Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

ΤΑΞΙΚΟΣ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ


Για εντάσεις και καθυστέρηση στην έναρξη του 37ου συνεδρίου στη ΓΣΕΕ στην Καλαμάτα κάνουν λόγο μέσα ενημέρωσης σε μια προσπάθεια πολλών απ’ αυτά να συμπορευτούν με την  ανακοίνωση της ΓΣΕΕ που κατηγορεί το ΠΑΜΕ για τραμπουκισμούς και αυταρχική συμπεριφορά για να «εμποδίσει τη διεξαγωγή του 37ου συνεδρίου», παρακάμπτοντας τις καταγγελίες του  ΠΑΜΕ  για  «εργοδοτικό συνδικαλισμό», «νόθους συνέδρους» και για παράνομο τρόπο με τον οποίο εκδόθηκαν και μοιράστηκαν οι κάρτες των Συνέδρων.
               Η Αυγή, δια πένας Χρ. Γιαμπουράνη, κάνει λόγο για ψευτοδιλήμματα τα οποία βάζει το ΠΑΜΕ, ως «αυτόκλητος σωτήρας των εργαζομένων», αναπτύσσοντας «τεχνητή σύγκρουση» με τις «δυνάμεις του εργοδοτικού συνδικαλισμού», ενώ θα πρέπει να συγκροτηθεί «ένα ευρύ προοδευτικό μέτωπο στα συνδικάτα, αρχής γενομένης από το συνέδριο της ΓΣΕΕ», συγχωνεύοντας αριστερή δημαγωγία και διαστρέβλωση της πραγματικότητας με επίδειξη φιλεργατικού προφίλ της κυβέρνησης που χειραγωγεί και καθησυχάζει.
               Σε όλα τα χρόνια της κρίσης, ο συνδικαλισμός δυσφημίστηκε, αφού η συνδικαλιστική γραφειοκρατία εκμεταλλεύτηκε τις διαθέσεις και προσδοκίες των εργαζομένων για να στηρίξει την κυρίαρχη πολιτική, διώχνοντας  τους εργαζομένους από τα συνδικάτα κι  αφήνοντας το εργατικό κίνημα εντελώς εκτεθειμένο στις μνημονιακές πολιτικές των κυβερνήσεων. Ενθεν κακείθεν η απεργία, η οποιαδήποτε κινητοποίηση ή χλευάζονταν ως ανεπαρκής τρόπος αντίδρασης ή καταγγέλλονταν ως κομματική εκμετάλλευση. Και τελικά οι διαφορετικές φωνές απαξίωσης του συνδικαλισμού κατέληγαν να συντονίζονται στις καταγγελίες εναντίον του ΠΑΜΕ, του μοναδικού  ταξικού  συνδικαλιστικού μετώπου.
               Κι εμείς, όλα αυτά τα χρόνια της σκληρής καπιταλιστικής επίθεσης έχοντας πειστεί από τον κυρίαρχο λόγο, επικαλούμαστε συνεχώς την ανεξαρτησία μας από κόμματα και συνδικάτα και βάζουμε τα χέρια μας να προστατέψουμε την πολύτιμή ελευθερία μας, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή είναι πια ένα κόσμημα ξεχαρβαλωμένο που ξεγελά μόνο «ιθαγενείς». Απέμεινε ο καθένας μόνος του με τα προβλήματά του και την απελπισία του που τον οδηγούν στη ζητιανιά για λίγα ψίχουλα αξιοπρεπούς διαβίωσης. Μας ληστεύουν και σχεδόν χρωστούμε και ευγνωμοσύνη σ’ αυτούς που μας ληστεύουν, γιατί δήθεν προστατεύουν αυτόν τον κρυφό θησαυρό, που είναι πολύ κρυφός, κανένας δεν υποψιάζεται πως υπάρχει, την ελευθερία μας –να ζητιανεύει καθένας μόνος την επιβίωσή του. Πολλαπλασιάστηκαν και  οι παντιέρες που  κυματίζουν στον αέρα, παραλλαγές της κυρίαρχης σημαίας, που ξεγελούν με την αριστερή μεταμφίεση  και διαιρούν με κατασκευασμένες διαφορές για να στοιχιζόμαστε πίσω τους παραπλανώντας μας.  
               Και είναι που  η αστική μας δημοκρατία ακόμα αισθάνεται  αρκετά δυνατή που δεν  απαγορεύει άμεσα τον συνδικαλισμό και  την οργάνωση των εργαζομένων, αφού μπορεί να τους χειραγωγεί και  αποπροσανατολίζει αλώνοντας τα συνδικάτα τους και κατευθύνοντας τις διεκδικήσεις τους. Κρατικοδίαιτοι συνδικαλιστές, κατακερματισμός των εργαζομένων, θεσμικό πλαίσιο που καθιστά ανενεργές τις κινητοποιήσεις, εργοδοτικοί και κυβερνητικοί μηχανισμοί, νοθείες στις διαδικασίες εκλογής επιστρατεύονται             για την υποταγή του συνδικαλισμού στο κεφάλαιο και τον έλεγχο έτσι των εργαζομένων
               Στο συνέδριο λοιπόν της ΓΣΕΕ, που δυο μέρες τώρα επιχειρείται να γίνει στην Καλαμάτα, οι συγκρούσεις ανάμεσα στην πλειοψηφία του  διοικητικού συμβουλίου και τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ δεν αντικατοπτρίζουν παρά την αντιπαράθεση ανάμεσα στον κυβερνητικό κι εργοδοτικό συνδικαλισμό από τη μια και τον ταξικό συνδικαλισμό από την άλλη  που προσπαθεί να οργανώσει και να αναπτύξει τους αγώνες της εργατικής τάξης. Όλη η προσπάθεια με τους νόθους συνέδρους και τα συνδικάτα σφραγίδες γίνεται για τον έλεγχο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας να καθορίζει  την πολιτική και ταχτική των κινητοποιήσεων και κατ’ επέκταση  ο πολιτικός έλεγχος του συνδικαλιστικού κινήματος που μετατρέπει τους συνδικαλιστές σε φερέφωνα της κυβερνητικής πολιτικής.
