Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ

          Στην Ελλάδα, που η οικονομική κρίση  δεν μοιάζει πια με μια προσωρινή διακοπή της  ανάπτυξης, αλλά με απόδειξη οικονομικής κατάρρευσης, γίνεται ολοένα και δυσκολότερο η άρχουσα τάξη να διαχειριστεί την οικονομική και κοινωνική ρευστότητα.
           Η κυβέρνηση, από τον πρωθυπουργό μέχρι και τον βουλευτή του κόμματος χρησιμοποιεί τη  δημαγωγία, που, μεταμφιέζοντας σε ελκυστική δύναμη  την  κοινωνική σταθερότητα, αντιστρέφοντας τη σημασία εννοιών ιστορικά φορτισμένων, όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, για να δικαιολογήσει περικοπές μισθών σε υψηλά κλιμάκια,  επιστρατεύοντας ιδεολογικά εργαλεία που θεωρούσε ξεπερασμένα όπως έθνος και πατριωτισμός,  χρησιμοποιώντας συνεχείς απειλές  για καταβαράθρωσή μας σε περίπτωση απροθυμίας των "εταίρων" για καταβολή της δόσης του δανείου, προσπαθεί να παγιδεύσει τους κομματικούς της οπαδούς πρώτα και όσο το δυνατό μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού.
            Στην αρχή της θητείας της η κυβέρνηση είχε αρωγό  σχεδόν το σύνολο των ΜΜΕ και της άρχουσας  εγχώριας τάξης, που  ενίσχυσαν τις αποφάσεις για υπαγωγή της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης,  που συκοφάντησαν τις όποιες αντιδράσεις ή αντιρρήσεις, που εξευτέλισαν σχεδόν το σύνολο του λαού  κατηγορώντας το για κάθε αποτυχία του συστήματος και έδιναν την εικόνα συνοχής σ’ όλο το μπλογκ εξουσίας.  Όσο όμως περισσότερο  τα  οικονομικά μέτρα προκαλούν μια γενική παράλυση της οικονομικής ζωής και η κυβέρνηση χάνει κάθε  ικανότητα πρωτοβουλίας, ακόμα  και στα πιο ασήμαντα, με αποτέλεσμα η άρχουσα τάξη να φοβάται ότι μπορεί να απειληθούν οι βασικές αρχές στις οποίες στηρίζεται το σύστημα, τόσο πιέζει για γρήγορη εφαρμογή των αντιλαϊκών αποφάσεων και δείχνει  ότι είναι έτοιμη να  προσχωρήσει  ακόμα πιο γρήγορα στις γραμμές των πιο αντιδραστικών επιλογών που θα  εμφανιστούν να υπερασπίζονται το υπάρχον σύστημα. Αρχίζει να στρέφεται εναντίον του ΠΑΣΟΚ βλέποντας ότι εξάντλησε πια τις δυνατότητές του για έλεγχο των εργαζομένων.
          Από την άλλη, στους εργαζόμενους, ακόμα και ο κόσμος των «βολεμένων» δημοσίων υπαλλήλων, νιώθοντας  ανασφαλής πια και με περιορισμένη την οικονομική του δυνατότητα, δεν μπορεί να συνεχίζει να χρησιμοποιείται για δικαιολόγηση των επιβαλλομένων οικονομικών μέτρων στα οποία νιώθει ο καθένας ότι αδιακρίτως  μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να πέσει θύμα τους. Εξάλλου, περιορίζονται, αν δεν εξαφανίζονται, τα οικονομικά κίνητρα που είναι πρόθυμοι να παράσχουν και στον ιδιωτικό τομέα.
         Οι ίδιοι οι υπουργοί δεν είναι πια και πολύ σίγουροι γι’ αυτό που κάνουν, του υπουργού Οικονομικών μη εξαιρουμένου με τις παλινωδίες του,  και θα τους είναι δύσκολο πια να επιδείξουν την έπαρση του υπουργού Υγείας Λοβέρδου που σχεδόν ήταν βέβαιος για  την απόγνωση του κόσμου αν εγκατέλειπαν την διακυβέρνηση(συνέντευξη στη «Realnews» τον Ιούλιο)
         Όταν όμως πια οι υποσχέσεις που δίνονταν για οικονομικά κίνητρα βελτίωσης της κοινωνικής θέσης είναι πια ανύπαρκτες, όταν η ανασφάλεια γενικεύεται, οι κυβερνώντες ποιον πραγματικά αποτελεσματικό γενικό μηχανισμό για διατήρηση της τάξης πέρα από το φόβο μπορεί να κινητοποιήσουν;
        Τα ιδεολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται έχουν εξαντληθεί και απαξιωθεί από τους ίδιους. Ποιο πατριωτικό αίσθημα να ενεργοποιήσουν, όταν πρωθυπουργός και υπουργός της χώρας δεν τολμούν όχι μόνο να εκφράσουν τη γνώμη τους  στους εταίρους, αλλά αυτοϋπονομεύουν την αξιοπιστία τους  και ευτελίζουν τη χώρα που εκπροσωπούν με τις έγγραφες διαβεβαιώσεις που ασυζητητί υπογράφουν; Σε ποιο ευρωπαϊκό όραμα να προσβλέπουν οι εργαζόμενοι όταν η συμπεριφορά των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ταυτίζεται μ’ αυτή των τοκογλύφων;
         Είναι αλήθεια ότι διαποτιστήκαμε, σχεδόν το σύνολο των εργαζομένων,  από τις αξίες  και τα πρότυπα συμπεριφοράς της κυρίαρχης  τάξης και αποκτήσαμε κοινή συνείδηση από έναν κοινό τρόπο ζωής  και έναν κοινό τρόπο σκέψης, ενώ συγχρόνως χάσαμε  πολλές από τις ιδιότητες  εκείνες, χωρίς τις οποίες ο αυτοσεβασμός μας θα είναι ανέφικτος και η συλλογική οργανωμένη πάλη αδύνατη, όπως  η αυτοθυσία, η αξιοπρέπεια, η αλληλεγγύη κλπ
        Θεωρούσαμε ότι η  οικονομική κατωτερότητα ήταν δείκτης της ταξικής κατωτερότητας. Το σύστημα μας επέτρεψε στον καιρό της ευμάρειας  να αποκτήσουμε χρήματα ώστε να χαρίσουμε στους εαυτούς μας, για μια σύντομη στιγμή, τις απολαύσεις  που η κυρίαρχη τάξη θεωρούσε  δικό της δικαίωμα. Με την οικονομική κρίση όμως  η προοπτική για βελτίωση του επιπέδου ζωής μας  έπαψε να είναι κίνητρο για υπεράσπιση του συστήματος και μόνο ο φόβος μένει για να συγκρατεί τον κοινωνικό ιστό.
       Φόβος όμως υπάρχει  όχι μόνο από την πλευρά των εργαζομένων αλλά και  από το  ίδιο το σύστημα εξουσίας.  Η εξαθλίωση  των φτωχών εργαζομένων τρέφει τις διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις που πάντα υπάρχει ο φόβος να γυρίσουν σε εξεγέρσεις. Το ΠΑΣΟΚ με τον εκτεταμένο έλεγχο των συνδικάτων ήταν μια εγγύηση για  την άρχουσα τάξη  της διασφάλισης της κοινωνικής τάξης.   Γιατί   φυσικά και προτιμούν  οι κυβερνώντες, εγχώριοι και ευρωπαϊκοί, τις ατέρμονες διαπραγματεύσεις και τους διπλωματικούς χειρισμούς από τη σύγκρουση, παρόλο που συνεχώς χρησιμοποιούν πολεμική ορολογία. Ακόμα όμως δεν φοβούνται μια εξέγερση γι’ αυτό συνεχίζουν να προτιμούν  να έχουν περισσότερα κέρδη παρά να είναι πρόθυμοι να δεχτούν παραχωρήσεις, γιατί αυτάρεσκα κι ίσως ανόητα πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν την κατάσταση.
        Άλλωστε,  οι μάζες των εξαθλιωμένων που δημιουργούν τα ανανεωνόμενα οικονομικά μέτρα δεν έχουν φτάσει σ’  εκείνο το σημείο  που θα είναι αρκετά δυνατές ώστε να κάνουν  την προοπτική της κοινωνικής εξέγερσης να φαίνεται χειροπιαστή και απειλητική, αλλά  προς  το παρόν φαίνονται αρκετά  αδύναμες για να πετύχουν κάτι περισσότερο από το να τρομάξουν.  Ακόμα και το ΠΑΣΟΚ που εκμεταλλευόμενο την ιστορία του και την εμπειρία του θεωρούσε ότι  είχε το πλεονέκτημα   της ικανότητας χειραγώγησης των διαμαρτυριών, δείχνει αδυναμία να προβλέψει τις μελλοντικές αντιδράσεις  του κόσμου. Ισως γι’ αυτό το εγχώριο κατεστημένο προετοιμάζει μεθοδικά τη διαδοχή του, πριν το σύνολο των εργαζομένων στοιχηθεί οργανωμένα εναντίον του
     Στην Ελλάδα, ο Δεκέμβρης του 2008 αυτό που άφησε  είναι ο φόβος της επανάληψής του. Όλες οι δημοσκοπήσεις και οι συζητήσεις  για εκλογές θέλουν να εστιάζουν,  και επιμένουν, στην αντιπαλότητα ανάμεσα στα δυο κόμματα εξουσίας και το πολύ να επεκτείνονται και στο υπόλοιπο φάσμα του πολιτικού κατεστημένου.  Αυτό  όμως που φοβούνται στην πραγματικότητα είναι ότι η βασική  αναμέτρηση  δεν θα είναι πια ανάμεσα στα  δυο κόμματα εξουσίας και ίσως ούτε ανάμεσα σ’ αυτά  και τις αριστερές δυνάμεις αλλά ανάμεσα στην κοινωνική τάξη και την εξέγερση.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΗ "ΣΩΤΗΡΙΑ" ΜΑΣ

         Συνεχίζουμε να ζούμε σε μια σύγχυση που  πια σχεδόν αγγίζει το χάος και μάλιστα  μέσα από μια διαδικασία που με δυσκολία καταλαβαίνουμε. Είναι πολύ δύσκολο να αντιληφτούμε  τις νέες  καταστάσεις  στις οποίες  καλούμαστε  να  επιβιώσουμε. Στους νέους μας, παιδιά ενός τρομακτικού κόσμου, που το μέλλον τους δεν μπορεί να προβλεφτεί, οι κυβερνώντες  το μόνο που προσφέρουν είναι έλεγχος, τρόμος και «ελπίδα» για μετανάστευση, αντί για την κατάκτηση της ευτυχίας και επιτυχίας, που υπόσχονταν μέχρι πριν λίγα χρόνια.  Οι πολιτικοί μας  ψεύδονται μέρα με τη μέρα, εμείς  καταπίνουμε τα ψέματα των ηγετών μας  από φόβο,  δειλία κι αδράνεια.
     Οι μικρομεσαίοι  αστοί  στρέφονται  ο ένας εναντίον του άλλου δίνοντας την εντύπωση ότι  τους ενδιαφέρει μόνο να γλυτώσουν οι ίδιοι προσωπικά. Διατηρούν ακόμα την ελπίδα για σταθεροποίηση ή σωτηρία της οικονομίας και αυτός μοιάζει ότι είναι ο μοναδικός σκοπός τους. Αναλώνονται   στις περιπτωσιολογίες και ηθικολογίες.
        Οι άνθρωποι του μεροκάματου, η εργατική τάξη που μεταμορφώνεται συνέχεια όχι μόνο πια από τα μεταναστευτικά κύματα των παρελθόντων ετών, αλλά και  τους  άνεργους μικροαστούς  που πληθαίνουν, ακόμα βρίσκονται   στη σιωπή και το μισοσκόταδο.
         Η χώρα σμπαραλιάζεται, οι κάτοικοί της εξευτελίζονται  εν ονόματι της σωτηρίας της. Ο καπιταλισμός  ταυτίζεται με καταστάσεις κοινωνικοοικονομικού πολέμου μέχρις εσχάτων και το κέρδος πια παίρνει τη μορφή κλοπής. Αυτοί  που έχουν μπουχτίσει από τα πλούτη, έχουν  πλουτίσει από τους πόνους των εργαζομένων  και από τις αγωνίες τους ετοιμάζονται να ολοκληρώσουν τα εγκλήματά τους,  για να εξασφαλίσουν κέρδη και δύναμη. Όσο οι προσπάθειές τους αποτυχαίνουν τόσο περισσότερο σκληραίνουν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στις ζωές των ανθρώπων και ποτέ δεν τους  λείπουν οι σοφιστείες για να μας καθησυχάζουν: η σωτηρία του ευρώ, τα ιερά  δικαιώματα του «επιχειρείν», ο νόμιμος αγώνας για περισσότερο κέρδος, τα ύψιστα συμφέροντα της Προόδου, αυτού του μυθικού τέρατος,  αυτού του συζητήσιμου καλύτερου  που οι κρατούντες  του θυσιάζουν το καλό, το καλό των άλλων.
       Οι  ντόπιοι κυβερνώντες προσπαθούν τις δέσμες οικονομικών μέτρων που τους επιβάλλονται,  για να εφαρμόσουν, να τις εμφανίζουν με αξιώσεις  μεσσιανικής ιδεολογίας, όπου ευρωπαϊκή ένωση και Δ.Ν.Τ έχουν μεταμφιεστεί σε μεσσίες. Δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν ότι όλες οι ενέργειές τους αποσκοπούν στη σωτηρία του έθνους, την ίδια στιγμή που η αρχή της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας συρρικνώνεται και χρησιμοποιείται μόνο ως ιδεολογικό προκάλυμμα για να  εξωραϊστούν  πολιτικοοικονομικά  κέντρα εντός των οποίων, ανάλογα με το συσχετισμό δυνάμεων,  διαμορφώνονται οι δεσμευτικές για τους λαούς αποφάσεις.
       Η απομόνωση, ο κατακερματισμός των δυνάμεων μας, η έλλειψη πίστης  μας για το μέλλον, η αρνητική στάση μας στην πολιτική και σε κάθε είδους οργάνωση, η αναποτελεσματικότητα των αντιδράσεων  μας ενισχύουν την απαισιόδοξη αντίληψη για την κοινωνικοπολιτική κατάσταση  και  συντελούν στη γέννηση του πόθου για σωτηρία  από παράγοντες έξω από μας, που  θα προκαλέσουν την  αναμόρφωση και αποκατάσταση της προηγούμενης κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Η κρίση εμφανίζεται διαταξική και φαίνεται να αποδεχόμαστε την αποσυσχέτιση των πολιτικών αποφάσεων της εξουσίας από κάθε  κοινωνικό έλεγχο, αναμένοντας τη σωτηρία, με αντάλλαγμα την εκχώρηση του συνόλου των δικαιωμάτων μας.  
        Ενα όμως πράγμα είναι αναμφισβήτητο, ότι   βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα   στις κοινωνικές τάξεις, όσο κι αν οι περισσότεροι θεωρούμε ότι οι κοινωνικές τάξεις «συγχωνεύτηκαν». Κάποιοι έχουν  περισσότερα από όσα τους χρειάζονται για να ζουν, γιατί θεωρούνται  οι πιο άξιοι. Εμείς  όμως δεν έχουμε αρκετά.  Με εμμονές για την αξιοκρατία  αμφιβάλλουμε αν     δικαιούμαστε  περισσότερα από αυτούς. Αν τους αρέσει όμως  η ανισότητα, ας προσέξουν  μήπως  αύριο  στραφεί ενάντιά τους.
        Κι έχουμε τον τρόπο για να το κάνουμε, αρκεί να μετασχηματίσουμε τα παραδοσιακά μέσα οργάνωσης,  τα συνδικάτα. Από την επίσημη προπαγάνδα  καταβάλλεται κάθε προσπάθεια  για να μην αναπτυχθεί  η αλληλεγγύη των εργαζομένων μέσω των συνδικάτων. Η δική μας μαζική συμμετοχή σ’ αυτά, ιδιαίτερα των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα, θα ήταν δυνατό  αντί για  εκτόξευση κούφιων  απειλών που καταντούν γραφικές,  να ακυρώσουμε την πλειοψηφία των οικονομικών μέτρων που προσπαθούν να εφαρμοστούν.  Αυτά τα απαξιωμένα συνδικάτα με την δική μας συμμετοχή  μπορούν από φορείς μιας τελετουργικής, τυποποιημένης δράσης, από  στηρίγματα για τις κομματικές πρωτοβουλίες ή βλέψεις  και  από κοινωνικοί  εταίροι στις  πάλαι ποτέ εργασιακές διαβουλεύσεις να γίνουν μοχλοί δράσης και κοινωνικών κινητοποιήσεων.
     Η "σωτηρία" μας είναι δικό μας έργο.

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Η ΚΡΙΣΗ;

      Των εργαζομένων όλη μας η σκέψη και ενέργεια προσανατολίζεται στο δημοσιονομικό έλλειμμα,  την ίδια στιγμή που είναι  το έλλειμμα πολιτικής μας εγρήγορσης, κοινωνικής  μας ευαισθησίας, ακόμα και  επαναστατικής μας πίστης το οποίο μας οδηγεί στην οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση.
        Ακόμα και τώρα που είναι μαθηματικά βέβαιο ότι οδεύουμε στον όλεθρο, οικονομικό και κοινωνικό, η πλειοψηφία αδυνατούμε να απελευθερωθούμε από τις ψευδαισθήσεις μας και συνεχίζουμε την αυτάρεσκη μοναχικότητα μας στην αντιμετώπιση της επίθεσης από την κυρίαρχη τάξη.
         Έχοντας  τόσα  χρόνια διδαχτεί  να είμαστε πειθήνιοι και επιτυχημένοι και το πολύ πολύ να εκφράζουμε την όποια δυσαρέσκειά μας  κυρίως μέσα από ομάδες που αφορούσαν σε συγκεκριμένους χώρους και καθημερινά προβλήματα, περιορίσαμε την πολιτική στην κλίμακα της κοινότητας, είτε εργασιακής είτε κοινωνικής κλπ.  Ξεχάσαμε πως κάθε συμφέρον, ακόμα και το πιο ιδιωτικό,  αρθρώνεται πολιτικά σε ευρύτερα οργανωμένα σύνολα. Κάπως έτσι ασκώντας ανελέητη κριτική σε αριστερές προοπτικές που στηρίζονταν σε μαρξιστικές αναλύσεις   τις αναιρέσαμε ως επαναστατική δύναμη και πιστέψαμε ότι  τα διάσπαρτα κοινωνικά κινήματα (για την προστασία του περιβάλλοντος μέχρι την προστασία των ζώων) ήταν ικανά να κλονίσουν η και να ανατρέψουν τα παραδοσιακά και παραδεδομένα σχήματα νομής της εξουσίας, προς όφελός μας.  Στο τέλος, από δύναμη ανατροπής που πιστέψαμε πως ήταν, κατέληξαν δύναμη μεταμορφωτική του υπάρχοντος συστήματος, καθιστώντας πιο σταθερή τη θεσμική  αντιπροσώπευση και δίνοντας απλώς την ευκαιρία σε πολλούς από μας   να κερδίσουμε σε ατομικό επίπεδο την αναγνώρισή μας απ’ αυτά,  για να αφομοιωθούμε παθητικά από το ίδιο το σύστημα που πολεμούσαμε, διευρύνοντας μάλιστα την αφομοιωτική του δύναμη.
         Στην εποχή του μνημονίου κινήματα όπως το «δεν πληρώνω» η ακόμα και των «αγανακτισμένων» έδειξαν  να θορυβούν την εξουσία  περισσότερο επειδή ανησύχησε μήπως δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για  μαζική οργάνωση των εργαζομένων  σε ευρύτερη πολιτική  βάση, που δεν θα μπορέσουν να ελέγξουν,  και συντελέσουν να  προσδεθούν σε ιδεολογία και ν’ αποκτήσουν μια συνεκτική ταυτότητα, αρθρώνοντας συγκροτημένο και στοχευμένο πολιτικό λόγο,   παρά για τα αποτελέσματά τους στο πολιτικά πρακτέο.
        Ταυτόχρονα και  τα  συνδικάτα, μέχρι τώρα, έδιναν  προσοχή στις πραγματικότητες των επαγγελματικών αγώνων περισσότερο με οικονομικά  αιτήματα, ενώ  ο σφιχτοαγκαλιασμός τους με την κομματική εξουσία μείωνε  τη δύναμή τους και το ρόλο τους στην κοινωνία, με αποτέλεσμα την αδυναμία  κοινής δράσης,  με ταξικά αιτήματα,  κυρίως με εκείνα τα  τμήματα της εργατικής τάξης που θίγονταν από την εξουσία  περισσότερο. Η όποια κριτική που  τους γινόταν σκόπευε να οδηγήσει   στην αμφισβήτηση κάθε μορφής οργάνωση και κατέληξε σε ανεπανόρθωτες βλάβες για  τις μαζικές κινητοποιήσεις.
          Στην εποχή του μνημονίου ακόμα κι αν τα συνδικάτα έχουν γίνει μια ακόμα μεταβλητή του πολιτικού συστήματος, σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενη, υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να διαπεράσουν τα όρια του συστημικού  και να βρεθούν από την άλλη πλευρά των κυρίαρχων θεσμών. Εξαρτάται πως θα τα χρησιμοποιήσουμε, για να αντιδράσουμε στην επιδρομή της κυρίαρχης τάξης  ενάντια στους εργαζόμενους. Η μεθόδευση που ξεκίνησε από το ΚΚΕ για  άρνηση πληρωμής της εισφοράς για την  ακίνητη περιουσία μέσω συνδικαλιστικών φορέων είναι ένα πρώτο βήμα για να βρεί τον ταξικό του βηματισμό ο συνδικαλισμός, ακόμα κι αν πολλοί θεωρούν ότι η κινητοποίηση για την μικροϊδιοκτησία  υποτάσσει τους αγώνες στις επιταγές του μικρομεσαίου νοικοκύρη. Πρέπει όμως να λαμβάνονται  υπόψη τα τεράστια προβλήματα,  τα σημεία πάνω στα οποία  εδράζεται η αγωνία των εργαζομένων.  Αυτά που οι εργαζόμενοι θεωρούν σημαντικά  αυτά είναι και τα θεμελιώδη προβλήματά τους. Δεν μπορεί να  υπάρχει πρόγραμμα έξω από τους πραγματικούς αγώνες. Αν ο έκτακτος φόρος για τα ακίνητα μπορεί να  μας συνενώσει ας χρησιμοποιηθεί σαν αφετηρία για τους κοινούς αγώνες των εργαζομένων.
           Άλλωστε  η  εγχώρια άρχουσα τάξη  κραυγάζει δυνατότερα τώρα για επιτάχυνση εφαρμογής μέτρων «μεταρρύθμισης» που στρέφονται   στην αποδοχή των αρχών του κέρδους, συρρίκνωσης  εργασιακών δικαιωμάτων, υποβάθμισης της ποιότητας ζωής των εργαζομένων,   για να προλάβει  την ανατροπή  που εμφανίζεται αναπότρεπτη.
        Με τα αλλεπάλληλα μέτρα της κυβέρνησης αναδεικνύονται οι οικονομικές της αντιφάσεις, οι οποίες όμως δεν παύουν να τελούν ύπο τον έλεγχο των παρεμβάσεων των εγχώριων και διεθνών κέντρων. Για τους εργαζόμενους όμως  το ζήτημα πια  δεν παίζεται στο επίπεδο της κατάργησης του   τάδε ή δείνα   οργανισμού, της  μετακίνησης ή όχι εργατικού δυναμικού, της δημιουργίας μεγαλύτερης ή μικρότερης  εργασιακής ανασφάλειας, αλλά στο επίπεδο των πολιτικών προσανατολισμών και της προοπτικής των λαϊκών κινητοποιήσεων. Όσο συνεχίζεται η πραγματικότητα των λαϊκών μαζών να δίνει την εικόνα  μιας κατακερματισμένης κοινωνίας, οι εργαζόμενοι να κατέχονται από ατομικιστικές και απολιτικές ιδεολογίες οι πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες  θα ακολουθούν μια σισύφεια πορεία. Δεν υπάρχει αποτελεσματικότητα  έξω από ένα πολιτικό σχέδιο, που ξεκινώντας από τους αγώνες   ενάντια στα οικονομικά μέτρα θα βάλει σε ριζική  αμφισβήτηση και τις υπάρχουσες δομές κυριαρχίας.
      Αν οι εργαζόμενοι δεν συνειδητοποιήσουμε ότι ο αγώνας μας είναι κοινός και ταξικός και δεν πάψουμε να στρεφόμαστε η μια επαγγελματική  ομάδα εναντίον της άλλης, π.χ.  ιδιωτικοί εναντίον δημοσίων υπαλλήλων και τούμπαλιν, ακολουθώντας τη λογική της κυρίαρχης τάξης η συναίνεση θα γίνει κυρίαρχη ως προς την αντίληψή μας για την οικονομική κρίση.  Η ιδέα της κρίσης θα γίνεται δεκτή και με τις δυο εκδοχές της, από τη μια ως «θυσία» από την άλλη ως εθνική αλληλεγγύη, ενώ η πολιτική της κυρίαρχης τάξης   δεν θα  γίνεται  αντιληπτή σε όλη της την έκταση παρά μόνο τη στιγμή που  η οικονομική εξαθλίωση γίνει αναπόφευκτα  και  προσωπικό μας πρόβλημα. Και τότε ποιος θα έχει απομείνει να  αντιδράσει;

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

      Ολόκληρη η χώρα βρίσκεται παγιδευμένη σε εκβιαστικά διλήμματα και απειλές από  αυτό το κόμμα που η  αποθεωτική του νίκη στις εκλογές του ’81 επιτεύχθηκε με την υπόσχεση της Αλλαγής.   
       Τα ιδεολογικά και  κοινωνικά στηρίγματα του ΠΑΣΟΚ, από τότε που ιδρύθηκε, ήταν ο λαϊκισμός και οι μικροαστοί αντίστοιχα. Με επιδεξιότητα  κατάφερε να μπερδέψει  το λαϊκισμό με τη λαϊκότητα και τους μικροαστούς με το λαό γενικά. Έτσι κέρδισε την εμπιστοσύνη και υποστήριξη  της  μεγάλης πλειοψηφίας του κόσμου, που έβλεπε  να ασκείται πολιτική, ιδιαίτερα στην πρώτη τετραετία της διακυβέρνησής του ΠΑΣΟΚ, στην ορατή κλίμακα των δικών του προβλημάτων που τον αφορούσαν άμεσα.
        Το ΠΑΣΟΚ οικειοποιήθηκε  το αίτημα της αριστεράς για  κοινωνικό  μετασχηματισμό,   που ήταν έστω και ονομαστικά, αίτημα και της κοινωνίας και συνθηματολογώντας εναντίον των  μονοπωλίων που φόβιζαν τους μικρομεσαίους  και εναντίον των  εξωτερικών  επεμβάσεων, κατήγαγε το 1981 λαμπρά νίκη.  
        Αφού λοιπόν το ΠΑΣΟΚ στέριωσε και έκανε αποδεκτό σ’ αυτήν την πρώτη τετραετία κοινωνικά το πολιτικό του καθεστώς ( π.χ. έλεγχο του συνδικαλισμού)  σ΄ όλα τα υπόλοιπα χρόνια διακυβέρνησης του, κατάφερε να το χρησιμοποιήσει για επιβολή των επιλογών του,  χωρίς βεβαίως  να έχει καμιά πρόθεση να επέμβει στη δομή της οικονομίας, στις σχέσεις παραγωγής. Δεν έκανε ποτέ τα κρίσιμα βήματα για εφαρμογή των υποσχέσεών του που θα προσέδιδαν  μια μονιμότερη συνέπεια στην πολιτική που ευαγγελιζόταν ( π.χ. έξοδος από την τότε ΕΟΚ).
        Στην πραγματικότητα, το μέλλον που υποσχόταν τόσο  η Νέα Δημοκρατία όσο και το ΠΑΣΟΚ ήταν το ίδιο, άρα λίγο ή πολύ και η πολιτική τους θα ήταν ανάλογη. Το ΠΑΣΟΚ εγκαταλείποντας βαθμιαία και με μαεστρία τη συνθηματολογία της αλλαγής, κατάφερε να διαγράψει και μέσα από την κοινωνία κάθε προοπτική μετασχηματισμού της. Κυρίαρχη προοπτική έγινε ο φιλελευθερισμός με όλες τις εκδοχές του, και η κοινωνία εσωτερίκευσε και  αποδέχτηκε  ότι μόνη κυρίαρχη προοπτική είναι ο  καπιταλισμός
     Η αριστερά, κομμουνιστική  ή ανανεωτική,  στα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ  παγιδεύτηκε  η αποκοιμήθηκε από τη συνθηματολογία του και σε πολλά το στήριξε (αναγνώριση εθνικής αντίστασης κλπ). Αυτή η στήριξη ή συμπόρευση  κόντεψε να τη διαλύσει ως αυτόνομη πολιτική δύναμη, με αποκορύφωμα   ’89.
       Από το 1985 και μετά έχουμε την στροφή του ΠΑΣΟΚ με τα σταθεροποιητικά προγράμματά του. Οι  ιδεολογίες και οι ιδεολόγοι, όσοι υπήρχαν, υποχώρησαν, τα πανανθρώπινα  οράματα τέλειωσαν και όσοι ασκούσαν πια μικροεξουσία  άρχισαν περισσότερο να φροντίζουν για το…. ατομικό τους όραμα, του πλουτισμού τους η αύξησης της πολιτικής  δύναμής τους.
          Και φτάσαμε στα χρόνια του μνημονίου, το οποίο  υπογράφτηκε  από το ίδιο κόμμα που ευαγγελιζόταν το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Τώρα, ο υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, Ε. Βενιζέλος,  με την αδηφάγο φιλοδοξία του, ελπίζοντας ίσως να αξιωθεί μια δόξα του επιπέδου του Τσώρτσιλ,  επαναλαμβάνει τα λόγια του για «αίμα και δάκρυα» για να μας πείσει για την κρισιμότητα των καταστάσεων. Κι ενώ οι κυβερνώντες του ΠΑΣΟΚ υποσχέθηκαν διαφάνεια και δημοκρατία μετέρχονται  όλα τα  εκφοβιστικά  μέσα για εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου, κι ενώ  υποσχέθηκαν, (συνεχίζοντας να δίνουν ακόμα την ίδια υπόσχεση, 37 χρόνια τώρα)  σοσιαλισμό ταυτίζονται  με τον πιο άγριο καπιταλισμό. Και πάλι μεγάλα κοινωνικά στρώματα παγιδεύονται…
       Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι  ο  τρόπος άσκησης της πολιτικής από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ όλο και περισσότερο  δείχνει να ταυτίζεται με φαινόμενα των ολοκληρωτικών καθεστώτων  του μεσοπολέμου. Οι κοινωνικές τους ρίζες και η λαϊκή τους απήχηση στα μικροαστικά στρώματα της κοινωνίας,  η ιδεολογία τους που έχει κάποια αριστερή ή σοσιαλίζουσα καταγωγή, η υπογράμμιση της ικανότητάς τους για εξασφάλιση της τάξης που απειλείται από δυνάμεις που  αντιστρατεύονται στην πολιτική τους, ο εκφοβισμός μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων, η συμπόρευση σε ουσιαστικές επιλογές με ακροδεξιά κόμματα (π.χ. στήριξη του ΠΑΣΟΚ από το ΛΑΟΣ στη ψήφιση του μνημονίου), είναι ομοιότητες  οι οποίες θα πρέπει να μας κρατούν σε εγρήγορση για την αποφυγή εφιαλτικών καταστάσεων, που θα εξασφαλίζουν μόνο   την οικονομική και πολιτική  κυριαρχία του  μεγάλου κεφαλαίου. 
        Βέβαια, στις μέρες μας δεν έχουμε την ανατροπή του κοινοβουλευτισμού, γιατί απλώς με κάποιες παρεκκλίσεις ή νοθεύσεις του,  με τη συνεπικουρία των μέσων ενημέρωσης, δηλ. με την ιδεολογική χειραγώγηση της κοινωνίας, μπορούν να επιτύχουν οι κυβερνώντες τα ίδια αποτελέσματα που παλιότερα θα χρειαζόταν ίσως και τη χρήση βίας.
        Με μια κοινωνία όμως που δείχνει να βρίσκεται σε τέλμα, σχεδόν παράλυτη από το φόβο, δίνονται  πολλά περιθώρια  στους κυβερνώντες να επιδεικνύουν την αλαζονεία τους και την έπαρσή τους και να απειλούν την κοινωνία με αφωνία και  απαγόρευση  της έκφρασης όποιας αντίδρασης… για το καλό της χώρας
       «..Ο καθένας που λέει το ο,τιδήποτε - πολιτικός, δημοσιογράφος, αναλυτής, επιχειρηματίας, ακαδημαϊκός- πρέπει να έχει συνείδηση ότι αυτά που λέει μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρήματα κατά της χώρας…
..Αν, λοιπόν, έρθει η Τρόικα και πει «λόγω του κλίματος, των δηλώσεων και των απειλών, εγώ πρέπει να κάνω μειωμένο υπολογισμό απόδοσης», θα πρέπει εμείς να έρθουμε και να πάρουμε πρόσθετα μέτρα. Άρα, αυτή η δημόσια συζήτηση, όταν διεξάγεται με επιπόλαιο και ανεύθυνο τρόπο, στην πραγματικότητα μας εμποδίζει να εφαρμόσουμε ένα οργανωμένο και δίκαιο μέτρο και επιβάλλει μέτρα, τα οποία είναι εκβιαστικού χαρακτήρα. Και αυτό το προκαλούμε μόνοι μας και υπονομεύουμε και μόνοι μας την αξιοπιστία της χώρας διεθνώς. Αυτό κάνουμε…»
        Με τις δηλώσεις  αυτές του  υπουργού Οικονομικών Ε.  Βενιζέλου  στις 18 Σεπτεμβρίου,  μετά την έκτακτη κυβερνητική σύσκεψη, επισήμως και ξεκάθαρα ο κυβερνητικός λόγος οικειοποιείται τις μεθόδους προπαγάνδας ολοκληρωτικών καθεστώτων για να κατασκευάσει τους τρομοκρατικούς μύθους που έχουν ως λειτουργία την  αναντίρρητη  αποδοχή από  τους εργαζόμενους των αποφάσεων κυβέρνησης –τρόικας.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

     Στο ρ/σ FLASH   ο πρώην υφυπουργός  Γεώργιος Ντόλιος, με  περιφρονητική   διάθεση για το σύνολο των εργαζομένων, προσπάθησε να δικαιολογήσει την επιβολή φόρου στα ακίνητα με αφελή επιχειρήματα  η προβληματισμούς, όπως  η εμμέσως εκφραζόμενη υποψία του για τον τρόπο που αποκτήθηκαν αυτά τα ακίνητα  ή η αυθαίρετη διαπίστωσή του ότι  οι μισοί έλληνες είναι εισοδηματίες και οι άλλοι  μισοί ασκούν κάποιο από τα κλειστά επαγγέλματα.
        Δεν είναι η πρώτη φορά που στελέχη του ΠΑΣΟΚ διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, χωρίς αιδώ και λογική, για να δικαιολογήσουν τις πολιτικές αποφάσεις της κυβέρνησής τους, ούτε και αυτό  συμβαίνει  μόνο τώρα. Η ειδοποιός όμως διαφορά από  παρόμοιες συμπεριφορές, ανεξαρτήτως του κόμματος που ήταν στην εξουσία, είναι η  συντονισμένη προσπάθεια που γίνεται απαξίωσης  και συκοφάντησης  του συνόλου των εργαζομένων. Και βέβαια είναι κοινωνιολογικά ενδιαφέρον  η επισήμανση της κοινωνικής προέλευσης όλων αυτών των στελεχών του ΠΑΣΟΚ, που  σχεδόν με μένος καταφέρονται εναντίον του συνόλου των εργαζομένων. Η μικροαστική προέλευση των περισσότερων (ο συγκεκριμένος υφυπουργός στο βιογραφικό του δηλώνει  αγροτικής καταγωγής) τείνει να επιβεβαιώσει την αντίληψη για τον ασταθή  ρόλο της μικροαστικής τάξης στις καπιταλιστικές κοινωνίες.
         Μετά τον εμφύλιο η υποταγή μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού  στην κυριαρχία του μπλοκ εξουσίας που επικράτησε,  οργανώθηκε από το κράτος, που, πέρα από τα αποτελέσματα που παρήγαγε σε επίπεδο ιδεολογίας, αποτελούσε και το χώρο που διαμορφώνονταν  οι υλικοί όροι αυτής της υποταγής. Ήταν το κράτος που εκφόβιζε και  είχε το δικαίωμα ακόμα και της εξόντωσης  των ανυπότακτων. Ήταν το κράτος που  μπορούσε να προωθεί τη συναίνεση, έχοντας πρώτα καταφέρει τη συντηρητικοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.
       Ένας παράγοντας που συνετέλεσε στη συντηρητικοποίηση, στην οποία   στηριζόταν η  συναίνεση,  ήταν   και ο  τρόπος  που καρπώνονταν κέρδη από τη γη η μικρή ιδιοκτησία. Αναπτύχθηκαν μηχανισμοί παραγωγής μεγάλου ποσοστού κέρδους από τη γη που ανακατανεμόταν στο εσωτερικό πλατιών μικρομεσαίων στρωμάτων και αποτελούσε βασικό στοιχείο  της κοινωνικής τους συγκρότησης. Οι μηχανισμοί αυτοί εκδηλώνονταν κυρίως με την κατάτμηση της γης σε πολύ μικρές μερίδες, την οικοπεδοποίηση της και την εντατική εκμετάλλευση που γινόταν, και γίνεται,  συνήθως με τους μεγάλους συντελεστές δόμησης και τη μέθοδο της αντιπαροχής.
      Όταν στη δεκαετία του ΄60  ο Καραμανλής  και με την αντιπαροχή συνέβαλε στη δημιουργία μιας πλατιάς μάζας μικροαστών, ήλπιζε  ότι ο στενός  πολιτικός ορίζοντας της μικροαστικής τάξης  και  ο  πόθος της για πλουτισμό, σε συνδυασμό με τις επικρατούσες πολιτικές συνθήκες θα   εξασφάλιζαν στο κόμμα του μια σταθερή πελατεία και το κυριότερο, θα εδραιώνονταν  οι υλικοί όροι για υποταγή τους στην κυρίαρχη εξουσία.
     Μετά τη μεταπολίτευση το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιώντας ως  ιδεολογικό όχημα αριστερή φρασεολογία, κερδίζοντας οπαδούς από τους περιθωριοποιημένους της προχουντικής κοινωνίας διεύρυνε τη μάζα των μικροαστών διανοίγοντας πολλές ατραπούς για πρόσβασή τους σε απεικάσματα εξουσίας.   
    Έτσι, στα χρόνια της μεταπολίτευσης,  με την επικράτηση της μικροαστικής νοοτροπίας στην ελληνική κοινωνία, που η άρχουσα τάξη ενίσχυε, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας επιδίωκε και ποθούσε να διεισδύσει στην προνομιούχα μειοψηφία, πράγμα που καθόρισε την ουσιαστική στροφή  στη συντηρητικοποίηση σχεδόν του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας,  όχι με κριτήρια αστικής ηθικής αλλά κοινωνικής πρακτικής,  και την κυριαρχία  του ατομικισμού.
     Στον καιρό της ευμάρειας  οι κυβερνώντες και των δυο κομμάτων εξουσίας ευνοούν, κολακεύουν και υποτάσσονται πρακτικά στις επιταγές του μικρομεσαίου νοικοκύρη, αφού και η πλειοψηφία αυτών που κατέχουν κυβερνητικές θέσεις  προέρχονται από τις τάξεις τους. Οσο καιρό η πίττα είναι αρκετή για όλους,  οι μικροαστοί στους οποίους δόθηκαν κυβερνητικές θέσεις μπορούν να εκδηλώνουν εμπράκτως τη συμπαράταξή τους με τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας της τάξης από την οποία προέρχονται.
     Στον καιρό όμως του μνημονίουη μικροαστική νοοτροπία κυριαρχεί σε όλους τους μικροαστούς της εξουσίας.   Η συντηρητικότητά τους, ο ατομικισμός τους, το ανομολόγητο σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στους «γεννημένους» αστούς, τους κάνει  να ενδίδουν εύκολα στη πιο αντιδραστική  δημαγωγία και να εμφανίζονται «βασιλικότεροι του βασιλέως», θεωρώντας ότι μ΄ αυτή τη συμπεριφορά  εξασφαλίζουν τα διαπιστευτήρια  για την … άλλη πλευρά, της άρχουσας τάξης.
      Οι οικονομικοκοινωνικές συνθήκες της ζωής τους  έθεσαν και σ’  αυτούς τη σφραγίδα τους στην ψυχολογία και την ιδεολογία τους. Αιωρούνται μεταξύ της μιας και της άλλης πλευράς. Προς τους εργαζόμενους επιμένουν να επικαλούνται εθνικό συμφέρον, μια …ιδιάζουσα δικαιοσύνη και προοδευτικότητα, καλλιέργεια ενοχής κλπ. για να δικαιολογήσουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Προς εκπροσώπους  των πολιτικοκοινωνικών κέντρων της Ευρώπης  ασκούν την ευλυγισία της ραχοκοκαλιάς τους.
      Οι αυταπάτες τους και οι αδυναμίες τους   αντανακλούν τις δικές μας, μόνο που αυτοί ακόμα νομίζουν ότι ανήκουν στην … κυρίαρχη τάξη. Εμείς;

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

«ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΣΤΡΑΤΕΥΣΗ»


       Δυο χρόνια σχεδόν  τώρα τι άλλο θα μπορούσε πειστικότερα να μας επισημάνει την ατελέσφορη αποτελεσματικότητά της κυβέρνησης, όσον αφορά στους  δηλωμένους στόχους της   και στον εφήμερο χαρακτήρα των αποφάσεών της, από τις εξαγγελίες της για τα προγράμματά της, έστω και σαν κακέκτυπες εφαρμογές των εντολών της τρόικας,  που εξασφαλίζουν κάθε φορά  την έξοδο από την κρίση και μέσα σε μερικές εβδομάδες  γκρεμίζονται;
         Οι εξαγγελίες της κυβέρνησης δίνουν την εντύπωση  ότι είναι προσπάθειες  απλώς να μην ξεφύγει σήμερα από τις εντολές  υποταγής στα κυρίαρχα οικονομικά κέντρα, χωρίς όμως να ενδιαφέρεται  για τις επιπτώσεις τους στους εργαζόμενους, αν και εν ονόματι της «σωτηρίας» τους ενεργεί,  με αποτέλεσμα   να μην παραδέχεται   τη θεμελιακή πολιτική βάση από όπου ξεκινάει, στην οποία ανήκει και το ξεκαθάρισμα του νοήματος  των επιλογών της αλλά και της δυνατότητας της πολιτικής της.  
         Ο Παπανδρέου με την πολιτική του δραστηριότητα   μπορεί να θεωρηθεί σαν έκφραση μονόπλευρων συμφερόντων, αυτών της   άρχουσας πολιτικοκοινωνικής  τάξης, και γι’ αυτό με τις πράξεις του και το λόγο τους προσανατολίζεται στα πρότυπα, τις αξίες, τους κανόνες αυτής της τάξης.
         Η πολιτική της κυβέρνησης,  χωρίς να ομολογείται  ότι είναι ταξική, φτάνοντας σε αδιέξοδο και έχοντας  ανάγκη τουλάχιστον  την ανοχή των εργαζομένων,  επιδιώκει ν’  αφαιρέσει από κάθε κοινωνικό στρώμα την ίδιαίτερή του οπτική, επικαλούμενη το εθνικό συμφέρον, για να τα μετατρέψει  πολιτικά σε ομοιόμορφη και ανέκφραστη μάζα.
     Η εθνική συστράτευση και το εθνικό συμφέρον χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρο σαν ιδεολογικό προκάλυμμα από πρωθυπουργό και υπουργούς στις εξαγγελίες τους στη ΔΕΘ για να πείσουν. Την ίδια στιγμή που η όποια οικονομικοπολιτική εξέλιξη της χώρας καθορίζεται ερήμην του λαού της, που η επέμβαση εξωτερικών  οικονομικοπολιτικών κέντρων παίρνει  θεσμικές διαστάσεις καταργώντας  την εθνική κυριαρχία, οι κυβερνώντες  διατείνονται ότι όλα γίνονται για χάριν του έθνους, το οποίο ακριβώς  με τις ενέργειές τους υπερβαίνουν. Η ιδεολογία που χρησιμοποιούν δείχνει το ασυμβίβαστο με την πολιτική πραγματικότητα μοντέλο που επικαλούνται , που φιλοδοξεί από παραδοσιακές δομές (οικογένεια, έθνος κλπ.) να δικαιώσει  μακροπολιτικούς συσχετισμούς σε επίπεδο ευρωζώνης και παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.  Στη ρίζα  αυτής της αντίφασης φαίνεται να υπάρχει η προσπάθεια των κυβερνώντων να  παρασύρουν τους εργαζόμενους στην αποδοχή της πολιτικής τους, χρησιμοποιώντας τα παραδοσιακά ιδεολογικά επιχειρήματα της άρχουσας τάξης, τα οποία όμως ακυρώνονται από την ίδια την πολιτική πραγματικότητα, που αναδεικνύει  τον ταξικό χαρακτήρα αυτών των επιλογών.
      Το ιδεώδες της κυβέρνησης, και κάθε κυβέρνησης που υπό τις παρούσες  συνθήκες θ’ αναλάβει να διεκπεραιώσει τις εντολές της τρόικας, είναι η κλειστή  ουσιαστικά διακυβέρνηση βασισμένη στην  οικονομική  εξαθλίωση των υποτελών τάξεων και στην ελεγχόμενη ανταλλαγή πληροφοριών. Η ανθεκτικότητα βέβαια της   εξουσίας τους, προς το παρόν, προϋποθέτει  τη θεσμοθέτηση  των αποφάσεών τους, η οποία είναι συνάρτηση της αποδοχής τους από την πλειοψηφία.
        Ο πρωθυπουργός συνεχίζει να επαίρεται για  την ικανότητά του να πείσει τους  ξένους να φανούν τόσο γενναιόδωροι στην χώρα μας με το δάνειο που μας έδωσαν «για πρώτη φορά σε κράτος σε όλον τον πλανήτη», ίσως αγνοώντας ότι έτσι  επιβεβαιώνει  τη διαπίστωση για το ρόλο των εσωτερικών πολιτικών δυνάμεων που από συστάσεως ελληνικού κράτους επεζήτησαν ή συμβιβάστηκαν με έξωθεν επεμβάσεις.
      Με όλα αυτά προσπαθούν να μας πείσουν να αναγνωρίσουμε τις εξουσιαστικές συνθήκες, όπως τις διαμορφώνουν και γι’ αυτό σχεδόν απαιτούν το συμβιβασμό των εργαζομένων με τη δεδομένη κατάσταση.
     Οι πραγματικές προθέσεις όμως  της κυβέρνησης αποκαλύφτηκαν με την αποστροφή  του πρωθυπουργού ότι «στόχος είναι σε κάθε οικογένεια να υπάρχει τουλάχιστον ένας εργαζόμενος και  να μη μείνει χωρίς εισόδημα».  Γι’  αυτό η τρόικα  πιέζει για εφαρμογή των διαρθρωτικών αλλαγών, που ακριβώς αυτό εξασφαλίζει, με το πρόσχημα της εκπλήρωσης των δανειακών μας συμβάσεων.
      Όλος ο λόγος του πρωθυπουργού και των υπουργών του στρέφεται στην πραγματικότητα προς την επίτευξη αυτού του συγκεκριμένου στόχου, που δεν είναι παράπλευρο αποτέλεσμα, αλλά ο βασικός στόχος, γιατί η διάσωση του πολιτικοοικονομικού συστήματος με τη σημερινή του μορφή στηρίζεται στην  οικονομική εξαθλίωση των εργαζομένων.  Η πολιτική  τους δραστηριότητα υπερβαίνει την υπάρχουσα κατάσταση, αφού επιδιώκει την αλλαγή της, για χάρη της διατήρησης της κατάστασης κερδοφορίας ή τουλάχιστον περιορισμού των απωλειών του μεγάλου κεφαλαίου,  με την αντιμετώπιση ή την πρόληψη κάποιων παραγόντων που θα το έβλαπταν.
     Καιρός είναι πια οι εργαζόμενοι να πάψουμε να ασχολούμαστε με το πώς ή αν θα παταχθεί η φοροδιαφυγή, αν θα επιβληθεί νέος φόρος κλπ., γιατί όλα αυτά είναι απλώς συμπληρωματικές μορφές του βασικού στόχου την πολιτικής δραστηριότητας του συνόλου της ευρωζώνης – της  απόλυτης οικονομικής μας εξαθλίωσης. Οι δικές μας ενέργειες  πρέπει να επικεντρωθούν στην ανατροπή συνολικά αυτής της πολιτικής, με την ενότητα και οργάνωση όλων των εργαζομένων.