Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

ΕΝΟΧΕΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΩΝ;


Κι ανάμεσα στις ειδήσεις των ημερών κι εκείνη για την παράδοση 10 τόνων γραμμάτων και δεμάτων, μεγάλο μέρος των οποίων έχει βέβαια καταστραφεί,  που προέρχονταν από  την Ιορδανία, στους παραλήπτες παλαιστίνιους της Δυτικής Όχθης, την οποία  επέτρεψαν μετά από οκτώ χρόνια οι ισραηλινές αρχές.
               Και βέβαια, συγκριτικά με φυλακίσεις, δολοφονίες Παλαιστινίων, κατασκευές υποθαλάσσιων και υπόγειων τειχών που αποκλείουν τους παλαιστίνιους σε στενές λωρίδες γης μετατρέποντάς τες σε γιγαντιαία στρατόπεδα συγκέντρωσης,  αυτή η είδηση θα έμοιαζε και ασήμαντη αν δεν σηματοδοτούσε το μέγεθος της αυθαιρεσίας, του μίσους,  αλλά και του φόβου των Ισραηλινών που χρησιμοποιούν κάθε μέσο για εξουθενώσουν τους κατοίκους αυτής της γης που τους την άρπαξαν.
               Οι αποφάσεις του ΟΗΕ το 1947 για διχοτόμηση της Παλαιστίνης και της δημιουργίας κράτους του Ισραήλ φάνηκαν σαν συναισθηματική απάντηση στη φρίκη του ολοκαυτώματος. Μόνο που αυτή η αντίδραση, που πατούσε πάνω στην ενοχή των εμπολέμων, ήταν εις βάρος των κατοίκων της Παλαιστίνης, οι οποίοι θα έπρεπε να πληρώσουν για εγκλήματα που διέπραξαν οι ευρωπαίοι, δημιουργώντας το κράτος του Ισραήλ, ένα «προγεφύρωμα της αγγλοαμερικανικής αποικιοκρατίας στην Ανατολή» κατά την έκφραση του Νεχρού. Ουσιαστικά, πριν εβδομήντα χρόνια, μετά τον  πόλεμο με τη κατανομή της περιοχής σε τεχνητά κράτη με νέες συνοριακές γραμμές που καταρτίστηκαν από τις πρώην αποικιακές δυνάμεις, στη Παλαιστίνη  μια μειονότητα εκτόπισε, όχι μόνο πολιτικά αλλά κυρίως φυσικά, τους αυτόχθονες πληθυσμούς μιας περιοχής, εφόσον η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού στην  Παλαιστίνη από τον 7ο αιώνα ήταν αραβική.  Κι όλα αυτά τα χρόνια  της ύπαρξής του, το Ισραήλ δείχνει με την πολιτική του πως προσβλέπει σε μια σχεδόν πλήρη εξόντωση του αραβικού πληθυσμού προσπαθώντας να είναι εξ ολοκλήρου ένα εβραϊκό κράτος, αν και η έννοια της εβραϊκής εθνότητας είναι μια εφεύρεση του 19ου αιώνα.
               Κι αν  οι διωγμοί των Εβραίων για αιώνες στην Ευρώπη κάνουν κατανοητή την επιθυμία για έναν τόπο εγκατάστασης που να είναι κύριοι της τύχης τους, όμως η παραβίαση των δικαιωμάτων των κατοίκων της περιοχής όπου εγκαταστάθηκαν μετέτρεψε αυτήν την εγκατάσταση σε αποικιακή επιχείρηση.  Κι αν μπόρεσαν κι επικράτησαν στην περιοχή, εκδιώκοντας τους ντόπιους κατοίκους για να τους δώσουν «χώρο»,  ήταν μόνο λόγω ανώτερων στρατιωτικών και οικονομικών πόρων. Εξάλλου η  αμερικανική οικονομική βοήθεια προς το Ισραήλ υπήρξε και εξακολουθεί να είναι τεράστια, ενώ η διπλωματική τους  υποστήριξη είναι ο κρίσιμος παράγοντας που επιτρέπει τη συνεχιζόμενη κατοχή των Αραβικών εδαφών από το Ισραήλ.
               Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως στην Παλαιστίνη εφαρμόστηκε ένα είδος αποικιοκρατίας σε μια περίοδο μάλιστα γενικής αποαποικιοποίησης. Με απόφαση του ΟΗΕ, που υποτίθεται δεν ευνοούσε την αποικιοκρατία και προστάτευε τους λαούς, δημιουργήθηκε ένα αποικιακό κράτος, το Ισραήλ, που διαιωνίζει το καθεστώς του ως μια συνεχώς επεκτεινόμενη κατοχή με εξαιρετικά ανώτερη στρατιωτική δύναμη. Έχοντας την αμέριστη συμπαράσταση των ΗΠΑ  έχει υπό κατοχή, εξαθλιώνοντας, τους πληθυσμούς που ζούσαν εκεί για αιώνες. Η χρήση στρατιωτικής καταπίεσης, που είναι βίαιη όσο και άδικη, δεν έχει τέλος, εφόσον οι Ισραηλινοί έχουν αποκομίσει σημαντικά οφέλη από αυτήν στην πάροδο των ετών, με τη μορφή γης και πολιτικής κυριαρχίας.
               Χρόνια τώρα, όλο και λιγότερο τη διεθνή ειδησεογραφία απασχολεί το μεγάλο χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που επιτρέπεται στους Παλαιστίνιους και σ’ αυτό που επιτρέπεται στους Ισραηλινούς. Η μεροληψία της πλειοψηφίας των μέσων ενημέρωσης υπέρ των Ισραηλινών είναι δεδομένη και οι πολιτικές των δυτικών κυβερνήσεων, με τη δική μας κυβέρνηση που φιλοδοξεί να παίξει πετυχημένα τον ιμπεριαλιστικό της ρόλο στην περιοχή να συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτές ως στενός σύμμαχος πια του Ισραήλ, όλο και θέλουν να μας παραπλανούν για την πραγματικότητα της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης. Χρόνια τώρα ο χώρος που δίνεται από τη διεθνή ειδησεογραφία για το ζήτημα της Παλαιστίνης αφορά όλο και περισσότερο μεμονωμένες περιπτώσεις βίας Ισραηλινών που συμψηφίζεται μ’ εκείνη των παλαιστινίων με τις πέτρες και  το όλο ζήτημα κατοχής που επικρατεί εκεί κατακερματίζεται έτσι σε σκόρπιες υποθέσεις που θα πρέπει να βρίσκεται για την καθεμιά μεμονωμένη λύση. Και το συνολικό πρόβλημα μ’ αυτόν τον τρόπο βυθίζεται στο σκοτάδι, για να μπορούν απερίσπαστοι οι Ισραηλινοί να αποκλείουν ανθρώπους σε μια περιοχή  κάτω από τη δεσποτική και θανατηφόρα τους στρατιωτική διοίκηση υψώνοντας τείχη και οχυρώνοντας οικισμούς.   
               Ο αντισημιτισμός αιώνων στην Ευρώπη, που εκμεταλλεύτηκε η ναζιστική Γερμανία για να εφαρμόσει την τελική λύση στους Εβραίους, υποχωρώντας σε εκτεταμένη κλίμακα σαν συνέπεια της ήττας του ναζισμού, αντιστράφηκε με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Το στρατοκρατούμενο κράτος του Ισραήλ επιβάλλει στην περιοχή την κυριαρχία του και χαρακτηρίζει αντισημίτη όποιον υποβάλει σε οποιαδήποτε σοβαρή κριτική το κράτος και επικρίνει την πολιτική του που έχει αφετηρία  αποικιακή  και αποκτά  όλο και περισσότερο  χαρακτηριστικά ρατσιστικά.
               Κι αν για εκατοντάδες χρόνια οι κυρίαρχες τάξεις των ευρωπαϊκών χωρών τροφοδοτούσαν τον  αντισημιτισμό, κατά τα συμφέροντά τους, προβάλλοντας  τις χρηματικές και τραπεζιτικές δραστηριότητες των εβραίων, καθώς πολλοί απ’ αυτούς εξυπηρετώντας τις άρχουσες τάξεις στην είσπραξη φόρων και στην εκμετάλλευση των λαϊκών στρωμάτων ήταν εύκολο κάθε φορά να γίνονται εξιλαστήρια θύματα για εκτόνωση λαϊκής οργής, ο σιωνισμός όμως, σαν πολιτικό κίνημα για τη δημιουργία στην περιοχή της Παλαιστίνης ενός εβραϊκού κράτους, προσκολλημένος στην ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ έχει μετατρέψει το κράτος του Ισραήλ σε ρατσιστικό που γεννά το δικαιολογημένο  μίσος των γηγενών αράβων κατοίκων της περιοχής. Κι αυτό βέβαια δεν είναι αντισημιτισμός.

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ


Σύμπασα η κυβέρνηση και κομματικά στελέχη της κυβερνώσας παράταξης  αγωνίζονται να πείσουν για την αναγέννηση της Ελλάδας μετά το τέλος των προγραμμάτων που επεβλήθησαν στην ελληνική οικονομία από ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, επισημαίνοντας την ολοκλήρωσή τους ως συμβολικό και πραγματικό τέλος σε  μια καταστροφική οικονομική κρίση.  Μόνο που η έξοδος από τα μνημόνια, που η εφαρμογή τους πέτυχε μία από τις μεγαλύτερες δημοσιονομικές προσαρμογές στον κόσμο, δεν σηματοδοτεί παρά μόνο την ολοκλήρωση των μέτρων που κρίθηκαν αναγκαία να εφαρμοστούν για την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου, -συρρίκνωση της οικονομίας, εκτίναξη της ανεργίας, φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού- εις βάρος φυσικά των εργαζομένων και τα οποία θα συνεχίσουν να ισχύουν και να προσαρμόζονται κατά τις ανάγκες του. 
               Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που μετατράπηκε στον καλύτερο διαχειριστή της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου,  περηφανεύεται που κληρώθηκε, αφού σφετερίστηκε τη λαϊκή ψήφο, να κλείσει με «επιτυχία» τον κύκλο των μνημονίων που άνοιξε η κυβέρνηση Παπανδρέου το 2010 και συνεχίστηκε από τις κυβερνήσεις του Λ. Παπαδήμου, του  Α. Σαμαρά και βέβαια του Α. Τσίπρα. Η αύξηση των φόρων, η κατάρρευση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, το ξεπούλημα της κρατικής περιουσίας, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με δημόσιο χρήμα ήταν οι συνέπειες των μεταρρυθμίσεων που καθορίστηκαν στις συμφωνίες για το πρόγραμμα χρηματοπιστωτικής βοήθειας και στο μνημόνιο συμφωνίας με ΔΝΤ, ΕΚΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις των τελευταίων οκτώ ετών. Όσο για την κριτική  της Ν. Δημοκρατίας και των ποικιλώνυμων κεντροαριστερών που υποτιμούν τα …επιτεύγματα της κυβέρνησης Τσίπρα στηρίζεται εν πολλοίς στη επιχειρηματολογία του ΣΥΡΙΖΑ όταν ήταν αντιπολίτευση πριν τέσσερα χρόνια, σε μια ψευδο-αντιπαράθεση που τροφοδοτεί το πολιτικό σύστημα των αστικών κομμάτων. Και από κοινού στην τελική  αποδέχονται τις «διαρθρωτικές» μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν  στην καταβαράθρωση του επιπέδου συνθηκών διαβίωσης και εργασίας.
               Εγκλωβίζοντας ο ΣΥΡΙΖΑ το, έστω και αναιμικό, λαϊκό κίνημα μεταξύ της αντιδραστικής δεξιάς  και της «προοδευτικής αριστεράς»  συνέβαλε αποφασιστικά να παγιδευτεί ο μεγάλος όγκος των εργαζομένων στην πρώτη γραμμή άμυνας εναντίον της μειονότητας των κομμουνιστών που υπερασπίζονται την οργανωμένη ταξική πάλη. Οι προσπάθειες του να  συνεχίσει να χρησιμοποιεί ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο, το θράσος του να σφετερίζεται πλαστογραφώντας κάθε ταξικό αγώνα, η φιλοδοξία του να αναδιοργανώσει, μ’ ένα μανδύα προοδευτικότητας, τις ατομικές ζωές διαχωρίζοντας καθημερινή ζωή και πολιτικό βίο (π.χ νομοθετήματα για μορφές συμβίωσης των ατόμων από τη μια και  ενίσχυση αντιτρομοκρατικού νόμου από την άλλη) στοχεύουν στην παραπλάνηση  για τις αιτίες της οικονομικής κρίσης  και στην παραίτηση από κάθε αγώνα των εργαζομένων. Κι ενώ προπαγάνδιζε  ο ΣΥΡΙΖΑ πως μια κυβέρνηση της αριστεράς, σαν μια ειρηνική επανάληψη του παρελθόντος με τις κεντροαριστερές κυβερνητικές εμπειρίες στην Ευρώπη τα τελευταία είκοσι χρόνια, είναι ο τελικός προορισμός κάθε κινητοποίησης που θα σώσει τη χώρα, όταν ως  κυβέρνηση έγινε ο καλύτερος διαχειριστής της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου, επέμενε να ισχυρίζεται πως συμβιβάζεται για χάρη των εργαζομένων, συντελώντας στη συκοφάντηση κάθε έννοιας της αριστεράς και στην κατάρρευση οραμάτων κι ελπίδων για μετασχηματισμό της κοινωνίας.
 Κι ενώ ο κυβερνητικός  λόγος υποκρίνεται πως δεν περιφρονεί τον εργαζόμενο, στην πράξη όμως ένα μεγάλο μέρος αυτών έχει εγκαταλειφθεί στην εξαθλίωση ή, στην καλύτερη περίπτωση, στην ελεημοσύνη των διαφόρων προγραμμάτων μερικής ή εποχικής απασχόλησης. Σε τίποτε δεν υπολογίζουν οι κυβερνώντες  τους εργαζόμενους παρά νοιάζονται μόνο θωπεύοντάς τους λεκτικά ν’ αποφύγουν κάθε σύγκρουση που θα διατάρασσε τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, κατάσταση καταφανούς  κοινωνικής ανισότητας. Για τίποτε άλλο δεν ενδιαφέρονται παρά για την προστασία  του σημερινού συστήματος της κοινωνικής και πολιτικής μεταξύ των εργαζομένων και των κρατουσών τάξεων ανισότητας
               Φαίνεται πως  η τριετία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έχει τόσο αποσυνθετική επίδραση στο ηθικό μεγάλου μέρους του κόσμου των εργαζομένων, που ταυτίζοντας το δημαγωγικό λόγο του μεταμφιεσμένου σε  αριστερά ΣΥΡΙΖΑ με τον κομμουνιστικό  νιώθουν πως δεν υπάρχει διέξοδος. Η ελπίδα που καλλιεργούσε και ο ΣΥΡΙΖΑ πως οι δράσεις μικρής κλίμακας και ο τοπικός ακτιβισμός θα συσσωρευτούν τελικά σε κάποιου είδους ικανοποιητική εναλλακτική πρόταση διαψεύστηκε. Η υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης ηθικής του αντικρατισμού, η συρραφή κατακερματισμένων στοιχείων από κοινωνικές  θεωρίες που ευνοούν τις πολιτικές της ταυτότητας και απορρίπτουν την ταξική ανάλυση αποδείχτηκαν τρόποι που ούτε λεκτικά πια δεν μπορούν  ν’ αντιπολιτευτούν την εξουσία του κεφαλαίου. Και ο πιο εμφανής  ιδεολογικός ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ τώρα που βρίσκεται στην κυβέρνηση απομένει η συκοφάντηση, η απαξίωση κάθε κομμουνιστικής προοπτικής.
               Γι’ αυτό μοιάζει τεράστιο το έργο που πρέπει να κάνει το ΚΚΕ. Με τους εργαζόμενους  απογοητευμένους και διαψευσμένους στις αυταπάτες τους να μοιάζει να μένουν στην πλειοψηφία τους απαθείς δεν είναι εύκολο να εμπνευστούν από τα κομμουνιστικά οράματα, να πιστέψουν και να ελπίσουν. Στην απογοήτευση και παραίτηση προσκρούουν όλες οι προσπάθειες  από τους κομμουνιστές για αντίδραση στην εφαρμοζόμενη πολιτική.  Σαν να μη θεωρούν οι εργαζόμενοι δική τους υπόθεση το ζήτημα της αποσόβησης των κινδύνων που απειλούν ακόμα και την επιβίωσή τους. Σαν να είναι το ζήτημα του αγώνα και της πάλης ιδιωτική υπόθεση κάποιων ανθρώπων γύρω από το ΚΚΕ που είναι όμως υποχρεωμένοι να αγωνίζονται, που οφείλουν να αγωνίζονται για όλους εκείνους οι οποίοι  υιοθετώντας την κυρίαρχη ιδεολογία  προσποιούνται τους αδύναμους  για αγώνες.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2018

ΚΟΜΠΑΣΜΟΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ



Με απελάσεις ρώσων διπλωματών, με σκληρές ανακοινώσεις για τη Ρωσία πως  «πολεμά ως σύντροφος εν όπλοις της Τουρκίας» του υπουργείου εξωτερικών μοιάζει η κυβέρνηση όχι απλώς να ευθυγραμμίζεται με τις επιλογές της πολιτικής των ΗΠΑ, αλλά να καταβάλλει προσπάθειες για διευκόλυνση επίλυσης ζητημάτων που αποτελούν προτεραιότητες στην περιοχή μας για τις ΗΠΑ. Η εξασφάλιση στις ΗΠΑ ισχυρής Νατοϊκής παρουσίας στα Βαλκάνια έχει γίνει ο κύριος στόχος της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και η πλήρης σύμπλευση της κυβέρνησής μας  με τις ΗΠΑ αποτυπώνεται και στην αναβάθμιση  των σχέσεων με το Ισραήλ. Και σ’ όλες αυτές τις κινήσεις αφήνεται να διαφανεί  από την κυβέρνηση η ύπαρξη κάποιου σχεδιασμού που δικαιολογώντας αυτές τις πολιτικές επιλογές θα μας πείσει για την ορθότητά τους στη διαφημιζόμενη εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος.
                Κι όλο και πιο απειλητική μοιάζει η κατάσταση στη γειτονιά μας. Η αστάθεια αυξάνεται, κι αν οι ΗΠΑ διατηρούν ακόμα την ηγεμονία στρατιωτικά αυτό δε σημαίνει πως η Ρωσία με το πυρηνικό της οπλοστάσιο δε συνεχίζει να παραμένει μείζονα διπλωματική δύναμη που το μέγεθος του πληθυσμού της και οι φυσικοί της πόροι δεν της εξασφαλίζουν οικονομική ανάπτυξη. Οι ανταγωνισμοί τους λοιπόν στη γειτονιά μας που δημιουργούν ρευστές και λιγότερο προβλέψιμες συνθήκες κάνουν δυσδιάκριτους το ρόλο και τη σημασία παραγόντων που μπορεί να φαίνονται ευνοϊκοί για την κυρίαρχη πολιτική της χώρας μας, που ταυτίζεται με το εθνικό συμφέρον.  Μοιάζει τα νέα μοντέλα  συμμαχιών που προκύπτουν, Τουρκίας και Ρωσίας, να  προκαλούν αντιπαλότητες μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας στην προσπάθεια της χώρας μας να ηγηθεί των νατοϊκών συμφερόντων στην περιοχή μας. Κι ενώ έχει φανεί πως τα τελευταία χρόνια ακόμα και μεγάλα κράτη δεν μπορεί παρά να λειτουργούν μέσα σ’ ένα δίκτυο διασύνδεσης και αλληλεξάρτησης που επηρεάζει τη δυνατότητά τους για αυτόνομη δράση, ο έλληνας υπουργός εξωτερικών Ν. Κοτζιάς με κομπασμό και φρασεολογία εφήβου δηλώνει πως πέρασε η εποχή που «θεωρούνταν διπλωματία το να κάνεις την κότα». Και για να το υποστηρίξει  προειδοποιεί τη Ρωσία πως δεν ««μπορεί να αγνοήσει τα εθνικά συμφέροντα άλλου  κράτους επειδή αισθάνεται ότι είναι ισχυρότερη». Σ΄ έναν πόλεμο λέξεων η Αθήνα βρυχάται περισσότερο για να την ακούσει η Ουάσιγκτον και να εκτιμήσει τις προσπάθειες που κάνει για να εμποδίσει  ενέργειες της Ρωσίας να ανατρέψει την επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια,  παρά γιατί πιστεύει πως θα φοβίσει τη Μόσχα.
                Οι κυρίαρχες τάξεις όλων των χωρών μπαίνοντας στο παιχνίδι των διεθνών ανταγωνισμών χρησιμοποιούν τα κράτη τους για άσκηση αυτής της πολιτικής που τους συμφέρει, πάντα με επίκληση του εθνικού συμφέροντος. Με την  ενσωμάτωσή τους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα γυρεύουν να λύσουν τα προβλήματα της οικονομικής κρίσης με  μεγαλύτερη διείσδυση στις γύρω περιοχές επιδιώκοντας οικονομική επέκταση κατά το δυνατό σε βάρος των άμεσων ανταγωνιστών, αλλά και αύξηση της έντασης  εκμετάλλευσης των εργαζομένων όπου γης.  Κι έτσι η άρχουσα τάξη παγκόσμια είναι συγχρόνως και  ενιαία και διασπασμένη. Ενιαία με ταυτόσημη πολιτική απέναντι στους εργαζόμενους και τις διεκδικήσεις τους και διασπασμένη από τις διαφορετικές θέσεις που καταλαμβάνουν τμήματά της στην πυραμίδα της παγκόσμιας οικονομίας. Κι αν η απελευθέρωση εντάσεων και συγκρούσεων από την  οικονομική εκμετάλλευση των εργαζομένων για να μην προκαλεί μεγάλες πιέσεις ευνοείται από τον κυρίαρχο λόγο να λοξοδρομεί παίρνοντας τη μορφή εθνικών αιτημάτων, συγχρόνως όμως,  όταν χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί η βία μεταξύ κρατών, τότε το βασικό επιχείρημα της υπεράσπισης της πατρίδας εμπλέκει τους λαούς στους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών.
             Και η δική μας κυρίαρχη τάξη  συμμετέχοντας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς,  στην τωρινή συγκυρία μέσω της πολιτικής της εκπροσώπησης με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μοιάζει να επιλέγει την απόλυτη σύμπλευση με τις ΗΠΑ, με πολιτικές που φαίνεται πως δεν λαμβάνουν υπόψη την αστάθεια στόχων, που άλλοτε επικαλύπτονται και αλληλοσυνδέονται κι άλλοτε φαίνονται αντιφατικοί και αντίθετοι  και οδηγούν σε ανακατατάξεις συμμαχιών.  Ολοκληρώνοντας η κυβέρνηση  το πρόγραμμα  της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης,  που πριν οκτώ χρόνια ξεκίνησε με πρόσχημα το ξεπέρασμα της  οικονομικής κρίσης,  φιλοδοξεί με συμμαχίες και συγκρούσεις  να εξασφαλιστεί στο διεθνή ανταγωνισμό το εγχώριο κεφάλαιο.   Γι’ αυτό το λόγο  και επιδιώκει μέσω της απόλυτης πρόσδεσής της  στο άρμα των ΗΠΑ να μετατραπεί το ελληνικό κράτος  σε περιφερειακή δύναμη που ελέγχει την περιοχή του.
                Κι αν η  διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας έχει πυροδοτήσει αγώνες για κοινωνική απελευθέρωση και ανάπτυξη  των υποτελών τάξεων με βάση τις προτεραιότητές τους, η επίκλησή τους από τις κυρίαρχες τάξεις  δεν γίνεται παρά για να μεταμφιέσουν τα ταξικά τους συμφέροντα  σε εθνικά παρασύροντας στους σχεδιασμούς της τους λαούς των χωρών τους.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

ΔΩΡΕΕΣ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΕΣ


Και στο περιθώριο της τραγωδίας των πυρκαγιών στην  Αττική, ξανάρθε στο προσκήνιο η πληροφορία   για  την υποχρεωτική στελέχωση από το Πυροσβεστικό σώμα περιφερειακών αεροδρομίων που παραχωρήθηκαν στη Fraport,  ενώ γνωστοποιήθηκαν αρκούντως οι ειδήσεις  για τον  ιδιοκτήτη του  Ολυμπιακού Βαγγέλη Μαρινάκη που έδωσε εντολή να διατεθεί άμεσα ένα εκατομμύριο ευρώ στους πληγέντες από τις καταστροφικές πυρκαγιές, και για  το ο ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος που σε ανακοίνωσή του  «ως κοινωφελής οργανισμός, το ΙΣΝ δεν μπορεί ούτε επιδιώκει να υποκαταστήσει το έργο της Πολιτείας, παρά προσπαθεί, στο μέτρο των δυνατοτήτων του να συμβάλλει σ’ αυτό» αποφάσισε να στηρίξει το έργο του Πυροσβεστικού Σώματος Ελλάδας με δωρεά ύψους 25 εκατομμύρια ευρώ».