               Έτσι π.χ. ο  πρόεδρος της ΓΣΕΕ Ν. Παναγόπουλος που στις αντιπαραθέσεις με το ΠΑΜΕ για νόθους συνέδρους θεωρεί  πως «Έχει κλείσει κάθε πόρτα λογικής» και το κατηγορεί για βιαιότητες και τραμπουκισμούς, είναι αυτός που πριν δυο χρόνια σε συνάντηση με «κοινωνικούς εταίρους» δηλ. της ΓΣΕΕ και εργοδοτικών ενώσεων παρουσίασε πρόταση της ΓΣΕΕ «για τη μελέτη για τη δημιουργία Εθνικού Επαγγελματικού Ταμείου για τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους», καθώς και «πρόταση για τη διάσωση επιχειρήσεων αλλά με τη διάσωση θέσεων εργασίας...»,  δηλ. προτάσεις για το ασφαλιστικό και την επιχειρηματικότητα στην ίδια λογική με την κυβέρνηση και τους  επονομαζόμενους θεσμούς. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα για το  πώς οι γραφειοκράτες συνδικαλιστές δραστηριοποιούνται για να μετατρέψουν τα συνδικάτα σε μηχανισμούς παραγωγής  εποικοδομητικών προτάσεων με ουσιαστικό αντικείμενο τη χειραγώγηση των εργαζομένων για  αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης τους.           
               Ο απαξιωμένος λοιπόν συνδικαλισμός, που τα συνέδρια της ΓΣΕΕ φέρνουν στο προσκήνιο με συνδικαλιστές που νοιάζονται για την κερδοφορία των επιχειρήσεων είτε γιατί οι ίδιοι είναι εργοδότες, όπως ο Δ. Καραγεωργόπουλος, είτε γιατί ποικιλοτρόπως συνδέονται με το κεφάλαιο  αφήνει χωρίς οργάνωση ολόκληρα τμήματα εργαζομένων, έρμαια  στις διαθέσεις της εργοδοσίας και της κυρίαρχης πολιτικής.
               Το ΠΑΜΕ με τις παρεμβάσεις του στο συνέδριο ξεσκεπάζει «την εκφυλιστική δράση της συνδικαλιστικής πλειοψηφίας, τα όργια νοθείας και την ωμή παρέμβαση των εργοδοτών στο συνδικαλιστικό κίνημα» που θέλουν να  μετατρέπουν τη ΓΣΕΕ σε όργανο του κεφαλαίου και υπονομευτή των αγώνων των εργαζομένων, απομακρύνοντας τους εργαζόμενους από κάθε συνδικαλιστική δραστηριότητα.
               Δέκα σχεδόν χρόνια καπιταλιστικής επίθεσης ξέρουμε πια πως έχουμε ανάγκη από την ασφάλεια της ομάδας, της συνδικαλιστικής οργάνωσης, του  κόμματος που υπηρετεί τα συμφέροντά μας. Αν συσπειρωθούν λοιπόν οι ταξικές δυνάμεις μπορούν να αυξηθούν δραματικά  οι περιορισμένες, όπως φαίνεται τώρα, δυνατότητές τους.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

ΜΟΝΤΕΛΟ ΖΩΗΣ


Και κάπου ανάμεσα στα …εορτολόγια για την ημέρα της γυναίκας στις 8 του Μάρτη, σε κάποια μέσα ενημέρωσης αναφέρθηκε και η επέτειος, αυτές τις μέρες,  του θανάτου της Μελίνας Μερκούρη πριν 25 χρόνια. Κι αυτή η συμπτωματική σύνδεση γίνεται αφορμή για σκέψεις πάνω σε μοντέλα ζωής που προσλαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία  για να γίνεται η ζωή  ανεκτή και απατηλή, χωρίς να φαίνεται ότι εξαπατούν, που  μοιάζουν σημαντικά κι ας μην είναι αληθινά.
          Το μοντέλο ζωής της Μελίνας Μερκούρη ακόμα επιβιώνει σαν μια απόδειξη για την χειραφέτηση της γυναίκας πέρα από τάξεις, με θαυμασμό όμως στις αστικές καταβολές της.  Στην εικόνα της  η ανάμιξη του δυνατού και αδύνατου, η γοητεία της ιδιωτικής ζωής και ο εξωραϊσμός της δημόσιας, η γενίκευση του ατομικού σε αμφίβολες αντιστοιχίες και άριστες αναλογίες ανταποκρίνονταν σε φαντασιώσεις και καλλιεργούσαν αυταπάτες. Η  φιλοτέχνηση του πορτραίτου της, γυναίκα απελευθερωμένη και δυνατή,  είναι ενδεικτική των μύθων που δημιουργήθηκαν τα χρόνια της μεταπολίτευσης,  όπου η έννοια της αντίστασης εναντίον της χούντας ερμηνεύτηκε μ’ ένα διασταλτικό τρόπο, αναμιγνύοντας χωρίς μέτρο και ενδοιασμό κραυγαλέες εκδηλώσεις μιας αναγνωρίσιμης και προστατευμένης  διεθνώς γυναίκας με τους κινδύνους της αντιστασιακής δράσης στις φυλακές και τα ξερονήσια.
Στο πρόσωπο τής σχεδόν για  μια δεκαετία υπουργού  Πολιτισμού στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ  αρεσκόταν η κοινωνία της σοσιαλιστικής, κατά ΠΑΣΟΚ, Ελλάδας να αναγνωρίζει την πραγματοποίηση των ευσεβών πόθων της, που περιλάμβανε τους πιο παλιούς μύθους και τους πιο πολυμεταχειρισμένους νοηματικούς συμβολισμούς. Η ομορφιά και η ευτυχία, η αστική καταγωγή  και η λαϊκότητα, ο πλούτος και η επιτυχία, ο έρωτας και η πολιτική, η τέχνη και η επανάσταση συνενώνονται στην προσωπογραφία μιας  ξεχωριστής γυναίκας. Τίποτε δεν έμενε απέξω. Αμφιβολίες και αμφισημίες του πορτραίτου της ήταν  ελάχιστες και περιθωριακές εκείνα τα χρόνια και αυτό συνεχίστηκε και στα μετέπειτα.    
Κι ούτε και στους δύσκολους καιρούς της οικονομικής κρίσης αυτά τα μοντέλα ζωής, όπως ήταν και της Μαλβίνας Κάραλη με το σπιρτόζο πνεύμα της και την αφ' υψηλού αποδοχή μιας κατασκευασμένης λαϊκότητας,  μεταβλήθηκαν ανάμεσα στους μικροαστούς. Απλά  στριμώχτηκαν στις αυταπάτες του μέλλοντός μας. Κι ας έχει πια αποκαλυφθεί μέσα στην οικονομική ανέχεια η σχέση μεταξύ της κοινωνικής τάξης και της καταπίεσης λόγω φύλου, με  νέες μορφές ανισότητας κι εκμετάλλευσης να προστίθενται στις ταξικές. Η μεγάλη ελπίδα των γυναικών, η εργασία που θα τις απελευθέρωνε, διαλύθηκε σε πολυάριθμες ήττες και απογοητεύσεις, βιώνοντας πια σαν εκμετάλλευση τη δουλειά σε επιχειρήσεις, γραφεία, εργοστάσια με ορατό κάθε φορά κίνδυνο να μην τους εξασφαλίζει ούτε την επιβίωση.
Συγχρόνως, μοιάζει να επιλύονται οι όποιες αμφισημίες του φεμινιστικού κινήματος υπέρ του καπιταλισμού της εκμετάλλευσης και της θεωρητικής υποστήριξης ατομικών δικαιωμάτων. Γιατί οι  φεμινιστικές ιδέες αποκομμένες από την ταξική τους διάσταση καταλήγουν να εκφράζονται όλο και περισσότερο με ατομικιστικούς όρους που ενθαρρύνουν την ατομική εξέλιξη και προωθούν τον καριερισμό με μοντέλα τις γυναίκες επιχειρηματίες, προς δόξαν του καπιταλισμού.
Και γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο πως ο  παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, καθώς  οι γυναίκες έχουν χυθεί σε αγορές εργασίας,  εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη  μισθωτή εργασία των γυναικών, ιδίως από χαμηλόμισθες εργασίες στις υπηρεσίες και τη μεταποίηση, που εκτελούνται όχι μόνο προσωρινά από νεαρές γυναίκες, αλλά μόνιμα από   γυναίκες με παιδιά, από  γυναίκες όλων των ηλικιών και  σχεδόν όλων των εθνικοτήτων. Εξάλλου, χρησιμοποιώντας ο καπιταλισμός την φεμινιστική κριτική για την οικονομική εξάρτηση της γυναίκας από τον  άντρα, για να εντείνει την εκμετάλλευση αξιοποιεί το όνειρο της χειραφέτησης της σαν κινητήρα συσσώρευσης κεφαλαίου. Η πραγματικότητα του είδους της χειραφέτησης των γυναικών της εργατικής τάξης βασίζεται στο νέο εργασιακό πρότυπο που περιλαμβάνει μείωση μισθών και εργασιακής ασφάλειας, γενικά μείωση του βιοτικού επιπέδου.
Από την άλλη, η κριτική από τον φεμινισμό για το …περιορισμένο πολιτικό όραμα  που επικεντρωνόταν έντονα στις ταξικές ανισότητες και δεν μπορούσε να αντιληφθεί τις μη οικονομικές αδικίες, όπως την ενδοοικογενειακή βία ή τη σεξουαλική επίθεση, ενώ φαινόταν πως διευρύνει την πολιτική του ατζέντα αμφισβητώντας και καταστάσεις που βασίζονται στις πολιτισμικές κατασκευές της διαφοράς του φύλου, κατέληξε σε μια μονόπλευρη εστίαση στην ταυτότητα φύλου εις βάρος εργασιακών και οικονομικών ζητημάτων.
 Κι ακόμα χειρότερα, η φεμινιστική στροφή  προς την πολιτική ταυτότητας συνδυάστηκε ανεπαισθήτως αλλά μεθοδευμένα με μια πολιτική που δεν ήθελε άλλο από το να καταστείλει όλη την μνήμη της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης. Και μάλιστα η απολυτοποίηση του σεξισμού και πολιτισμικών διαφορών, προς δόξαν του καπιταλισμού και πάλι, γινόταν τη στιγμή που οι περιστάσεις απαιτούσαν διπλασιασμένη προσοχή στην κριτική της καπιταλιστικής οικονομίας.
Κι αν γυναίκες που ξεχώριζαν όπως η Μελίνα Μερκούρη έμοιαζε να ενσαρκώνουν τα φεμινιστικά πρότυπα της ανεξάρτητης, χαρισματικής, απελευθερωμένης γυναίκας τροφοδοτώντας με ψευδαισθήσεις την καθημερινότητα των εργαζομένων, όταν η ταξική καταπίεση στις εργαζόμενες κάνει ασφυκτική τη  ζωή τους αποκαλύπτεται ο σύνδεσμος αυτών των μοντέλων ζωής με τον καπιταλισμό και τα συμφέροντά  του.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ


Αντιδράσεις ξεσήκωσε η ενέργεια περιφερειακής διευθύντριας της αλυσίδας σούπερμαρκετ  my market που με  εσωτερικό σημείωμα απαιτεί από τους εργαζόμενους υποχρεωτικό χαμόγελο κατά την ώρα εργασίας. Οι καταγραφέντες στο σημείωμα λόγοι που επιβάλλουν για να το κάνουν παίρνουν την μορφή απειλής με την τελευταία φράση του σημειώματος, όπου εκφράζεται η ανυπομονησία της διευθύντριας για την «ανταπόκριση στα αποτελέσματα της έρευνας του μυστικού επισκέπτη που θα γίνει μέσα στο μήνα».
               Μέσα στο λίγο παραπάνω από δέκα σειρές κείμενο περιγράφεται η θέση του εργαζομένου στον καπιταλισμό: αμοιβή ελάχιστη, θέση εργασίας επισφαλής, συρρίκνωση των εργοδοτικών υποχρεώσεων στη μορφή φιλανθρωπικών προσφορών. Κι αν ο  γενικός γραμματέας του υπουργείου εργασίας Α. Νεφελούδης χαρακτήρισε «απίστευτη βλακεία και κοινωνική αναλγησία» το σημείωμα και αν η συγκεκριμένη επιχείρηση κράτησε αποστάσεις από τις ενέργειες της διευθύντριας χρεώνοντάς τες ως προσωπική πρωτοβουλία, είναι στην πραγματικότητα μόνο γιατί κοινοποιήθηκε ευρέως. Γιατί αυτό το σημείωμα δεν περιγράφει τίποτε άλλο από  την στάση της κάθε εργοδοσίας στα εργασιακά θέματα με την εκτελεστική εξουσία να διαμορφώνει το θεσμικό πλαίσιο που θα την  ευνοεί. Εξάλλου οι καταγγελίες του ΠΑΜΕ για επεμβάσεις της εργοδοσίας στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα είτε με απειλές και κυρώσεις στους εργαζομένους είτε με μηχανισμούς της που εμφανίζονται να εκπροσωπούν εργαζομένους για να το αλώσουν, επιβεβαιώνουν πως ενέργειες όπως της συγκεκριμένης διευθύντριας είναι λογική συνέπεια των σκληρών συνθηκών εργασίας για τους εργαζομένους που  έχουν διαμορφωθεί με τις πολιτικές τις οποίες οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν, ιδιαίτερα στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης.
               Αυτό λοιπόν το εσωτερικό σημείωμα, όπου απαιτείται από τους εργαζόμενους υποχρεωτικό χαμόγελο στην ώρα εργασίας τους, είναι ενδεικτικό του μηχανισμού της οικονομίας της αγοράς, που απαιτεί ακόμα και οι εκδηλώσεις συναισθημάτων να αξιοποιηθούν στο έπακρο ως ένα είδος κεφαλαίου. Τα συναισθήματα δηλ.  παράγονται και καταναλώνονται ως αγαθό, ρυθμίζονται από την οικονομία της αγοράς, γίνονται μέρος των συναλλαγών. Γιατί η παραγωγή πλούτου  δεν βασίζεται αποκλειστικά στην παραγωγή υλικών αγαθών, αλλά και σε άυλα στοιχεία που προκύπτουν από τη χρήση συναισθηματικών αλλά και γνωστικών ικανοτήτων των ανθρώπων.
             Ο τομέας των υπηρεσιών είναι βασικός τομέας της  οικονομίας της αγοράς που εξαρτάται περισσότερο από τις διαπροσωπικές δεξιότητες. Απαιτείται από τον εργαζόμενο χειραγώγηση και διαχείριση των συναισθημάτων, ώστε να δημιουργηθεί μια θετική παρατηρήσιμη εμφάνιση προσώπου και σώματος που πωλείται κι αυτή για να εξασφαλιστεί  ο μισθός του. Ο εργαζόμενος απαιτείται να προκαλέσει ή και να καταστείλει συναισθήματα διατηρώντας αυτήν τη εξωτερική όψη που παράγει την ευνοϊκή για την εμπορευματική συναλλαγή κατάσταση στο νου των άλλων. Σερβιτόροι, πωλητές, αεροσυνοδοί κλπ. αναλαμβάνουν  να ελέγχουν τη συναισθηματική κατάσταση με τα άτομα που συναλλάσσονται στην εργασία και βρίσκονται σε αλληλεπίδραση, ενώ παράλληλα πρέπει να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους.
               Η κατάλληλη έκφραση λοιπόν συναισθήματος έχει γίνει εμπορεύσιμο προϊόν, έχοντας υψηλή αξία ανταλλαγής στην οικονομία της αγοράς. Κι αυτό σημαίνει πως από τη στιγμή που το συναίσθημα έχει γίνει  κάτι σαν εμπόρευμα, στερείται της αξίας της ζωής κι αυτό που απομένει απ’ αυτό είναι μόνο η αξία χρήσης ή ακόμα περισσότερο η αξία ανταλλαγής. Το προσωπικό χαμόγελο λοιπόν που χαρακτηρίζει κάθε άτομο καλλωπίζεται και μετασχηματίζεται σε επαγγελματικό χαμόγελο, αποξενώνοντας έτσι τους εργαζομένους από το δικό τους χαμόγελο, για να πείθονται οι πελάτες ότι υπολογίζεται η συμπεριφορά προς αυτούς στην εργασία.  Επομένως, η ορθολογικότητα της αγοράς που επιδιώκει την αύξηση του κέρδους αναλαμβάνει όλο και περισσότερο να συρρικνώνει τα περιθώρια για εκτέλεση μιας εργασίας με αγάπη, εξαφανίζοντας την προσωπική πινελιά του κάθε εργαζόμενου κι αντικαθιστώντας την με την απρόσωπη, επιτηδευμένη επίδειξη συναισθημάτων.
               Σε τέτοιες εργασίες παροχής υπηρεσιών εμπορευματοποιούνται τα συναισθήματα των εργαζομένων μέσω μιας μεταστοιχείωσης των συναισθημάτων ιδιωτικής σφαίρας σε ένα πακέτο συναισθημάτων που καταναλώνεται από τον πελάτη ως αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης των παρεχομένων υπηρεσιών. Επομένως, τα συναισθήματα των εργαζομένων  δεν είναι δικά τους, αλλά ανήκουν στη διοίκηση, διότι ο έλεγχος της μορφής, της διάρκειας, της διέγερσης και κατάπαυσης των συναισθημάτων και διαθέσεων μετατοπίζονται από τον εργαζόμενο στους διευθυντές. Ο εργαζόμενος πια αναρωτιέται αν το χαμόγελό του είναι δικό του.
               Ο εργαζόμενος δεν γίνεται τίποτα άλλο παρά ένα  μηχάνημα στα χέρια των εργοδοτών που παράγει αυτόματα ορισμένα συναισθήματα όπως απαιτεί η επιχείρηση. Ο εργαζόμενος γίνεται δια των συναισθημάτων του το μέσο κερδοφορίας και ως εκ τούτου αντικειμενοποιείται. Όλο  αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό που μαθαίνουμε από τον Μαρξ ως  διαδικασία αλλοτρίωσης. Οι εργαζόμενοι αποξενώνονται όχι μόνο από το συναισθηματικό προϊόν τους, αλλά και από τη διαδικασία παραγωγής συναισθημάτων.
               Στην τελική, το γεγονός ότι ο εργαζόμενος όχι μόνο  μηχανικά εργάζεται αλλά και εκφράζει τα συναισθήματά του είναι η ίδια η ένδειξη της αποσύνδεσης του από τη ζωή και τους συνανθρώπους του. Επιπλέον, επειδή  συχνά συμβαίνει ο εργαζόμενος να  εσωτερικοποιεί την υποταγή και την αντικειμενικότητα, που, ακόμη και αν επιδιώκει να το ξεπεράσει, επηρεάζουν αρνητικά την εικόνα του στα δικά του μάτια, η εμπορευματοποίηση του συναισθήματος οδηγεί στην αντικειμενοποίηση και αποξένωση ολόκληρου του ατόμου.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2019

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ


Στα πλαίσια της κρίσης του καπιταλισμού με τα εγγενή προβλήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματός του και τη διάσωση των τραπεζιτών που οδηγούν τους εργαζόμενους σε εξαθλίωση, ενώ επιβάλλουν τη λιτότητα στο δημόσιο εκπαιδευτικό και υγειονομικό  σύστημα, οι ειδήσεις όλα αυτά τα χρόνια μοιάζει να επαναλαμβάνονται.
               Στο απυρόβλητο η κυρίαρχη τάξη που εμφανίζεται και μεγάθυμη με τις προσφορές της στο φτωχό λαό. Ίσως γι’ αυτό ο πρωθυπουργός ευχαριστεί τους εκπροσώπους της ένωσης ελλήνων εφοπλιστών για την ανταπόκρισή τους στο αίτημα της κυβέρνησης να θεσπιστεί συμφωνία εθελοντικού χαρακτήρα για συνεισφορά τους 10% επί των ετησίων κερδών τους από τα μερίσματα τους σε ελληνόκτητα πλοία. Από την άλλη η  εκτελεστική εξουσία στην προσπάθειά της να δείξει ότι εκπροσωπεί τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού δείχνει πως παλεύει για τα συμφέροντά του. Όπως κάνουν οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης που καταλήγουν σε συμφωνία με τους εκπροσώπους της Ένωσης ελληνικών Τραπεζών για το πλαίσιο της νέας ρύθμισης  για την προστασία της πρώτης κατοικίας.
Κι επειδή δεν υπάρχει αυτόματη μηχανιστική και ντετερμινιστική σχέση ανάμεσα σε μια οικονομική δομή, όπως η καπιταλιστική, και στις προκύπτουσες κοινωνικές σχέσεις, παρόλο που  υπάρχει αναμφισβήτητη σχέση, η κυρίαρχη υπεράσπιση του διαχωρισμού των θεσμών και ιδεολογιών του αστικού κράτους από τις οικονομικές δομές  γίνεται αποδεκτή προωθώντας και αυξάνοντας το κύρος τους.  Και γι’ αυτό όποτε  καταπατείται κάθε έννοια δικαίου, όπως στην καταδίκη της καθαρίστριας για την πλαστογράφηση απολυτήριου δημοτικού ή στην ελαφρά ποινή του Ν. Γεωργιάδη για ασέλγεια σε ανηλίκους,  νιώθουμε προδομένοι για τις αποφάσεις της δικαιοσύνης, εφόσον επιμένουμε να αποσυνδέουμε τους νόμους από τα ταξικά συμφέροντα.
Όλα αυτά τα χρόνια, οι  πολιτικές λιτότητας με μεγαλύτερη ένταση συνεχίζουν να εγείρουν ερωτήματα τόσο σχετικά με τη φύση της αστικής καπιταλιστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όσο και σχετικά με τη φύση και τις σκληρές επιπτώσεις της καπιταλιστικής οικονομίας στη ζωή των εργαζομένων, με τον προβληματισμό σχετικά με την κοινωνική και οικονομική ανισότητα να επεκτείνεται σε κάθε πεδίο της κοινωνικοοικονομικής ζωής.
Μπορεί λοιπόν η  πολυδιαφημιζόμενη δημοκρατία να είναι δυνατή σε μια καπιταλιστική χώρα, ελεγχόμενη από ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και τραπεζών, που είναι καταπιεστικοί για τους εργαζόμενους, που επιβάλλουν περικοπές σε μισθούς, σε συνταξιοδοτικά και  συνδικαλιστικά δικαιώματα, σε κοινωνικές παροχές και παροχές κοινωνικής πρόνοιας; Μπορεί ο καπιταλισμός και η δημοκρατία να συνυπάρχουν, με το βασικό βέβαια ερώτημα να παραμένει, ποια η σημασία του όρου δημοκρατία; Είναι η ικανότητα να ψηφίζει κανείς κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια για υποψηφίους που πρέπει  να περάσουν από πολιτικούς μηχανισμούς για να επιλεγούν;  Γι’ αυτό και δεν είναι απλώς αποτέλεσμα συμπτώσεων  όλος αυτός ο συρφετός των πολιτικών που εκδηλώνεται με όλες τις αποχρώσεις του γελοίου κι εκφράζεται με όλα τα γλωσσικά σχήματα που παραπλανούν, από τη Θ. Μεγαλοοικονόμου και τον  Π. Καμμένο μέχρι τη Μ. Σπυράκη και τον Ε. Τσακαλώτο.
Εξάλλου, ο καπιταλισμός όλο και περισσότερο αποκαλύπτεται πόσο αντιδημοκρατικές επιλογές μπορεί να προκρίνει για τα συμφέροντά του. Ουσιαστικά περισσότερο πρόκειται για την παραπλάνηση, την εξαπάτηση των λαϊκών στρωμάτων,  ώστε να διασφαλιστεί ότι η πλουτοκρατία, η καπιταλιστική τάξη, διατηρεί και αυξάνει τον πλούτο της, τη δύναμη της και τον έλεγχό των λαϊκών μαζών με τη συναίνεσή τους.  Και κάνει καλή δουλειά με αυτό το σύστημα της «αστικής δημοκρατίας» και το ιδεολογικό οπλοστάσιο της.
Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα αυτοχαρακτηρίζεται,   με τους απλούστερους όρους που  μπορεί να οριστεί, ως το σύστημα όπου  οι άνθρωποι που θέλουν να  προοδεύουν και να ξεχωρίζουν, υπερβαίνοντας καταγωγή και οικονομική θέση, θα υπερέχουν και θα προοδεύουν,  και μόνο όσοι δεν το  επιθυμούν δεν το  πετυχαίνουν. Και είναι  το όνειρο της ελευθερίας, της  ευτυχίας και των ευκαιριών που δελεάζει ακόμα και  τους κατατρεγμένους στον κύκλο του καπιταλισμού. Μόνο που  η κοινωνική κινητικότητα σε μια καπιταλιστική κοινωνία περιορίζεται σ’ ένα ελάχιστο ποσοστό της εργατικής τάξης, αρκετό βέβαια για να χρησιμοποιείται ως απόδειξη του εξισωτικού, ως προς τις ευκαιρίες, χαρακτήρα του καπιταλισμού.
Συγχρόνως, δεν παραλείπεται να προωθείται ο κατακερματισμός της εργατικής τάξης με δυο βασικούς τρόπους. Από τη μια εμφανίζεται στρωματοποιημένη κάθετα από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, όπως ανειδίκευτοι εργάτες κι εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, που χαρακτηρίζονται από διαφορετικά επίπεδα ανταμοιβής, αυτονομίας, οικονομικής δύναμης κλπ. Από την άλλη είναι στρωματοποιημένη και οριζοντίως, π.χ διαχωρίζεται ανάλογα με το φύλο ή την φυλή. Και όλο και περισσότερο αναγνωρίζεται η ύπαρξη διαφορετικών στρωμάτων μέσα στην εργατική τάξη για να πάψει να αναγνωρίζει το σύνολο της  εργατικής τάξης την ταυτότητα των συμφερόντων της, στην βάση των οποίων να οργανωθεί και παλέψει. Για ν’ απομένει ο θαυμασμός για κινήσεις θεάματος, όπου το μόνο αποτέλεσμα που επιδιώκεται είναι η ενίσχυση της εικόνας κάποιων ομάδων ως δίκαιων τιμωρών. Στην παρούσα συγκυρία σ’ αυτόν τον ρόλο  φιλοδοξούν να εμφανίζονται τα μέλη της ομάδας Ρουβίκωνα. Αυτά  αναλαμβάνουν με τρικάκια κι απειλές σε γραφεία να εκδικηθούν, ως αυτόκλητοι πληρεξούσιοι, για τις αδικίες που υφίστανται οι …ανίκανοι, και κυρίως το κόμμα της εργατικής τάξης,  ν’ αντιδράσουν εργαζόμενοι.
Κι επειδή λοιπόν οι πολιτικές των αστικών κυβερνήσεων άλλη προτεραιότητα δεν έχουν παρά την εξυπηρέτηση των καπιταλιστικών συμφερόντων, γι’ αυτό και στο σχεδιασμό προγραμμάτων, στα σχέδια  δράσης, στην κυβερνητική νομοθεσία, τις εκπαιδευτικές πολιτικές, τις φορολογικές, οικονομικές και πολιτικές απασχόλησης θα πρέπει ν’ αναζητείται η ταξική προοπτική τους, ο προβληματισμός για ωφέλειες και απώλειες των εργαζομένων για να υπάρξει αντίσταση σ’ αυτές τις πολιτικές και τα σχέδια.  
     

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

ΜΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Μ’ αφορμή τις διαδικασίες για αναθεώρηση άρθρων του συντάγματος ξανάλθαν στο προσκήνιο ζητήματα όπως της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, πέρα από εκείνο των σχέσεων εκκλησίας και κράτους, ενώ η νομοθέτηση από την κυβέρνηση του τρόπου μοριοδότησης των υποψηφίων για το διορισμό τους στην δημόσια εκπαίδευση προκάλεσε αντιδράσεις από τους ενδιαφερόμενους κι έφερε στο προσκήνιο πάλι τη συζήτηση περί αξιοκρατίας. 
         Η εκπαίδευση έχει διαμορφωθεί κατά το παρελθόν από τις οικονομικές συνθήκες και τις ανάγκες της κοινωνίας, αντανακλώντας την κοινωνία στην οποία αναπτύσσεται.  Η ιστορία της εκπαίδευσης είναι μακρά και βασανιστική, αφού κάθε φορά διαφορετικές κοινωνικές τάξεις επιχειρούν  να ορίσουν τα αγαθά του πνευματικού πλούτου της κοινωνίας και να ελέγξουν ποιοι πρέπει να έχουν πρόσβαση σ’ αυτά. Κι αν στα χρόνια της φεουδαρχίας η εκκλησία κατείχε το προνόμιο της εκπαίδευσης, στα χρόνια της ανόδου του καπιταλισμού επικράτησε η δημόσια εκπαίδευση, όπου η σχολική διαδικασία κοινωνικοποίησης γίνεται επωφελής για το καπιταλιστικό σύστημα.  Γίνεται  ένας μηχανισμός που χρησιμοποιείται για να εκπαιδεύσει τους μαθητές να εσωτερικεύσουν τις αξίες, τις ιδέες και τις στάσεις της κυρίαρχης τάξης.
    Τα σχολεία λοιπόν όπως τα ξέρουμε είναι κεντρικά όργανα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας και δεν είναι αιώνια και αμετάβλητα. Εμφανίζονται σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή  και επομένως τα εκπαιδευτικά ιδρύματα του σήμερα τείνουν να εξαφανιστούν ή να αλλάξουν μαζί με την κοινωνία που οδήγησε σ’ αυτά.
       Στην Ευρώπη, η ανερχόμενη  αστική τάξη, που αμφισβήτησε την φεουδαρχική, δεν βρήκε ανοικτά γι’ αυτήν τα παλιά σχολεία της καθολικής εκκλησίας για τους φεουδάρχες κυβερνώντες. Καθώς όμως οι παλιές σταθεροποιητικές επιρροές της εκκλησίας και της οικογένειας μειώνονταν, η αυξανόμενη εκβιομηχάνιση δημιούργησε μια νέα, ασταθή κατάσταση. Εργάτες σε άθλιες συνθήκες ρίχνονται όλοι  μαζί σε καταπιεστικά εργοστάσια και ορυχεία, και παλεύουν για βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους και γενικά για τα συμφέροντά τους, σχηματίζοντας συνδικάτα. Οι συνθήκες αυτές δημιούργησαν μια σοβαρή κρίση. Η εργατική τάξη ήταν απαιτητική και αγωνιζόταν για τα δικαιώματά της  απειλώντας τη δύναμη της αυξανόμενης καπιταλιστικής τάξης. Μια απάντηση σε αυτήν την απειλή, σε όλες σχεδόν τις καπιταλιστικές χώρες ήταν ένα σύστημα μαζικής εκπαίδευσης. Οι ανερχόμενοι καπιταλιστές δημιουργούν τα δικά τους σχολεία  και η  δημόσια εκπαίδευση εμφανίζεται σαν συνέπεια των συνθηκών που δημιουργούνται από την άνοδο του καπιταλισμού. Τα σχολεία παίζουν ρόλο όχι μόνο στην εκπαίδευση των εργαζομένων με την αυστηρή έννοια του όρου, δίνοντάς τους δηλ.  δεξιότητες για να είναι μέρος του παραγωγικού εργατικού δυναμικού, αλλά και στην αποδοχή  των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής ακόμα και με τον τρόπο οργάνωσης ολόκληρου του σχολικού συστήματος. 
      Συγχρόνως, αν και αντανακλώνται τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης στο εκπαιδευτικό σύστημα, όμως η πορεία προς τη δημόσια εκπαίδευση δεν υπαγορεύτηκε απλώς από την αστική τάξη που επέτρεψε στους εργαζόμενους να αφιερώσουν χρόνο για μόρφωση και πολιτισμό. Στην πραγματικότητα είναι οι πλούσιοι που λαμβάνουν ποιοτική εκπαίδευση, ενώ για τους φτωχούς αρκεί η εκπαίδευση για ν’ ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της εργασίας. Άλλωστε, αυτά που μοιάζουν ως παραχωρήσεις προέκυπταν από τους αγώνες της εργατικής τάξης και επιβλήθηκαν παρά την αντίσταση των καπιταλιστών που έψαχναν κάθε δυνατό τρόπο για να τις εξουδετερώσουν. 
         Η δημόσια εκπαίδευση γίνεται μέρος μιας σύνθετης σχέσης μεταξύ των συμφερόντων της αστικής τάξης και της αντίστασης των εργαζομένων σ’ αυτή. Η σύγχρονη λοιπόν εκπαίδευση είναι προϊόν των αναγκών της αστικής τάξης,  αλλά είναι επίσης προϊόν ενός τεράστιου αγώνα για να διευρυνθεί και απελευθερωθεί από αυτήν. Η δημόσια  εκπαίδευση γίνεται, συν τοις άλλοις, ένας σημαντικός μηχανισμός για τη δημιουργία κοινωνικής συναίνεσης, διότι βασίζεται στην ιδέα ότι το σχολείο προσφέρει «ίσες ευκαιρίες» για όλους τους πολίτες. Κι αυτή η ιδέα της εκπαίδευσης είναι πολύ  ισχυρή για τη νομιμοποίηση του καπιταλισμού στους εργαζόμενους. Σύμφωνα με την καπιταλιστική ιδεολογία των ίσων ευκαιριών, όλα τα παιδιά ξεκινώντας  στο ίδιο σχολικό σύστημα, αν παρουσιάζουν διαφορές στα επιτεύγματά τους αυτές θα εξαρτώνται μόνο από τις ιδιαίτερες ικανότητες, τα κίνητρα και τις επιλογές τους, μένοντας έτσι εκτός κάδρου και …σχολικού συστήματος θέματα κοινωνικών τάξεων και οικονομικών προβλημάτων. Κι εδώ επαναλαμβάνεται η τυπική αστική θεωρία  που όπως βλέπει τη αγορά ως πανάκεια της ισότητας, έτσι βλέπει και το σχολείο ως ένα μηχανισμό αξιοκρατίας. Μόνο που η ιδέα των ίσων ευκαιριών στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος είναι, από μόνη της, μια πλάνη. Γιατί  κάθε  μορφή εκπαίδευσης είναι πολύ μακριά από το να είναι πολιτικά ουδέτερη, διότι δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα ταξικά συμφέροντα. Η εκπαίδευση δεν είναι για μια υπερταξική κοινωνία και δεν διαμορφώνεται στο περιθώριο της πολιτικής ή της ταξικής πάλης, αντίθετα  είναι μια κεντρική περιοχή αυτού του αγώνα.
          Κι επειδή, κατά τη μαρξιστική ανάλυση, από τη μια  για να δημιουργηθεί ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα είναι απαραίτητο ν’ αλλάξουν οι κοινωνικές συνθήκες, αλλά από την άλλη συντελεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα για ν’ αλλάξουν οι υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες, γι’ αυτό απαιτείται η κατανόηση της τρέχουσας κατάστασης που οδηγεί στην απαίτηση και προάσπιση της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης.