Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020

ΦΩΤΙΑ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Κι ύστερα από τη φωτιά στο Κ.Υ.Τ της Μόριας στη Λέσβο, πάνω από 12.000 άνθρωποι περνούν τη νύχτα στους δρόμους, κοιμούνται δίπλα σε κάδους απορριμμάτων, ενώ μερικοί βρήκαν καταφύγιο για να περάσουν τη νύχτα στους τάφους ενός νεκροταφείου. Ανίσχυροι, χωρίς καταφύγιο και φαγητό, μετά την καταστροφή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης που η ευρωπαϊκή φιλανθρωπία  των ελληνικών κυβερνήσεων είχε μαντρώσει, άρπαξαν τα παιδιά τους, βοήθησαν τους ηλικιωμένους τους, πήραν μαζί τους ό, τι μπορούσαν να σώσουν και ετοιμάζονται ξανά για έναν νέο εφιάλτη.

Και ο εκπρόσωπος της κυβέρνησής μας  Στ. Πέτσας δεν έχασε την ευκαιρία  από τη μια να εκφοβίσει, επαναλαμβάνοντας λόγια του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη, με τα γεγονότα στη Μόρια που «εγείρουν σοβαρά ζητήματα εθνικής ασφάλειας, ανθρωπισμού και προστασίας της δημόσιας υγείας» και από την άλλη να στοχοποιήσει  αυτούς τους απόκληρους, λέγοντας πως «Κάποιοι δεν σέβονται τη χώρα που τους φιλοξενεί».

Και στοιχισμένοι πίσω από την πολιτική ηγεσία,  όλος ο συρφετός φιλελεύθερων, ακροδεξιών και  φασιστών μεταφράζουν στο δικό τους λεξιλόγιο την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, που πίσω από τη γλωσσική συγκάλυψη, στην εφαρμογή της είναι ρατσιστική και φασιστική.  Η σημερινή άνοδος εθνικιστικών και φασιστικών κομμάτων και των αντιστοίχων αντιλήψεων,  εν πολλοίς βασίζεται στο ζήτημα της μετανάστευσης, που δεν εμφανίστηκε σ’ ένα αίθριο ουρανό.  Ακόμα  και   η μεταναστευτική κρίση του 2015, η οποία   υπήρξε ένας ιδανικός πυροκροτητής για κάθε είδους αντιδραστική προπαγάνδα, επωφελήθηκε στην ουσία σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική που ασκούνταν από τις ευρωπαϊκές αρχές εδώ και δεκαετίες.  

Από την Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύσσεται μια κοινή πολιτική για τη μετανάστευση και το άσυλο από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 με τη μετατροπή ενός συνηθισμένου φαινομένου, της διεθνούς μετανάστευσης που η έξαρσή του οφείλεται κυρίως στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, σε κίνδυνο από τον οποίο πρέπει να προστατευθούμε. Κάποια παραδείγματα  μηχανισμών ελέγχου, που ενισχύουν τα εξωτερικά σύνορα, ξεκινούν ακόμα από τη δεκαετία του 1980. Η εισαγωγή, το 1986, της υποχρέωσης θεώρησης για την είσοδο στο χώρο Σένγκεν για τους μη ευρωπαίους πολίτες, το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SIS), η πρώτη πανευρωπαϊκή αστυνομική βάση δεδομένων, το οποίο συγκεντρώνει εθνικές πληροφορίες σχετικά με τη διέλευση, την παράνομη διαμονή και την παραβατικότητα των μεταναστών, η δημιουργία του αρχείου Eurodac το 2005 για την καταχώρηση δακτυλικών αποτυπωμάτων των αιτούντων άσυλο, η δημιουργία της ευρωπαϊκής συνοριακής υπηρεσίας, της  Frontex, το 2004 για τον συντονισμό των επιχειρήσεων ελέγχου στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών, αλλά και η  εγκαθίδρυση  το 2015 Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης, (hotspot) στην Ιταλία και την Ελλάδα για τον εντοπισμό και τη διαλογή των αιτούντων άσυλο, που ακολουθείται από τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας το 2016, για επιστροφή των αιτουμένων άσυλο από την Ελλάδα στην Τουρκία. Η Τουρκία με τη συμφωνία αυτή θεωρείται ασφαλής τρίτη χώρα και τα Κ.Υ.Τ στα νησιά του Αιγαίου μετατρέπονται κυριολεκτικά σε κέντρα κράτησης. Και γίνεται σαφές  πως σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο η δραματοποίηση μιας μεταναστευτικής απειλής νομιμοποιεί τη στεγανοποίηση των συνόρων, την έξαρση της καταστολής για την αντιμετώπιση της ασφάλειας, αφήνοντας ανοικτή την πόρτα στον εθνικισμό της ταυτότητας

Κι αν με τη συμφωνία του Σένγκεν του 1985, δημιουργήθηκε ένας κοινός χώρος ο οποίος  περιλαμβάνει τώρα 29 ευρωπαϊκές χώρες χωρίς ελέγχους στα σύνορα, με τους περίφημους κανονισμούς Δουβλίνου I,II,II ορίζονται τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του αρμόδιου κράτους, που είναι όμως μόνο ένα κράτος μέλος, όσον αφορά την εξέταση αίτησης ασύλου. Σύμφωνα μ’ αυτήν  μπορεί ένας πρόσφυγας να ζητήσει άσυλο μόνο στη χώρα εισόδου. Αυτό σημαίνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων αναγκάζεται να εγκατασταθεί στις φτωχότερες χώρες κατά μήκος της ακτής της Μεσογείου, δηλαδή στην Ιταλία και την Ελλάδα, ενώ οι πλουσιότερες βόρειες χώρες όπως η Γερμανία και η Αυστρία εξασφαλίζουν έτσι de facto μιαν ασπίδα. Οι κανόνες της ΕΕ απαιτούν ομοφωνία για την αλλαγή τέτοιων συμφωνιών κι επομένως οι υποκριτικές  προσπάθειες των ηγετών της Ε.Ε να κάνουν όλα τα κράτη μέλη να αποδεχθούν ένα δίκαιο μερίδιο προσφύγων αποτυγχάνουν. Εξάλλου, επειδή η επίσημη πολιτική της Ε.Ε δεν θέλει να φαίνεται πως παίζει το παιχνίδι της άκρας δεξιάς και του φασισμού, αναγκάζεται σε ένα θεωρητικό επίπεδο να ευθυγραμμιστεί ο λόγος της με έναν γενικό και αφηρημένο ανθρωπισμό, που συγχρόνως  τη βοηθά  να αποκρύψει την περιοριστική και κατασταλτική πολιτική που ακολουθείται εδώ και χρόνια και των θεμελίων τους που τη στηρίζουν.

Μοιάζει λοιπόν χωρίς σημασία να προσπαθούμε να διακρίνουμε ποια από τις φιλελεύθερες ή εθνικιστικές κυβερνήσεις θα αντιμετωπίσουν με περισσότερο ή λιγότερο ανθρωπισμό το πιο σκληρό θέμα της μετανάστευσης. Αντίθετα, χρειάζεται να κατανοήσουμε και να αναλύσουμε σε ποια συμφέροντα βασίζονται αυτές οι υπερβολικές προσφορές ασφάλειας από την απειλή των ρακένδυτων  που όλοι μας υπόσχονται.

Πίσω από τις μεταναστευτικές ροές βρίσκεται ο ρόλος του ιμπεριαλισμού και οι μεγαλύτερες πηγές μετανάστευσης στην Ευρώπη είναι ακριβώς οι χώρες που υπέστησαν ιμπεριαλιστική καταπίεση τις τελευταίες δεκαετίες. Οι χώρες που φιλοξενούν πρόσφυγες, συχνά τους χρησιμοποιούν  για πιο ευέλικτη ή επισφαλή εργασία, για μείωση των μισθών και περιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Στην ουσία διαμορφώνεται μια εργατική τάξη όλο και περισσότερο διεθνής στη σύνθεση και την εμβέλειά της. Και ενώ κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας κρίσης οι συνθήκες εργασίας και οι ζωές μεταξύ γηγενών και μεταναστών ταυτίζονται όλο και περισσότερο, η αστική τάξη επιβάλλει ανεπαισθήτως, αλλά αποφασιστικά, θεσμοποιημένα τον ρατσισμό και επιδιώκει να προσθέτει συνεχώς,  για να επισκιάζουν την ταξική, νέες ανισότητες, εθνικής και θρησκευτικής βάσης, προκειμένου να αποδυναμωθεί ο κοινός αγώνας  για τη χειραφέτηση των εργαζομένων.

Η αύξηση των μεταναστευτικών ροών στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, και τη χώρα μας, λειτούργησε σαν καταλύτης, και όχι σαν αιτία, για την ανάδειξη της ιδεολογικής και πολιτικής χρεοκοπίας της. Οι υποτιθέμενες αξίες του διαφωτισμού και ανθρωπισμού φάνηκαν ψεύτικες, υποκριτικές όταν ήρθαν αντιμέτωπες με την κληρονομιά της αποικιοκρατίας, του ρατσισμού και των συνεπειών των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Η μετατροπή της Ευρώπης σε φρούριο, για να αποτραπεί  η είσοδος στους ρακένδυτους που η ίδια δημιούργησε, ανέδειξε ευτελείς ανθρώπους  σε υπεύθυνες θέσεις, έκανε αποδεκτή κάθε φωνή μίσους και ανεκτή εγκληματικές συμπεριφορές με το πρόσχημα της ασφάλειας.

 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


Αυτό το καλοκαίρι η επικέντρωση στην έξαρση των κρουσμάτων κορωνοϊού και στην αυξανόμενη ένταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο Αιγαίο χρησιμοποιήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης, που διαχέουν με διάφορες μορφές τις απόψεις της άρχουσας τάξης, για δικαίωση της κυρίαρχης πολιτικής που εξυπηρετεί τα καπιταλιστικά συμφέροντα. Πέρα από τη χρέωση της αύξησης των κρουσμάτων στην ατομική ευθύνη που ενεργοποιεί τον κοινωνικό αυτοματισμό, η τουρκική απειλή χρησιμοποιείται για υπενθύμιση μιας εθνικής ενότητας που αποτρέπει ταξικές διαφοροποιήσεις.
            Ένα παράδειγμα για τον τρόπο χρησιμοποίησης της εθνικής απειλής στη χάραξη οικονομικής πολιτικής είναι τα αναδρομικά των συνταξιούχων. Αφού λοιπόν θριαμβευτικά η κυβέρνηση είχε προ μηνών ανακοινώσει τη συμμόρφωσή της σε απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, δημοσιογράφοι που θέλουν να πιστεύουν πως πείθουν για την αντικειμενικότητά τους ή τις καλές προθέσεις  τους, όπως ο Α. Παπαχελάς και  Θ. Μαυρίδης, είτε επισημαίνουν την αναγκαιότητα αναβάθμισης των αμυντικών δαπανών με πολιτικές αποφάσεις που τις χαρακτηρίζει γενναιότητα, όπως είναι η αναβολή της άμεσης καταβολής των αναδρομικών, είτε συσχετίζεται η ακύρωση της αγοράς φρεγατών από τη Γαλλία με την καταβολή των αναδρομικών στους συνταξιούχους, στοχοποιώντας τις δαπάνες για συντάξεις σαν έναν αρνητικό παράγοντα συνολικά για τη χώρα.  
Αυτή η αρθρογραφία είναι χαρακτηριστική της ανάδειξης εθνικών συμφερόντων ως ενοποιητικών τάσεων του καπιταλισμού που αποσκοπεί στην εξομάλυνση των ταξικών διαφορών με τρόπους που είναι σύμφωνοι με τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Και ίσως κανένα από τα ιδεολογικά όπλα της αστικής τάξης δεν έχει αποδειχθεί τόσο αποτελεσματικό στη ματαίωση αγώνων εργαζομένων όσο αυτός ο αδιαμφισβήτητος χαρακτηρισμός εθνικός που επαναλαμβάνεται πολλές φορές αδικαιολόγητα από τους καπιταλιστές της χώρας. Επιδιώκοντας τη συνένωση όλων των εργαζομένων κάτω  από την ομπρέλα  αυτών που ονομάζονται  εθνικά συμφέροντα η άρχουσα τάξη ζητεί ν’ αγνοηθούν  η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και  η εκμετάλλευση εργαζομένων στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις, για να αποτρέπονται αγώνες εργατικοί, ώστε να γίνονται δεκτοί χαμηλότεροι μισθοί, περισσότερη εργασία για ν’ αναπτύσσεται η εθνική οικονομία. Κι αν στη πάλη με τη φεουδαρχία, στην περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, ο πατριωτισμός γινόταν αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής συνείδησης, στην εποχή της παγίωσης της αστικής εξουσίας γίνεται εκμετάλλευσή του και όλο και περιορίζεται στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου.
Η κλιμάκωση λοιπόν της συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν είναι απλώς ένα περιφερειακό φαινόμενο, αλλά αποτελεί μέρος της γενικής εντατικοποίησης των παγκόσμιων αντιθέσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Καθώς η παγκόσμια οικονομία κατευθύνεται προς μια νέα ύφεση και η «πίτα» των κερδών συρρικνώνεται, ο ανταγωνισμός μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για πρώτες ύλες και αγορές γίνεται όλο και πιο έντονος. Η αντιπαράθεση στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποτελεί μια εξαίρεση. Παρόμοιες αντιπαραθέσεις παρατηρούνται στον Ειρηνικό Ωκεανό, στην Αφρική, στην Ασία και, γενικά, σε όλο τον κόσμο.
Η διαμάχη μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας γίνεται για την ενέργεια. Η ανακάλυψη των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο και το γεγονός ότι οι πολυεθνικές εταιρείες είναι σχεδόν σε θέση να τους εξαγάγουν, κάνει τόσο την  ελληνική όσο και την τουρκική αστική τάξη να ελπίζουν πως θα ωφεληθούν οικονομικά. Η Τουρκία και η Ελλάδα έχουν αλληλεπικαλυπτόμενες αξιώσεις σε περιοχές με φυσικό αέριο στην Ανατολική Μεσόγειο. Η θέση της Ελλάδας είναι ότι κάθε ένα από τα νησιά της –και υπάρχουν εκατοντάδες από αυτά– δικαιούται τη δική του υφαλοκρηπίδα με αποκλειστικά δικαιώματα γεώτρησης. Η Τουρκία λέει ότι πρόκειται για μια άδικη ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου που καταπατά τη δική της αποκλειστική οικονομική ζώνη. Τους τελευταίους μήνες μάλιστα, η Τουρκία και η Ελλάδα προσπάθησαν να ενισχύσουν τις εδαφικές τους αξιώσεις δημιουργώντας αποκλειστικές θαλάσσιες οικονομικές ζώνες με τη Λιβύη και την Αίγυπτο, αντίστοιχα.  
Ένα σημαντικό στοιχείο σε όλα αυτά είναι, αφενός η σχετική οικονομική και στρατιωτική αποδυνάμωση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού σε σύγκριση με πριν από μισό αιώνα, (το 1960, οι ΗΠΑ παρήγαγαν το 40% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αλλά μέχρι το 2017 αυτό είχε μειωθεί στο 24%) και, αφετέρου, η ταυτόχρονη ενδυνάμωση περιφερειακών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων όπως η Ρωσία και η Κίνα. Η αποδυνάμωση των ΗΠΑ ως αστυνομικού του κόσμου άνοιξε περισσότερο χώρο στις τοπικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να  προσπαθήσουν να αναλάβουν έναν πιο ανεξάρτητο ρόλο. Έτσι, οι αντίπαλοι των ΗΠΑ γίνονται όλο και πιο τολμηροί στην επιδίωξη των συμφερόντων τους, όπως για παράδειγμα οι ενέργειες  της Ρωσίας στην Ουκρανία ή τη  Συρία. Από την άλλη πλευρά, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ γίνονται λιγότερο σταθεροί και με δικές τους απαιτήσεις, ανάλογα με την ικανότητα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να εγγυάται τα συμφέροντά τους. Ένα ιδιαίτερο παράδειγμα είναι η Τουρκία, η οποία φάνηκε να  φτάνει στα πρόθυρα μιας ρήξης με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, διότι ο τελευταίος υποστήριζε τις κουρδικές πολιτοφυλακές στη Συρία.
Γενικά πάντως, στην περιοχή μας και αλλού, μοιάζει η κυρίαρχη τάξη να φοβάται τις τεράστιες αποσταθεροποιητικές και δυνητικά ανεξέλεγκτες συνέπειες που θα είχε ένας γενικευμένος πόλεμος σε ευρύτερες περιοχές. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η αυξανόμενη αστάθεια και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων οδηγούν σε περισσότερες τοπικές συγκρούσεις και πολέμους. Και στο βαθμό που η εργατική τάξη αποτυγχάνει ν’ ανατρέψει την ταξική ισορροπία που είναι υπέρ του  κεφαλαίου σε αυτές τις δύο χώρες, η προοπτική οποιασδήποτε μορφής σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας θα έχει ολέθριες συνέπειες για την εργατική τάξη.  Ταυτόχρονα, η αλλαγή ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ του ελληνικού και τουρκικού καπιταλισμού οδηγεί την τούρκικη άρχουσα τάξη να προσπαθεί να την εκμεταλλευτεί για να αποκομίσει πραγματικά κέρδη, ενώ η ελληνική αστική τάξη, ελπίζει να καλύψει την αδυναμία της εκμεταλλευόμενη τη σύγκρουση μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ, προχωρώντας στην αναβάθμιση του ρόλου της στο ΝΑΤΟ, όπως έκανε με την «αμυντική» συμφωνία με τις ΗΠΑ. Προσπαθεί επίσης να εκμεταλλευτεί όποια αντιπαράθεση μεταξύ της Ε.Ε και της Τουρκίας ενώ έχει δημιουργήσει μια οικονομική και στρατιωτική συμμαχία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, προκειμένου να μοιραστούν τα δικαιώματα των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο, εξαιρουμένης της Τουρκίας. Μόνο που φαίνεται πως αυτές οι κινήσεις δεν είχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα για την ελληνική αστική τάξη. Η σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας έχει τα όριά της, καθώς η Τουρκία είναι πολύτιμος σύμμαχος του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ειδικά τώρα που οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή εντείνονται.  Κι αν η Γαλλία, υιοθετεί, για τα δικά της συμφέροντα, μια πιο σκληρή στάση έναντι της Τουρκίας, όμως είναι πολύ πιο  διαλλακτική η προσέγγιση της  Ευρωπαϊκής Ένωσης και   χωρών όπως η Γερμανία, η Ισπανία και η Ιταλία. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί της ελληνικής άρχουσας τάξης ότι σέβεται το Διεθνές Δίκαιο, ενώ μόνο η Τουρκία το παραβιάζει, μπορεί να αμφισβητηθεί, καθώς και οι δύο ερμηνεύουν το Διεθνές Δίκαιο σύμφωνα με τα δικά τους θεωρούμενα εθνικά συμφέροντα. Είναι που  το Διεθνές Δίκαιο δεν αντιπροσωπεύει υπεριστορικούς νόμους, αλλά μόνο μια δεδομένη ισορροπία ισχύος μεταξύ διαφορετικών καπιταλιστικών κρατών.
Επειδή επομένως η  πολεμική ένταση που καλλιεργείται από την αστική τάξη τόσο της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας, η οποία πιθανότητα δεν θα οδηγήσει σε ανοιχτό πόλεμο, αποτελεί μέρος μιας μάχης για τα κέρδη που μπορούν να υπάρξουν από τους υδρογονάνθρακες και τους αγωγούς και αναπτύσσεται στο πλαίσιο των ευρύτερων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, η  αποκάλυψη του αντιδραστικού χαρακτήρα αυτής της σύγκρουσης,  βοηθά στην συνειδητοποίηση από τους εργαζόμενους πως δεν έχουν τίποτε να κερδίσουν απ’ αυτές τις αντιπαραθέσεις και πως μόνο ένας μικρός αριθμός πλουτοκρατών μπορεί να ευνοηθεί από την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΣΚΑΣ


 Ενώ τα κρούσματα της επιδημίας αυξάνονται επικινδύνως και η κυβέρνηση προσπαθεί να επιδείξει ψυχραιμία, όπως και στα ελληνοτουρκικά,  προωθώντας σαν εικόνα της τον πρωθυπουργό γεμάτο αυτοπεποίθηση που ελέγχει την κατάσταση και  τους υπουργούς δραστήριους και αποφασιστικούς, ο δημόσιος λόγος περί της επιδημίας εξαντλείται στα μέτρα προστασίας από τον κορωνοϊό όπως εξαγγέλλεται η εφαρμογή τους από την κυβέρνηση. Το πώς αντιδρά η κυβέρνηση σε αυτήν την κατάσταση έκτακτης ανάγκης δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τις ευθύνες της, καθώς  οι ενέργειες της φαίνεται πως περιορίζονται στην επιβολή της χρήσης μάσκας  και στην καταστολή  κάθε παραβίασης εντολών σχετικά με  τη συμπεριφορά εν καιρώ πανδημίας.
          Η μάσκα, που μέχρι πρόσφατα φαινόταν σαν ένα ακραίο μέτρο και υπήρχε τέτοια αβεβαιότητα σχετικά με την αποτελεσματικότητά της στις συστάσεις από την κυβέρνηση και αλλού, καταλήγει να γίνει ένα πολύ ορατό σύμβολο ατομικής ευθύνης και συλλογικής αποφασιστικότητας για επίτευξη ελέγχου της εξάπλωσης της επιδημίας στην κοινότητα, παρόλο που η αποτελεσματικότητά της μπορεί να  είναι  περιορισμένη όταν δεν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δεν συνοδεύεται με άλλα προληπτικά μέτρα.  Και μοιάζει και ειρωνικό σ’ όλη η Ευρώπη να επιβάλλεται σε δημόσιους χώρους η χρήση μάσκας,  όταν για χρόνια γινόταν προσπάθεια μέσω δικαστικών αποφάσεων να θεωρηθεί έκνομη η κάλυψη προσώπου και θεσπίζονταν νόμιμοι περιορισμοί στη χρήση ενδυμάτων που καλύπτουν τμήματα του προσώπου συνδέοντάς τα με ζητήματα ασφάλειας και ταυτοποίησης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των ΔτΑ τον Ιούλιο 2014 έκρινε θεμιτή την απαγόρευση κάλυψης του προσώπου, νομιμοποιώντας αποφάσεις χωρών, όπως Βέλγιο και Γαλλία,  που απαγόρευαν σε  μουσουλμάνες γυναίκες να φορούν σε δημόσιο χώρο μπούρκα ή νικάμπ, ενώ στα 2018 στη Γαλλία ψηφίστηκε ειδικός νόμος που θεωρεί αξιόποινη πράξη την ηθελημένη κάλυψη προσώπου των συμμετεχόντων σε διαδήλωση.
           Όπως τα ρούχα εκτελούν πολλές διαφορετικές λειτουργίες το ίδιο ισχύει και για  τις μάσκες προσώπου.  Μεγάλη είναι  η ποικιλία των μασκών και διαφορετικές οι λειτουργίες που επιτελούν: Μάσκες για το κρύο, την άμμο, τον άνεμο, μάσκες κατάδυσης, μάσκες στρατιωτικών και αστυνομικών σωμάτων, μάσκες αθλημάτων, μάσκες χειρουργικές, μάσκες για προστασία από ασθένειες κλπ.  Οι μάσκες μπορεί να προστατεύουν, να αποτρέπουν την ταυτοποίηση, να αποκρύπτουν ή να αλλοιώνουν την ταυτότητα κάποιου. Μπορεί  λοιπόν να μην είναι μόνο η επιστημονική διαφωνία σε θέματα ελέγχου των λοιμώξεων ο μόνος παράγοντας που μπορεί να καθορίζει επιλογές σχετικά με τις μάσκες, εφόσον η δημόσια κάλυψη προσώπου  θα έχει πάντα περισσότερα από ένα αποτελέσματα. Και ίσως γι’ αυτό ενώ οι άνθρωποι συνηθίζουν να φορούν μάσκες προσώπου, στη συγκεκριμένη συγκυρία της πανδημίας  η χρήση της υπήρξε πηγή έντασης  για ορισμένους και αρκετοί τις σύνδεσαν με  θεωρίες συνωμοσίας. Η  απροθυμία μάλιστα πολλών για  χρήση μάσκας δεν είναι δύσκολο να ερμηνευθεί και ψυχολογικά. Ενώ η επιβολή χρήσης μάσκας στηρίζεται σε αυξανόμενες ενδείξεις ότι μπορεί να μειώσει την εξάπλωση της COVID-19, επειδή όμως η μάσκα είναι συγχρόνως και μια οπτική αναπαράσταση αυτής της απειλής κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν πιο φοβισμένοι και θέλοντας να πιστέψουν πως η επιδημία δεν θα τους επηρεάσει γίνονται απρόθυμοι να την φορέσουν.  
Αν και οι μάσκες από μόνες τους δεν θα σταματήσουν εντελώς την εξάπλωση του ιού, η επικοινωνιακή πολιτική που υιοθετείται από την κυβέρνησή μας, και όχι μόνο, μοιάζει να προωθεί τη χρήση τους σχεδόν σαν το μοναδικό πιο αποτελεσματικό τρόπο για να περιοριστεί η μετάδοσή του θεωρώντας τη μάσκα ως έμβλημα του δημόσιου πνεύματος και της πειθαρχίας για το καλό της κοινότητας.  Και δεν θα ήταν υπερβολή  να θεωρηθεί ότι οι κυρώσεις για παράβαση κανονισμών στη χρήση μάσκας, όπως πριν από μήνες στη διάρκεια της καραντίνας,  μοιάζει να είναι  σχεδόν η μόνη απάντηση των αστικών κυβερνήσεων στο ζήτημα της πολιτικής δημόσιας υγείας, καθώς ενθαρρύνει τους ανθρώπους να αναλάβουν ατομική ευθύνη για τη δική τους υγεία. Και είναι ένα ακόμα παράδοξο με τη μάσκα, πως παραμένει το μόνο όπλο μας, όπως και τον 19ο αι., για τον περιορισμό μεταδοτικών νόσων, σε μια εποχή που για κάθε πρόβλημα πιστεύουμε αυτόματα πως η τεχνολογία και η επιστήμη μπορεί να δώσουν λύσεις.
Περνώντας ο χρόνος, τα έκτακτα μέτρα για την καταπολέμηση της πανδημίας διεισδύουν στην καθημερινή ζωή  και αποτελούν μέρος της ρουτίνας. Η μάσκα τείνει να γίνει ένα φυσικό και αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής μας σκευής και οι  άνθρωποι που δεν φορούν μάσκα στοχοποιούνται και  καταλήγουν να απολογούνται και να γίνονται αποδέκτες κριτικής και αντιπαράθεσης. Κατηγορούνται μάλιστα σαν αίτιοι της διασποράς της νόσου εξ αιτίας της ανευθυνότητάς τους που  ενεργοποιεί τον κοινωνικό αυτοματισμό σε μια διαδικασία παρόμοια μ’ εκείνη των πρώτων χρόνων της οικονομικής όταν  αλληλοκατηγορούνταν διάφορες ομάδες εργαζομένων σαν αίτιοι για την οικονομική κατάρρευση.
         Και η κατάληξη είναι, σχεδόν έξι μήνες μετά την εμφάνιση του κορωνοϊού, η μάσκα προσώπου να γίνεται πολιτικό ζήτημα. Και δεν είναι επειδή ένα τμήμα του πληθυσμού ανακάλυψε  στη χρήση της επίθεση κατά της ατομικής ελευθερίας, όσο γιατί  φαίνεται πως, μετά το οριζόντιο κλείδωμα την άνοιξη, αμφισβητείται η επάρκεια της κυβέρνησης που οι ενέργειές της περιορίζονται στην υποχρεωτικότητα της μάσκας και την εφαρμογή αστυνομικών μέτρων σε κάθε παράβαση. Η εστίαση μάλιστα σ’ αυτήν και την ατομική ευθύνη αποσπά το βλέμμα από την κατάσταση του συστήματος υγείας, τις σχέσεις των επιτροπών υγείας με την κυβερνητική εξουσία ή και την ενσωμάτωση της αστυνομικής καταστολής στην καθημερινότητα των ανθρώπων.
           Στις αρχές της πανδημίας, οι ίδιες οι ιατρικές αρχές αποτέλεσαν πηγή σύγχυσης σχετικά με τις μάσκες αφού αποθάρρυναν τη χρήση τους. Αργότερα, η αιτιολογία της διφορούμενης στάσης τους που αποδόθηκε  στην έλλειψη εμπεριστατωμένης έρευνας  έπεισε λιγότερο από όσο αν ομολογούνταν η ανάγκη εξασφάλισης μάσκας για τους εργαζόμενους στην υγειονομική περίθαλψη, την εποχή που υπήρχε έλλειψη. Η ρωγμή που ανοίγεται στην αξιοπιστία επιστημόνων υπονομεύει την εμπιστοσύνη προς αυτές. Ίσως θα μπορούσε να αποφευχθεί αυτό αν οι επιστήμονες ήταν πιο ξεκάθαροι στην εξήγηση των αποδεικτικών στοιχείων, ή ακόμα και στην έλλειψη αυτών, που καθοδηγούν στις αποφάσεις τους και  δεν συσκότιζαν τις σχέσεις τους με την κυρίαρχη εξουσία.
          Καθώς ο κόσμος συνεχίζει να αντιμετωπίζει την πανδημία του κορανοϊού, οι αξιόπιστες πληροφορίες από ειδικούς στη δημόσια υγεία θα συνεχίσουν να είναι αναγκαίες. Εάν ένας αξιωματούχος δημόσιας υγείας χάσει την αξιοπιστία του, η ανάκτηση της μπορεί να είναι αδύνατη. Η αποδοχή πολιτικών αποφάσεων από επιστήμονες όταν δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να τις υποστηρίζουν υπονομεύουν την αξιοπιστία τους. 
Ενδεικτικό παράδειγμα για τη σύγχυση των δημόσιων μηνυμάτων που προέρχονται τόσο από αξιωματούχους δημόσιας υγείας όοο και από την κυβέρνηση είναι η συνέντευξη τύπου για το άνοιγμα των σχολείων της υπουργού Παιδείας Ν. Κεραμέως. Και ενώ η ίδια η υπουργός  επαναλάμβανε για τα μέτρα που παίρνονται, πάντα μετά από εισήγηση των ειδικών,  για το ασφαλές άνοιγμά τους, στην ουσία αυτά τα περιόριζε στο μοναδικό ένα, τη χρήση μάσκας …αν εξαιρέσουμε βέβαια και τη χρήση ατομικού παγουριού ευγενική χορηγία κοινωφελούς Ιδρύματος Α. Λασκαρίδη. Η χρήση μάλιστα μάσκας αποκτά μαγικές ιδιότητες που καθιστά περιττή την απαιτούμενη  διατήρηση απόστασης ανάμεσα σε μαθητές, αφού σύμφωνα με την παιδίατρο λοιμωξιολόγο Παπαευαγγέλου  ο αριθμός μαθητών στην αίθουσα δεν έχει τις ίδιες συνέπειες με τον αριθμό πελατών σε ένα μαγαζί αφού θεωρεί το σχολείο μια κλειστή ομάδα που ζει μαζί. Κι έτσι ...επιστημονικά δικαιολογείται η πολιτική της κυβέρνησης και στο χώρο της παιδείας.