Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΑΞΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ



Στη χώρα μας, Πλημμελειοδικείο της  Θεσσαλονίκης, στη λογική της συμπλοκής δύο πλευρών, καταδικάζει  μεν σε 21 μήνες φυλάκιση μέλη της Χρυσής Αυγής για πρόκληση επικίνδυνων σωματικών βλαβών και οπλοχρησία, επειδή επιτέθηκαν σε μέλη της ΚΝΕ που μοίραζαν προκηρύξεις έξω από το ΕΠΑΛ Λαγκαδά, αλλά καταδικάζει  και σε 12 μήνες φυλάκιση και τα 3 θύματα της επίθεσής τους, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της άμυνας, εξισώνοντας «την εγκληματική δράση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής με τα θύματά της». Στην πρωτεύουσα της Πολωνίας δεκάδες χιλιάδες φασίστες διαδηλώνουν για την ημέρα της ανεξαρτησίας της χώρας με ρατσιστικά συνθήματα για «Αγνή Πολωνία, λευκή Πολωνία» και εναντίον των  μουσουλμάνων, με νεοναζιστικά σύμβολα και θρησκευτικά μηνύματα.
               Κι αν  ακόμα εκπλησσόμαστε για τους φασίστες που απανταχού στην Ευρώπη έχουν σηκώσει κεφάλι, είναι γιατί εθελοτυφλούμε πώς είναι  η Ενωμένη Ευρώπη που  έχει υποδαυλίσει εδώ και δεκαετίες το φασιστικό λόγο. Ο   ανερχόμενος φασισμός στη Ευρώπη δεν είναι παρά το προϊόν της μακράς εκβιαστικής εκστρατείας του ΝΑΤΟ και της ΕΕ για την προληπτική καταστροφή του κομμουνιστικού κινήματος. Και στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης η εφαρμοζόμενη πολιτική της ΕΕ όλο και μας θυμίζει  πως αυτή χτίστηκε στα θεμέλια της ευρωπαϊκής λευκής κυριαρχίας, της αποικιοκρατίας, της δουλείας, του ιμπεριαλισμού. Κι ακόμα κι αν προσπαθεί  να κρύψει τους στόχους της πίσω από λόγο αντιρατσιστικό τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα τη διαψεύδουν – π.χ. δεν συμμετείχε και η ΕΕ στην καταστροφή της Λιβύης και τώρα δεν δολοφονεί και πνίγει τα θύματα αυτής της καταστροφής όταν προσπαθούν να φύγουν από την κόλαση της …απελευθέρωσης που δημιούργησε μαζί με τις ΗΠΑ;
Για τους φιλοευρωπαϊστές  ιδεαλιστές οι πρόσφυγες είναι ένα φυσικό «προϊόν» χωρών υποβαθμισμένων,  ενώ η ΕΕ είναι ο καλοπροαίρετος θεατής παρά η δημιουργός αιτία τους, ακριβώς όπως η φτώχεια είναι ένα φυσικό κακό για τον εργαζόμενο στον οποίο η καλοπροαίρετη οικονομική ένωση των ευρωπαϊκών κρατών προσφέρει δικαιώματα παρά την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση. Η  υπόθεση λοιπόν ότι η  ΕΕ προστατεύει τους πρόσφυγες και τα δικαιώματα των εργαζομένων στηρίζεται στην ψευδή αντίληψη ότι οι πρόσφυγες και η φτώχεια είναι φυσικά φαινόμενα. Τέτοιες υποθέσεις,  στις οποίες πιστεύουν οι μικροαστοί, εξ ολοκλήρου προέρχονται από  το φόβο τους πως  θα χάσουν  τα  δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί και από την πεποίθηση πως είναι η ΕΕ που θα τα προστατέψει  σύμφωνα με μια  επιφανειακή προπαγάνδα των αριστερών και  όχι  την πραγματικότητα.
               Όταν λοιπόν η οικονομική εξαθλίωση στις μητροπόλεις του καπιταλισμού μπορεί να στρέψει τις μεγάλες μάζες ενάντια στην άρχουσα τάξη, ποιος καλύτερος τρόπος υπάρχει  για να αμβλυνθεί η οργή προς την άρχουσα τάξη από την χειραγώγησή τους από το φασισμό που θεριεύει και από την αύξηση του φόβου τους για την τρομοκρατία που απειλεί;  Κι έτσι να δημιουργηθεί μια κατάσταση όπου οι μεγάλες μάζες ακόμα και ευγνώμονες θα είναι στους …άρχοντές τους και για την επιβολή μέτρων έκτακτης ανάγκης και  στρατιωτικού νόμου,  ακόμα και για την κατάργηση κι αυτής της αστικής δημοκρατίας.
