας μ’ αυτόν τον όρο
ένα υποτιθέμενο μυστικό δίκτυο μη εκλεγμένων κυβερνητικών αξιωματούχων,
πρακτόρων πληροφοριών, γραφειοκρατών που εργάζονται για να επηρεάσουν ή να
ανατρέψουν την εκλεγμένη ηγεσία και τη δημόσια πολιτική δίνεται ένα
αξιοσημείωτο άλλοθι στους κυβερνώντες και στις αντιλαϊκές πολιτικές τους, αναγνωρίζοντας
συγχρόνως το κεντρικό ρόλο του κράτους
στη δομή και ρύθμιση των κοινωνιών. Αρνούμενοι την ταξική διάσταση της αστικής
μας δημοκρατίας και με αδυναμία δικαιολόγησης δράσεων και ενεργειών τους, που
ξεκάθαρα στρέφονται ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, όταν αυτές προκαλούν λαϊκή
δυσαρέσκεια, η επιστράτευση αυτού του ασαφούς όρου θέλει να συσπειρώσει
κυβερνώντες και λαό ενάντια σ’ αυτούς
που υποτίθεται ελέγχουν ή
υπονομεύουν δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, αποδυναμώνοντας κάθε λαϊκή αντίδραση.
Στην αναζήτηση βέβαια του βαθέος κράτους,
ποτέ δεν υπονοείται η κυρίαρχη τάξη που
κατέχει τα μέσα παραγωγής. Χρησιμοποιώντας όμως μ’ αυτόν τον τρόπο ο πρωθυπουργός αυτόν τον όρο φιλοδοξεί να
δείξει την πρόθεσή του για συνεννόηση, για να ξεσκεπάσει παράγοντες μη κατονομαζόμενους
προκειμένου να διευκολυνθεί στη συνεργασία πέρα από κομματικές διαφορές.
Στην
πραγματικότητα, το να θέλει να πείσει ένας πρωθυπουργός ότι το βαθύ κράτος
είναι πραγματικό το κάνει για να αποδυναμώσει κάθε λαϊκή αντίδραση. Γιατί έτσι
η πολυπλοκότητα του κόσμου εξαφανίζεται ακαριαία και ο ανορθολογισμός θριαμβεύει.
Η ταξική πάλη, η ελευθερία, η αντίσταση, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα,
τίποτα από αυτά δεν έχει πια σημασία. Εφόσον
ο κόσμος κυβερνάται από το βαθύ κράτος υπάρχει πάντα το αόρατο που δεν
το βλέπει κανείς πίσω από το ορατό, που συνεχώς μεταμφιέζεται και δεν
αναγνωρίζεται, δεν συγκρούεται αλλά καταβροχθίζει και αποστραγγίζει από κάθε
ζωτικότητα ό,τι αντιστέκεται. Καθοδηγεί και ελέγχει τα πάντα, αποτρέπει κάθε
αντίφαση και ακυρώνει κάθε εξέγερση, εκμηδενίζει κάθε απελευθέρωση, ενσταλάζει
άγχος και φόβο για να τους κάνει όλους υπάκουους και πού ν’ αντισταθείς;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου