Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ FYROM

    «Αίμα, γλώσσα, πίστη, κράτος, γεωγραφική περιοχή – τι από όλα αυτά είναι καθοριστικά για τον σχηματισμό  ενός λαού; Συνήθως η συγγένεια γλώσσας και αίματος διαπιστώνεται μόνο με επιστημονικές μεθόδους. «Ινδοευρωπαίοι» είναι απλώς μια επιστημονική, ειδικότερα φιλολογική έννοια …… «Λαός»  όμως σημαίνει ένα πλαίσιο του οποίου έχει κανείς συνείδηση… Λαός είναι ένας σύνδεσμος αντρών που αισθάνεται ως ένα όλον.  Αν σβήσει αυτή ή αίσθηση, το όνομα και  κάθε μεμονωμένη οικογένεια  εξακολουθούν  ίσως να υφίστανται – αλλά   ο λαός έπαψε να υπάρχει. ….  Όσο   διαρκεί  το πνεύμα κοινότητας, ο λαός υπάρχει ως τέτοιος.
Από το πεπρωμένο των λαών πρέπει να ξεχωρίσουμε την τύχη των ονομασιών τους, οι οποίες είναι η  μόνη είδηση που έχουμε· μπορούμε όμως από ένα όνομα να βγάλουμε οποιαδήποτε συμπεράσματα για την ιστορία, την καταγωγή, τη γλώσσα ή έστω την ταυτότητα των φορέων του;  Είναι πάλι ένα λάθος των ερευνητών ότι δεν συνέλαβαν τη σχέση  ανάμεσα στο όνομα και αυτά τα συμπεράσματα θεωρητικά, αλλά στην πραγματικότητα τόσο απλά όπως λόγου χάρη στα σημερινά ονόματα προσώπων. Μπορεί κανείς να φαντασθεί γενικά πόσες δυνατότητες υπάρχουν σε αυτήν την περίπτωση;…
 … Οι ιστορικοί έγραψαν  την ιστορία των ονομάτων και όχι των λαών, αλλά τα ονόματα έχουν τη δική τους τύχη και, όπως αυτά, έτσι και οι γλώσσες, οι μετακινήσεις τους, οι αλλαγές, οι νίκες και οι ήττες, δεν αποδεικνύουν ούτε καν την ύπαρξη των αντιστοίχων λαών.
 ….. Τους λαούς που αντιπροσωπεύουν έναν πολιτισμό του αποκαλώ έθνη ξεχωρίζοντάς τους ήδη με αυτή τη λέξη από τα μορφώματα πριν και μετά τον πολιτισμό….. Στην βάση του έθνους βρίσκεται μια ίδέα…»
(Οσβαλντ Σπένγκλερ, Η παρακμή της Δύσης, β τόμος, σελ.  195-199,210, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου, ΤΥΠΩΘΗΤΩ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ, 2004)
     Αναρωτιέται κανείς  διαβάζοντας αυτές  τις σκέψεις του Οσβαλντ Σπένγκλερ, του πρώτου τέταρτου του  προηγούμενου αιώνα, μετά και όσα κοσμογονικά ιστορικά γεγονότα που μεσολάβησαν από τότε, πως είναι  δυνατόν να συνεχίζουμε ακόμα να προβληματιζόμαστε για έννοιες όπως έθνος, λαός κλπ. με όρους και σκοπιμότητες  που κυριαρχούσαν στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα.
        Οι αφορμές για προβληματισμό πάνω στις έννοια του έθνους ή λαού δίνονται  στο περιθώριο πολιτικών ενεργειών ή αποφάσεων που μπορεί μακροπρόθεσμα να είναι καθοριστικοί για τη ζωή μας, ως συγκεκριμένου λαού.
Είκοσι χρόνια τώρα η ελληνική κοινωνία απασχολείται με το όνομα της  FYPOM  και η πολιτική ηγεσία, εγκλωβισμένη σε επιλογές που  η ίδια ποτέ δεν πίστεψε παρά για ψηφοθηρικούς λόγους, (από τον Μητσοτάκη που δήλωνε με βεβαιότητα ότι κανέναν δεν θα απασχολεί το θέμα σε 20 χρόνια, μέχρι την Γιώργο Παπανδρέου που έχει αναλάβει με πολλαπλούς γύρους του κόσμου να λύσει όλα μας τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα) προσπαθεί με κάθε μέσο να αποδεχτεί, χωρίς να γίνει  ξεκάθαρα αντιληπτό σ’ αυτούς που θα υποστούν τις συνέπειες, ό τι επιβάλλεται από αυτό που παλιότερα θα ονομάζαμε ξεκάθαρα Μεγάλες Δυνάμεις.
 Έχουμε επιδοθεί σ’ ένα αγώνα δρόμου ποιος θα αποδείξει, ένθεν κι ένθεν, ότι κατάγεται από τον μεγάλο Αλέξανδρο με αναλύσεις γλωσσολογικές, ιστορικές ερμηνείες – ακόμα δεν καταφύγαμε σε εξετάσεις DNA. Και όλα αυτά, όχι  γιατί ενδιαφέρεται σοβαρά  κανείς από την πολιτική ηγεσία , αλλά χρησιμοποιώντας τα ως μέσα για να παγιωθεί η  πολιτική της αναδιανομής εξουσίας και πλούτου στη περιοχή των  Βαλκανίων (τώρα βέβαια μιλούμε για Νοτιοανατολική Ευρώπη). Το πρόβλημα είναι ότι όλοι μας αποδεχόμενοι το βασικό μοντέλο ερμηνείας των  γεγονότων που εκπορεύεται άνωθεν, δεν τολμάμε να σκεφτούμε μ’ έναν διαφορετικό τρόπο διαρρηγνύοντας συμπαγείς συμπεριφορές και ιδεολογίες      και πολύ περισσότερο να ενεργήσουμε διαφορετικά για να ακυρώσουμε τέτοια ψευτοδιλήμματα που μας εγκλωβίζουν.
Ζώντας μέσα στη φτώχια, με πολιτική ηγεσία που πλειοδοτεί σε εθνικιστικές διακηρύξεις οι κάτοικοι της FYROM προσπαθούν να γίνουν «λαός», να αποκτήσουν την συνείδηση ότι ανήκουν σε ένα όλον για να συνεχίσει, ή τουλάχιστον να υπάρχει λόγος να συνεχίσει να υπάρχει ετούτο το κρατίδιο προς εξυπηρέτηση συμφερόντων αλλότριων και «υψηλοτέρων». Από την άλλη μεριά, εμείς, με την έπαρση που μέχρι πρότινος εκπορεύονταν από την οικονομική μας ανωτερότητα ως λαός τους αντιμετωπίζαμε αρκετά περιφρονητικά για να προσπαθούμε να τους εκμεταλλευτούμε (όρα επενδύσεις οκονομικές) και πολύ ανταγωνιστικά βρίσκοντας πολλοί από μας πεδίο λαμπρό για να διαφοροποιηθούμε   ιδεολογικά και να καταξιωθούμε.
Οι μέν ονομαζόμενοι  αριστεροί  για ν’ αποδείξουν στην πράξη το ξεπέρασμα διαχωρισμών που θεωρούν  τροχοπέδη στη συνένωση των λαών (άλλο τώρα αν τελικά τους προέκυψε συνένωση αγορών), υποτιμούν και μεταθέτουν τις αιτίες του προβλήματος, οι δε ακραιφνείς εθνικιστές για ν’ αποδείξουν την αιωνιότητα των δικών τους ιδεολογιών επιδιώκουν την ενίσχυση  των διαχωρισμών  προβάλλοντάς τες ως αιτίες όλων των προβλημάτων. Βεβαίως, αυτοί οι διαχωρισμοί αφορούν περισσότερο στον πολύ κόσμο και καθόλου στην άρχουσα τάξη που ασκεί παντοιοτρόπως πολιτική κι απλώς υποδαυλίζει ή όχι τη μια ή άλλη άποψη αναλόγως συμφερόντων που εξυπηρετεί.
 Κι οι περισσότεροι από μας αδυνατούμε να αναρωτηθούμε γιατί σε έναν κόσμο που επιδιώκονται οι όλο και ευρύτερες οικονομικές ενώσεις σε κάποιες περιοχές όπως στα Βαλκάνια κόπτονται οι «μεγάλοι» για αυτοδιάθεση, ανεξαρτησία, αυτοπροσδιορισμό και από πίσω τρέχουν  ηγετίσκοι  να τα εφαρμόσουν, παρασύροντας λαούς που είναι έτοιμοι ν΄ αγωνιστούν για  «ένα πουκάμισο αδειανό».

Δεν υπάρχουν σχόλια: