Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017

Η ΟΧΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ



Κι ύστερα από το δημοψήφισμα για ανεξαρτησία της Καταλονίας και τη χρήση βίας από την κεντρική κυβέρνηση της Μαδρίτης   ο πρωθυπουργός  της Κάρλες Πουιτζδεμόντ μοιάζει να εξαντλεί την πολιτική του σε  επικοινωνιακά παιχνίδια –απείλησε με ανακήρυξη της ανεξαρτησίας που τη μετέφερε από μέρα σε μέρα αφού τη μετέτρεψε από Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας σε Υπογραφή Πρόθεσης και Αναστολή Διακήρυξης- και επιστολικές απειλές για ανακήρυξη ανεξαρτησίας στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 155 του συντάγματος που καταλύει αυτόνομους θεσμούς αυτής της περιφέρειας, ενώ επιχειρήσεις και τράπεζες απομακρύνουν την έδρα τους από την Καταλονία.
               Και επειδή μέσα από τις συγκεκριμένες πολιτικές αναλύσεις  είτε για τα  ταξικά συμφέροντα είτε για  τα πολιτικά παιχνίδια είτε για τις αυτονομιστικές  φιλοδοξίες που εκφράζονται μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές σ’ αυτήν την κόντρα περιφέρειας και κέντρου στο Βασίλειο της Ισπανίας αναδεικνύεται ο τρόπος που χρησιμοποιείται η εθνική  ταυτότητα,  για να δώσει ένα συναισθηματικό βάθος στην πολιτική και να συσκοτίσει συμφέροντα, το  κείμενο του Δ. Γληνού «Η Οχτωβριανή επανάσταση και το εθνικό πρόβλημα», δημοσιευμένο το Νοέμβρη του 1943, δεν μοιάζει ανεπίκαιρο.  
«Το εθνικό πρόβλημα  καλύτερα θα τ’ ονομάζαμε πρόβλημα του εθνισμού ή πρόβλημα των εθνοτήτων. Το πρόβλημα τούτο δημιουργήθηκε  με την ανάπτυξη των αστικών παραγωγικών σχέσεων. Βέβαια η έννοια «έθνος» είνε πολύ παλαιά και παρουσιάζεται και τον Όμηρο. Μα όπως  κάθε ζωντανή  έννοια, αλλάζει περιεχόμενο με την αλλαγή  της αντικειμενικής πραγματικότητας, που εκφράζει. Και σήμερα, όταν μιλάμε για έθνος, εννοούμε τις ολότητες των ανθρώπων, που παρουσιάζουν βέβαια ορισμένα κοινά γνωρίσματα στο πνευματικό εποικοδόμημα (γλώσσα, ήθη και έθιμα, κοινή ιστορική συνείδηση, συνείδηση αιματοσυγγένειας, που δεν ανταποκρίνεται πάντα στ’  αντικειμενικά δεδομένα), προπάντων όμως παρουσιάζουν μια κοινή οικονομική διάρθρωση, που βασίζεται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
               Το εθνικό ζήτημα εκδηλώθηκε με τη μορφή εθνικοαπελευθερωτικών εξεγέρσεων, επαναστάσεων, εθνικών πολέμων που γεμίζουν την ιστορία της Ευρώπης απ’ τη μεγάλη Γαλλική  Επανάσταση του 1789 ως το γαλλο-γερμανικό πόλεμο του 1870-71. Ωστόσο η αστική τάξη στάθηκε ανίκανη να λύει το εθνικό πρόβλημα και να δημιουργήσει συνθήκες ελεύτερες, αβίαστης ανάπτυξης των διαφόρων εθνοτήτων.  Γιατί η οικονομική διάρθρωση  πάνω στην οποία αναπτύσσεται το εθνικό ζήτημα μέσα στα αστικά πλαίσια έχει δυο κύρια γνωρίσματα: την αστική κυριαρχία στο εσωτερικό, τον ανταγωνισμό συμφερόντων με το εξωτερικό. Από τα γνωρίσματα αυτά και προπάντων από το δεύτερο, με την ανάπτυξη των καπιταλιστικών ανταγωνισμών, πηγάζει η εθνική αποκλειστικότητα, δηλαδή η τάση να κυριαρχήσει απόλυτα ένα έθνος μέσα στον οικονομικό χώρο που κατέχει καν ν’ απλώσει το χώρο αυτόν σε βάρος άλλων εθνών. Αποτέλεσμα της τάσης αυτής  είνε πρώτο η αδιάκοπη προσπάθεια  για κατάπνιξη, αφομοίωση ή εκτοπισμό κάθε άλλης εθνότητας μέσα στον εθνικό χώρο, η προσπάθεια να συμπέσουν οι έννοιες έθνος και κράτος αστικό και δεύτερο, οι αδιάκοποι ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι με τα γειτονικά έθνη. Έτσι γίνεται αδύνατη η λύση του  εθνικού προβλήματος στα αστικά πλαίσια και στην ιμπεριαλιστική περίοδο.  Τα μεγάλα  και ισχυρά συγκροτήματα και καπιταλιστικά  υπερώριμα έθνη διατυπώνουν ανοιχτά την αξίωση να καταπνίξουν τις μικρές εθνότητες, απορροφώντας τις μέσα στο δικό τους «ζωτικό  χώρο». Αυτή είνε  ωμά  εκφρασμένη η πολιτική του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού και αυτό εινε το νόημα της «Ευρώπης» των χιτλερικών. Ο ιμπεριαλιστικός εθνικισμός φτάνει στην αναίρεση της εθνότητας όλων των μικρότερων εθνικών συγκροτημάτων.
               Εντελώς διαφορετική από την αστική έννοια του εθνικισμού είνε η σοσιαλιστική αντίληψη της έννοιας «έθνος». Μέσα στο σοσιαλιστικό έθνος λείπει πρώτα-πρώτα η κυριαρχία  μιας τάξης απάνω στις άλλες. Το αστικό «έθνος» είνε αναπόσπαστο από την αστική κυριαρχία  απάνω στους εργάτες και αγρότες και τα φτωχά στρώματα της πόλης. Όταν ο αστός μιλάει για «πατρίδα» συνδέει την έννοιαν αυτήν αναπόσπαστα με την κυριαρχία της τάξης του. Άμα αυτή κινδυνεύει, αυτός είνε έτοιμος και αποικία ακόμα να κάμει την πατρίδα του, να την παραδώσει  σε μια οποιαδήποτε ξένη κυριαρχία, αρκεί αυτή να του εξασφαλίζει την εκμετάλλευση των ομοεθνών του εργατών, αγροτών και μικροαστών. Τέτια παραδείγματα ζούμε και τούτη τη στιγμή στη χώρα μας, όπου μέσα στις τάξεις των ελλήνων καπιταλιστών πολύ συμπαθητικά και σαν ύστατη ελπίδα γλυκειά ατενίζεται το ενδεχόμενο να μετατραπεί καλύτερα η Ελλάδα σε αποικία εγγλέζικη παρά να γίνει σοσιαλιστική.
               Η σοσιαλιστική πατρίδα και στο σοσιαλιστικό έθνος είνε εντελώς απαλλαγμένα από την αντίληψη αυτή της εσωτερικής σχέσης και εκμετάλλευσης. Μα συνάμα είνε απαλλαγμένα και από την έννοια της κυριαρχίας και εκμετάλλευσης των άλλων εθνών. Και ένα από τα μεγαλύτερα κοσμοϊστορικά κατορθώματα της Οχτωβριανής  Επανάστασης είνε το πώς εδημιούργησε στην πραγματικότητα την έννοια τούτη της σοσιαλιστικής εθνότητας και της σοσιαλιστικής πατρίδας.
               Κάτω από την φεουδαρχοαστική τυραννία της τσαρικής Ρωσίας καταπιέζονταν φριχτά όλα τα έθνη, που κατοικούσανε μέσα στο χώρο της Ρούσικης αυτοκρατορίας.(…) Τεράστιο πρόβλημα καταπιεζόμενων εθνοτήτων έβραζε κάτω από την τσαρική τυραννία. Και το πρόβλημα αυτό ήτανε φυσικό να ξεσπάσει με την Οχτωβριανή Επανάσταση. Και ήταν επίσης φυσικό κάτω από την επιβολή  των αστικών εννοιών για έθνος και πατρίδα να ξεσπάσουνε χωριστικά κινήματα. Και τα αστικά  στρώματα  των εθνών που ζούσανε κάτω από την τσαρική τυραννία να θελήσουν να παρασύρουν τα έθνη τους στο να ιδρύσουνε κράτη ανεξάρτητα με όλα τα επακόλουθα εσωτερικών και εξωτερικών ανταγωνιστών, που βλέπουμε στην άλλη αστοκρατούμενη Ευρώπη. Επειδή όμως  η Οχτωβριανή Επανάσταση ήτανε σοσιαλιστική και όχι αστική, το πρόβλημα ελύθηκε στη Σοβ. Ένωση κατά εντελώς διαφορετικό τρόπο.
               Τον τύπο για τη λύση του προβλήματος τον έδωκε από μιας αρχής η μεγαλοφυΐα του Στάλιν: «Ο σοσιαλιστικός πολιτισμός είνε εθνικός στη μορφή, σοσιαλιστικός στο περιεχόμενο». Σύμφωνα με τον τύπον αυτόν εκατόν εξήντα τόσες διαφορετικές εθνότητες, που ζούσανε μέσα στο χώρο  της Σοβ. Ένωσης κατάχτησαν αμέσως και ολοκληρωτικά, χωρίς κανένα καταναγκασμό, χωρίς κανέναν ανταγωνισμό, ολόκληρη την εθνική λευτεριά τους, ακόμα και το δικαίωμα ν’ αποσκιστούν από τη Σοβ. Ένωση και να ιδρύσουν ιδιαίτερα κράτη. Κάθε εθνότητα και η πιο μικρή και η πιο καθυστερημένη κατάχτησε το δικαίωμα  ν’ αυτοδιοικηθεί σύμφωνα με τα τοπικά ήθη και έθιμα, να καλλιεργήσει τη γλώσσα της και τον εθνικό πολιτισμό της, τα τραγούδια της, τη λογοτεχνία της, τις παραδόσεις της, τη θρησκεία της, να κρατήσει  κάθε εθνική ιδιοτυπία και ιδιομορφία. Γλώσσες που μιλιούνταν από λίγες δεκάδες χιλιάδες  ανθρώπους, που δεν είχαν ακόμα γραφτεί ποτέ, απόχτησαν με τη βοήθεια του κράτους αλφάβητο, γραφτό λόγο, βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά. Ολοι οι εθνικοί  πολιτισμοί άνθησαν εντελώς ελεύτερα.(…) Απόλυτος σεβασμός σε κάθε εθνική ιδιομορφία, που θεωρήθηκε πλουτισμός της ζωής, ενώ η καταπίεσή τους στένεμα ζωής, κανενός είδους ισοπεδωτισμός, κανενός είδους ομοιομορφία, κανενός είδους καταπίεση. Εντελώς το αντίθετο από ό τι συμβαίνει μέσα στα αστικά κράτη. Και από την άλλη μεριά η σοσιαλιστική βάση της ζωής, κατάργηση γης εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, λαού από λαό, κατάργηση της ταξικής κυριαρχίας, ενιαίος σοσιαλιστικός πολιτισμός. Και το αποτέλεσμα; Όλα τα χωριστικά κινήματα που παρουσιάστηκαν στην αρχή από τα υπόλοιπα των αστικών τάξεων έσβησαν αυτόματα.
               Όλες οι εθνότητες που ζουν μέσα στον απέραντο σοβιετικό χώρο ένοιωσαν πως η μορφή αυτή της συμβίωσης είνε η μόνη που περισώζει τον εθνισμό και μετατρέπει την ποικιλομορφία σε μιάν ανώτερη σύνθεση και δημιουργεί τεράστιες και απέραντες δυνατότητες ανάπτυξης για κάθε λαό. Έτσι όλοι οι σοβιετικοί λαοί ένοιωσαν βαθειά τη Σοβ. Ένωση  σαν την αληθινή μεγάλη πατρίδα τους, ενώθηκαν ολόψυχα συναμεταξύ τους και παρουσίασαν μπροστά στα έκθαμβα μάτια του κόσμου το θαυμαστό όραμα που βλέπουμε σήμερα. Εκατόν εξήντα και πλέον εθνότητες να μάχουνται σαν ένας άνθρωπος , ηρωικά για να σώσουν την πολύτιμη και πολυαγάπητη μητέρα, τη σοβιετική  τους πατρίδα από την ξένο και βάρβαρο καταχτητή.
               Ετσι έλυσε οριστικά το εθνικό πρόβλημα η Οχτωβριανή Επανάσταση μέσα στην περιοχή του  ενός έχτου της γης.»

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΣΕΙΣ ΑΣΤΩΝ



Το νομοσχέδιο, νόμος πια, για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου υπήρξε μια καλή ευκαιρία για διεκδίκηση ευσήμων προοδευτικότητας, όπως θα είναι και η νομοθετική ρύθμιση για νομιμοποίηση της χρήσης της φαρμακευτικής κάνναβης που προτίθεται να φέρει στη Βουλή η κυβέρνηση, αλλά και κάθε παρόμοια νομοθετική πρωτοβουλία της που αναγνωρίζοντας τυπικά δικαιώματα σε ιδιαίτερες μειονότητες συμβάλλει στον θεωρητικό εξοπλισμό του συστήματος για δικαίωση  του χωρίς να αμφισβητούνται οι υλικές βάσεις του. Κι αν είναι θετική βέβαια η επέκταση τυπικών αστικών δικαιωμάτων είναι όμως και ύποπτη η σκοπιμότητά της που κατακερματίζει και τελικά ακυρώνει κάθε δυνατότητα καθολικής κοινωνικής απελευθέρωσης.
           Και οι υπόλοιποι αστοί, δοθεισών τέτοιων και άλλων ευκαιριών,  δεν κάνουν άλλο από το να δημοσιοποιούν προβληματισμούς και αμφισβητήσεις που διαφορετικά θα περιορίζονταν στους μικρόκοσμούς τους, επιδεικνύοντας πολλές φορές τον πλούτο των ιδεών τους ή ακριβέστερα το ρεπερτόριο των λέξεών τους, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν να πουν και πολλά πράγματα. Ακόμα κι αν μοιάζει να μην  αδιαφορούν για τα βάσανα του κόσμου και τις προσπάθειές του φαίνεται όμως πως ελάχιστα συμμετέχουν σ’  αυτά. Γιατί απλώς  η κοινοποίηση απόψεων, ενισχυμένες με ενδιαφέρουσες θεωρίες και αναλύσεις, που αναζητούν και αναδεικνύουν ως αιτία της πολύπλευρης εξαθλίωσης της ζωής μας την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής, στις περισσότερες περιπτώσεις ενισχύει μόνο την αυταπάτη της συμμετοχής σε αγώνες, όταν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες πράξεις και δράσεις.  Κι ίσως γι’ αυτό κι όταν συμμετέχουν στις προσπάθειες των εργαζομένων πολλοί κοιτάζουν γρήγορα να φύγουν για να ξαναγυρίσουν στην δική τους ιδιαίτερη δράση τους .
Όλα αυτά τα χρόνια, που ταυτίστηκαν με τα μνημόνια, γίνεται όλο και πιο εμφανής η ταξική διαφοροποίηση, ακόμα κι αν δεν ονομάζεται. Ένας ολόκληρος κόσμος εργαζομένων που φυτοζωεί και ένας εξίσου μεγάλος αριθμός ανέργων που καθημερινά αγωνίζεται κυριολεκτικά για τον επιούσιο μοιάζει να είναι αόρατοι ή το πολύ-πολύ σκιές που οι θεωρητικές ξιφομαχίες ή αγώνες ρητορικής ακόμα και καλοπροαίρετων αστών δεν τους αγγίζουν. Ίσως γιατί ακόμα και οι πιο μεγαλόψυχοι αστοί  έχουν τη διάθεση να δίνουν στη σκέψη τους μια προνομιακή θέση, που συνηθέστατα είναι γι’ αυτούς  ολότελα βολική. Φαίνεται πως όταν σκέφτονται κάτι, αυτό θεωρούν πως είναι  το παν. Και όσο  ευρύτερο είναι  το πεδίο της σκέψης τους, τόσο πιο ασήμαντος τους φαίνεται  ο κόσμος που δρα. Κι ακόμα κι όταν πολλοί παίρνουν  μέρος  σε αγωνιστική δράση  κοινωνικής αλληλεγγύης, μάλλον οι πιο έξυπνοι το βλέπουν σαν  ένα ακόμα είδος αντίποινα του πνεύματος εναντίον της θριαμβεύουσας βλακείας, τους νοιάζει περισσότερο  να γελάσουν κάτω από τη μύτη των άλλων.
Είναι που δεν έχουν να χάσουν και πολλά. Ανήκοντας στην τάξη των αστών με τους αντίστοιχους αστικούς τίτλους ευγενείας –πτυχία διακεκριμένων πανεπιστημίων, μεταπτυχιακά, διδακτορικά- ακόμα κι αν κάποια στιγμή φανεί πως στρέφονται εναντίον της τάξης τους, πάντα ανοιχτές είναι οι πόρτες για επιστροφή. Όπως σε κάποια αμερικάνικη ταινία της δεκαετίας του ’80, που κάποιο από τα περιφερειακά κανάλια είχε προβάλλει. Ο ήρωας της ταινίας, νεαρός αστός λευκός που παριστάνει τον νέγρο, πιθανόν για να σφετεριστεί κάποια υποτροφία, όταν αποκαλύπτεται και ο νέγρος καθηγητής του βρίσκει θετικό πως με την πλαστοπροσωπία  τουλάχιστον βίωσε και κατάλαβε τις δυσκολίες της ζωής των νέγρων παραδέχεται την αδυναμία να νιώσει τη ζωή τους, γιατί οποιαδήποτε στιγμή αν  δυσκόλευαν πολύ οι καταστάσεις θα μπορούσε να ξαναποκτήσει την πραγματική του ταυτότητα με όλα της τα προνόμια. Ε, λοιπόν ο τακτοποιημένος αστός δεν πρόκειται ποτέ να μάθει πώς είναι καμωμένοι αυτοί που αναγκάζονται να  ζουν σε συνεχή ανασφάλεια εργασίας, στέγης, ακόμα και τροφής.  Ακόμα κι αν τους γνωρίσει θα είναι πάντοτε ξένοι. Μπορεί να μάθει τι  κάνουν, τι θέλουν, τι σκέπτονται κι ακόμα τι υποφέρουν. Δεν μπορεί όμως να τα νιώσει, γιατί ακριβώς δεν βιώνει τις εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής με τον ίδιο τρόπο.
   Γι’ αυτό  ακόμα και όλες αυτές οι διανοητικές έγνοιες, οι θεωρητικές συζητήσεις που οι περισσότερες υπερίπτανται της υλικής πραγματικότητας,  όλοι αυτοί οι θόρυβοι των κούφιων σπαθιών που ξιφομαχούν –σαν τούτο το ιστολόγιο, σαν άλλα τουίτερ- δεν μοιάζουν μια απλή μελοδραματική επίδειξη; Μ’ αυτό τον τρόπο προσπαθούμε να μην καταρρεύσουμε, να δείξουμε πως είμαστε ζωντανοί, τόσο ζωντανοί που προχωρούμε πάνω σ’ αυτούς που αγωνίζονται,  αφού πρώτα τους ληστεύουμε;
Οι διανοούμενοι, που καλλιεργούν την αδιάλλακτη μισαλλοδοξία του πνεύματος, υποδουλώνοντάς το διαδοχικά σε «πιστεύω» που τρέφει τον εγωισμό τους, με τα ρουθούνια τους να οσφραίνονται τον παραβάτη που δεν δέχεται τα δικά τους πιστεύω, δεν πιστεύουν παρά μόνο με τα χείλη κι αποφεύγουν το βάρος των υποχρεώσεων. Χάσαμε την έννοια των αξιών της ζωής και οι πιο σοβαρές αξίες της ζωής κατάντησαν παιχνίδια. Κι απομένει μια προφυλαγμένη αρετή μέσα σε γραφεία και σαλόνια που δεν κινδυνεύει να πάρει θέση στην πραγματική ζωή. Κι ίσως γι’ αυτό μέσα στη μάζα αυτών που ισχυρίζονται πως είναι επαναστάτες δεν υπάρχουν παρά ελάχιστοι  που είναι έτοιμοι για δράση. Για τους περισσότερους αυτό σημαίνει  μόνο συζήτηση πάνω στη θεωρία. Και δεν πρόκειται να τελειώσουν τη συζήτηση, βρίσκοντας πως  είναι απαλλαγμένοι  από τον τομέα της δράσης εφόσον η πράξη είναι πάντοτε λίγο πολύ συμβιβασμός.
Μόνο που τα ταξικά συμφέροντα υπάρχουν αντικειμενικά, και η κατάργηση του καπιταλισμού είναι στόχος αντικειμενικός για  την εργατική τάξη, ανεξαρτήτως του επιπέδου συνειδητοποίησής, για να πάψει να είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης. Κι αν η λογική πολλών αστών ενστερνίζεται την επαναστατική θεωρία όπου θα στηριχτεί το επαναστατικό κίνημα, στο «δια ταύτα» όμως αρχίζουν οι ενστάσεις και αμφισβητήσεις. Ακόμα κι όταν γίνεται αποδεκτό ότι «το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο ένα κόμμα που καθοδηγείται από πρωτοπόρα θεωρία» η ανάπτυξη έντονης κριτικής για το ρόλο και τις θέσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος πολλές φορές έχει κανείς την εντύπωση πως γίνεται με στόχο την υπονόμευσή του. Κι αν  είναι πάντα στόχος το κομμουνιστικό κόμμα είναι που αποτελεί την πιο συγκροτημένη και οργανωμένη αντικαπιταλιστική δύναμη και επομένως και δύναμη του κοινωνικού μετασχηματισμού. Κι αν η καλής πίστης κριτική πρέπει να προβληματίζει, όταν αυτή περνά στο επίπεδο του χλευασμού δεν μπορεί παρά, το λιγότερο,  να θεωρηθεί σαν τρόπος να κρυφτεί μια παραίτηση κάτω από δικαιολογίες, με δικαιολογίες που εγκωμιάζουν κιόλας την παραίτηση.  Ένας κόσμος –ο αστός που διανοείται -γεμάτος σύγχυση που το έχει βάλει στα πόδια για να μην δράσει. Σωστή έφοδος προς την πόρτα εξόδου από πεδία ναρκοθετημένα, που απειλούν με αλλαγή τη ζωή του.    

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΕΝΩΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ



Η αναζήτηση της ταυτότητας των οικονομικών προβλημάτων καταποντίστηκε εν μέσω έμφυλων και εθνικών ταυτοτήτων, σπάζοντας τη ...μονοτονία του διαχωρισμού  των ανθρώπων στο ταξικό δίπολο αστοί-προλετάριοι.
Από  εβδομάδα εισάγεται στην Ολομέλεια προς συζήτηση και ψήφιση το νομοσχέδιο για την διόρθωση φύλου, ενώ στο νομοσχέδιο προστέθηκε νομοτεχνική αλλαγή ώστε και παιδιά 15 ετών να μπορούν να προβούν σε διόρθωση φύλου, με την σύμφωνη γνώμη των γονέων και γνωμοδότηση επιστημονικού συμβουλίου.
Στην Ισπανία, ο επικεφαλής της περιφερειακής κυβέρνησης της Καταλονίας Κάρλες Πουτζντεμόν δηλώνει ότι τάσσεται υπέρ της μεσολάβησης, ενώ η  ανακοίνωση του πρωθυπουργικού γραφείου του Μαριάνο Ραχόι τον καλεί να επιστρέψει στην νομιμότητα, με τις Βρυξέλλες να προτρέπουν σε διάλογο μετά την εκκωφαντική σιωπή τους για την αστυνομική βιαιότητα την ημέρα του δημοψηφίσματος.
Κι απορούμε πώς συμβαίνει να συνυπάρχουν η ενοποίηση των αγορών κεφαλαίων, η προσπάθεια ομογενοποίησης συμπεριφορών, η ανάδυση συνεχώς και νέων ταυτοτήτων με την αναγέννηση συλλογικών ταυτοτήτων που σχετίζονται με έθνη-κράτη, που χρεώνονται σαν κληρονομιά του παρελθόντος. Όλες αυτές οι ταυτότητες, παλιές και νέες, ποιες κοινωνικές ανάγκες εκπληρώνουν, σε ποιες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές μεταβολές αντιστοιχούν;
Κι αν η μαρξιστική θεωρία μας δίνει τα εργαλεία για να κατανοήσουμε την πραγματικότητα δεν παύει να είναι πάντα ζητούμενο πώς  κάποια προβλήματα θα λύνονται με δημιουργικό τρόπο, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες μεταβολές που επήλθαν στην πραγματικότητα. Η εξέταση των φαινομένων  στη εξέλιξή τους, στις μεταβολές τους, στη γέννησή και την καταστροφή τους και η σύνδεση κάθε κοινωνικού φαινομένου με την ιστορική πραγματικότητα, τις ιστορικές συνθήκες που το δημιούργησαν κι αν δεν  έχει μια ανάγνωση ούτε μια απόλυτη αντικειμενικότητα, αφού ο παρατηρών είναι και παρατηρούμενος, ξεκινούν όμως από μια αντικειμενική βάση. Η πραγματικότητα υπάρχει έξω από τη συνείδηση, τις ιδέες ή επιθυμίες μας. Όσο απλοϊκές λοιπόν κι αν κατηγορούνται  κάποιες σκέψεις περί ταυτοτήτων που αναζητούν μια αντικειμενική βάση όπου εδράζονται, όσο κι αν το «δια ταύτα» φαίνεται  να μην είναι μονοσήμαντο, η κατάθεσή  τους μοιάζει  απαραίτητη για να μη νιώσει κανείς ότι η λογική του έχει μεταναστεύσει. Γιατί  ακόμα κι αν η θεμελίωση πολιτικών πάνω σε ασαφείς αντιλήψεις  περί ταυτότητας φαίνεται να σηματοδοτεί μια πολυδιάστατη έννοια πολιτικών στόχων και σχεδιασμών  καθόλου όμως δεν αποκλείεται στην πραγματικότητα  η απόκρυψη των  πραγματικών.
Το νομοσχέδιο για τη διόρθωση φύλου, μοιάζει έκφραση μιας πολιτικής βασισμένης στην αντίληψη, για  την  ταυτότητα του εαυτού μας, που εντάσσει το άτομο σε μια ομάδα ανθρώπων η οποία  διαφοροποιείται αποκλειστικά και μόνο με το φύλο. Νομιμοποιεί θεσμικά μια   σεξουαλική ταυτότητα που  θέλει να  ανατρέψει το ετεροφυλικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο στη διαμόρφωση της σεξουαλικής μας ταυτότητας το  φύλο και η σεξουαλικότητα θεωρούνται ευθέως ανάλογα δηλ.  ότι είναι  το βιολογικό φύλο που ορίζει  και τη σεξουαλική μας  φύση.
Κι εφόσον  η  αντίληψη που έχουμε για την πραγματικότητα συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό από εικόνες που είναι κατασκευασμένες και διαμεσολαβημένες και κάθε φορά εξαρτώνται από τις υλικές συνθήκες παραγωγής, και οι σύγχρονες διαφορετικές οπτικές στην έννοια φύλου που έχουν αφετηρία τις φεμινιστικές διεκδικήσεις δεν μπορούν να διαχωριστούν από τις συνθήκες οργάνωσης της παραγωγής στη συγκεκριμένη εποχή της καπιταλιστικής ανάπτυξης.  Και είναι στη δεκαετία του ’70 που εισάγεται η διάκριση βιολογικού και κοινωνικού φύλου ως θεωρητικού εργαλείου σε κοινωνικές αναλύσεις φεμινιστικής οπτικής, με τις οποίες επιδιώκεται  η μείωση της σημασίας και του ρόλου του βιολογικού και η έμφαση στο κοινωνικό φύλο.  
 Νομοσχέδια λοιπόν σαν αυτό δείχνουν να δικαιώνουν κοινωνικά κινήματα και διεκδικήσεις κοινωνικών ομάδων που είναι συνδεδεμένες με την κοινωνική καταπίεση και περιθωριοποίηση, αποσυνδέοντας  από τις αιτίες και την υλική βάση τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που έχουν στιγματίσει αυτές τις  κοινωνικές ομάδες ως κατώτερες. ¨Όπως  λοιπόν εξαφανίζεται σχεδόν το βιολογικό φύλο έτσι εξαφανίζονται και οι υλικές συνθήκες, οι σχέσεις παραγωγής που διαμορφώνουν τα κοινωνικά φύλα και  τις ιδεολογίες για σεξουαλικές ταυτότητες.   Κι ενώ φαίνεται πως διαπνέεται από αντίληψη της μείωσης της σημασίας του βιολογικού δεδομένου, του φύλου, όμως είναι αυτό που θεωρείται ως το καθαυτό συστατικό του υποκειμένου, την υπέρβαση του οποίου έχει την ψευδαίσθηση το υποκείμενο πως πετυχαίνει, εφόσον το άτομο κατά κάποιο τρόπο επιλέγει το φύλο του, σαν η επιλογή να είναι αποσπασμένη από υπαρκτές κοινωνικές και πρακτικές σχέσεις και έτσι η σεξουαλική διαφορά εγκαθίσταται ως θεμελιώδης. Με τη διόρθωση του φύλου στην ουσία γίνονται αποδεκτά ως φυσικά δεδομένα οι τρόποι συμπεριφοράς και γενικότερα ζωής των ανθρώπων όπως ορίζονται κάθε φορά σύμφωνα με  το φύλο τους από την κοινωνία, αλλά  δίνεται η ελευθερία επιλογής αυτών των προτύπων ανεξαρτήτως φύλου. Κι αναρωτιέται κανείς ποιο υποκείμενο, με ποια ταυτότητα, πόσο ανεξάρτητα από κοινωνικά στερεότυπα είναι τόσο θεληματικό που να επιλέγει το κοινωνικό φύλο του και μάλιστα από την ηλικία των 15 ετών.
Σαν οι άνθρωποι να πρέπει να οικοδομούν αυτό που είναι και αυτό που αισθάνονται ξεκινώντας απλώς από την εμπειρία τους, θεωρώντας το βίωμα πέραν κάθε κριτικής και   τη δική τους κατάτμηση ως τη βασική ταυτότητα   Κι έτσι σ’ ένα κόσμο εν αταξία που η απορρύθμισή του οφείλεται γενικά σε λανθασμένες ανθρώπινες ενέργειες υπογραμμίζεται ο θετικός ρόλος της κυρίαρχης εξουσίας στην αποκατάστασή του σαν να μην έχει καμιά σχέση με την κατασκευή ταυτοτήτων και τη λειτουργία τους στις δομές καταπίεσης. Θα έμοιαζε για κατοχύρωση ελευθερίας αν δεν υπονομεύονταν από τη σύγχυση και μια αφελή πίστη για ισότητα δικαιωμάτων κατακερματίζοντας τη δυνατότητα συλλογικών διεκδικήσεων έξω από κοινωνικά πλαίσια.
Όχι πως δεν είναι θετική  η απελευθέρωση από μια καταπιεστική κατάσταση, εφόσον ο περιορισμός των διακρίσεων έστω και στο εποικοδόμημα αναδύουν πιο ξεκάθαρες τις διακρίσεις στην υλική βάση και τα άτομα παύουν να αισθάνονται αποσυνάγωγα. Ακόμα κι έτσι όμως ο σκεπτικισμός σχετικά με την κατασκευή κάποιων ταυτοτήτων δεν εκλείπει, όπως και για την προσφορά της πολιτικής των ταυτοτήτων, ακόμα και για τα υποκείμενα που υποτίθεται πως υποστηρίζουν. Και παραμένει η υποψία πως με τις συνεχείς κατατμήσεις, δικαιωμάτων και ταυτοτήτων,  μια νέα εξειδικευμένη αγορά δημιουργείται όπου όχι μόνο εμπορευματοποιούνται τα προβλήματα ή μάλλον οι προσφερόμενες λύσεις για τα προβλήματα, και συρρικνώνονται οι άνθρωποι σε αθροίσματα μερικοτήτων σε μεγάλο βαθμό και κατασκευασμένων,  αλλά  εξαργυρώνονται κοινωνικά κεφάλαια, τόνοι κοινωνικής ευαισθησίας, θεωρίες διανοουμένων και καριέρες και θέσεις σε ακαδημαϊκό και πολιτικό πεδίο και  απελευθερώνεται ένα άκρατος ναρκισσισμός της ατομικότητας.

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΕΝΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ



Η αναζήτηση της ταυτότητας των οικονομικών προβλημάτων καταποντίστηκε εν μέσω έμφυλων και εθνικών ταυτοτήτων.  
Εισάγεται στη Βουλή προς ψήφιση νομοσχέδιο για τη «νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου- Εθνικός Μηχανισμός Παρακολούθησης και Αξιολόγησης του σχεδίου δράσης για τα δικαιώματα του παιδιού», σε τροπολογία η κυβέρνηση κάνει προσπάθεια να ρυθμίσει το ζήτημα της   ονομασίας  (τούρκικη) συλλόγου της μουσουλμανικής μειονότητας Ξάνθης που ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι έπρεπε να καταργηθεί, στην Καταλωνία το  δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της από την Ισπανία ενεργοποίησε τον κατασταλτικό μηχανισμό της Μαδρίτης που φέρνει σε ευθεία αντιπαράθεση τους Καταλανούς με την κεντρική κυβέρνηση.
               Και όλοι οι υπόλοιποι, οι αδαείς πνιγμένοι στην καθημερινότητα, προσπαθούν να ερμηνεύσουν καταστάσεις, να εκλογικεύσουν την πραγματικότητα. Και εκεί είναι που τσαλαβουτάμε σε ορισμούς εννοιών, περιγραφές χαρακτηριστικών και χανόμαστε μέσα σε ερωτήματα που καταλήγουν υπαρξιακά. Ταυτότητα εαυτού, ομαδική ταυτότητα, κοινωνική ταυτότητα ορίζουν αυτό που είμαι, την ταύτισή μου με ένα σύνολο ομοίων, τον προσδιορισμό μου από το κοινωνικό σύνολο. Είμαστε αυτό που δηλώνουμε, είμαστε ό,τι αισθανόμαστε, είμαστε αυτά που μας διαμορφώνουν, αυτό που είμαστε βασίζεται στον αυτοπροσδιορισμό ή τον ετεροπροσδιορισμό; Και τελικά τι είμαστε; 
Ο προβληματισμός περί ταυτοτήτων, και η «έμφυλη» ταυτότητα είναι ένα κομμάτι του, είναι σημαντικός  γιατί ανοίγονται οπτικές μέσα από τις οποίες  μπορούμε να εξετάσουμε τα σημεία στα οποία τέμνονται οι διαφορετικές εκφράσεις εξουσίας και καταπίεσης που σχηματίζουν το κοινωνικό μας πλαίσιο. Αν και η  έμφαση δίνεται για τον τρόπο που το άτομο τοποθετεί τον εαυτό του απέναντι σε κοινωνικές κατηγορίες ή ομάδες επιμένοντας στις πολλές ταυτότητές του και παραγνωρίζεται το πώς αυτές διαμορφώνονται και αναδιαμορφώνονται ιστορικά μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις, γιατί ο τρόπος που κατανοούμε τον εαυτό μας και μιλάμε γι’ αυτόν καθορίζεται ιστορικά.
Η επικράτηση του φορντισμού στην παραγωγή, που δεν εξαρτάται από την αυτενέργεια και δεξιότητες εργατών, αλλά από την πιστή και πειθαρχημένη εφαρμογή της νόρμας και την ολοκλήρωση των καθηκόντων της θέσης του κάθε εργάτη στην παραγωγή, δεν ευνοεί ανάδειξη του διαφορετικού αλλά την επικράτηση μιας κυρίαρχης κανονικότητας, μιας ομοιογένειας και αφομοίωσης κάθε παρέκκλισης. Στα χρόνια μας όμως, εποχή της πληροφορίας, η ρευστοποίηση των όρων εργασίας, που γίνεται ευέλικτη, μερική, εργολαβική κλπ., ο βίος μας που δεν οργανώνεται με άξονα την επαγγελματική διαδρομή απαιτεί από τα υποκείμενα διαφορετικές σημασιοδοτήσεις για να κατανοήσουν την ασυνέχεια στην εργασιακή τους πορεία, που απειλεί και αλλάζει την ταυτότητα των ανθρώπων. Οι νέες εργασιακές συνθήκες  δεν επιτρέπουν την κατανόηση της διαδρομής της ζωής τους ως μια διαδικασία που συνδιαμορφώνουν ή έχουν αυτή τη δυνατότητα και οι ίδιοι. Η έμφαση στο εφήμερο, στο φευγαλέο, η δυνατότητα να ενεργεί κανείς με ευελιξία, η δυσκολία δέσμευσης μακροπρόθεσμων στόχων μεταβάλλει αξίες και πρότυπα και  η αξία της προσαρμοστικότητας γίνεται  ύψιστη αρετή. Επόμενο λοιπόν είναι η ανάδειξη διαφορών, ποικιλίας, υπέρβασης ορίων.  Έμφαση δίνεται στην πολλαπλότητα των οπτικών όπου ακυρώνεται κάθε θεώρηση για την ύπαρξη ενός προνομιακού σημείου, από όπου η θέαση των πραγμάτων μπορεί να στοιχειοθετήσει τη δυνατότητα κριτικής και την αφετηρία της δράσης. Κι επειδή  σήμερα  δεν υπάρχει τίποτε πέραν του κοινωνικού που να θεμελιώνει το κοινωνικό, δεν υπάρχει δηλ. κάτι έξω από την κοινωνία, ακόμα και οι βιολογικές βάσεις της ύπαρξής μας, όπως και η φύση ως περιβάλλον της ανθρώπινης ζωής, γίνονται διακύβευμα κοινωνικών αποφάσεων και πρακτικών. Τα πεδία που έδιναν σταθερότητα στα κοινωνικά άτομα, (τάξη, φύλο, εθνότητα, εργασία) κατακερματίζονται και μαζί τους υπονομεύεται η αίσθηση του εαυτού μας ως ολοκληρωμένου υποκειμένου, απειλείται η συνοχή και συνέχειά του. 
Η απουσία ενός υπερκείμενου πλαισίου που να έχει ισχύ αν όχι για όλους τουλάχιστον για ένα μεγάλο σύνολο αφήνει χώρο για την πολλαπλότητα και τον ανταγωνισμό των διαφόρων εκδοχών. Η κάθε φορά προτίμηση μιας απ’ αυτές  αφήνοντας ανοιχτές τις απαντήσεις στο πώς διαχειριζόμαστε την πολλαπλότητα, πού βρίσκεται το κέντρο της αντίθεσης, δεν οδηγεί στη σύνθεση των διαφορών αλλά μόνο στην αναγνώριση του ατομικού και ιδιαίτερου. Η απώλεια όμως συνεκτικών συστημάτων αναφοράς που θα είναι δεσμευτικά για όλους, είτε γίνονται αποδεκτά είτε απορρίπτονται, μας απομονώνουν σε δραστηριότητες και πεδία που συγκροτούνται ως διαφορετικοί και πολλές φορές αντιφατικοί κόσμοι που δεν ενώνουν αλλά διαχωρίζουν. Κι εδώ εντοπίζεται η ελευθερία που η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία υπόσχεται με τον πολλαπλασιασμό των δυνατοτήτων της βίωσης και της δράσης.  Και κάπως έτσι αποσυνδέονται πλήρως  βιώματα υποτέλειας  από την ταξικότητα, παρόλο που η ταξική δομή παραμένει, αλλά δεν αναγνωρίζεται,  και επιδρά ως μηχανισμός στην παραγωγή ανισοτήτων.
Η εικόνα του εαυτού μας, που διαμορφώνεται κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης και μέσα από τη διαρκή αλληλεπίδραση με άλλα άτομα, στην εποχή μας αντανακλά την αβεβαιότητα που έχουν προκαλέσει οι δραματικές αλλαγές, δηλ. μεταμορφώσεις στην εργασία, ανακατατάξεις στην οικογένεια, γεωγραφική αλλά και κοινωνική κινητικότητα, εξελίξεις στη βιοϊατρική, εκ νέου χάραξη πολιτικών συνόρων κλπ. Οι σταθερές και ενιαίες ταυτότητες που αποδίδονταν ως πρόσφατα στα άτομα θεωρούνται ότι κατακερματίζονται. Προβάλλεται η σύνθεση από ανολοκλήρωτες και αντιφατικές ταυτότητες του ατόμου και με την  ανάδυση διαφορετικών αντιφατικών ταυτοτήτων  που μας τραβούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις οι ταυτίσεις μας αλλάζουν συνεχώς, π.χ οικολόγοι, ομοφυλόφιλοι, πολίτες κλπ Τα κοινωνικά πεδία στα οποία αντιστοιχούσαν  οι ταυτότητές μας (τάξη, έθνος, εργασία κλπ) και που διασφάλιζαν την υποκειμενική μας συμμόρφωση με τις αντικειμενικές ανάγκες της κοινωνίας  φαίνονται συνεχώς μεταβαλλόμενα, ενώ μένει αμετάβλητη η υλική βάση του τρόπου οργάνωσης της παραγωγής,  με αποτέλεσμα η  διαδικασία της ταύτισης του εαυτού μας στις κοινωνικές  μας ταυτότητες να καθίσταται ασαφής. Η ταυτότητα γίνεται μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης των κοινωνικών ανισοτήτων και η αναζήτηση ταυτότητας ταυτίζεται με την αναζήτηση της ευτυχίας.
 Μόνο που στο τέλος χωρίς τίποτε σταθερό και συνεκτικό  και η δράση μας και η αντίληψή μας για τον κόσμο ρευστοποιείται.