Και σιγά σιγά διαμορφώνεται εκείνο το ιδεολογικό κλίμα όπου
κανείς δεν θ’ αναφέρεται σε κομμουνιστικό φρόνημα ή ιδέα παρά μόνο όσον αφορά
στο παρελθόν. Δεν είναι μόνο η σκόπιμη ιδεολογική παραχάραξη με την αριστερά
του ΣΥΡΙΖΑ, οι κάθε λογής ρεαλιστές που ισχυρίζονται πως δρουν για το καλό μας
ή οι μετριοπαθείς υπερασπιστές του συμφέροντος του τόπου, αλλά και οι
διαπρύσιοι κήρυκες της κάθετης ρήξης με την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση. Αυτοί
που καλούν το ΚΚΕ ν’ απολογηθεί για τα
έργα και τις ημέρες του για τα
οποία κατηγορείται πως στοχεύουν απλώς για
να επιβιώνει στο ιδιότυπο περιθώριό του, ένα περιθώριο στριμωγμένο σ’ ένα σύνολο από παραδοχές και
ιδεοληψίες, που από αφέλεια ή σκοπιμότητα θεωρεί αυτονόητα δεδομένα, όπως ότι
αποτελεί τον ασυμφιλίωτο αντίπαλο του καπιταλισμού. Χρεώνεται έτσι ολοκληρωτικά
την οπισθοχώρηση του εργατικού
κινήματος.
Μόνο που
οι συνθήκες του κομμουνιστικού κινήματος προκύπτουν από τις υπάρχουσες
καταστάσεις. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι ποιες είναι οι καταστάσεις που
υπάρχουν τώρα. Ποια είναι η παρούσα κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να καταργηθεί, ποιες είναι οι
πραγματικές κοινωνικές δυνάμεις που αγωνίζονται να καταργήσουν τον καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό.
Διανοούμενοι που επεξεργάζονται την πραγματικότητα και συνθέτουν ιδέες θέλουν
ν’ αναγνωρίζουν σε ενέργειες και δράσεις τα δικά τους ουτοπικά ιδεώδη που θα
πρέπει να ενσαρκώνει το κίνημα. Μόνο που σ’ αυτό το κίνημα μετέχουν κοινωνικές
δυνάμεις που με τις διαφόρων ειδών συγκρούσεις με τον καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό, στις πολλές μορφές του, αγωνίζονται για την
κατάργησή του ακόμα κι αν αυτοί οι ίδιοι δεν το ξέρουν. Αυτό το επαναστατικό
κίνημα θα κάνει τη δική του ιστορία και θα καθορίσει τη δική του πορεία για το τέλος των σχέσεων ιδιωτικής ιδιοκτησίας και
τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Κι αν χρειάζεται Κόμμα της εργατικής
τάξης είναι ακριβώς για την οργάνωση, τη σύνθεση και την προοπτική αυτών των
αγώνων. Και η εμπιστοσύνη που θα πρέπει να απολαμβάνει από τους εργαζομένους
χτίζεται αγώνα τον αγώνα, στους χώρους δουλειάς, στην καθημερινότητα.
Φτάνουμε
λοιπόν στο παράδοξο, αριστεροί υπερεπαναστάτες που ενδιαφέρονται για τη
γνησιότητα του κομμουνιστικού λόγου κι έχουν ως βάση ιδεολογικής αναφοράς το μαρξισμό,
όχι απλώς να ασκούν κριτική, αλλά
ευσχήμως χλευάζοντάς το να απαξιώνουν το ίδιο το κόμμα ως ανεπαρκές,
θέλοντας να το καταστήσουν αναξιόπιστο. Απομένει έτσι το εργατικό κίνημα ένα σύνολο από διαφορετικές ομάδες με διαφορετικές
τακτικές και στόχους, εύκολη βορά για την κυρίαρχη εξουσία. Και μοιάζει όλοι
αυτοί να επικαλούνται πάλι όλα τα περισπούδαστα και πολυμήχανα τεχνήματα που
τις τελευταίες δεκαετίες παρήγαγε
ακατάπαυτα η κυρίαρχη ιδεολογία για να απαξιώσει την κομμουνιστική
ιδεολογία, η οποία εξακολουθεί παρά ταύτα να σημαίνει κίνδυνο για την υπάρχουσα
κατάσταση. Περιπαίζεται το κόμμα για την κοινοβουλευτική του δράση, για τις
24ωρες απεργίες που προτείνει, για τις εκδηλώσεις μνήμης των μαρτύρων του και
των αγώνων του, για τις μικροαστικές αντιλήψεις των μελών του. Και μ’ αυτόν τον
τρόπο, αυτό που τελικά μοιάζει να του αναγνωρίζεται είναι να περιοριστεί το
κόμμα στην αξιοπρέπεια της προσωπικής στάσης του καθενός που το υποστηρίζει και
κάθε πολιτική του πρόταση να αναγνωρίζει αυτήν την πραγματικότητα.
Τα
κριτήρια για τη συνέπεια στον ιστορικό του ρόλο του ΚΚΕ μετατοπίζονται συνεχώς,
ανάλογα με τη θέση που παίρνουν ή επιδιώκουν να πάρουν στην κοινωνική κλίμακα
αυτοί που τα χρησιμοποιούν. Όλα αυτά τα χρόνια η κριτική ασκείται από
διανοούμενους αστούς που ζώντας σ’ ένα αστικό περιβάλλον θέλουν να πιστεύουν
πως οι αξίες του δεν τους διαποτίζουν θεωρώντας πως η κριτική τους γίνεται από
ένα ουδέτερο σημείο, δηλ. από το πουθενά. Στην πρακτική μας όμως δραστηριότητα ο άνθρωπος καθορίζεται από
τη θέση του στην παραγωγική διαδικασία, τη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους,
την τάξη του, τις ομάδες που ανήκει, τον κοινωνικό περίγυρο του, το σύνολο του
περιβάλλοντός του. Και καθορίζονται έτσι και οι άνθρωποι που κρίνουν το ΚΚΕ,
αλλά και τα μέλη του ΚΚΕ που αποτελούν το ίδιο το κόμμα.
Δεν
είναι δυνατό επομένως να υπάρξουν ιδανικοί αριστεροί ή κομμουνιστικοί χώροι.
Πουθενά δεν μπορεί να υπάρξει ένα ιδανικό κομμουνιστικό κίνημα εμφορούμενο από
την ιδανική κομμουνιστική ιδεολογία με διακριτή ταυτότητα και ένα ισχυρό ιδανικό κόμμα που να ενσαρκώνει την πρακτική της
ολοκληρωμένης σοσιαλιστικής μορφής που μπορεί να υπάρξει. Μόνο όσοι απομακρυσμένοι από τα πραγματικά κοινωνικά
κινήματα αναζητάνε κοινωνική αλλαγή περιορίζονται στη σκληρή κριτική ξεκινώντας να ζωγραφίζουν τη δομή της
κοινωνίας με ωραίες εικόνες και εξαφανίζοντας όλα εκείνα που δεν ταιριάζουν στην έννοια της επαναστατικής
αλλαγής όπως την έχουν σκεφτεί.
Αν λοιπόν πίσω από την ταξική φρασεολογία του ΚΚΕ
ανακαλύπτουν πολλοί υπερεπαναστάτες αβεβαιότητες και παραμορφώσεις θεωριών,
αποδίδοντάς τες στις ελλιπείς γνώσεις ή αναλύσεις και στη διαστρεβλωμένη μεθοδολογία
που χρησιμοποιείται, είναι στην τελική
για να καταγγείλουν το ρεφορμισμό του κόμματος ως την αιτία η οποία δεν επιτρέπει να θεμελιωθεί θεωρητικά τίποτε
παραπάνω από μια μεταβολή της κατανομής των πόρων προς όφελος των εργαζομένων,
μέσω μια διαφορετικής κρατικής πολιτικής. Η βασική κατηγορία είναι πως το κόμμα
εγκλωβισμένο σε μια θεωρητική
αντιπαράθεση με το μεγάλο κεφάλαιο και την ιμπεριαλιστική εξάρτηση,
υποτάσσεται πρακτικά στις επιταγές του μικρομεσαίου
νοικοκύρη και στις καννιβαλικές ορέξεις του που ο καπιταλισμός ενισχύει. Με την
ανυπομονησία του μικροαστού, εντοπίζοντας
μόνο σε δική του, του κόμματος, αδυναμία
τη μετατροπή του αγώνα αντίστασης από άθροισμα μεμονωμένων
εστιών σε επιθετικό και μαζικό λόγω
ανεπάρκειας σωστής ανάλυσης της πραγματικότητας,
αμφισβητείται και η οργανωτική μορφή του κόμματος και η σχέση του με την κοινωνική του βάση.
Και παρακάμπτεται ο αγώνας των
κομμουνιστών του κόμματος, μέσα στις σημερινές σκληρές πραγματικότητες να
πείθουν, να οργανώνουν, να προσανατολίζουν, σ’ ένα περιβάλλον όπου η κρίση των
σοσιαλιστικών οραμάτων, η καλλιέργεια της δυσπιστίας σε σχέση με το ρεαλιστικό τους χαρακτήρα αφαιρούν στηρίγματα της δραστηριότητάς
τους.