Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

ΜΕΘΟΔΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ



Και πάλι, με τα εγκαίνια του μουσείου Μπελογιάννη, η ίδια η ιστορία. Αστοί που θέλουν να χαρακτηρίζονται αριστεροί ή και φιλελεύθεροι και προοδευτικοί  εγκωμιάζουν τον αγωνιστή Μπελογιάννη στο βαθμό που είναι μια ατομική περίπτωση και στον βαθμό που προσφέρεται η ιστορία του για να καταγγελθεί η ηγεσία του ΚΚΕ και ο ίδιος ο κομμουνισμός –αδιάφορο αν ο ίδιος ο αγωνιστής ήταν κομμουνιστής και στέλεχος του κόμματος. Κι ενώ μοιάζουν οι απόψεις τους σαν να υπερίπτανται των κοινωνικών συστημάτων βάζοντάς τα στο ίδιο καλάθι, στην πραγματικότητα  στρέφουν τα πυρά ενάντια σ’ ένα και μόνο για να το καταπολεμήσουν, τον κομμουνισμό. Παρουσιάζονται σαν να ξέρουν στην εντέλεια τι είναι κομμουνισμός και σαν να είναι αρμόδιοι να του καθορίσουν τις σημερινές και μελλοντικές του όψεις. Για όσους δεν συμμερίζονται τις βεβαιότητές τους νιώθουν μια περιφρόνηση, συγκαταβατική στην καλύτερη περίπτωση. Δεν βλέπουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας παρά μόνο στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, τερματίζοντας έτσι την λεκτική υπεράσπιση του καπιταλισμού που πάντα υπονοείται ως το αντίπαλο απόλυτο καλό. Για τον κομμουνισμό έχουν την αυστηρότητα και περιφρόνηση που τους δίνει η θριαμβευτική σιγουριά πως έχουν δίκιο και η ιστορία τους δικαίωσε. Κι έτσι η κυβέρνηση Πλαστήρα και οι μεθοδεύσεις  της για την εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του μένουν στη σκιά.
 Η αστική τάξη και της χώρας μας έχει  μάθει πολλά για τις διαδικασίες κοινωνικής και ιδεολογικής μας ενσωμάτωσης και γνωρίζει τι σημαίνει  συσχετισμός δυνάμεων, όπως γνωρίζει μέχρι και πού μπορεί να πάει, με τι ρυθμό και τι ευκαιρίες σε ιδεολογικό επίπεδο μπορεί να εκμεταλλευτεί, ώστε να υποταγούμε στην αστική πολιτική, εσωτερικεύοντας την προπαγάνδα της και τις αξίες που πρεσβεύει.  Παρουσιάζεται λοιπόν ν’ αναγνωρίζει τη γενναιότητα του Μπελογιάννη, αλλά είτε  για μια χαμένη –κι ευτυχώς- υπόθεση ή για γενικές κι αόριστες ιδέες δημοκρατίας κι ελευθερίας.  Και ο Α. Τσίπρας αυτόν τον στόχο εξυπηρετούσε όταν  απέδιδε μεν τιμές στον ήρωα αποχαρακτηρίζοντας όμως τον αγώνα του και αλλοιώνοντας την ιδεολογία του.  
Και βέβαια,  επειδή οξύνονται οι ταξικές διαιρέσεις με την οικονομική εξαθλίωσή μας, το αστικό καθεστώς εκκολάπτει και τις φασίζουσες ή και  φασιστικές  φωνές για να ταυτιστούν ιδεολογικά μαζί τους οι απόκληροι του συστήματος καταδεικνύοντας τον εχθρό, τον κομμουνισμό. Κι έτσι τα εγκαίνια του μουσείου Μπελογιάννη ήταν μια καλή ευκαιρία για ατάκες σχετικά με την κομμουνιστική δικτατορία (Κ. Τασούλας της Ν. Δημοκρατίας) ή τα εγκλήματα του «αρχισφαγέα του κομμουνιστικού κόμματος (Π. Ηλιόπουλος της Χ.Α.).
               Κι αν το αστικό μας καθεστώς δεν καταφέρνει μ’ αυτά και με κείνα να εξασφαλίσει ένα minimum συναίνεσης, συγκατάθεσης και αποδοχής μας και οι ισχύουσες διαδικασίες της αστικής δημοκρατίας δεν καταφέρνουν να συντηρήσουν και να αναπαράγουν αυτή τη συναίνεση, τότε αναζητούνται πιο κατάλληλες μεθοδεύσεις για την απόσπαση, έστω παραπλανώντας και εκβιάζοντας, αυτής της συναίνεσης πριν τη καταφυγή και στη βία.
         Γιατί η σύγχρονη αστική μας  δημοκρατία αντιστοιχεί στην παρούσα καπιταλιστική οικονομία, εφόσον η δομή και λειτουργία της προσαρμόζονται στις σύγχρονες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Γι’ αυτό και παρατηρούμε την ατελέσφορη  λειτουργία του κοινοβουλίου, την υποχώρηση της διάκρισης των εξουσιών μπροστά στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και γενικά την επιστράτευση του συνόλου των μηχανισμών, κατασταλτικών και ιδεολογικών, της κρατικής εξουσίας.
          Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο αυτό που διακηρύττει το αστικό κράτος  πως θεωρεί πρώτιστο καθήκον, δηλ. τη δημιουργία μιας δικαιακής τάξης, στην πράξη, σε πολλές περιπτώσεις, χωρίς προσχήματα μάλιστα, δεν τηρείται. Τα παραδείγματα πολλαπλασιάζονται στον τομέα της δικαιοσύνης, όπου η εξασφάλιση του δικαίου και η ανεξαρτησία της απονομής της δικαιοσύνης δοκιμάζονται απροκάλυπτα, έστω και μέσα στα αστικά πλαίσια. Ενδεικτικές κάποιες περιπτώσεις.
          Η περίφημη δίκη της Χ.Α κλείνει σχεδόν δυο χρόνια κι αυτή η αναβλητικότητα τόσο για τη διεξαγωγή της όσο και για  την ολοκλήρωσή της  όσες δικαιολογίες κι αν εφευρεθούν αποδυναμώνονται  μπροστά στην αποφασιστικότητα που πριν 14 χρόνια επέδειξε η εκτελεστική και δικαστική εξουσία  για τη δίκη της  Ε.Ο της 17 Νοέμβρη. Στην προσπάθεια της εξουσίας να μην αποφυλακιστούν οι κατηγορούμενοι η πρώτη δίκη ολοκληρώθηκε σε 10 μήνες,αντίθετα η ολιγωρία για τη διεξαγωγή της δίκης της Χ.Α επέτρεψε ακόμα και τον κατηγορούμενο για τη δολοφονία του Π. Φύσσα, τον Γ. Ρουπακιά, να κυκλοφορεί ελεύθερος.
        Και μοιάζει να μην αντέχει στη λογική η απόφαση του μονομελούς πλημμελειοδικείου στα 2013 σχετικά με την ύπαρξη των 600 δις του Α. Σώρρα -«Ειδικότερα, ουδόλως αποδείχθηκε η ανυπαρξία του ανωτέρω χρηματικού ποσού ή η πλαστότητα των τίτλων, που το ενσωματώνουν». Εκτός κι αν  οι αποφάσεις δικαστηρίων είναι στην υπηρεσία παραπλάνησης για αξιοποίηση κάθε διόδου ανώδυνης διοχέτευσης της λαϊκής οργής. Και μόνο όταν τα ερωτηματικά γι’  αυτήν την απόφαση πολλαπλασιάστηκαν, τέσσερα χρόνια μετά  η ίδια η δικαιοσύνη του επιβάλλει, ερήμην,  ποινή φυλάκισης οκτώ ετών μετά τη μήνυση που υπέβαλαν ο πρώην συνεργάτης του και ο κουμπάρος του για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος. Για τον Τάσο Θεοφίλου όμως,  τον αναρχικό που τον υπέδειξε για ένοχο ένα ανώνυμο τηλεφώνημα και που καταδικάστηκε με αποδεικτικό στοιχείο το DNA που βρέθηκε σε ένα καπέλο το οποίο είχε εντοπιστεί εκ των υστέρων, σε 25 χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία και για ληστεία, η εισαγγελία άσκησε έφεση και τώρα διεξάγεται η δίκη σε δεύτερο  βαθμό.
               Και δεν έχουν περάσει ούτε έξι χρόνια από τότε που οδηγήθηκε στη φυλακή  ο ηγούμενος της Μονής Βατοπεδίου Εφραίμ με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όταν το σκάνδαλο του Βατοπεδίου ήταν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου ήθελε να μας πείσει για το ήθος και εναλλακτικότητά της, και αυτή τη φορά το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας  αθώωσε όλους τους κατηγορούμενους στην υπόθεση των ανταλλαγών του Δημοσίου και της Μονής Βατοπεδίου.
               Κι αν το ενδιαφέρον εντοπίζεται στη δικαιοσύνη είναι γιατί στη σύγχρονη μορφή της αστικής μας δημοκρατίας είναι το νομικό σύστημα που επιφορτίζεται με τη διευθέτηση των κοινωνικών σχέσεων και είναι στη δικαστική σφαίρα το πεδίο όπου επιτρέπεται η έκφραση των κοινωνικών συγκρούσεων νομιμοποιώντας τες με τους όρους όμως της κυρίαρχης τάξης.
                Κάθε φορά λοιπόν που οι θεσμοί της αστικής δημοκρατίας μπορεί να διευκολύνουν αντικειμενικά τις διεκδικήσεις, οργάνωση, ανάδειξη των συμφερόντων των εργαζομένων εις βάρος της κυρίαρχης τάξης, τότε οι κρατούντες αναζητούν μεθοδεύσεις που καταλήγουν ακόμα και σε νόθευση και διαστρέβλωσή τους, όταν δεν φτάνουν ως την απάρνηση και κατάλυση τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: