Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

ΑΡΙΣΤΕΡΑ vs ΔΕΞΙΑ


 Το παρόν γκρίζο και ομοιόμορφο. Η προνομιούχα τάξη έχει αναθαρρήσει, αφού κατάφερε χωρίς σοβαρές απώλειες να φορτώσει τις επιπτώσεις της κρίσης στους εργαζομένους, και χαίρεται κακομοίρικα τα καλά της, έχοντας ποδοπατήσει κι εξευτελίσει οράματα και προσδοκίες των υποτελών τάξεων. Η ρυπαρή καλοζωία της μακιγιαρισμένη με αναβιωμένους ιδεαλισμούς καπηλεύεται αγώνες και ελπίδες, χωρίς να διστάζει να προωθεί και φασιστικές εναλλακτικές, ολοένα εξωραϊζοντάς τες ή ενσωματώνοντας τες σε παραδοσιακά κόμματα όπως η Ν.Δ. Για να συνηθίζουμε, να τις κάνουμε αποδεκτές –έτσι να υπάρχουν, για κάθε ενδεχόμενο.
 Περιμένοντας αυτή τη δεκαετία της κρίσης να κατασταλάξουν τα πράγματα η κυρίαρχη τάξη  από τη μια απειλούσε με  πλήρη εξαθλίωση τους εργαζομένους και  τους  κατηγορούσε ως υπεύθυνους για την κρίση, ενώ από την άλλη έκανε συστάσεις για υπομονή και αγώνες δικαστικούς, θέλοντας να κρατά σχεδόν σε λήθαργο το εργατικό κίνημα,  μέχρι να ολοκληρωθούν οι καπιταλιστικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος του κεφαλαίου.
               Και σ’ όλο αυτό τα διάστημα το επιβαλλόμενο μοντέλο επιδιώκει τη σταδιακή μείωση της πολιτικής αντιπαράθεσης που περιορίζεται στο επίπεδο ηγετών στα κόμματα εξουσίας. Οι ηγέτες τους επαίρονται πως δεν μιλούν ξύλινες γλώσσες, αλλά όμως δίνουν υποσχέσεις που ταυτίζονται σ’ όλα τα αστικά κόμματα με την έννοια της ανάπτυξης. Εστιάζοντας ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ στο ποσοστό της ανάπτυξης προσπαθούν να διαφοροποιηθούν αναφερόμενοι σε ισχυρή, με έμφαση στη δυναμική της, ή βιώσιμη, μ’ έμφαση στις περιβαλλοντικές ανησυχίες. Κι αυτή η κοινή τους ιδεολογία στηρίζεται σε κάποιες παραδοσιακές αρχές όπως κοινή προσπάθεια,  όλοι μαζί εργάτης και κεφάλαιο και στα δύο κόμματα, θέληση για ανάπτυξη της χώρας, αξιοκρατία, κοινωνική πειθαρχία, τάξη και ασφάλεια. Και όλοι επικεντρώνονται στη ηθική διάσταση. Η πείνα στον κόσμο, η βία ο ρατσισμός αντιμετωπίζονται με μια επίπλαστη, απολίτικη, φιλανθρωπικού τύπου ανησυχία, χωρίς πλέον αναφορά στην πιθανή επίλυση των ταξικών αντιθέσεων πάνω στις οποίες τα φαινόμενα αυτά θεμελιώνονται.  
Γι’ αυτό και ελάχιστη, μάλλον μόνο ως προς την ένταση, διαφοροποίηση υπήρξε στην καταδίκη για το κατάπτυστο μ’ εξυπνακίστικο ευφυολόγημα σχόλιο   της Athens Voice για τον θάνατο της αποκλειστικής νοσοκόμας, Γκαϊανέ Καζαρτιάν από την Αρμενία.  Μένοντας έτσι στο σκοτάδι η θέση των μεταναστών, οι συνθήκες εργασίας που με νομοθετικές ρυθμίσεις  έχουν διαμορφώσει εφιαλτικά περιβάλλοντα εργασίας, μένουμε στο μεμονωμένο συμβάν. Άνετα, όλα τα αστικά κόμματα δεν έχουν πρόβλημα να αποστασιοποιηθούν ή να καταδικάσουν με μια γενικευμένη ασάφεια, επιδεικνύοντας έναν αόριστο ανθρωπισμό.
Αυτός ο θάνατος έδωσε μια καλή ευκαιρία στο ΣΥΡΙΖΑ να υπογραμμίσει τον κυνισμό όσων στοιχίζονται με τη Ν.Δ σε αντιδιαστολή με τον δικό του ανθρωπισμό, που όμως ενώ δεν φείδεται ωραίων λόγων και συμβολικών κινήσεων, στην πράξη δεν νομοθετεί τίποτε διαφορετικό από αυτά που απαιτεί το κεφάλαιο για τους εργαζομένους. Και βέβαια και η Ν.Δ άδραξε την ευκαιρία για να επιτεθεί στην κυβέρνηση για το μεταναστευτικό ακόμα και για να αναδείξει τις ανεπάρκειες στα ξέφτια του κοινωνικού κράτους που έχουν απομείνει. Η ΝΔ δεν προτείνει κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που εφαρμόζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, απλά το εντάσσει στην ιδεολογία του φιλελευθερισμού, καμαρώνοντας για την αποτελεσματικότητά του,  χωρίς δικαιολογίες και προσχήματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που επιμένει πως ασκεί αριστερή πολιτική.
               Και μετά την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ πώς μπορεί κανείς να ξεχάσει ότι, σε μια χώρα όπου συνεχίζει ο καπιταλιστικός τρόπος  παραγωγής και φυσικά να  κυριαρχούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου  και μετά την ανάληψη της εξουσίας από ένα  αυτοπροσδιοριζόμενο αριστερό κόμμα, δεν μπορεί  να υπάρξει  αριστερός ή σοσιαλδημοκρατικός τρόπος  άσκησης της εξουσίας; Η ΝΔ σε όλους τους τόνους μιλά για την καταστροφική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που συνέχισε και ολοκλήρωσε τη δική της πολιτική, χρεώνοντάς τη βέβαια στην αριστερά. Εν γνώσει της παραπλανεί για να απαξιώσει την αριστερά, περιλαμβάνοντας και τους κομμουνιστές, συμπίπτοντας στο αποτέλεσμα με τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ. Φαίνεται πως όσοι προωθούν την αφηρημένη ιδέα μιας κοινωνικής ομάδας που ονομάζεται «αριστερά», είναι τις πιο πολλές φορές εκείνοι που επωφελούνται από την μη ύπαρξη μιας αριστεράς κοντά στα εργατικά συμφέροντα. Μια τέτοια αριστερά έχει ακόμα λιγότερη αξία αν δεν μπορεί καν να προσδιορίσει τον ταξικό ανταγωνισμό ως το επίκεντρο του ζητήματος. Φαίνεται πως όσο πιο διαδεδομένη είναι τόσο λιγότερη σχέση έχει με την χειραφέτηση της εργατικής τάξης.
Τελικά νεκρανασταίνεται η αντίθεση "αριστερού vs δεξιού", γιατί επισκιάζει συγκεκριμένες υλικές σχέσεις της ταξικής διαίρεσης και επιβάλλει μια επιφανειακή ιδεολογική διχοτόμηση από πάνω σ’ αυτές. Μόνο που η κρίση αποκάλυψε πως αυτό το ασαφές ιδεώδες της αριστεράς καταφέρνοντας να περιορίσει τους εργαζομένους στην αστική κατανομή της εξουσίας μεταξύ της «Αριστεράς» προοδευτικής αστικής τάξης και της «Δεξιάς» συντηρητικής αστικής τάξης, αποτέλεσε εμπόδιο στην οργάνωση της εργατικής τάξης με το δικό τους κόμμα, το κομμουνιστικό, ωθώντας τους στη μια ή άλλη οργάνωση των καπιταλιστών.
Γι’ αυτό την Κυριακή των εκλογών η μοναδική επιλογή είναι ψήφος στο ΚΚΕ

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΨΗΦΟΥ


Αυτές τις μέρες  πριν από τις εκλογές όλο και περισσότερο τα κόμματα εξουσίας μας καθησυχάζουν με υποσχέσεις, όπως και σε κάθε εκλογές, και επιστρατεύονται τα πάντα, οράματα, ιδέες, προσδοκίες για να μας πείσουν.
Οι εκλογές γίνονται αυτοσκοπός της αστικής δημοκρατίας, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση για έλεγχο της κυρίαρχης εξουσίας από τις επιλογές των ψηφοφόρων, με την μετατροπή  της συλλογικής βούλησης του λαού σε κυβερνήσεις και πολιτικές.  Οι λέξεις 'εκλογή' και 'δημοκρατία' έχουν γίνει συνώνυμες. Άλλωστε και στην Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 1948 δηλώνεται πως η βούληση του λαού, θεμέλιο της κρατικής εξουσίας, «πρέπει να εκφράζεται με τίμιες εκλογές, οι οποίες πρέπει να διεξάγονται περιοδικά, με καθολική, ίση και μυστική ψηφοφορία». Σαν να θεωρείται μια μέθοδος έκφρασης της λαϊκής θέλησης και μόνο αυτή ως βασικό δικαίωμα. Κι έτσι οι εκλογές δεν είναι απλώς ένα μέσο συμμετοχής στη δημοκρατία, αλλά αποκτά αναφαίρετη αξία, ανεξαρτήτως προϋποθέσεων, ακόμα κι όταν περιφρονούνται οι λαοί που εκλέγουν. Πρόσφατο παράδειγμα η μεθόδευση πραξικοπήματος στη Βενεζουέλα που περιλάμβανε βέβαια και τη διεξαγωγή εκλογών. Ακόμα και σε χώρες που καταστράφηκαν από συγκρούσεις με την επέμβαση ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όπως στο Ιράκ, η διεξαγωγή εκλογών θεωρείται αποκατάσταση κανονικότητας και λειτουργία της δημοκρατίας.  Η εκλογική διαδικασία, που θεωρείται πως κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες προωθεί τη  δημοκρατία, γίνεται ένα είδος προϊόντος εξαγωγής από  τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης, άλλοθι για τις επεμβάσεις.
Στα καθ’ ημάς, η προεκλογική περίοδος περιλαμβάνει κομματικές αντιπαραθέσεις που θέλουν να έχουν ένα άρωμα  σκληρής σύγκρουσης,, μόνο που αυτή, ανάμεσα στα αστικά κόμματα,  μοιάζει στερημένη από περιεχόμενο, αν και κατάλληλη για  να προσφέρει θέαμα. Τα εμπορικά μέσα μαζικής ενημέρωσης εμφανίζονται ως οι σημαντικότεροι κατασκευαστές κοινωνικής συναίνεσης και προώθησης κάθε φορά αντίστοιχων εναλλαγών στην κυβερνητική εξουσία.  Η δημοκρατία συρρικνώνεται στη επιλογή εκπροσώπων για τους οποίους η κατάκτηση των επόμενων εκλογών έχει γίνει πιο σημαντική από την εκπλήρωση υποσχέσεων που έγιναν κατά τις τελευταίες εκλογές Σ’ αυτή τη δεκαετία μάλιστα  της καπιταλιστικής κρίσης βίωσαν οι εκλογείς πώς τα αστικά κόμματα ανταποκρίνονται περισσότερο στα συμφέροντα των τραπεζιτών, των βιομηχάνων, των εμπόρων, των επενδυτών κλπ. Ανεξάρτητα λοιπόν  από το ποιο  αστικό κόμμα είναι στην εξουσία, έχει γίνει φανερό πως  οι κυβερνητικές υπηρεσίες είναι στενά συνδεδεμένες με τα επιχειρηματικά συμφέροντα μέσω της  περιστρεφόμενης πόρτας των ομάδων συμφερόντων, όπου οι αξιωματούχοι, πολιτικοί και κυβερνητικοί υπάλληλοι,  περιστρέφονται μεταξύ του κρατικού και του ιδιωτικού τομέα. Κι είναι κι αυτό απόδειξη πως το αστικό κράτος δεν υπάρχει παρά για να επιβάλλει τα συμφέροντα της οικονομικά ισχυρής τάξης των αστών.  
 Και κάπως έτσι η πολιτική απαξιώνεται, οι πολιτικοί θεωρούνται στην πλειοψηφία τους ανυπόληπτοι, οι επιλογές κατά την εκλογική διαδικασία γίνονται με βάση προσωπικά βιογραφικά ευρέσεως εργασίας, ηθικά κριτήρια, στυλ συμπεριφοράς ενώ σε μεγάλο  ποσοστό  το εκλογικό σώμα μένει αδιάφορο. Και ο γενικός κυνισμός ανάμεσα στις μάζες έναντι των πολιτικών και της πολιτικής τους –ένας κυνισμός που κυμαίνεται πολύ βαθύτερα από ό, τι μπορεί να μετρηθεί μόνο με την επισήμανση του αυξανόμενου αριθμού ανθρώπων που δεν κάνουν κόπο να ψηφίσουν στις εκλογές - είναι η ίδια η απόδειξη ότι η ματαιότητα και η διαφθορά της αστικής πολιτικής έχει γίνει μέρος της λαϊκής συμπεριφοράς.  
Βέβαια, το θετικό των αστικών εκλογών για τις εκμεταλλευόμενες τάξεις είναι ότι για σύντομη έστω περίοδο η γενική προσοχή επικεντρώνεται στο ζήτημα της πολιτικής εξουσίας. Κι επειδή η αστική τάξη καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να συγκαλύψει την ερώτηση για την πολιτική εξουσία ακόμα κι αν φαίνεται να την αντιμετωπίζει, γι’ αυτό η ύπαρξη και η ενδυνάμωση του κόμματος της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού,  είναι καθοριστική για τους αγώνες της. Γιατί  η ψευδαίσθηση ότι τέτοιες εκλογές μπορούν να αποφασίσουν το ζήτημα της εξουσίας είναι ένας από τους πιο προσεκτικά καλλιεργημένους μύθους της αστικής τάξης, η βάση για παγίδευση στην πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου ως επιλογή της εργατικής  πλειοψηφίας. Γι’ αυτό και διαστρεβλώνεται και συκοφαντείται η κομμουνιστική προοπτική, για να συρρικνώνεται η δύναμη του  κομμουνιστικού κόμματος, ώστε να εδραιώνεται  η πεποίθηση πως δεν υπάρχει εναλλακτική λύση και η εργατική τάξη να μη συνειδητοποιεί τη δύναμή της.  Κι έτσι η αστική τάξη χωρίς αντίσταση, όταν η λαϊκή δυσαρέσκεια εντείνεται να μπορεί να υπενθυμίζει στις μάζες πως το κεφάλαιο έχει όλη τη δύναμη να επιβάλλει αυστηρότερους περιορισμούς σε ό,τι μπορεί να επιτρέπεται στις επιλογές που μπορεί να κάνουν.
Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη δεν είναι μόνο  η έλλειψη συνειδητοποίησης της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης της, αλλά  η έλλειψη αποτελεσματικής οργάνωσης για την καταπολέμησή της. Οι εκλογικές εκστρατείες είναι ένας από τους τρόπους για την οικοδόμηση αυτής της οργάνωσης. Γι’ αυτό η υπερψήφιση του ΚΚΕ είναι η μόνη μας επιλογή.

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

ΥΠΕΡΨΗΦΙΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ


Κι ενώ σε δυο περίπου εβδομάδες θα γίνουν οι βουλευτικές εκλογές με τις δημοσκοπήσεις όχι μόνο να δίνουν άνετο προβάδισμα στη ΝΔ, αλλά και μεγάλες πιθανότητες για άνετη αυτοδυναμία, το εκλογικό σώμα στην καθημερινότητά του μοιάζει να μην επικεντρώνεται σ’ αυτές. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα μέχρι τις εκλογές  μοιάζει να έχει τα χαρακτηριστικά μιας καταθλιπτικής περιόδου, σαν να φοβόμαστε πως οι  ελπίδες και οι αισιοδοξίες  που σχεδόν ψυχαναγκαστικά προσπαθούμε να έχουμε για το μέλλον, αντιμετωπίζοντας τις επικρατούσες πραγματικές συνθήκες του πολιτικού  συστήματος  θα σκάσουν για άλλη μια φορά εξαθλίωση και φτώχεια.
           Σ’ αυτή τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης ισάριθμες ήταν οι εκλογικές αναμετρήσεις είτε για βουλή είτε για ευρωβουλή ή αυτοδιοίκηση, με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα του 2015. Και σ’ όλη αυτή τη δεκαετία το αποτέλεσμα των εκλογών ελάχιστα επηρέασε τις ειλημμένες από τα καπιταλιστικά κέντρα πολιτικές αποφάσεις, παρόλο που κάθε φορά, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση ο λόγος των αστικών κομμάτων προσπαθούσε να συντονιστεί με τις ελπίδες των ψηφοφόρων του. Κι αν μοιάζει βουβή αυτή η προεκλογική περίοδος είναι γιατί πια έχουν εξαντληθεί τα συνήθη επιχειρήματα σχετικά με τις προσωπικότητες αυτού ή εκείνου του πολιτικού αρχηγού ή τα επιχειρήματα σχετικά με τις διαφοροποιημένες πολιτικές των αστικών κομμάτων. Το εκλογικό σώμα μοιάζει πια  να σέρνεται στις εκλογικές αναμετρήσεις. Κι αν θεωρεί πως η συμμετοχή του  στις εκλογές είναι επωφελής αυτό έχει περισσότερο να κάνει με την πεποίθησή του πως  οι προσωπικές γνωριμίες και σχέσεις συμφερόντων που επαναπροσδιορίζονται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση μπορεί σ’ ένα βαθμό  να το ωφελήσουν.
          Όσο οι εκλογές  στις αστικές δημοκρατίες της Δύσης μοιάζει όλο και περισσότερο να αφορούν όλο και λιγότερους τόσο πιο πολύ γίνονται φανερά τα όρια της αστικής δημοκρατίας. Η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, για την οποία οι εργαζόμενοι έδωσαν αγώνες, καταλήγει την εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που προσπαθεί να διαφυλάξει τα κεκτημένα του  χωρίς απώλειες, αποστερημένη από ουσιαστικό περιεχόμενο. Κι αν η απάθεια και η αδιαφορία  των εργαζομένων για τις εκλογές ανησυχεί την άρχουσα τάξη, είναι γιατί μπορεί να είναι ένδειξη πως οι εκμεταλλευόμενες τάξεις όλο και λιγότερο πιστεύουν στην ψευδαίσθηση πως πραγματικά έχουν λόγο στον τρόπο που κυβερνούνται.  
         Γι’ αυτό ποτέ δεν λείπουν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση τα διλήμματα και  οι προσωπικές συγκρούσεις  δίνοντας την ψευδαίσθηση της επιλογής. Μόνο που αυτή η δεκαετία κατά την οποία ο βασικός διαχωρισμός επικεντρώνονταν στο μνημόνιο και αντιμνημόνιο κατέληξε στην προσχώρηση, μετά από παλινωδίες, υποσχέσεις, επαναστατική ρητορική,  όλων των αστικών κομμάτων στην αποδοχή των μνημονίων. Κι αν μ’ αυτή την πολιτική τους ήθελαν να πείσουν για το αναπόφευκτο των επιλογών τους συγχρόνως όμως αποκάλυψαν και τη λεπτή μάσκα του αστικού κράτους που με τις δημοκρατικές διαδικασίες, εμφανιζόμενο ως υπερταξικό και ουδέτερο, προσπαθεί να διαφυλάξει την ισχύ του  από τις ταξικές συγκρούσεις.
          Κι αν η υπερψήφιση του ΚΚΕ μπορεί να δώσει άλλο νόημα στις επερχόμενες εκλογές είναι γιατί η ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία του κόμματος είναι συμπλήρωμα της ταξικής πάλης, και όχι αυτοσκοπός,  Η εκλογική ψηφοφορία παρέχει στο ΚΚΕ ένα μέσο για επαφή με τις μεγάλες μάζες του λαού  που παραμένουν μακριά από την ταξική πάλη, μετατρέποντας τις εκλογές σε χρόνο αυξημένης πολιτικής συνεδητοποίησης, επικεντρώνοντας το πολιτικό διάλογο στα πραγματικά προβλήματα των εργαζομένων. Το βήμα στη Βουλή μπορεί να δώσει κάποιες εξουσίες για να υποστηριχτούν βελτιώσεις υπέρ των εργαζομένων, να συγκρουστεί με τους αντιπάλους και ν’ αναγκάσει τα αστικά κόμματα να υπερασπιστούν  τις απόψεις και δράσεις τους αποκαλύπτοντας το ρόλο τους στην πολιτική σκηνή. Γιατί  ακόμα οι ταξικές πολιτικές κι επιλογές των αστικών κομμάτων μπορεί και παραπλανούν.