               Οι πληροφορίες αυτές είναι ενδεικτικές για τη σχέση του αστικού κράτους της Ελλάδας με την  …ελεύθερη αγορά και τους επιχειρηματίες.
Από τη μια η ιδιωτικοποίηση των αεροδρομίων δεν επιφέρει μόνο μεγάλη κερδοφορία στη γερμανική κρατική  εταιρεία, που θα λείψουν βέβαια από τα ελληνικά κρατικά ταμεία, αλλά με βάση τη σύμβαση που υπογράφηκε πάντα θα υπάρχει ο κίνδυνος να αποζημιώνει για διάφορους λόγους την Fraport το ελληνικό κράτος για τα σαράντα χρόνια που θα έχει μισθωμένα τα αεροδρόμια.
Από την άλλη επιχειρηματίες που κατηγορούνται για εμπλοκή σε φορτίο τόνων ηρωίνης ή ιδιωτικά πολιτιστικά ιδρύματα που ισχυρίζονται πως κάνουν δωρεά στο κράτος ένα «Πολιτιστικό Πάρκο», που  όμως με τη σύμβαση που υπογράφηκε το δημόσιο υποχρεώνεται να χρηματοδοτεί και απευθείας το Κέντρο αλλά και μέσω του των κρατικών ιδρυμάτων που φιλοξενούνται εκεί με δικαίωμα επιστροφής του ποσού που δαπάνησε το ΙΣΝ σε περίπτωση που αυτό δεν λειτουργεί ικανοποιητικά,   προχωρούν σε δωρεές για εδραίωση ενός κοινωνικού προφίλ. Είναι κι αυτός ένας εναλλακτικός τρόπος προβολής, πολύ αποτελεσματικότερος από την όποια διαφήμιση.
               Οι σύγχρονοι επιχειρηματίες με τις δωρεές τους μοιάζει να επενδύουν στη δημιουργία συμβολικού κεφαλαίου, συμβάλλοντας έτσι  όχι μόνο στη διαμόρφωση και θεμελίωση των σχέσεων κυριαρχίας μεταξύ άρχουσας τάξης και εργαζομένων, αλλά και στην αναπαραγωγή αυτής της κυριαρχίας μέσω της θεώρησής της ως νόμιμης και φυσιολογικής, προς ανάπτυξη του …υλικού κεφαλαίου.
               Κι αφού το κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας, με τη ρητορική ταξικού εξισωτισμού, δεν εξυπηρετεί πια τις ανάγκες του κεφαλαίου( διαχείριση της δυσαρέσκειας και αντίδρασης μέρους του προλεταριάτου), η κατεύθυνση που δίνεται από τον κυρίαρχο λόγο είναι η ιδιωτική διαχείριση των προβλημάτων, ενώ επί του πρακτέου προωθείται η απόσυρση του αστικού κράτους από την προνοιακή πολιτική. Κι έτσι ανοίγεται λαμπρό πεδίο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε τομείς δημοσίων αγαθών που από βελτιωτικές για την υπάρχουσα κατάσταση επιλογές προωθούνται πια ως αποκλειστικοί τρόποι επιβίωσής τους. Δωρεές και ευεργεσίες που αναπληρώνουν  λειτουργίες του κράτους, διαμορφώνουν  το κατάλληλο έδαφος για να γίνει αποδεκτή η ανάληψή τους  από ιδιώτες.
               Κάθε άλλο παρά καινοφανές είναι το γεγονός πως κάθε είδους εύποροι-έμποροι και βιομήχανοι, εφοπλιστές και επιχειρηματίες- επενδύουν στο κοινωνικό και συμβολικό κεφάλαιο της ευεργεσίας, δωρεών ή χορηγιών προς το κράτος ή κοινωνικούς τομείς, χωρίς αυτό να είναι αποτρεπτικό της σύνδεσής τους με παράλληλα οφέλη που αποβλέπουν μέσω αυτών, αλλά και με παράπλευρες απώλειες που μπορεί να αποφύγουν, εντάσσοντας τις δωρεές  ως ένα βαθμό στα επιχειρηματικά τους σχέδια. Ακόμα κι αν η σύγκριση  της αξίας της δωρεάς σε σχέση  με το οικονομικό μέγεθος που καταλαμβάνει η επιχειρηματική τους δραστηριότητα μπορεί να οδηγήσει  στην εκδήλωση, στην κοινή γνώμη,  αμφιβολιών περί των αγαθών προθέσεών τους, αυτές δεν αναιρούν τη δυνατότητα που δίνεται στους επιχειρηματίες να επιβάλλουν τις βουλήσεις τους δια της τεθλασμένης οδού. Ο δωρητής μέσω στοχευμένων προσφορών του, εισχωρώντας και σε περιοχές που φαίνονται επικερδείς, σκοπεύει στην εξαργύρωση τους όσον αφορά στα επιχειρηματικά του σχέδια, με το αναβαθμισμένο κοινωνικό του προφιλ. Και καταλήγει ό,τι περιγράφεται ως δωρεά προς το δημόσιο  να είναι μια σχέση ανταλλακτική που όμως οι όροι της ανταλλαγής σπάνια είναι εμφανείς.
               Στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον του καπιταλισμού, όπου όλα εμπορευματοποιούνται, ποσοτικοποιούνται και μετριούνται οι δωρεές από επιφανείς καπιταλιστές διαφημίζονται ως εξαίρεση σ’ αυτό, προβάλλοντας ως μόνο επιζητούμενο αντίδωρο γι’ αυτές την τιμή, ευγνωμοσύνη και υστεροφημία τους. Μόνο που ακόμα και η υψηλή απόδοση σε καλή φήμη και δημοσιότητα επιτυγχάνει, μετασχηματίζοντας οικονομικό κεφάλαιο σε κοινωνικό, την περαιτέρω συσσώρευση οικονομικού κεφαλαίου.
               Κι είναι αρκετά απλοϊκό ο κυρίαρχος λόγος να επικαλείται κριτήρια οικονομικά, χαμηλή ανταποδοτικότητα, ζημιογόνα λειτουργία κλπ.  για να δικαιολογηθούν περικοπές σε δημόσια αγαθά όπως υγεία ή παιδεία και την ίδια στιγμή να θεωρείται πως επιχειρήσεις στον καπιταλισμό χρησιμοποιούν κριτήρια εξωοικονομικά π.χ. ηθικά ή κοινωνικά για την προσφορά δωρεών στο κοινωνικό σύνολο, διαφημίζοντας τη δωρεά ως μια αλτρουϊστική πράξη προσφοράς.  Είναι που, και στην καλύτερη περίπτωση,  δεν γίνεται άμεσα εμφανές πώς η αίγλη που αποκτά ο επιχειρηματίας από τη σύνδεσή του με τις ανάγκες της κοινωνίας του εξασφαλίζει μια σειρά συμβολικών και άυλων πλεονεκτημάτων με μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη.
               Όσο αμβλύνεται η κρατική μέριμνα  ο κυρίαρχος λόγος προωθεί την ιδέα περί κοινωνικής ευθύνης των εταιρειών και των πλούσιων επιχειρηματιών δικαιώνοντας επιλογές τους και …καθαγιάζοντας την ελεύθερη αγορά, που απομένει η μόνη για να χρηματοδοτεί και να επενδύει σε δημόσια αγαθά –που παύουν βέβαια να είναι προσβάσιμα  στις υποτελείς τάξεις. Γι’ αυτές απομένει η …φιλεύσπλαχνη φιλανθρωπία της κυρίαρχης τάξης.