Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

ΓΙΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ ‘44

 

Στην κατανόηση των γεγονότων εκείνου του Δεκέμβρη του 1944, που μια άοπλη διαδήλωση χιλιάδων λαού στο κέντρο της Αθήνας χτυπήθηκε από την αστυνομία και ξεκίνησε η άμεση Βρετανική στρατιωτική επέμβαση ενάντια στο κυρίαρχο κίνημα αντίστασης του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, συμβάλλει το κείμενο, προσυνδιασκεψιακό υλικό,  του Ν. Ζαχαριάδη, για την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, τον Οκτώβριο του 1950 στη Ρουμανία 
        « Ο ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ 1940-1944. Το ΚΚΕ έχει καταλήξει στην εκτίμηση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1940-1944. Με επικεφαλής το ΕΑΜ, που είχε σαν κύρια καθοδηγητική και οργανώνουσα δύναμη το ΚΚΕ, ο λαός μας ξεσηκώθηκε και πάλεψε ηρωικά και αποφασιστικά ενάντια στο χιτλεροφασίστα κατακτητή. Όμως, πολιτικά το ΚΚΕ και η καθοδήγησή του δεν μπόρεσε να δώσει σωστή κατεύθυνση και προσανατολισμό στο παλλαϊκό  ΕΑΜικό κίνημα. Σαν αποτέλεσμα της πολιτικής σύγχυσης που επικρατούσε στην καθοδήγηση του ΚΚΕ, το λαϊκόαπελευθερωτικό μας κίνημα και το ένοπλο τμήμα του λαού, ο ΕΛΑΣ, ουσιαστικά πολιτικά και στρατιωτικά υποτάχτηκαν στην αγγλική πολιτική στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο. Τον κοινό αγώνα ενάντια στο χιτλερικό φασισμό η καθοδήγηση του ΚΚΕ ουσιαστικά τον κατάλαβε σαν ανεπιφύλαχτη υποστήριξη όχι της κοινής συμμαχικής υπόθεσης, μα της αγγλικής πολιτικής και αγγλικών ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων  στη Μεσόγειο και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η σύνθεση και η πολιτική της ΠΕΕΑ, η οργάνωση, στελέχωση και ο πολιτικός προσανατολισμός του ΕΛΑΣ, η Συμφωνία του Λιβάνου, η υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο αγγλικό στρατηγείο στη Μέση Ανατολή και, σαν κατακλείδα, η Συμφωνία της Καζέρτα, δείχνουν ότι στην πράξη  είχαμε υποταχθεί στην αγγλική πολιτική. Αυτό αποτέλεσε θεμελιακό, βασικό λάθος στην πολιτική μας  στην περίοδο  του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια στο  χιτλεροφασίστα κατακτητή στις συνθήκες του β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το λάθος αυτό στέρησε το ΚΚΕ και το λαϊκόαπελευθερωτικό μας κίνημα απ’ την καθαρή  επαναστατική προοπτική  και το ξάνοιγμά του, ευνούχιζε τον ΕΛΑΣ σα στρατό της λαϊκής απελευθέρωσης και οδήγησε κατοπινά στην ήττα της λαϊκής επανάστασης στην Ελλάδα. Το συμπέρασμα πρέπει να ‘ναι ότι στην Κατοχή  παρουσιάσαμε βασικά, θεμελιακά λάθη στην πολιτική και οργανωτική  γραμμή μας. Την ευθύνη για τα λάθη αυτά την φέρνει ακέραια η καθοδήγηση του ΚΚΕ.
       Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΚΑΙ Η ΒΑΡΚΙΖΑ. Η ήττα αυτή επήλθε το Δεκέμβρη του 1944, όταν ο εγγλέζικος ιμπεριαλισμός επενέβηκε ένοπλα για να παλινορθώσει το μοναρχοφασισμό στην Ελλάδα. Όταν ο χιτλερικός κατακτητής κάτω απ’ τα χτυπήματα του Κόκκινου Στρατού, έφευγε  απ’ τα Βαλκάνια και εκκένωσε και την Ελλάδα, ο ΕΛΑΣ, που τον είχε καταπόδι, ουσιαστικά κυριαρχούσε σ’ όλη τη χώρα, με εξαίρεση ίσως της Αθήνας. Ήταν η  στιγμή που και ο λαός μας έπρεπε να δρέψει τους καρπούς της τετράχρονης ηρωικής αντίστασή του στο χιτλεροφασίστα κατακτητή, τους καρπούς της νίκης που οι λαοί με επικεφαλής τη Σοβιετική Ένωση, σα βασικό και αποφασιστικό παράγοντα, κατήγαγαν ενάντια στον Χίτλερ και τους συμμάχους του.
       Το βασικό λάθος που εδώ έκανε η καθοδήγηση του ΚΚΕ είναι ότι δεν πρόβλεψε και δεν προετοιμάστηκε σαν Κόμμα και σαν  κίνημα για ν’ αντιμετωπίσει την αγγλική εισβολή, που έπρεπε οπωσδήποτε να την περιμένουμε. Αγγλική εισβολή μπορούσε να μη γίνει  μόνο στη περίπτωση που ο Τσόρτσιλ θα ‘ξερε ότι θα ‘βρισκε καλά οργανωμένη παλλαϊκή αντίσταση, που θα ταν πολύ δύσκολο να την συντρίψει. Τέτοιο πράγμα όμως δεν υπήρχε. Αντίθετα, όλη η πολιτική μας στο διάστημα της πρώτης κατοχής ουσιαστικά διευκόλυνε τα αγγλικά σχέδια και ο ΕΛΑΣ δεν ήταν προετοιμασμένος ν’ αντιμετωπίσει και ν’ αποκρούσει μια αγγλική εισβολή. Η συμφωνία της Καζέρτα ουσιαστικά άνοιγε τις πόρτες της Έλλάδας στους Άγγλους. Πολύ χαρακτηριστικό για το πώς η ηγεσία του ΚΚΕ έβλεπε τον αγγλικό παράγοντας και τη θέση του στην Ελλάδα, είναι η θέση που διατύπωσε ο σ.σ Παρτσαλίδης -όχι πια στα 1943 ή στα 1944,μα στα 1946- σε άρθρο του στο τεύχος της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης της 1ης του Οχτώβρη, με τον τίτλο «Τα πεντάχρονα του ΕΑΜ». Να τι έγραφε: Κανείς δε φανταζόταν πως μπορούσε ο ελληνικός λαό, που στάθηκε δίπλα στην Αγγλία σε μια πολύ δύσκολη  στιγμή του πολέμου, θα βρισκότανε κάτω από στρατιωτική αγγλική κατοχή» !!           
       Όταν τέτοιες αντιλήψεις  είχαν ηγέτες του ΚΚΕ για τον αγγλικό ιμπεριαλισμό, δεν είναι διόλου παράξενο ότι το Δεκέμβρη του 1944 μπροστά στην ένοπλη  αγγλική επίθεση βρεθήκαμε πολιτικά, οργανωτικά, ιδεολογικά και στρατιωτικά απροετοίμαστοι. Και πρέπει εδώ να ειπωθεί και κάτι άλλο: Η φιλοαγγλική ας πούμε, νόθευση της πολιτικής του ΚΚΕ, με όλες τις τραγικές για το κίνημά μας συνέπειές της, άρχισε απ’ το 1937,΄όταν η τότε καθοδήγηση του ΚΚΕ, απ’ τους Παρτσαλίδη, Νεφελούδη, Σκλάβαινα και Σιάντο, εσφαλμένα τοποθέτησε την πρωτοκαθεδρική αγγλική θέση στην πολιτική και οικονομική ζωή της Ελλάδας σε δεύτερη μοίρα και έτσι άμβλυνε και ευνούχισε τον αγώνα που έπρεπε να κάνει ο λαός ενάντια στην αγγλική  ιμπεριαλιστική πολιτική στη χώρα μας. 
    Το αποτέλεσμα της εσφαλμένης απέναντι στον αγγλικό ιμπεριαλισμό πολιτικής μας είναι ότι πολιτικά-οργανωτικά -στρατιωτικά δεν ήμασταν προετοιμασμένοι α αντιμετωπίσουμε την αγγλική επίθεση το Δεκέμβρη του 1944. Παρά την ηρωική πάλη του λαού στην Αθήνα και στον Πειραιά, όλος ο αγώνας ήταν μια πολιτικά απροετοίμαστη και στρατιωτικά πρόχειρη και σπασμωδική προσπάθεια που έφερε στην ήττα.(…) "
 
 

              «Η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ»,  εκδ. Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2011, σελ. 582-584

 

 
 

Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2021

ΜΝΗΜΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

Για τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει η εκδοχή, αντίθετη στην ιστορική αλήθεια,  η οποία υιοθετείται στην ταινία «Καλάβρυτα 1943» για τον καλό Αυστριακό ναζί που  σώζει γυναικόπαιδα από το σχολείο του χωριού την ώρα της μεγάλης σφαγής, ο σκηνοθέτης της Ν. Δημόπουλος ισχυρίστηκε « ότι είναι μυθοπλασία η ταινία και σκοπός ήταν να δείξει τα φρικαλέα πράγματα που έχουν κάνει οι Ναζί στα Καλάβρυτα και στην Ελλάδα και το πόσο κακό έχει κάνει ο φασισμός γενικότερα».  Τοπικοί φορείς και απόγονοι θυμάτων του Ολοκαυτώματος, έχουν καταγγείλει τους υπευθύνους της ταινίας, για παραχάραξη των ιστορικών γεγονότων και αναβίωση μύθων που εξυπηρετούν «αλλότριους σκοπούς». Ενώ η ίδια η ταινία  από τους τίτλους της αρχής δεν παραλείπει να αναφέρει πως είναι “εμπνευσμένη” από αληθινά γεγονότα, όχι “βασισμένη” σ’ αυτά.
        Δεν είναι πρώτη φορά που επιστρέφει η ιστορία ως ταινία αλλά και ο προβληματισμός για τη σχέση και την απεικόνιση του παρελθόντος στον κινηματογράφο και τον ρόλο που παίζει ο τελευταίος στην παραγωγή και αναπαραγωγή αυτού που θεωρείται  ιστορική μνήμη. Γιατί η σχέση μεταξύ κινηματογράφου και ιστορίας, δηλ. ο τρόπος με τον οποίο ο κινηματογράφος διαμεσολαβεί την ιστορία και το αντίστροφο,  είναι πολύπλοκη.   
       Μεγάλο μέρος της συλλογικής ή πολιτιστικής μας μνήμης του εικοστού αιώνα αποτελείται από κινηματογραφικό και φωτογραφικό υλικό που έχει διατηρηθεί από το παρελθόν, και έχει  ρόλο ως αποδεικτικό στοιχείο και ως οπτική μορφή μαρτυρίας, ή έχει αναπαραστήσει το παρελθόν. Μάλιστα  η γενική διάκριση μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, μεταξύ της «αλήθειας» και της «σκηνοθεσίας», μεταξύ του «καταγραφής» και της «προπαγάνδας» φαίνεται να γίνεται όλο και πιο ασαφής. Τα όρια της αναπαράστασης από τη μία πλευρά και από την άλλη η κατασκευασμένη ή σκηνοθετημένη φύση αυτού που τώρα καταλαβαίνουμε ως παρελθόν  μοιάζουν αλληλένδετα. Υπάρχουν λοιπόν τόσες πολλές διαστάσεις σε οποιαδήποτε θεώρηση της σύνδεσης μεταξύ Κινηματογράφου και Ιστορίας που η προσπάθεια ανάλυσης αυτής της ταραχώδους σχέσης είναι, τελικά, η συζήτηση πολλών διαφορετικών και όχι πάντα επικαλυπτόμενων ζητημάτων. Όπως π.χ πώς έχουν επηρεαστεί οι αντιλήψεις μας για το παρελθόν και την αναπαράστασή του από την κινηματογραφική παραγωγή τα τελευταία εκατό χρόνια; Πώς έχουν διαμορφωθεί η ιστορική μέθοδος και πρακτική από τα φιλμ; Κι ενώ  θεωρείται πια κοινή υπόθεση ότι τα πολιτικοοικονομικά γεγονότα και το πολιτικό κλίμα διαμορφώνουν τις μεθόδους, τα ερωτήματα και τα προβλήματα του ιστορικού και παράγουν μια ορισμένη οπτική στο παρελθόν, μοιάζει να παραγνωρίζεται η  επιρροή της μαζικής κουλτούρας και των μέσων της, όπως ο κινηματογράφος, για το κοινό αλλά και για τους ιστορικούς,  για την ιστορικότητα και την ανάπτυξη της ιστορικής αναπαράστασης κατά τη διάρκεια του κινηματογραφικού αιώνα. Και το κυριότερο, όλες οι ιστορικές ταινίες μπορούν να μας πουν πολλά για τη στιγμή που δημιουργήθηκαν, γιατί οι ταινίες με αφηγήσεις της ιστορίας είναι σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά ντοκουμέντα, καθώς στην πραγματικότητα μιλούν για ό,τι κρύβεται σε μια κοινωνία για την ιστορία της. Κι είναι ενδιαφέρουσες επειδή ανοίγουν ένα παράθυρο στο παρελθόν και  είναι συχνά  σαφείς ως ερμηνείες του παρελθόντος όπως αντιμετωπίζεται από το παρόν, με τρόπους πολλές φορές που οι ακαδημαϊκοί ιστορικοί σπάνια αναγνωρίζουν.
        Καθώς όμως ο κινηματογράφος αποκτά κεντρική θέση  στη διαμεσολάβηση της μνήμης στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή αποκτά και δύναμη πολιτική, γιατί ελέγχοντας σε ένα βαθμό τη μνήμη μπορεί να την επαναπρογραμματίζει, καθώς το κινηματογραφικό υλικό ενσωματώνεται στην συλλογική μνήμη. Ο κινηματογράφος μεταδίδει μνήμες του παρελθόντος στους σύγχρονους και τις μελλοντικές γενιές, διαιωνίζει και επανεφευρίσκει τον κόσμο σε εικόνες, πραγματικές ή πλασματικές, λειτουργώντας ως ιστορική μνήμη μιας κοινωνίας σε μια συγκεκριμένη στιγμή, επιτρέποντας την επιβεβαίωση μιας συλλογικής ταυτότητας. Η μνήμη είναι ο μηχανισμός που επιτρέπει στα άτομα να συσχετιστούν με το παρελθόν μέσω της ικανότητας αναπαραγωγής ιδεών και εντυπώσεων του παρελθόντος στη συνείδησή τους. Όταν αυτές οι ιδέες ή εντυπώσεις μοιράζονται μια ομάδα ατόμων που τους δίνουν παρόμοια σημασία, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για την παρουσία μιας συλλογικής μνήμης. Ο κινηματογράφος λοιπόν θεωρείται ως ένας άλλος χώρος μνήμης που έχει να κάνει τόσο με την ιστορική μνήμη όσο και με την ατομική μνήμη.
       Με τις αφηγηματικές και εκφραστικές του διαδικασίες έχει γίνει μια άλλη μορφή μνήμης που επιτρέπει την επιβίωση γεγονότων που θα είχαν χαθεί στη μνήμη. Όχι μόνο σώζει από τη λήθη γεγονότα του παρελθόντος ή μόλις ορατά, αλλά μπορεί επίσης να δημιουργήσει μια πραγματικότητα, τη δική του πραγματικότητα. Δημιουργώντας  όμως μύθους και σύμβολα αυτά γίνονται με τον καιρό μια άλλη πραγματικότητα μιας κοινωνίας σε μια δεδομένη στιγμή.
       Υπάρχουν πολλά αξιομνημόνευτα γεγονότα στην ιστορία του κινηματογράφου που δεν συνέβησαν έτσι στην πραγματικότητα και που είναι αποτέλεσμα  της δημιουργικής φαντασίας των κινηματογραφιστών. Όπως είναι η άφιξη του Λένιν στο σταθμό της Πετρούπολης στην ταινία «Οκτώβριος» ή η αξέχαστη σεκάνς της Σκάλας της Οδησσού στο «Θωρηκτό Ποτέμκιν», που επινοήθηκαν και τα δύο από τον λαμπρό Σεργκέι Αϊζενστάιν. Αυτά είναι δύο γνωστά παραδείγματα που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε την ικανότητα του κινηματογράφου να δημιουργεί μνήμη. Ο κινηματογράφος, άρα και ο ιστορικός κινηματογράφος, συνθέτει, συμπυκνώνει τα γεγονότα, παρουσιάζοντας ένα μέρος για το σύνολο, εξυψώνει και προσθέτει άλλα πράγματα που δεν αναδείχθηκαν στην πραγματική ιστορία. Η αναζήτηση της αναπαράστασης του τι πραγματικά συνέβη εδώ είναι μια σύνθετη άσκηση, που έχει σχέση όχι μόνο με τις δυνατότητες μεταγραφής της πραγματικότητας με τα κινηματογραφικά μέσα, αλλά και του σκοπού που επιδιώκεται. 
       Ο κινηματογράφος μπορεί να ανακτήσει το παρελθόν, μερικές φορές με νοσταλγικό, ή εφησυχαστικό τρόπο ή ακόμα και με μια κριτική προοπτική που δίνει αφορμή για μια νέα ανάγνωση, μια άλλη προσέγγιση, μια διαφορετική άποψη για αυτό το παρελθόν. Η ταινία για τα Καλάβρυτα μάλλον σε μια  εφησυχαστική αντίληψη για το παρελθόν εντάσσεται, όπου το ιστορικό πλαίσιο της ναζιστικής πραγματικότητας μοιάζει να ξεθωριάζει προς όφελος της ανάδειξης ενός αόριστου ανθρωπισμού. Στη συγκεκριμένη ταινία για τα Καλάβρυτα αντιμετωπίζεται το ολοκαύτωμά τους με συναισθηματικούς όρους, όλα ανάγονται στο να είσαι καλός άνθρωπος,  ενώ η μνήμη γι’ αυτό διακυβεύεται από την ιδιαίτερη ανάμιξη φανταστικών και πραγματικών στοιχείων, που βρίσκονται σε διάλογο με την αναθεώρηση της ιστορίας τα τελευταία χρόνια, για άμβλυνση της ναζιστικής θηριωδίας.  Η ταινία παίζει με βιώματα της προσωπικής και συλλογικής μνήμης, αναπτύσσοντας πτυχές μιας μνήμης όπως βιώνεται υπό την αιγίδα των συστημικών μέσων ενημέρωσης, όπου προωθείται ο ναζισμός ως εξαίρεση και οι θηριώδεις πράξεις ως ατομικές προτιμήσεις.
         Ο κινηματογράφος επιτρέπει, ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη μορφή επικοινωνίας μεγάλης κλίμακας, μια αντιπαράθεση μεταξύ της προσωπικής μνήμης και μιας υπό διαμόρφωση μνήμης στην οποία η ταινία θέλει να δώσει σχήμα, όπως γίνεται στη συγκεκριμένη ταινία για τα Καλάβρυτα. Αυτές οι δυο μνήμες όταν είναι αντίθετες, και  τις αντιλαμβάνεται ο θεατής, προκαλούν ένα αίσθημα έκπληξης, απογοήτευσης ή και σκανδάλου. Αυτή η αντιπαράθεση μπορεί να διαλύσει  κάποια δεδομένα, να προσπαθήσει να δημιουργήσει νέα, μπορεί να προκαλέσει αναμνήσεις ή να τις διαστρεβλώσει. Ο τρόπος που η συγκεκριμένη ταινία συναντάται με γεγονότα και χαρακτήρες του παρελθόντος καθοδηγεί σε ένα προβληματισμό για το παρόν, για τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της χώρας και για την κατασκευή της ιστορικής της εικόνας που φαίνεται πως  συνάδει με την κυρίαρχη ιδεολογία. Σε κάθε περίπτωση βέβαια συμμετέχει στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης, που βρίσκεται σε συνεχή σχέση με τον ιστορικό λόγο.  
        Δεν είναι λοιπόν χωρίς σημασία ο τρόπος αναπαράστασης του παρελθόντος στον κινηματογράφο. Γι’ αυτό και στη συγκεκριμένη ταινία ο καλός αυστριακός, ακόμα κι αν «ποιητική αδεία» μπορεί να δικαιολογηθεί,  δεν παύει να είναι μια συγκεκριμένη προσέγγιση της ιστορικής πραγματικότητας, που αν μάλιστα η ποιότητα του έργου τέχνης δεν δικαιώνει, απομένει τότε μόνο μια διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Καθώς μάλιστα  η ταινία δεν είναι ένα ουδέτερο στοιχείο άσχετο με τις χρηματοδοτήσεις παραγωγής της, είναι, αντιθέτως, μεσολαβητής ανάμεσα σε αυτή την πραγματικότητα και τις ερμηνείες ή τις αναπαραστάσεις της, και στις ιστορικές ταινίες η ταύτιση με τις ιδεολογικές κατευθύνσεις της κυρίαρχης εξουσίας μπορεί να μην είναι απλώς σύμπτωση.