     Μια δεκαετία ανασφάλειας και εξαθλίωσης ένα μεγάλο μέρος από τους εργαζόμενους  τσακισμένοι κι απογοητευμένοι μοιάζει να αρκούμαστε σε υποσχέσεις για μια καπιταλιστική κανονικότητα που δεν θα μας συνθλίψει περαιτέρω. Και μοιάζει παθητικά να αποδεχόμαστε τον  ίδιο επαναλαμβανόμενο λόγο των αστικών κομμάτων που θέτει στόχο την καπιταλιστική ανάπτυξη θυσιάζοντας για το κέρδος τις ανάγκες των εργαζομένων, ελπίζοντας σε μια σταθερότητα, ακόμα και στην εξαθλίωση. Ηττοπαθείς, μοιάζει να έχουμε αποδεχτεί αυτήν την κατάσταση.
           Επειδή τίποτε δεν χαρίζεται, τίποτε δεν είναι εύκολο, πρέπει να ενισχυθεί στις εκλογές το ΚΚΕ, που οργανώνει και κατευθύνει τους εργαζόμενους στους αγώνες τους.  Κανείς πια, παρά μόνο το  ΚΚΕ μιλά και αγωνίζεται  για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, ενώ όλα τα μέσα του συστήματος χρησιμοποιούνται για να διαστρεβλωθεί, να παραμορφωθεί και να παραπλανήσει το καπιταλιστικό οικοδόμημα  που πάνω του κάθεται η αστική μας  δημοκρατία. Για να εξακολουθεί η εργατική τάξη να είναι η εκμεταλλευόμενη τάξη, αυτή που δημιουργεί τον πλούτο και δεν το συνειδητοποιεί.
Κι είναι το ΚΚΕ που αγωνίζεται για να συνειδητοποιήσει η εργατική τάξη την κατάστασή της και τη δύναμή της. Γιατί αυτό που έχουν στερήσει από την  εργατική τάξη, πάνω απ 'όλα, είναι μια προοπτική, μια αίσθηση όχι μόνο αυτού που είναι σήμερα αλλά του τι μπορεί να γίνει. Και το ΚΚΕ έναν αιώνα τώρα γι’ αυτή την προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού αγωνίζεται.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2019

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΓΝΩΣΤΑ


Κατά την περιοδεία του ανά την Ελλάδα στην Άρτα, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ζητά ισχυρή εντολή για να κάνει η Ελλάδα «μια μεγάλη φυγή στο μέλλον» με τη ΝΔ η οποία  «μπορεί να εκφράσει αυτό το κύμα πολιτικής αλλαγής» που το βλέπει παντού στη χώρα. Οι υποσχέσεις του για μείωση της φορολογίας  θέλει να έχουν παραλήπτη την περίφημη μεσαία τάξη, που κατηγορεί την κυβέρνηση Τσίπρα πως «ξετίναξε». Από την άλλη ο πρωθυπουργός από τη Ρόδο τονίζει ένα από τα διλήμματα  των εκλογών που είναι οικονομική ανάπτυξη με ασφάλεια στην εργασία ή αντίθετα με εργοδοτική αυθαιρεσία και παραβατικότητα. Οι δικές του υποσχέσεις βεβαιώνει πως αφορούν τους «πολλούς», στους οποίους οι προηγούμενοι φόρτωσαν τα βάρη της κρίσης.
       Τα δυο κόμματα εξουσίας εναγωνίως προσπαθούν να πείσουν για τις ικανότητές τους να ανταποκριθούν στις προσδοκίες σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό εκλογέων, με υποσχέσεις για οικονομική ανάπτυξη και εργασία, μετά την ολοκλήρωση εφαρμογής  των μνημονίων. Συγχρόνως, η  χρησιμοποίηση εννοιών όπως «μεσαία τάξη» και «πολλοί»  με την αοριστία τους και το νεφελώδη προσδιορισμό τους συσκοτίζει ταξικές διαφορές και συγκρούσεις, φιλοδοξώντας να απευθύνεται στην πλειοψηφία  του εκλογικού σώματος.
        Με τη ρητορική της υπεράσπισης της μεσαίας τάξης ή των πολλών ενώ φαίνεται πως η κυρίαρχη ιδεολογία βρίσκεται σε διάζευξη, όμως και οι  δύο πολιτικές εκφράσεις καταλήγουν να στηρίζουν την κυρίαρχη πολιτική των αστικών συμφερόντων  στο τέλος της ημέρας, αφού προηγουμένως όμως έχουν παραπλανήσει τις εκμεταλλευόμενες τάξεις. Κάπως έτσι οι τρόποι παραπλάνησης με υποσχέσεις προς όλους και σε κανένα από πολιτικούς και κόμματα ανανεώνονται σε κάθε εκλογική περίοδο.
      Στην τελευταία δεκαετία της κρίσης κόμματα και κομματίδια, παραφυάδες της κυρίαρχης πολιτικής, παραπλανούν συστηματικά την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος με την ύπαρξή τους και μόνο, συμβάλλοντας στην απόκρυψη της ταξικής διάστασης της οικονομικής κρίσης και στην αποδοχή των μέτρων λιτότητας
        Αρχής γενομένης από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου στις εκλογές του 2009, όταν αναζητώντας οι εκλογείς τον καλύτερο διαχειριστή υπερψήφισαν το ΠΑΣΟΚ με διαφορά 10.5% από τη ΝΔ, επιλέγοντας τον Γ. Παπανδρέου ο οποίος έπεισε πως για τις δυσκολίες των επόμενων χρόνων τα βάρη θα αφορούν αυτούς που « έχουν και κατέχουν», χρησιμοποιώντας κι αυτός νεφελώδεις χαρακτηρισμούς απόκρυψης των ταξικών διαφορών. Μόνο που  μετά τις προεκλογικές υποσχέσεις για μισθολογικές αυξήσεις, αύξηση δημόσιων επενδύσεων, αναμόρφωση φορολογικού συστήματος κλπ. με τη διαβεβαίωση πως υπάρχουν χρήματα,  οδήγησε τη χώρα στο μηχανισμό στήριξης με τις συνέπειες αυτής της ενέργειας ανεξάντλητες να καθορίζουν το μέλλον. Μια δεκαετία μετά, το εκλογικό σώμα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, μετά το γιό και εγγονό πρωθυπουργού μοιάζει να πείθεται από γόνο έτερου πρωθυπουργού πως θα διασφαλίσει τη μετάβαση στην καπιταλιστική κανονικότητα η οποία  θα μας επιστρέψει στο παρελθόν της ευμάρειας και θα εξασφαλίσει οικονομικές επιτυχίες. Είναι που η  ανάθεση στο ΣΥΡΙΖΑ, νικητή στην πλειοδοσία υποσχέσεων, να αποκαταστήσει τον καπιταλισμό της εποχής του ΠΑΣΟΚ με αριστερές ευαισθησίες, δεν στέφθηκε  από την αναμενόμενη επιτυχία και η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, οι μη προνομιούχοι, οι πολλοί, η μεσαία τάξη και όποιο όνομα παίρνουν, νιώθοντας προδομένοι, ξαναγυρνούν σε παλιές αστικές αξίες –ΝΔ και Μητσοτάκη. Κι έτσι μικροαστικά στρώματα διαψευσμένα και νιώθοντας προδομένα από το ΣΥΡΙΖΑ καταλήγουν σε ένα συντηρητισμό που απειλεί να εκτρέψει και να σταθεροποιήσει φασισμούς, με ποικίλα ορθώς πολιτικά όμως ονόματα.
          Από τις παρηγοριές των πρώτων χρόνων των μνημονίων με προτάσεις για δικαστικές λύσεις στο χρέος της χώρας που χαρακτηρίζονταν επαχθές, επονείδιστο, μη βιώσιμο από μια  αριστερά που σφετερίστηκε τους  λαϊκούς αγώνες, μετά από μια δεκαετία είμαστε πάλι έτοιμοι ν’ αρπαχτούμε από κενές υποσχέσεις για κανονικότητα ενός καπιταλισμού που δεν θα μας συνθλίψει, έχοντας επιστρέψει σ’  ένα πολιτικό σκηνικό αντίστοιχο  σχεδόν μ’ αυτό της προ κρίσης εποχής. Δέκα χρόνια άγριας καπιταλιστικής επίθεσης και δεν μπορούμε να αποσχιστούμε  από το ιδεολογικό πλέγμα του καπιταλισμού.
        Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις και τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών φαίνεται πως η εξαθλίωση και η ανασφάλεια που όλη αυτή τη δεκαετία απειλεί την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος το στρέφουν προς τη ΝΔ. Η επιστροφή στο παραδοσιακό συντηρητικό κόμμα της μεταπολίτευσης, που στον καιρό της κρίσης εμπλουτίστηκε με κάθε ακροδεξιό και φασιστικό στοιχείο, μοιάζει να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των μικροαστών εκλογέων για νόμο, τάξη, ασφάλεια, ηρεμία πάνω στα οποία οικοδομεί τον προεκλογικό της λόγο.
Στην εποχή της ανάπτυξης και της άνθησης του καπιταλισμού, τα μικροαστικά στρώματα, παρά τις εστίες δυσαρέσκειας τους που μπορεί να υπάρχουν, γενικά ακολουθούν και  υπακούουν  στην καπιταλιστική δύναμη. Άλλωστε δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο, από τη στιγμή που δεν την αμφισβητούν. Σε  συνθήκες όμως  της καπιταλιστικής ύφεσης και αδιεξόδου στην οικονομική κατάσταση, τα μικροαστικά στρώματα επιδιώκουν  και  προσπαθούν να χαλαρώσουν τα δεσμά της κυρίαρχης εξουσίας που νιώθουν να στρέφεται εναντίον τους. Για να στραφούν προς την εργατική τάξη που δεινοπαθεί κι αυτή και να συμμαχήσουν μαζί της θα πρέπει να αποκτήσουν τη βεβαιότητα πως έχει την ικανότητα να οδηγήσει σε ένα νέο δρόμο, να αντισταθεί στις επιθέσεις της κυρίαρχης πολιτικής με προοπτική επιτυχίας. Δεκαετίες όμως τώρα η σοσιαλδημοκρατία, σε όλες της τις εκφάνσεις,  επικέντρωσε όλες της τις προσπάθειες για να απομακρυνθεί από τη συνείδηση των εργαζομένων η ιδέα της ταξικής, ανεξάρτητης από την κυρίαρχη τάξη πολιτικής, για να απαξιωθεί κάθε αγωνιστική  και προς το συμφέρον τους δράση, για να εμφυτευτεί η πίστη στην αιωνιότητα του καπιταλισμού, ώστε  το εργατικό κίνημα να υπονομεύεται και  χάνει τη δύναμή του. Έτσι  οι μικροαστοί βλέποντας ένα εργατικό κίνημα σε ύφεση χωρίς δυνατότητα επιβολής, του γυρνούν την πλάτη, αρνούνται να συνδέσουν μαζί του τη μοίρα τους κι έχοντας αισθανθεί και προδομένοι από τα πολιτικά πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ, που απαξίωσε την Αριστερά, κατευθύνονται στη σιγουριά του γνωστού, την παλιά Δεξιά της ΝΔ.
            Γι’ αυτό είναι επιτακτική η ανάγκη για υπερψήφιση του ΚΚΕ. Γιατί η πάλη για την πολιτική κυριαρχία ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική τάξη διεξάγεται και μέσα από τα αντίστοιχα πολιτικά κόμματα. Το ΚΚΕ φορέας της κομμουνιστικής ιδεολογίας που προκαθορίζει  τις κύριες αρχές της πολιτικής του δεν διαφωτίζει μόνο αλλά και οργανώνει την εργατική τάξη προσδίδοντας  στις δράσεις και ενέργειες οργανωμένο χαρακτήρα και ταξικό προσανατολισμό.