Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ ΤΑ ΒΕΛΗ



Και σιγά σιγά διαμορφώνεται εκείνο το ιδεολογικό κλίμα όπου κανείς δεν θ’ αναφέρεται σε κομμουνιστικό φρόνημα ή ιδέα παρά μόνο όσον αφορά στο παρελθόν. Δεν είναι μόνο η σκόπιμη ιδεολογική παραχάραξη με την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, οι κάθε λογής ρεαλιστές που ισχυρίζονται πως δρουν για το καλό μας ή οι μετριοπαθείς υπερασπιστές του συμφέροντος του τόπου, αλλά και οι διαπρύσιοι κήρυκες της κάθετης ρήξης με την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση. Αυτοί  που καλούν το ΚΚΕ ν’ απολογηθεί για τα έργα και τις ημέρες του για  τα οποία  κατηγορείται πως στοχεύουν απλώς για να επιβιώνει στο ιδιότυπο περιθώριό του, ένα περιθώριο  στριμωγμένο σ’ ένα σύνολο από παραδοχές και ιδεοληψίες, που από αφέλεια ή σκοπιμότητα θεωρεί αυτονόητα δεδομένα, όπως ότι αποτελεί τον ασυμφιλίωτο αντίπαλο του καπιταλισμού. Χρεώνεται έτσι ολοκληρωτικά  την οπισθοχώρηση του εργατικού κινήματος.
               Μόνο που οι συνθήκες του κομμουνιστικού κινήματος προκύπτουν από τις υπάρχουσες καταστάσεις. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι ποιες είναι οι καταστάσεις που υπάρχουν τώρα. Ποια είναι η παρούσα κατάσταση πραγμάτων  που πρέπει να καταργηθεί, ποιες είναι οι πραγματικές κοινωνικές δυνάμεις που αγωνίζονται να καταργήσουν  τον καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό. Διανοούμενοι που επεξεργάζονται την πραγματικότητα και συνθέτουν ιδέες θέλουν ν’ αναγνωρίζουν σε ενέργειες και δράσεις τα δικά τους ουτοπικά ιδεώδη που θα πρέπει να ενσαρκώνει το κίνημα. Μόνο που σ’ αυτό το κίνημα μετέχουν κοινωνικές δυνάμεις που με τις διαφόρων ειδών συγκρούσεις με τον καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό,  στις πολλές μορφές του, αγωνίζονται για την κατάργησή του ακόμα κι αν αυτοί οι ίδιοι δεν το ξέρουν. Αυτό το επαναστατικό κίνημα θα κάνει τη δική του ιστορία και θα καθορίσει τη δική του πορεία για  το τέλος των σχέσεων ιδιωτικής ιδιοκτησίας και τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Κι αν χρειάζεται Κόμμα της εργατικής τάξης είναι ακριβώς για την οργάνωση, τη σύνθεση και την προοπτική αυτών των αγώνων. Και η εμπιστοσύνη που θα πρέπει να απολαμβάνει από τους εργαζομένους χτίζεται αγώνα τον αγώνα, στους χώρους δουλειάς, στην καθημερινότητα.
               Φτάνουμε λοιπόν στο παράδοξο, αριστεροί υπερεπαναστάτες που ενδιαφέρονται για τη γνησιότητα του κομμουνιστικού λόγου κι έχουν ως βάση ιδεολογικής αναφοράς το μαρξισμό,  όχι απλώς να ασκούν κριτική, αλλά ευσχήμως χλευάζοντάς το   να απαξιώνουν το ίδιο το κόμμα ως ανεπαρκές, θέλοντας να το καταστήσουν αναξιόπιστο.  Απομένει έτσι το  εργατικό κίνημα ένα σύνολο  από διαφορετικές ομάδες με διαφορετικές τακτικές και στόχους, εύκολη βορά για την κυρίαρχη εξουσία. Και μοιάζει όλοι αυτοί να επικαλούνται πάλι όλα τα περισπούδαστα και πολυμήχανα τεχνήματα που τις τελευταίες δεκαετίες παρήγαγε  ακατάπαυτα η κυρίαρχη ιδεολογία για να απαξιώσει την κομμουνιστική ιδεολογία, η οποία εξακολουθεί παρά ταύτα να σημαίνει κίνδυνο για την υπάρχουσα κατάσταση. Περιπαίζεται το κόμμα για την κοινοβουλευτική του δράση, για τις 24ωρες απεργίες που προτείνει, για τις εκδηλώσεις μνήμης των μαρτύρων του και των αγώνων του, για τις μικροαστικές αντιλήψεις των μελών του. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, αυτό  που τελικά μοιάζει να  του αναγνωρίζεται είναι να περιοριστεί το κόμμα στην αξιοπρέπεια της προσωπικής στάσης του καθενός που το υποστηρίζει και κάθε πολιτική του πρόταση να αναγνωρίζει αυτήν την πραγματικότητα.
               Τα κριτήρια για τη συνέπεια στον ιστορικό του ρόλο του ΚΚΕ μετατοπίζονται συνεχώς, ανάλογα με τη θέση που παίρνουν ή επιδιώκουν να πάρουν στην κοινωνική κλίμακα αυτοί που τα χρησιμοποιούν. Όλα αυτά τα χρόνια η κριτική ασκείται από διανοούμενους αστούς που ζώντας σ’ ένα αστικό περιβάλλον θέλουν να πιστεύουν πως οι αξίες του δεν τους διαποτίζουν θεωρώντας πως η κριτική τους γίνεται από ένα ουδέτερο σημείο, δηλ. από το πουθενά. Στην πρακτική μας  όμως δραστηριότητα ο άνθρωπος καθορίζεται από τη θέση του στην παραγωγική διαδικασία, τη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους, την τάξη του, τις ομάδες που ανήκει, τον κοινωνικό περίγυρο του, το σύνολο του περιβάλλοντός του. Και καθορίζονται έτσι και οι άνθρωποι που κρίνουν το ΚΚΕ, αλλά και τα μέλη του ΚΚΕ που αποτελούν το ίδιο το κόμμα.
            Δεν είναι δυνατό επομένως να υπάρξουν ιδανικοί αριστεροί ή κομμουνιστικοί χώροι. Πουθενά δεν μπορεί να υπάρξει ένα ιδανικό κομμουνιστικό κίνημα εμφορούμενο από την ιδανική κομμουνιστική ιδεολογία με διακριτή ταυτότητα και ένα  ισχυρό ιδανικό  κόμμα που να ενσαρκώνει την πρακτική της ολοκληρωμένης σοσιαλιστικής μορφής που μπορεί να υπάρξει. Μόνο όσοι απομακρυσμένοι από τα πραγματικά κοινωνικά κινήματα αναζητάνε κοινωνική αλλαγή περιορίζονται στη σκληρή κριτική  ξεκινώντας να ζωγραφίζουν τη δομή της κοινωνίας με ωραίες εικόνες και εξαφανίζοντας όλα εκείνα  που δεν ταιριάζουν στην έννοια της επαναστατικής αλλαγής όπως την έχουν σκεφτεί.
  Αν  λοιπόν πίσω από την ταξική φρασεολογία του ΚΚΕ ανακαλύπτουν πολλοί υπερεπαναστάτες αβεβαιότητες και παραμορφώσεις θεωριών, αποδίδοντάς τες στις ελλιπείς γνώσεις ή αναλύσεις και στη διαστρεβλωμένη  μεθοδολογία  που χρησιμοποιείται, είναι στην τελική  για να καταγγείλουν το ρεφορμισμό του κόμματος ως την αιτία η οποία  δεν επιτρέπει να θεμελιωθεί θεωρητικά τίποτε παραπάνω από μια μεταβολή της κατανομής των πόρων προς όφελος των εργαζομένων, μέσω μια διαφορετικής κρατικής πολιτικής. Η βασική κατηγορία είναι πως το κόμμα εγκλωβισμένο σε μια θεωρητική  αντιπαράθεση με το μεγάλο κεφάλαιο και την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, υποτάσσεται πρακτικά  στις επιταγές του μικρομεσαίου νοικοκύρη και στις καννιβαλικές ορέξεις του που ο καπιταλισμός ενισχύει. Με την ανυπομονησία του μικροαστού,  εντοπίζοντας μόνο σε δική του, του κόμματος,  αδυναμία τη μετατροπή  του  αγώνα αντίστασης από άθροισμα μεμονωμένων εστιών σε επιθετικό  και μαζικό λόγω ανεπάρκειας σωστής ανάλυσης  της πραγματικότητας, αμφισβητείται και η οργανωτική μορφή του κόμματος και η  σχέση του με την κοινωνική του βάση.
Και παρακάμπτεται ο αγώνας των κομμουνιστών του κόμματος, μέσα στις σημερινές σκληρές πραγματικότητες να πείθουν, να οργανώνουν, να προσανατολίζουν, σ’ ένα περιβάλλον όπου η κρίση των σοσιαλιστικών οραμάτων, η καλλιέργεια της δυσπιστίας σε σχέση με το ρεαλιστικό  τους χαρακτήρα αφαιρούν στηρίγματα της δραστηριότητάς τους.  

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

[1/2]

Προς επίρρωση των όσων γράφεις στην ωραία σου ανάρτηση, ειδικά για την διανόηση, παραθέτω στη συνέχεια ένα απόσπασμα από γράμμα (14 Ιουλίου 1893) του Φρίντριχ Ένγκελς στον Φραντς Μέρινγκ (πηγή: Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεχτά έργα σε δυο τόμους, Τόμος ΙΙ, Εκδοτικό της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, [Βουκουρέστι] Δεκέμβριος 1951, σελ. 584–586, οι υπογραμμίσεις με κυρτά ημίμαυρα είναι του Φ. Ένγκελς· το πρωτότυπο στο: MEW 39, σελ. 96–100, το εδώ απόσπασμα σελ. 96–98).

Κατά τα άλλα, λείπει μόνο ακόμα ένα σημείο, που και στα έργα του Μαρξ και στα δικά μου δεν έχει τονιστεί κατά κανόνα αρκετά, και που σχετικά μ’ αυτό μας βαρύνει όλους το ίδιο φταίξιμο. Συγκεκριμένα όλοι μας δώσαμε, και έπρεπε να δώσουμε, πρώτα τη μεγαλύτερη βαρύτητα στην παραγωγή από τα οικονομικά θεμελιακά γεγονότα των πολιτικών, νομικών και άλλων ιδεολογικών παραστάσεων και των πράξεων που καθορίζονται απ’ αυτές τις παραστάσεις. Έτσι για χάρη του περιεχομένου αμελήσαμε τότε το ζήτημα της μορφής: με ποιον τρόπο γεννιούνται αυτές οι παραστάσεις κλπ. Αυτό λοιπόν έδωσε στους αντιπάλους ευπρόσδεκτη αφορμή για παρανοήσεις, ή για διαστρεβλώσεις. Χτυπητό παράδειγμα γι’ αυτό είναι ο Πάουλ Μπαρτ.

Η ιδεολογία είναι ένα προτσές, που γίνεται βέβαια από τον λεγόμενο στοχαστή με συνείδηση, μα με ψεύτικη συνείδηση. Οι καθαυτό κινητήριες δυνάμεις που την κινούν, του μένουν άγνωστες. Διαφορετικά δεν θα ’ταν ιδεολογικό προτσές. Φαντάζεται λοιπόν ψεύτικες ή φαινομενικές κινητήριες δυνάμεις. Επειδή είναι προτσές σκέψης παράγει τόσο το περιεχόμενό του, όσο και τη μορφή του από την καθαρή σκέψη, είτε τη δική του, είτε τη σκέψη αυτών που προηγήθηκαν. Εργάζεται μονάχα με υλικό ιδεών, που το αποδέχεται ανεξέταστα σαν γέννημα της σκέψης και δεν εξετάζει παραπέρα να βρει μια πιο μακρινή, ανεξάρτητη από τη σκέψη καταγωγή του. Και μάλιστα αυτό τού είναι αυτονόητο γιατί, κάθε πράξη τού φαίνεται ότι σε τελευταία ανάλυση στηρίζεται στη σκέψη, γιατί γίνεται μέσω της σκέψης.

Ο ιστορικός ιδεολόγος (το ιστορικός το παίρνουμε εδώ απλώς περιληπτικά για το πολιτικός, νομικός, φιλοσοφικός, θεολογικός, κοντολογίς για όλους τους τομείς που ανήκουν στην κοινωνία κι όχι μόνο στη φύση) ― ο ιστορικός ιδεολόγος έχει λοιπόν σε κάθε επιστημονικό τομέα ένα υλικό που έχει διαμορφωθεί αυτοτελώς από τη σκέψη προηγούμενων γενεών και που πέρασε ένα δικό του αυτοτελή τρόπο ανάπτυξης στον εγκέφαλο αυτών των διαδοχικών γενεών. Μπορεί βέβαια εξωτερικά γεγονότα που ανήκουν στον ένα ή στον άλλο τομέα, να έχουν επιδράσει συγκαθοριστικά σ’ αυτή την εξέλιξη, τα γεγονότα αυτά όμως, σύμφωνα με τη σιωπηρή προϋπόθεση, είναι κι αυτά πάλι απλοί καρποί ενός προτσές σκέψης, κι έτσι εξακολουθούμε να μένουμε πάντα στην περιοχή της καθαρής σκέψης που, όπως φαίνεται, έχει χωνέψει καλά, ακόμα και τα πιο σκληρά γεγονότα.


Άγρυπνος

Ανώνυμος είπε...

[2/2]

Αυτή η φαινομενικότητα μιας αυτοτελούς ιστορίας των μορφών της κρατικής συγκρότησης, των συστημάτων δικαίου, των ιδεολογικών παραστάσεων σε κάθε ειδικό τομέα, είναι που πριν απ’ όλα ξεγελά τους περισσότερους ανθρώπους. Αν ο Λούθηρος κι ο Καλβίνος «υπερνικούν» την επίσημη καθολική θρησκεία, αν ο Χέγκελ «υπερνικά» τον Φίχτε και τον Καντ, αν ο Ρουσσώ «υπερνικά» έμμεσα με το δημοκρατικό του «Κοινωνικό Συμβόλαιο» τον συνταγματικό Μοντεσκιέ, αυτό είναι ένα προτσές που μένει μέσα στα όρια της θεολογίας, της φιλοσοφίας, της πολιτικής επιστήμης, που αντιπροσωπεύει ένα σταθμό στην ιστορία αυτών των τομέων της σκέψης και δεν βγαίνει καθόλου έξω από την περιοχή της σκέψης. Και από τότε που προστέθηκε σ’ αυτά η αστική αυταπάτη για την αιωνιότητα και την απόλυτη τελειότητα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, θεωρείται ακόμα και η υπερνίκηση των εμποροκρατών από τους φυσιοκράτες και τον Ά. Σμιθ σαν απλή νίκη της σκέψης, όχι σαν αντανάκλαση στη σκέψη αλλαγμένων οικονομικών γεγονότων αλλά σαν η σωστή κατανόηση, που επιτεύχθηκε επιτέλους, των πραγματικών συνθηκών που υπάρχουν παντού και πάντα. Αν ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος και ο Φίλιππος Αύγουστος αντί να μπλεχτούν σε σταυροφορίες είχαν εισαγάγει την ελευθερία του εμπορίου, θα γλιτώναμε πεντακόσια χρόνια αθλιότητας και κουταμάρας.

Την πλευρά αυτή του ζητήματος, που εδώ μόνο να το θίξω μπορώ, την έχουμε νομίζω όλοι μας παραμελήσει περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει. Είναι η παλιά ιστορία: στην αρχή παραμελείται πάντα η μορφή για χάρη του περιεχομένου. Όπως είπαμε κι εγώ το έκανα αυτό και το λάθος μού χτυπούσε στα μάτια πάντα μόνον κατόπιν εορτής. Γι’ αυτό λοιπόν δεν θέλω καθόλου να σας μεμφθώ ―απεναντίας, σαν παλιότερος συνένοχος δεν έχω καθόλου αυτό το δικαίωμα― θα ήθελα όμως να σας επιστήσω την προσοχή πάνω σε τούτο το σημείο για το μέλλον.

Μ’ αυτό συνδέεται επίσης και η ανόητη αντίληψη των ιδεολόγων: επειδή αρνιόμαστε ότι οι διάφορες ιδεολογικές σφαίρες, που παίζουν κάποιο ρόλο στη ιστορία, έχουν αυτοτελή ιστορική εξέλιξη, τους αρνιόμαστε και κάθε ιστορική δράση. Στη βάση βρίσκεται εδώ, η κοινή αντιδιαλεκτική αντίληψη για την αιτία και το αποτέλεσμα σαν πόλους που αντιπαραθέτονται αναλλοίωτοι ο ένας στον άλλο καθώς και το γεγονός ότι ξεχνούν την αλληλεπίδραση. Οι κύριοι αυτοί ξεχνούν συχνά σκόπιμα ότι ένας ιστορικός παράγοντας μόλις γεννηθεί από άλλα, σε τελευταία ανάλυση οικονομικά αίτια, αντιδρά κι αυτός, και μπορεί να αντεπιδράσει στο περιβάλλον του ακόμη και στα ίδια τα αίτιά του.


Άγρυπνος