               Η θωράκιση του αστικού κράτους ενάντια σε λαϊκές αντιδράσεις πάντα γίνεται στο όνομα κινδύνων που φροντίζει το ίδιο να προπαγανδίζει πόσο πολύ μας απειλούν. Και είναι η διήμερη άδεια από τις φυλακές του Δ. Κουφοντίνα που φέρνοντας στο προσκήνιο την «Ε.Ο 17 Νοέμβρη» μας θυμίζει πόσο η δράση της βόλεψε το αστικό μας κράτος για να θωρακιστεί με τον αντιτρομοκρατικό νόμο του 2001 ο οποίος τροποποιήθηκε  από τον …σοσιαλιστή Γ. Παπανδρέου  το καλοκαίρι του 2010, συμπληρώνοντας τα κενά της προηγούμενης τροποποίησης του 2004 και που η πρώτη φορά αριστερά δεν κατήργησε.   Η διήμερη άδεια και οι αντιδράσεις που προκάλεσε είναι αποκαλυπτικές για τον τρόπο που χρησιμοποιείται η τρομοκρατία. Οι σχεδόν παραληρηματικοί λόγοι από πολιτικούς για τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η διήμερη αποφυλάκισή του Δ. Κουφοντίνα μας ξαναθύμισε τις απορίες για την ταυτότητά της και τις σκοπιμότητες της 27χρονης δράσης της. Η αναντιστοιχία της υψηλής συνωμοτικότητας και αποτελεσματικότητας με τα σχεδόν αφελή και φοβισμένα μέλη που συνελήφθησαν γεννά περισσότερα ερωτηματικά από όσα έλυσε η δίκη τους, που σε αντίθεση με αυτή της Χρυσής Αυγής φρόντισε το αστικό μας κράτος να την ολοκληρώσει πριν εκπνεύσει το 18μηνο και αποφυλακιστούν οι κρατούμενοι.
               Χρόνια τώρα λοιπόν με πρόσχημα πότε την τρομοκρατία πότε τη μετανάστευση θωρακίζεται το αστικό κράτος για να αντιμετωπίσει τις εξαθλιωμένες μάζες του εάν στραφούν εναντίον του. Κάθε φορά που ξεσπά κρίση δεκάδες ψεύτικες οργές αντιφρονούντων υποκινούμενες ή και χρηματοδοτούμενες από κρατικά κονδύλια είναι έτοιμες να καταστρέψουν την γνήσια αντίδραση των εργατικών τάξεων. Και το ζητούμενο είναι ν’ απορροφώνται σ’ αυτές όσο το δυνατό περισσότερες γνήσιες αυθόρμητες αντιδράσεις εργαζομένων, για να οδηγούνται  σε απατηλούς δρόμους χωρίς διέξοδο. Γι’  αυτό δεν πρέπει να υπάρχουν οργανωμένοι εργαζόμενοι, πολύ περισσότερο κόμμα εργατικής τάξης που να το εμπιστεύονται για να καθοδηγεί τη δράση τους. Η ποικιλότροπη λοιπόν απαξίωση του ΚΚΕ, ακόμα και στο όνομα μιας ύποπτης υπερεπαναστατικότητας, στρέφεται ενάντια  στην αγωνιστικότητα και οργάνωση του ταξικού κινήματος.   
  Και γι’  αυτό η άρχουσα τάξη,  για να συμβιβάσει τη θεωρία για την απελευθέρωση των καταπιεσμένων με τη θεωρία για την κυριαρχία του καταπιεστή, χωρίς αυτή ν’ απειληθεί,  προωθεί  την αφηρημένη ιδέα μιας κοινωνικής ομάδας που ονομάζεται Αριστερά, η οποία στο δικό μας μετεμφυλιακό κράτος ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό  με τον κομμουνισμό και συνετέλεσε τα αιτήματά της για εκδημοκρατισμό, αίτημα και των κομμουνιστών, να εξαφανίσουν τις ταξικές διεκδικήσεις. Οι χθεσινές εκλογές στο χώρο της ονομαζόμενης κεντροαριστεράς με τη συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων πολιτών δείχνει πως ακόμα   λειτουργεί η παγίδα της σοσιαλδημοκρατίας, αν και έχει   αποκαλυφτεί με το σοσιαλισμό του ΠΑΣΟΚ και με την πρώτη φορά αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ πως οι μικροαστοί σοσιαλδημοκράτες πάντα έρχονται με την ενίσχυση της κρίσης που πλήττει την αστική τάξη, δρώντες εκόντες άκοντες(;) σαν πράκτορες του κεφαλαίου. Η  σύγχρονη αντι-σοσιαλιστική, αντικομμουνιστική αστική φιλοσοφία και προπαγάνδα εμποτίζει την φιλελεύθερη, εντελώς εξωπραγματική  έννοια της αριστεράς που αποδεικνύεται ανίκανη για την εκπλήρωση συμφερόντων της εργατικής τάξης και μόνο τα εκτρέπει και τα παρεμποδίζει.
 Δεν υπάρχει πραγματική αριστερά, ήταν πάντα ένα όργανο της αστικής τάξης στον αγώνα ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα. Η σοσιαλδημοκρατία, κοινώς γνωστή ως «αριστερά» με τις πολλές μεταμφιέσεις της έχει ρόλο στην αστική κοινωνία να αποθαρρύνει, να αποπροσανατολίσει και να προδώσει την εργατική τάξη, στραγγαλίζοντας κάθε αγωνιστική έκφραση, με το φασισμό να καραδοκεί ως μόνη διέξοδος.

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ «ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ»



Αν και οι περίοδοι οικονομικής και πολιτικής κρίσης συντείνουν στην αναβίωση της στρατευμένης τέχνης δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως στις μέρες μας η καλλιτεχνική παραγωγή στο μεγαλύτερο μέρος της μας εμπλέκει στην πραγματικότητα της ζωής και  συντελεί στην πολιτική διαλεύκανση –η  ταινία λοιπόν του Π. Βούλγαρη «Τελευταίο σημείωμα» μοιάζει σαν μια εξαίρεση. Κι επειδή ο κινηματογράφος είναι μια τέχνη που βρίσκεται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση με το κοινό, τη διάθεσή  του και την οπτική του και μπορεί να λειτουργήσει ως αγωγός και ερμηνευτής της συλλογικής μνήμης και επομένως μπορεί να συντελέσει και στη διαμόρφωση συνειδήσεων, έχει ενδιαφέρον ποια οπτική της ιστορίας έχει μεταγραφεί κινηματογραφικά από τον σκηνοθέτη.
    Παρακολουθώντας κανείς την ταινία έχει την εντύπωση, ανεξαρτήτως της καλλιτεχνικής της αποτίμησης, πως επαναλαμβάνονται σύμβολα και «τύποι» εύκολα αναγνωρίσιμοι, με εύκολους αναγνώσιμους κώδικες, όπου κέντρο του περιεχομένου της ταινίας είναι μια  ευδιάκριτη προσέγγιση της ιστορίας η οποία  μοιάζει να συνάδει με τις δοξασίες για την κυριαρχία της ηθικής στην κοινωνικοπολιτική ζωή. Η κινηματογραφική ανασύνθεση του ιστορικού γεγονότος περισσότερο ευνοεί τη συναισθηματική προσέγγιση  και συνεισφέρει στην οπτικοποίησή του και λιγότερο σ’  έναν προβληματισμό για την πορεία της ιστορίας. Σ’ αυτό που επικεντρώνεται η ταινία βέβαια δεν είναι η  ρευστή υποκειμενικότητα του ήρωα, αλλά αυτό που μέσα στην πραγματικότητα παρουσιάζεται να έχει ένα χαρακτήρα αναμφίβολης βεβαιότητας για το υποκείμενο, η ηθική στάση του. Το ζητούμενο λοιπόν είναι να συσχετιστούν οι ιστορικές καταβολές της φιλμικής αναφοράς με τις κοινωνικές προεκτάσεις τους στο σήμερα.
     Κι εδώ βρίσκεται η δυσκολία. Φυσικά είναι έργο τέχνης η ταινία. Όμως ο τρόπος που προσεγγίζεται το ιστορικό γεγονός, που  μοιάζει αν-ιστορικός αντιμετωπίζοντας τα πράγματα ως αμετάβλητα και στατικά αλλά κι αποσπασματικά και μερικά, είναι και ο τρόπος που το ερμηνεύει και συγχρόνως αποκαλύπτει και την ίδια την κοσμοθεωρία του δημιουργού που εμψυχώνει το δημιούργημά του.  
     Σ’  αυτήν την ταινία, όσο πιστή κι αν είναι στα γεγονότα για την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή,  δίνεται η εντύπωση της σχηματοποίησης του πραγματικού. Και αν  διαβλέπονται οι αντιφάσεις της κοινωνικής πραγματικότητας μάλλον γίνεται για να στρογγυλεύουν οι γωνίες. Στο περιθώριο κάτι ψελλίζεται για τη δράση των ταγματασφαλιτών, ενώ η ναζιστική θηριωδία απαλύνεται από τον λανθάνοντα συναισθηματισμό του ναζιστή διοικητή του στρατοπέδου.  Το βασικό αναλλοίωτο μοτίβο πάνω στο οποίο αναπτύσσεται το έργο είναι η σύγκρουση του καλού με το κακό (και ποιο έργο δεν είναι ίσως) σ’ ένα όμως σχεδόν μεταφυσικό επίπεδο, που οι χαμηλοί τόνοι,  οι πολιτικοί υπαινιγμοί, η εκφραστική εγκράτεια υποβοηθούν. Η σχηματοποιημένη παρουσίαση αυτού του  αγώνα ανάμεσα στο καλό και το κακό ενσαρκώνεται στους ζωντανούς ανθρώπους της συγκεκριμένης εποχής, αρκετά όμως  αποκαθαρμένους από την υλική πραγματικότητα (κι ίσως γι’ αυτό η πολιτική τους ταυτότητα σχεδόν δειλά ορίζεται, ακόμα και οι ναζιστές περισσότερο σαν ένστολοι ενσαρκωτές, γενικά κι αόριστα,  του κακού φαίνονται) στενεύοντας έτσι πολύ το πλάτος των συγκεκριμένων  γεγονότων.
    Ο ιδεαλιστικός φωτισμός στα γεγονότα περισσότερο αναδεικνύει το θρίαμβο της πνευματικής ελευθερίας, όταν ο ηθικός νόμος, που θεωρείται πως βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο και βρίσκεται σε σύγκρουση με αντίθετες και υπέρτερες δυνάμεις όπως το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης ή και της ευδαιμονίας, βγαίνει ανίκητος θυσιάζοντας τη ζωή. Οι ήρωες της ταινίας είναι πραγματικοί, αλλά μάλλον παρουσιάζονται σαν να είναι απαλλαγμένοι από τα περισσότερα υλικά στοιχεία. ¨Οσο τους σφίγγει ο σιδερένιος κλοιός της βαναυσότητας των εχθρών που δεν τους αφήνει καμιά διέξοδο επιλογής χωρίς προδοσία της ηθικής τους τόσο η εσωτερική αντίσταση εγείρεται αδιάλλαχτη. Τόσο που ακόμα κι ο εχθρός στην πραγματικότητα είναι σαν να μην υπάρχει παρά στο βαθμό που προκαλεί  τις αγωνίες της συνείδησής τους και  τη μέχρι θανάτου υπεράσπιση της ηθικής τους. Και οι υπέροχοι ήρωες με αυτόν τον τρόπο μετατοπίζονται σε μια ζώνη ασφαλείας που η επιρροή τους πάνω μας είναι μάλλον συναισθηματική  βραχέος χρόνου και τελικά σαν να μην μας αφορούν. Κάποιοι, κάπου, κάποτε θυσιάστηκαν, τους θαυμάζουμε, αλλά δεν βρίσκουμε πώς τέμνονται οι ζωές μας με τις δικές τους.
   Και ξαναθυμόμαστε απλά μαθήματα διαλεκτικής λογικής, η οποία δεν αναφέρεται μόνο στις αντιλήψεις μας, τις προτάσεις μας αλλά και στο αντικείμενό τους το οποίο θεωρεί  συνολικά και εξελικτικά. Αποσαφηνίζοντας τις αντιφάσεις μιας κατάστασης η διαλεκτική δείχνει και τη διαδικασία με  την οποία ξεπερνιούνται και δημιουργούνται νέες, αναγνωρίζοντας ότι και  τα δικά της συμπεράσματα δεν είναι οριστικά. Κάθε ιστορική λοιπόν κατάσταση περιλαμβάνει τα στοιχεία και τις δυνάμεις που την αρνιούνται και οδηγούν στην υπέρβασή της. Η  αρνητική ή αντιφατική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην κατάφαση και στην άρνηση υπερβαίνεται και  δημιουργείται κάτι το ποιοτικά διαφορετικό ή κάτι το νέο ως προς τη σχέση θέσης και άρνησης.
   Θα τολμούσε λοιπόν κανείς να υποστηρίξει ότι αφήνεται να εννοείται σε τέτοιες δημιουργίες  υποφώσκουσα μια κακοποιημένη διαλεκτική, όπου η υπέρβαση και το ποιοτικά διαφορετικό δεν είναι άλλη από την αστική δημοκρατία. Ο δημιουργός με όχημα το συναίσθημα και κριτήριο την ηθική αντιθέτει τον κομμουνιστικό και ναζιστικό κόσμο. Παρουσιάζοντας τη σύγκρουση να γίνεται στο ηθικό πεδίο δίνεται η εντύπωση πως ακυρώνει το ναζισμό με τη μορφή που παρουσιάστηκε τότε, ενώ προκρίνει τον κομμουνισμό. Μόνο που αυτή η οπτική που αναγνωρίζει την ανωτερότητα της κομμουνιστικής προοπτικής μόνο στην ηθική στάση των υπερασπιστών της, στη θυσία της δικής τους ζωής για να την υπερασπιστούν, τελικά αφαιρεί έως ασφυξίας όλο το οξυγόνο από την κομμουνιστική ιδεολογία, οδηγώντας την στην αδράνεια. Και η απαίτηση  στην τελική από τους κομμουνιστές να τηρούν αναλλοίωτες και γενικά αποδεκτές ηθικές αρχές, που και η αστική δημοκρατία ενστερνίζεται,  δεν οδηγεί παρά στην αποδοχή, και χωρίς αμφισβήτηση, της καθιερωμένης ιδεολογίας που μέσα σ’ όλα καθιστά αποδεκτές και  τις ταξικές σχέσεις όπως έχουν διαμορφωθεί. Το επόμενο βήμα είναι αυτονόητο: κάθε ενέργεια των κομμουνιστών σε επαναστάσεις ή στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού που στρέφεται εναντίον εχθρών ή καταστρέφει δομές προηγούμενου καθεστώτος χαρακτηρίζεται  ως προδοσία ή παρέκκλιση. Αφαιρώντας τη δυνατότητα κάθε δράσης, που ξεφεύγει από τα όρια της αποδεκτής ηθικής, από τους κομμουνιστές τους ακυρώνει και αυτούς, μέσα από πιο πολυδαίδαλους δρόμους.
   Απομένει λοιπόν θριαμβεύουσα η αστική δημοκρατία που αποδέχεται το θαυμασμό προς τους κομμουνιστές, αρκεί με το ήθος τους να την υπερασπίζονται.
G
M
T
Y
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΠΟΥ ΣΥΝΤΑΡΑΞΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ



Κι επειδή στα εκατόχρονα της ρώσικης επανάστασης είναι εμφανής η προσπάθεια υποτίμησης και της σημασίας της παγκοσμίως –όλο και περισσότερο χαρακτηρίζεται πραξικόπημα εστιάζοντας στις μέρες του Φεβρουαρίου, παραβλέποντας και αποφεύγοντας την εξήγηση για το πώς έγινε μέσα σε οχτώ μήνες να μετατραπεί μια απλή διαμαρτυρία  για ζητήματα διατροφής σε επανάσταση παγκόσμιας εμβέλειας.  Κι επειδή αυτή η οπτική δεν επιδιώκει παρά  να δικαιώσει την αστική δημοκρατία ως την αξεπέραστη μορφή διακυβέρνησης στην αιωνιότητα, παρατίθεται   ο λόγος του ιστορικού  Ερικ Χομπσμπάουμ ως αντίλογος  για προβληματισμό και μόνο της αναγνώρισης της Οκτωβριανής επανάστασης «ως το γεγονός που συντάραξε ολόκληρο τον κόσμο».
     (…)Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, την εναλλακτική αυτή λύση εκπροσωπούσαν τα σοσιαλιστικά κόμματα που βασίζονταν στη στήριξη της αυξανόμενης εργατικής τάξης στις χώρες τους και εμπνέονταν από την πεποίθηση ότι η νίκη τους ήταν ιστορικά αναπόφευκτη. Φαινόταν πως χρειαζόταν κάποιο σήμα για να ξεσηκωθούν οι λαοί, να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με το σοσιαλισμό και κατά συνέπεια να μεταβάλουν τα άνευ νοήματος δεινά των παγκοσμίων πολέμων σε κάτι πιο θετικό: οι αιματηρές ωδίνες του τοκετού και οι συσπάσεις ενός νέου κόσμου. Το σινιάλο αυτό έδωσε στον κόσμο η Ρωσική επανάσταση ή, για την ακρίβεια, η Οκτωβριανή επανάσταση των Μπολσεβίκων του 1917. Επομένως, η επανάσταση αυτή αποτέλεσε γεγονός τόσο κεντρικής σημασίας για την ιστορία του εικοστού αιώνα όσο και η Γαλλική επανάσταση του 1789 για το δέκατο ένατο.
        (…) Ωστόσο, η Οκτωβριανή επανάσταση είχε πολύ πιο βαθιές και παγκόσμιες συνέπειες από την πρόγονό της, διότι εάν οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης επέζησαν πέραν του Μπολσεβικισμού, όπως είναι φανερό σήμερα, οι πρακτικές συνέπειες του 1917 ήταν πολύ πιο μεγάλης έκτασης και διάρκειας απ' αυτές του 1789. Η Οκτωβριανή επανάσταση αναμφισβήτητα παρήγαγε το πιο εκπληκτικά οργανωμένο επαναστατικό κίνημα στη σύγχρονη ιστορία. Η παγκόσμια επέκτασή της δεν έχει το όμοιό της στην ιστορία από την εποχή των κατακτήσεων του Ισλάμ και μετά. Μέσα σε τριάντα με σαράντα χρόνια από την άφιξη του Λένιν στο Σταθμό της Φινλανδίας στο Πέτρογκραντ, το ένα τρίτο της ανθρωπότητας βρέθηκε να ζει υπό καθεστώτα τα οποία προέκυψαν άμεσα από τις «Δέκα Μέρες που Συγκλόνισαν τον Κόσμο» (Reed, 1919) και το οργανωτικό πρότυπο του Λένιν, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι περισσότερες απ' αυτές τις χώρες ακολούθησαν την ΕΣΣΔ σ' ένα δεύτερο κύμα επαναστάσεων που αναδύθηκε από τη δεύτερη φάση του μακροχρόνιου παγκοσμίου πολέμου στην περίοδο 1914-1945.
       (…) Η Οκτωβριανή επανάσταση, μολονότι πιο πλήρης και πιο ασυμβίβαστη ακόμα και σε σχέση με τη Γαλλική επανάσταση στη Γιακωβίνικη φάση της, θεώρησε τον εαυτό της λιγότερο σαν ένα εθνικό και περισσότερο σαν ένα οικουμενικό γεγονός. Δεν έγινε για να φέρει την ελευθερία και το σοσιαλισμό στη Ρωσία, αλλά για να φέρει την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση. Για τον Λένιν και τους συντρόφους του, η νίκη του Μπολσεβικισμού στη Ρωσία αποτέλεσε πρωταρχικά μια μάχη στην εκστρατεία για τη νίκη του Μπολσεβικισμού σε ευρύτερη παγκόσμια κλίμακα και δύσκολα θα μπορούσε να δικαιωθεί παρά μόνο ως τέτοια.
   (…) Η παγκόσμια επανάσταση, πάνω στην οποία ο Λένιν στήριξε τη δικαίωση της απόφασής του να οδηγήσει τη Ρωσία στο σοσιαλισμό, δεν έγινε, και γι' αυτόν το λόγο η Σοβιετική Ρωσία καταδικάστηκε σε απομόνωση μέσα στην ένδεια και την καθυστέρηση. Οι επιλογές για τη μελλοντική της ανάπτυξη ήταν καθορισμένες ή τουλάχιστον περιορισμένες σε πολύ στενό πλαίσιο Κι όμως, μέσα στα επόμενα δύο χρόνια από την Επανάσταση του Οκτώβρη, ένα επαναστατικό κύμα σάρωσε τον πλανήτη και απ' αυτή την άποψη οι ελπίδες των καταπονημένων Μπολσεβίκων δεν ήταν και τόσο εξωπραγματικές.(…) «Σοβιέτ» συγκρότησαν οι καπνεργάτες στην Κούβα, όπου ελάχιστοι γνώριζαν κατά πού έπεφτε η Ρωσία. Η περίοδος 1917-1919 στην Ισπανία έμεινε γνωστή ως «η μπολσεβίκικη διετία», μολονότι η Αριστερά εκεί ήταν παθιασμένα αναρχική, δηλαδή στον αντίθετο πόλο σε σχέση με τον Λένιν. Επαναστατικά φοιτητικά κινήματα ξέσπασαν στο Πεκίνο (Beijing ) το 1919, στην Κόρντομπα (Αργεντινή) το 1918 και σύντομα εξαπλώθηκαν σ' ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, διαμορφώνοντας τοπικούς επαναστάτες μαρξιστές ηγέτες και δημιουργώντας επαναστατικά μαρξιστικά κόμματα. Στο Μεξικό, ο εθνικιστής ινδιάνος ηγέτης Μ.Ν. Roy προσχώρησε αμέσως. Εκεί η επανάσταση, που το 1917 έμπαινε στην πιο ριζοσπαστική της φάση, φυσιολογικά αποδεχόταν τη συγγένειά της με την επαναστατική Ρωσία: λάτρευαν τον Μαρξ και τον Λένιν σαν εικόνες μαζί με τον Μοκτεζούμα και τον Εμιλιάνο Ζαπάτα και διάφορους άλλους ινδιάνους ηγέτες του εργατικού κινήματος, πράγμα που μπορεί κανείς ακόμα και σήμερα να διαπιστώσει κοιτάζοντας τις μεγάλες τοιχογραφίες των επίσημων καλλιτεχνών της(…). Η Οκτωβριανή επανάσταση έβαλε αμέσως τη σφραγίδα της στην κυριότερη μαζική οργάνωση του εθνικού απελευθερωτικού κινήματος της Ινδονησίας, Sarekat Islam, με τη βοήθεια εν μέρει των εκεί ολλανδών σοσιαλιστών, όπως ο Henk Sneevliet. (…)Στις ΗΠΑ, οι Φινλανδοί, που μεταξύ των κοινοτήτων των μεταναστών πάντα είχαν τον πιο ισχυρό σοσιαλιστικό προσανατολισμό, προσχώρησαν μαζικά στον κομμουνισμό, μεταβάλλοντας τους πληκτικούς οικισμούς των ανθρακωρυχείων της Μινεσότα σε χώρο συγκεντρώσεων, «όπου η αναφορά στο όνομα του Λένιν έκανε τις καρδιές να σκιρτούν [...] μέσα σε μια κατανυκτική σιωπή, σχεδόν σε θρησκευτική έκσταση, θαυμάζαμε οτιδήποτε είχε ρωσική προέλευση» (Koivisto, 1983). Συνοπτικά, η Οκτωβριανή επανάσταση αναγνωρίστηκε καθολικά ως ένα γεγονός το οποίο συντάραξε ολόκληρο τον κόσμο.
(…)Ωστόσο, τα γεγονότα στη Ρωσία ενέπνευσαν όχι μόνο επαναστάτες αλλά, το σημαντικότερο, επαναστάσεις. Τον Ιανουάριο του 1918, εντός εβδομάδων από την κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων και ενώ οι Μπολσεβίκοι προσπαθούσαν απελπισμένα να διαπραγματευθούν την ειρήνη με τον προελαύνοντα γερμανικό στρατό με κάθε τίμημα, ένα κύμα μαζικών πολιτικών απεργιών και αντιπολεμικών διαδηλώσεων σάρωσε την Κεντρική Ευρώπη, ξεκινώντας από τη Βιέννη και, διαμέσου της Βουδαπέστης και των τσεχικών περιοχών της Γερμανίας, κορυφώθηκε στην εξέγερση των ναυτών του στόλου της Αυστροουγγαρίας στην Αδριατική. Καθώς εξανεμίστηκαν και οι τελευταίες αμφιβολίες για την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων, ο στρατός τους λύγισε(…)
        ( «Η εποχή των άκρων, ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914-1991»,  εκδ. Θεμέλιο, 2004)
      Κι αν η ΕΣΣΔ διαλύθηκε, δεν αναιρείται το γεγονός της ύπαρξης της πρώτης πετυχημένης επανάστασης του κομμουνισμού, της εκπληκτικής επιβίωσής της  που κατάφερε να οικοδομήσει για 74 χρόνια ένα σοσιαλιστικό κράτος με όλες τις αντιφάσεις. Τίποτε μετά από αυτήν την επανάσταση δεν είναι το ίδιο, κανένα πισωγύρισμα δεν μας φέρνει στο παρελθόν. Ξέρουμε πια πως η οικοδόμηση μιας καλύτερης εναλλακτικής κοινωνίας είναι δυνατή, αρκεί να μην ευχόμαστε απλώς την τέλεια επανάσταση επαναπαυόμενοι ότι αυτή θα συμβεί σε μια ουτοπική στιγμή στο μέλλον.

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2017

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ



Κι αν, μ’ ευκαιρία το ταξίδι του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ,   εξαντλήθηκαν οι κριτικές για την κυβερνητική πολιτική  στα αγγλικά του Α. Τσίπρα, στην αμορφωσιά, στην πολιτική του προδοσία και άλλα τόσα σ’ αυτό το επίπεδο, είναι ακριβώς για ν' αναρωτηθούμε πάλι και πάλι για τα πρόσωπα που είναι στο προσκήνιο και ασκούν την επιβαλλόμενη πολιτική. Κι έτσι δεν  βλέπουμε πως είναι μαριονέτες  στα χέρια του μεγάλου κεφαλαίου, ακόμα κι αν οι σπάγκοι που τις κουνούν είναι μπερδεμένοι, εφόσον ο μεγάλο κεφάλαιο έχει πολλά κεφάλια που το ένα αντιμάχεται το άλλο. Όποιο όμως κι αν είναι το χέρι που τραβά το σπάγκο ο αφέντης της κυρίαρχης πολιτικής είναι το κεφάλαιο. Κι όλοι αυτοί που το υπηρετούν  σ’ αυτά τα παιχνίδια της πολιτικής, ταλαντεύονται, ποντάρουν, περιμένουν, προσπαθώντας να είναι μαζί μ’  αυτόν που θα κυριαρχήσει ένα λεπτό πριν γίνει ο πιο δυνατός.
               Κι έτσι αν μπήκε στο στόχαστρο από την Ν. Δημοκρατία, που περιμένει τη σειρά της για την εξουσία, η συμφωνία με τις ΗΠΑ για αναβάθμιση των F 16 ήταν όχι για να αμφισβητηθεί η σκοπιμότητά της, αλλά για να κριθεί η προχειρότητα της που «έχει προκαλέσει πλήρη σύγχυση, εμφανίζοντας καθημερινά αλληλοαναιρούμενες εκδοχές της συμφωνίας». Την ίδια στιγμή ο Οργανισμός Συνεργασίας για την Αμυντική Ασφάλεια ενημέρωσε εγγράφως το Κογκρέσο πως η προτεινόμενη πώληση για την αναβάθμιση του στόλου της των F-16 σε F-16 Block V ενισχύει  «την ικανότητα της ελληνικής πολεμικής Αεροπορίας να υποστηρίξει το ΝΑΤΟ και να συνεχίσει τις επιχειρήσεις της στο μέλλον, μειώνοντας την απειλή για τις ΗΠΑ και τη συμμαχία».
               Ζούμε επί δεκαετίες σ’ ένα διαρκές καθεστώς πολεμικής οικονομίας, ενώ τα οπλικά συστήματα ξεπερνιούνται και παραχωρούν τη θέση τους  σε νέα, πιο προχωρημένα, ακόμα κι αν δεν  έχουν μπει ούτε μια φορά σε μάχη. Η δύναμη της πολεμικής βιομηχανίας προκαλεί συνεχώς νέους γύρους εξοπλισμών, η καπιταλιστική ανάπτυξη μοιάζει να έχει πάρει τη μορφή καθεστώτος διαρκούς πολεμικής οικονομίας, εξάλλου ο πρόεδρος Ντ. Τραμπ δήλωσε γι’ αυτή τη συμφωνία πως «θα δώσει πολλές θέσεις εργασίας στους Αμερικανούς πολίτες» και το ίδιο υποσχέθηκε για την Ελλάδα και ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Άμυνας Δημήτρης Βίτσας. Πέρα λοιπόν από την υπεροχή που εξασφαλίζει ο στρατιωτικός εξοπλισμός στις καπιταλιστικές χώρες, οι πολεμικές δαπάνες αποτελούν  και μια πολύ μεγάλη αποσυμφόρηση της κεφαλαιοαγοράς  από κεφάλαια που αν αναζητούσαν τοποθέτηση στην παραγωγή άλλων εμπορευμάτων θα συναγωνίζονταν τους άλλους καπιταλιστές για τις ίδιες ή και μικρότερες ευκαιρίες κερδοφόρων επενδύσεων. Η πολεμική βιομηχανία όμως των καπιταλιστικών χωρών εξασφαλίζει πάντα ένα μίνιμουμ παραγγελιών που αποτρέπει τις χειρότερες διακυμάνσεις, ανεξάρτητα αν η κλιμάκωση των εξοπλισμών με τη συγκέντρωση πόρων  σ’ αυτούς μπορεί να τους αφαιρέσει από επενδύσεις για παραγωγή άλλων εμπορευμάτων. Εξάλλου οι στρατιωτικοί και οικονομικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα σε αντίπαλα καπιταλιστικά κράτη είναι που καθορίζουν την ξεχωριστή δυναμική  των εξοπλισμών. Τα επίπεδα δηλ. στα οποία αυτοί κινούνται καθορίζονται από την δυναμική  των ανταγωνισμών σε παγκόσμιο επίπεδο.
               Όσο κι αν υποστηρίζεται πως ο κεϋνσιανισμός έβγαλε τον καπιταλισμό από την κρίση στον μεσοπόλεμο, τα ιστορικά γεγονότα δείχνουν πως ουσιαστικά η ανάκαμψη ήρθε με τους εξοπλισμούς του Β παγκοσμίου πολέμου. Και μήπως δεν συνετέλεσε που η ανάκαμψη κράτησε σχεδόν τρεις δεκαετίες το γεγονός  πως ακόμα και μετά τον πόλεμο συνεχίστηκε ένα καθεστώς μόνιμης πολεμικής οικονομίας; Δεν είναι η πολεμική βιομηχανία που ανοίγει αγορές, προσφέρει ευκαιρίες για επενδύσεις και μάλιστα σε προχωρημένη τεχνολογία, και βέβαια χωρίς να υπάρχει η υποχρέωση το σύστημα να ξαναπορροφήσει τα προϊόντα του στην παραγωγή, διατηρώντας υψηλό ποσοστό κέρδους;
               Άλλωστε  πάντα υπάρχουν εθνικά συμφέροντα που η επίκλησή τους δικαιολογεί  την κινητοποίηση της εθνικής οικονομίας  σύμφωνα με τις ανάγκες των στρατιωτικών και οικονομικών ανταγωνισμών και που δικαιώνουν τις προσπάθειες της κυρίαρχης τάξης ν’ αποκτήσει  κάποιες μεγαλύτερες δυνατότητες ελέγχου πάνω στην οικονομική και στρατιωτική συγκυρία που αντιμετωπίζει. Στα χρόνια του ψυχρού πολέμου η απειλή στη χώρα μας ήταν η Βουλγαρία, στα μέσα της δεκαετίας του ’70 η Τουρκία, που ήταν και σύμμαχός μας στο ΝΑΤΟ, έγινε η νέα απειλή που βέβαια κανένας στρατιωτικός μας εξοπλισμός δεν απέτρεψε την εισβολή της στην Κύπρο.
               Σήμερα με την οικονομική κρίση τα ανταγωνιζόμενα καπιταλιστικά κράτη φορτώνονται, στις πλάτες των λαών τους,  τα βάρη της κλιμάκωσης  των εξοπλισμών ευελπιστώντας πως έτσι θα συμμετέχουν στα μελλοντικά οικονομικά οφέλη από τη διείσδυση σε περιοχές όπου διασταυρώνονται όλοι οι ανταγωνισμοί, εμπλεκόμενα σε μια δίνη αντιθέσεων που απαιτούν δυναμική στρατιωτική παρουσία, όπως Β. Αφρική, Μέση Ανατολή κλπ.
  Και η κυρίαρχη τάξη της χώρας μας μέσω της  κυβέρνησης, προσπαθεί με τις παραγγελίες ν’ αποκτήσει κάποιες διαπραγματευτικές δυνατότητες για την εξασφάλιση της απαραίτητης υποστήριξης από  τις καπιταλιστικές δυνάμεις από τις οποίες εξαρτάται. Γι’ αυτό και επαίρεται για τα εύσημα που πήρε «από τις ΗΠΑ «για τη στήριξη των ΝΑΤΟϊκών σχεδιασμών και για τη δαπάνη στο 2% του ΑΕΠ για τους ΝΑΤΟϊκούς εξοπλισμούς» ενώ όπως τονίζει η ανακοίνωση του ΚΚΕ «Είναι προφανές ότι η Ελλάδα “αναβαθμίζεται” ως ορμητήριο ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και πολέμων στην ευρύτερη περιοχή κι ως σημείο αναφοράς της πολιτικής των ΗΠΑ, στον επικίνδυνο ανταγωνισμό της με άλλες δυνάμεις π.χ. Ρωσία. Αυτά εννοούν κυβέρνηση και ΗΠΑ, όταν λένε ότι η Ελλάδα είναι παράγοντας σταθερότητας και ειρήνης»