Δευτέρα 26 Ιουλίου 2021

ΔΙΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΑΣ

 

Ο περιορισμός του εορτασμού της επετείου της πτώσης της χούντας στη δεξίωση στο προεδρικό μέγαρο, ήδη από την πρώτη επέτειο της μεταπολίτευσης που έγινε πριν 47 χρόνια στη χώρα μας, είναι ενδεικτικός στον συμβολισμό του. Η μεταπολίτευση λοιπόν δεν σημαίνει παρά τον πολιτικοκοινωνικό εκδημοκρατισμό και εκσυγχρονισμό του αστικού συστήματος, διαχωρίζοντας κι αποκηρύσσοντας τη δικτατορία των συνταγματαρχών ως συνέπεια  ενεργειών επίορκων αξιωματικών, μια εκτροπή από τη νομιμότητα με επικέντρωση στις αυθαιρεσίες και την αντισυνταγματικότητα του χουντικού καθεστώτος. Παρόλο που μέχρι τη χούντα μια σειρά από διώξεις, νοθείες, εξευτελισμοί είχαν νομιμοποιηθεί σ’ ένα καθεστώς που ονομάζονταν δημοκρατικό. 
         Με τη μεταπολίτευση υιοθετήθηκαν οι όροι του δημοκρατικού παιχνιδιού όπως πτώση βασιλείας, διαφοροποίηση του ρόλου του στρατού κι αστυνομίας,  ελεύθερες εκλογές, νομιμοποίηση του ΚΚΕ κλπ. Με ένα λαϊκό κίνημα ακμαίο, που απαιτούσε εκδημοκρατισμό, και μπρος την απειλή των λαϊκών δυνάμεων, η κυρίαρχη τάξη, τόσο με τη Ν.Δ του Κ. Καραμανλή με τον περιορισμένο  και κρατικά ελεγχόμενο φιλελευθερισμό της όσο και με το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου με την μικροαστική κοινωνικοποίηση του κράτους, έδειχνε να προχωρά σε  διαπραγμάτευση για την εκπλήρωση των δημοκρατικών αιτημάτων. Μόνο που  αυτά τα δημοκρατικά αιτήματα, τα οποία ήταν διαφορετικά σε κατεύθυνση και προθέσεις για τις λαϊκές μάζες και την κυρίαρχη εξουσία, εντάσσονταν στο γενικό σχέδιο δομικής σταθεροποίησης του συστήματος μέσα από τον δημοκρατικό εκσυγχρονισμό του, που έφτασε στις επόμενες δεκαετίες στα  όρια του, λόγω των παραγωγικών αναγκαιοτήτων του καπιταλισμού, όπως απαιτούσε η  παγκοσμιοποίηση και οι  ανάγκες για πειθάρχηση της εργατικής δύναμης. Η οικονομική κρίση που ακολούθησε έδειξε και το τέλος, σαν δυνατότητα από τη μεριά του συστήματος, διεύρυνσης και εμβάθυνσης, κατά την προσφιλή ορολογία,  της αστικής δημοκρατίας της μεταπολίτευσης.
               Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης η πολιτικοκοινωνική κίνηση στην Ελλάδα ήταν ακόμα υποταγμένη στους όρους που υπαγόρευε η επί δικτατορίας πολιτική αντίθεση, τα μέτωπα της οποίας διακλαδίζονταν, ήδη μετά  τον εμφύλιο,  σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, διαχωρίζοντας παντού αδρά τις αντίπαλες δυνάμεις. Από τη μια ήταν το στρατόπεδο της δεξιάς με το κράτος και παρακράτος και από την άλλη η δημοκρατική παράταξη με τις διαμάχες, διαφωνίες, ύπουλες πολιτικές και διφορούμενες αποφάσεις, λαϊκές αντιστάσεις, σφήνα στην αριστερή αμφισβήτηση για προσαρμογή στις αγωνιστικές παραδόσεις του κομμουνιστικού κόμματος, με κύριο αίτημα τη δημοκρατική ομαλότητα. Με τη στερέωση της αστικής δημοκρατίας το καθεστώς περνά σε μια συναινετική φάση της ταξικής του ηγεμονίας, με προεξάρχουσα την αντίληψη του εκσυγχρονισμού, που απαξιώνει κάθε οπτική ταξικής διαπάλης, και σταθεροποιεί στο κοινοβουλευτικό σύστημα δυο πόλους, αυτούς της δεξιάς και της αριστεράς, δηλ. στην ουσία Ν.Δ και ΠΑΣΟΚ. Με την οικονομική κρίση όμως η αστική μας τάξης περνά σε μια πολιτική ανοιχτής καταστολής και αυταρχισμού, με τις συμμαχίες κοινωνικών στρωμάτων να περιορίζονται σημαντικά και ο δικομματισμός ν΄ αντικαθίσταται από έναν ρευστό πολυκομματισμό, που αποκαλύπτει ανύπαρκτες τις  πολιτικές διαφοροποιήσεις των αστικών κομμάτων.
              Τα μνημόνια αποτελούν το έναυσμα για δημιουργία μιας νέας διαιρετικής τομής που θεωρείται πως τέμνει κάθετα  την ελληνική κοινωνία, μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί. Με την διακυβέρνηση του  ΣΥΡΙΖΑ που σ’ αυτήν τη διαίρεση ενσωματώνει και την παλιότερη, δεξιά -αριστερά με τον δημαγωγικό τρόπο του ΠΑΣΟΚ, φαίνεται πως αυτές οι διαιρέσεις εξεμέτρησαν το ζην.
            Με τη νέα υγειονομική κρίση, νέα προσπάθεια της κυρίαρχης εξουσίας να ορίσει τις κοινωνικές διαιρέσεις με όρους υγειονομικούς,  για να αποκρύβεται η ταξική διαίρεση της κοινωνίας πίσω από διαφορές που δεν παραπέμπουν στον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Η νέα διαίρεση, ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν εμβολιαστεί και αυτούς που δεν έχουν εμβολιαστεί, η οποία με τα διάφορα πιστοποιητικά παίρνει και μορφή επίσημη, διακηρύττεται πως γίνεται εν ονόματι της υγείας και με επίκληση του ορθολογισμού. Κι έτσι αποφεύγεται να οδηγήσουν οι ταξικές διαιρέσεις σε ταξικά αιτήματα και λαϊκές διεκδικήσεις, όπως αυτές που σχετίζονται με την πρωτοβάθμια υγεία, τις κοινωνικές δομές που αφορούν τη δημόσια υγεία, οι οποίες θα εναντιώνονται στα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης και την κυρίαρχη ιδεολογία. Μάλιστα ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης στο μήνυμά του για την επέτειο της πτώσης της χούντας, ταυτίζει τον συνεπή πολίτη με τον εμβολιασμένο πολίτη, ενώ κατηγορηματικά δηλώνει πως «Στον 21ο αιώνα δεν επιτρέπεται η αμφισβήτηση της επιστήμης», και ισχυρίζεται πως άρνηση στο εμβόλιο σημαίνει «άρνηση στην υγεία και στην πρόοδο των πολιτών». Και είναι  ο λόγος του κομμουνιστικού κόμματος που απομένει ο μοναδικός που αποδομεί τον κυρίαρχο λόγο, ο οποίος με τις «αντιφατικές τοποθετήσεις και μέτρα που αφήνουν εκτεθειμένο το λαό, τόσο απέναντι στην πανδημία όσο και στην αντιμετώπιση όλων των άλλων αναγκών του στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη» επικεντρώνεται στην επικίνδυνη πολιτική της ατομικής ευθύνης.
           Και κάπως έτσι εμμέσως, αλλά με αρκετή σαφήνεια, ορίζεται  από την κυρίαρχη εξουσία ότι ο εχθρός είναι ο διπλανός μας, ο σκοταδιστής και  ο αμόρφωτος. Η κοινωνία διαιρείται και πάλι, δίνοντας νέο περιεχόμενο σε παλιές έννοιες,  σε προοδευτικούς και μορφωμένους  που δεν αμφισβητούν γενικότερα τον τρόπο αντιμετώπισης της πανδημίας και κυρίως την πολιτική των εμβολιασμών, και στους σκοταδιστές, αντιδραστικούς, θρησκόληπτους ακροδεξιούς, ένα συνονθύλευμα  ετερόκλητων ανθρώπων που προβάλλονται και προωθούνται οι απόψεις τους περισσότερο σε αντιδιαστολή και για επικρότηση εκείνων που αποδέχονται την τρέχουσα πολιτική εμβολιασμών.  Και υποδόρια η διαίρεση τείνει να γίνει ανάμεσα σε μια ελίτ και σε μέρος των λαϊκών στρωμάτων, που χωρίς την ύπαρξη του κομμουνιστικού λόγου η επιρροή των φασιστών θα ήταν μονόδρομος.
            Και κάπως έτσι επιχειρείται να  αποπολιτικοποιείται κάθε κοινωνική σύγκρουση,  να χάνει το ταξικό της υπόβαθρο και  να επικεντρώνεται είτε σε ζητήματα ηθικής και διαχειριστικής ικανότητας είτε, όπως τώρα στην πανδημία, σε ζητήματα επιστήμης, που τοποθετείται σ' ένα ουδέτερο έδαφος, υπεράνω κάθε πολιτικής ή κοινωνικής αντίθεσης.
 Κι αυτή η διαίρεση οδηγεί στο διαχωρισμό σε ελίτ και λαϊκές τάξεις, που διατρέχει, κατά την κυρίαρχη ιδεολογία, σε κάθε επίπεδο την κοινωνία. Είναι οι προοδευτικοί και άριστοι που πρέπει να κυβερνούν, να σπουδάζουν, να εργάζονται κλπ. και οι αντιδραστικοί με συμπεριφορές και θεωρίες παράλογες που τους οδηγούν σε δυσμενείς επιλογές. Η ύπαρξη αυτής της αντίθεσης τροφοδοτεί με επιχειρήματα την κυβερνητική πολιτική που κάτω από την επιφάνεια του ορατού απεργάζεται την αναδιοργάνωση των εκμεταλλευτικών σχέσεων είτε με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που αποκλείει χιλιάδες υποψήφιους από την εισαγωγή τους σε πανεπιστημιακές σχολές, ενισχύοντας τα κάθε είδους κολλέγια, είτε με την σχεδόν αόρατη  αύξηση του κατώτατου μισθού είτε με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση της νέας γενιάς, που εισάγει το κεφαλαιοποιητικό σύστημα στις επικουρικές συντάξεις.
Πέντε σχεδόν δεκαετίες από την κατάρρευση της χούντας καταλήξαμε  να βιώνουμε την επιβολή μιας παρακμιακής κοινοβουλευτικής απολυταρχίας και την επικράτηση των μηχανισμών της αγοράς στο δημόσιο βίο, που δεν αποτελούν όμως παρά χαρακτηριστικά της αστικής μας δημοκρατίας, η οποία προσαρμόζεται στις ανάγκες της κυρίαρχης τάξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: