Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΕΡΓΑΤΕΣ



        Σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης  η  επίθεση κατά αλλοδαπών καλλιεργητών στη Μανωλάδα Ηλείας προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις της κυβέρνησης και των κοινοβουλευτικών κομμάτων μηδέ της Χρυσής Αυγής εξαιρουμένης, η οποία με   ανακοίνωσή της φραστικά καταδικάζει το επεισόδιο επιρρίπτοντας ευθύνες στην πρόσληψη αλλοδαπών. Η λεκτική καταδίκη και ο αποτροπιασμός των διαφόρων υπουργών, μέσα από γενικεύσεις για την ανθρώπινη εκμετάλλευση ή την ελληνικη δημοκρατία, μάλλον συσκοτίζουν την πραγματικότητα και λειτουργούν ως άλλοθι απόκρυψης, μη τολμώντας να ονοματίσουν τα πράγματα όπως συμβαίνουν. Η διάσταση διακηρύξεων και πραγματικότητας αποκαλύπτει τις συνεχείς παραβιάσεις θεσμών και κανόνων συμπεριφοράς που τυπικά ως κοινωνία έχουμε αποδειχτεί. Η ανακοίνωση μάλιστα της κυβέρνησης αντιμετωπίζει το γεγονός ως μεμονωμένο και θεωρεί πως  «η πρωτοφανής και επονείδιστη αυτή ενέργεια είναι ξένη προς τα ήθη των Ελλήνων», μη συνειδητοποιώντας (ή ακριβώς σ’ αυτό στοχεύοντας;)  ότι η ίδια η ανακοίνωσή της –ήθη ελλήνων- υπονομεύει το αντιρατσιστικό της προφίλ.
          Οι κυβερνώντες με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η Χ.Α με το κυνήγι των ξένων αναγορεύουν τους ξένους εργάτες σε ρίζες κακού. Αφού εκκολάφτηκε, καλλιεργήθηκε και καθοδηγήθηκε η ανάπτυξη της ρατσιστικής αντίληψης από την κυρίαρχη τάξη, οι ανακοινώσεις για έκφραση αποτροπιασμού για τα συμβάντα, σαν τώρα να ανακάλυψαν τι συμβαίνει,  καταλήγει να είναι απλό μέρος του επικοινωνιακού παιχνιδιού, που ακόμα όμως χρειάζεται να παίζεται. Μέχρι πότε;
         Ο ρατσισμός εδώ και χρόνια πια δεν είναι ένα φαινόμενο εξόριστο στο παρελθόν, αλλά έχει εγκατασταθεί μόνιμα στην ελληνική κοινωνία (να θυμηθούμε τις δολοφονικές επιθέσεις πριν σχεδόν 15 χρόνια του Καζάκου). Τώρα μάλιστα με την κρίση δεν κάνει τον κόπο να κρύβεται, αποδεικνύοντας ότι και οι δυτικές κοινωνίες παρά τη διαφημιζόμενη  ανθρωπιστική τους παράδοση υποδαυλίζουν το ρατσισμό των λαϊκών στρωμάτων, όταν ο κυρίαρχος λόγος αναζητά  εύκολα θύματα για  να τους επιρρίψει μέρος της  ευθύνης για την οικονομική δυσπραγία. Γιατί ο ρατσισμός μπορεί να μην είναι πάντα συνδεδεμένος με την οικονομική κρίση, αλλά είναι αυτή κυρίως που διαμορφώνει τις συνθήκες για την κυριαρχία του.
         Όταν πριν είκοσι και παραπάνω χρόνια η Ελλάδα έγινε χώρα υποδοχής μεταναστών αυτό θεωρήθηκε θετικό για την οικονομία, ακόμα κι αν δεν ομολογούνταν. Ο «μικρομεσαίος» μας καπιταλισμός  ευνοήθηκε από τους μετανάστες χωρίς χαρτιά, που έριχναν προς τα κάτω τα μεροκάματα και δεν απαιτούσαν καμιά ασφάλιση.  ¨Οσο όμως η ανεργία άρχισε να διογκώνεται για τις φτωχότερες ελληνικές τάξεις και στρώματα οι ξένοι άρχισαν να εμφανίζονται σαν η αιτία της δυστυχίας τους και της εξαθλίωσής τους, εφόσον αυτοί που επιβάλλουν τους όρους επιβίωσής μας είναι πια πολύ απόμακροι και  διαπαιδαγωγηθήκαμε να τους θεωρούμε άτρωτους ενώ ποτέ δεν ξέρουμε ποιοι ακριβώς είναι –η κυβέρνηση, οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, μήπως η λέσχη Μπίλντερμπεργκ;
         Στις λαϊκές και υποβαθμισμένες συνοικίες με τη μεγάλη συγκέντρωση μεταναστών πυροδοτήθηκε  εναντίον τους μια μόνιμη εχθρότητα, μια ιδεολογική καταφρόνηση που αυξάνει όσο η κρίση μας εξαθλιώνει. Ο σημερινός ρατσισμός  συγκεντρώνεται κατ’ εξοχήν  στα λαϊκά  και μικροαστικά στρώματα, γιατί αυτά  πιστεύουν πως θίγονται άμεσα από τη μετανάστευση και συν τω χρόνω, όσο διαλύονται οι δομές που ελέγχουν το  κράτος,  αγγίζει και ένα μέρος  των μεσαίων στρωμάτων μέσω του φόβου  της εγκληματικότητας. Ήταν λοιπόν θέμα χρόνου  να αναδειχθεί κι ένας ρατσιστικός πολιτικός φορέας, στην περίπτωσή μας η Χρυσή Αυγή. Με την κρίση, σε μια περίοδο αυξανόμενης ανεργίας, όπου οι εργαζόμενοι συνεχώς συρρικνώνονται, η μαύρη αγορά εργασίας συνεχώς διευρύνεται με υποαπασχολούμενους με μεροκάματα πείνας και ανασφάλιστους, στους οποίους ενώ πριν από την κρίση βρίσκονταν κατά πλειοψηφία οι ξένοι εργάτες, τώρα συνεχώς προστίθενται και στρατιές ελλήνων, ο καλυμμένος ρατσιστικός λόγος βρίσκει πολλούς οπαδούς. Γιατί, για  να περάσει η οικονομική λιτότητα της εξαθλίωσής μας πρέπει να υποδειχτούν οι υπαίτιοι. Και ανάμεσα σ’ αυτούς είναι  και οι ξένοι, τα πιο καταπιεσμένα κομμάτια της εργατικής τάξης,  που μας παίρνουν τις δουλειές. Αυτοί που δεν έχουν κανένα δικαίωμα,  θύματα καθημερινού εκβιασμού από αστυνομία, εργοδότες, ιδιοκτήτες κλπ.    Κι έτσι βρισκόμαστε αντιμέτωποι όλοι με όλους χάνοντας το στόχο που είναι οι εργοδότες και το κεφάλαιο.
           Οι περιγραφές για  τη δολοφονική  επίθεση στους ξένους εργάτες  στη Μανωλάδα εστιάζουν στους …επιστάτες που τους επιτέθηκαν αναδεικνύοντας και πάλι τις διαφοροποιήσεις μέσα στις τάξεις των εργαζομένων, που αφορούν στο εισόδημα, το είδος εργασίας κλπ. και διαμορφώνουν και την ταξική τους συνείδηση. Το γεγονός ότι απέναντί τους είχαν μετανάστες για τους οποίους είναι πεπεισμένοι ότι  δεν έχουν κανένα δικαίωμα, δεν ανήκουν στην κοινωνία τους (η ίδια η επίσημη πολιτεία τους μαντρώνει σε στρατόπεδα), εξηγεί την συμπεριφορά των συγκεκριμένων επιστατών (σαν να βρισκόμαστε στις φυτείες, όπως σχολιάστηκε, του 19ου  αιώνα).
        Συγχρόνως όμως αποδείχτηκε για άλλη μια φορά ότι ο ρατσισμός δεν είναι απλά μια επιβίωση του παρελθόντος που εκμεταλλεύεται ο καπιταλισμός. Αντίθετα, πρόκειται για ένα επιστημονικά επεξεργασμένο  σύστημα, που σκοπό έχει  να μετατρέψει την εργατική τάξη σε κατώτερο είδος ανθρώπου, εκμεταλλεύσιμο μέχρις εσχάτων, χρησιμοποιώντας μάλιστα όλες αυτές τις διαιρέσεις των εργαζομένων, επαγγελματικές, εθνικές κλπ.  για να αποτραπεί η ενότητά τους. Αυτή η προσπάθεια επειδή δεν μπορεί  ακόμα να εφαρμοστεί  γενικευμένα στη χώρα μας,  εξαιτίας των πολιτικών και συνδικαλιστικών  κατακτήσεων της εργατικής τάξης, ξεκινά να  εφαρμόζεται στα γκέτα των μεταναστών εργατών. Το  σλόγκαν οι ξένοι παίρνουν τις δουλειές χρησιμοποιείται για προπαγανδιστικούς λόγους, ώστε να στρέφεται  η δυσαρέσκεια των ανέργων  ενάντια στους ξένους ενώ παράλληλα οι εργοδότες  κάνουν τη δουλειά τους με φτηνά και υποταγμένα εργατικά χέρια. Γι’ αυτό και  ο ρόλος του κομμουνιστικού κόμματος  είναι πολύ δύσκολος, έχει να κάνει και  με τη διαμόρφωση  της ιδεολογικής και πολιτικής συνείδησης των εργαζομένων, που η  αντίδρασή τους πρέπει να στραφεί ενάντια στον πραγματικό στόχο, τον καπιταλισμό και όχι στα πιο αδύναμα, εκμεταλλευόμενα κι ευάλωτα  κομμάτια της εργατικής τάξης. 
         Όλων αυτών των μεταναστών, στις σημερινές συνθήκες,  ο ρόλος τους απέχει πολύ από κείνον που παίζανε οι μετανάστες στους εργατικούς αγώνες στη Δυτ. Ευρώπη, όταν δούλευαν στις μεγάλες παραγωγικές βιομηχανικές μονάδες, που τους επέτρεπαν να μπορούν να πιέζουν αποτελεσματικά και που ο αριθμός τους επειδή ήταν μεγάλος σήμαινε ότι ο αγώνας τους είχε κοινωνικό αντίκτυπο.
          Στη χώρα μας μάλιστα το γεγονός ότι απασχολούνται σε βιοτεχνίες και μικρές επιχειρήσεις (σε όσες ακόμα υπάρχουν) ή γεωργικές δουλειές και ότι είναι εντελώς διασπαρμένοι γεωγραφικά προσδιορίζουν τα όρια του ρόλου που μπορούν να παίξουν στους εργατικούς αγώνες. Οι ξένοι εργάτες  δεν μπορούν να παίξουν  πρωταρχικό ρόλο σ’ αυτούς. Η παρουσία τους όμως και μόνο βάζει μεγάλο κοινωνικό  και πολιτικό πρόβλημα που έχει σχέση με την ενότητα της εργατικής τάξης και το ρατσισμό.    Το πόσο προωθημένο  ταξικά είναι το επίπεδο πάλης στην Ελλάδα δεν κρίνεται μόνο από το μέγεθος, τη δυναμικότητα, τις μεθόδους και τις διεκδικήσεις των κινητοποιήσεων, αλλά και από αν οι εργάτες μπορούν  να αντισταθούν στον κατατεμαχισμό τους σε ξένους κι έλληνες, νέους και ηλικιωμένους, άνδρες και γυναίκες, υπερασπίζοντας σήμερα τα πιο  αδύναμα και κτυπημένα κομμάτια τους. Αυτό που μένει  στο τέλος κάθε αγώνα δεν είναι τόσο τι επιτεύχθηκε υλικά, που εξάλλου μέρα με τη μέρα μπορεί να  ξαναπαίρνεται πίσω, αλλά η όλο και μεγαλύτερη ενότητα που πετυχαίνεται στις τάξεις των εκμεταλλευομένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: