Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

ΜΑΘΗΜΑ ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ



Κι επειδή για βδομάδες μέσα ενημέρωσης και πολιτικά κόμματα επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στις δωροδοκίες και  το  ξέπλυμα μαύρου χρήματος στην υπόθεση Novartis αλλά και στην υλοποίηση έργων του Μετρό στην Αθήνα  η διαφθορά πάλι παρουσιάζεται ως σημαντικός κίνδυνος για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Και οι προβληματισμοί για τη σημασία που της αποδίδεται δεν είναι άκαιροι.
               Η αλήθεια είναι πως σε όλα τα χρόνια της κρίσης –που μονιμοποιήθηκε πια- ραγδαίως αυξήθηκε η συζήτηση για τη διαφθορά και την αναζήτηση εκείνων των τεχνικών εργαλείων που θα την αντιμετωπίσουν, ενώ εστιάζεται το ενδιαφέρον στην κρισιμότητα της διαφθοράς,  ως δημόσιου προβλήματος,  και στην ποσοτικοποίηση του φαινομένου. Μάλιστα καμπάνιες ευαισθητοποίησης και δείκτες   μέτρησής της εντείνουν την αίσθηση της απειλητικής παρουσίας της.  Οι διεθνείς δείκτες μέτρησής της, που επιφυλάσσουν μια ιδιαίτερα υψηλή  κατάταξη για την Ελλάδα και  ενισχύουν την κατεστημένη αντίληψη για ένα δυσλειτουργικό κράτος με προβληματικό δημόσιο τομέα ο οποίος απαρτίζεται από υπαλλήλους που, μεταξύ άλλων …δεινών, είναι επιρρεπείς στη διαφθορά, χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιωθούν πολιτικές επιλογές συρρίκνωσης των κοινωνικών παροχών και ιδιωτικοποίησης δημοσίων αγαθών.  
  Η όλη συζήτηση όμως περί διαφθοράς τελικά αποκαλύπτει τη ρευστότητα της έννοιας, που γίνεται προσπάθεια να προσδιοριστεί  χρησιμοποιώντας έννοιες όπως το δημόσιο συμφέρον, τις πεποιθήσεις και τις επικρατούσες αξίες της κοινής γνώμης, το όφελος  κλπ. με αρκετή ασάφεια, όταν στο καπιταλιστικό σύστημα δεν αναγνωρίζονται ως κυρίαρχα τα πραγματικά συμφέροντα και τα συνακόλουθα ζωτικά δικαιώματα των ανθρώπων αλλά η αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Κι επειδή τα πολιτικά συστήματα στον καπιταλισμό λειτουργούν προς όφελος του κεφαλαίου η νομιμοποίηση της κάθε μορφής κερδοφορίας καθιστά κάθε φορά αρκετά ασαφές το περιεχόμενο της διαφθοράς. Και γι’ αυτό, με μια τόσο ευμετάβολη σημασία προσφέρεται για  αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης σε διαφορετικές περιπτώσεις και πεδία.   Αυτό  το βλέπουμε από το πώς το φαινόμενο της διαφθοράς χρησιμοποιήθηκε  για την  περαιτέρω απαξίωση του δημόσιου τομέα και των εργαζόμενων σε αυτόν, όπως χρησιμοποιείται και τώρα από τον ΣΥΡΙΖΑ για απαξίωση των προκατόχων του στην κυβέρνηση. Η δε περιπτωσιολογία περισσότερο καταδεικνύει τη ρευστότητα της έννοιας «διαφθορά» και λιγότερο αποκαλύπτει  τις αιτιώδεις σχέσεις που την γεννούν.
               Η τρέχουσα έννοια της διαφθοράς λαμβάνει κυρίως οικονομική χροιά και χωρίς να λαμβάνει υπόψη το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, επιδιώκει να παρουσιάσει ως ανιστορική ακόμα και την ίδια την οργάνωση των καπιταλιστικών δυτικών κοινωνιών και να εμπεδώσει την πίστη σε μια ηθική καθαρότητά τους. Εξάλλου η διαφθορά κυρίως  εμφανίζεται ως κοινωνική παθολογία των μη αναπτυγμένων χωρών και θεωρώντας πως οι προηγμένες καπιταλιστικές χώρες  την ελέγχουν παραβλέπουμε το γεγονός πως σ’ αυτές έχουν υπάρξει σειρά σκανδάλων μεγάλης περιπλοκότητας και μεγέθους. Σε σχέση με την Ελλάδα μάλιστα υπάρχει η άποψη  πως η διαφθορά είναι αποτέλεσμα της αντίθεσης μεταξύ  παράδοσης και εκσυγχρονισμού από τον οποίο δεν μπορεί να διαφύγει. Αποδίδεται δηλ. κυρίως σε πολιτισμικές ιδιοτυπίες της χώρας και της συγκρότησης του κράτους της. Αναζητούνται λοιπόν οι αιτίες στην πρώιμη εγκαθίδρυση του κοινοβουλευτισμού, χωρίς αντίστοιχη αλλαγή των παραγωγικών δομών της χώρας μέσω εκβιομηχάνισης, με τη δημιουργία πελατειακών δικτύων γύρω από τους θεσμούς του νεοσύστατου κράτους, ενώ η διεύρυνση του κράτους μετά τη μεταπολίτευση που ενέτεινε ακόμα περισσότερο  την κομματοκρατία δημιούργησε θύλακες διαφθοράς στις δημόσιες υπηρεσίες..
               Κι επειδή κυρίως εντοπίζουμε το αίτιο της διαφθοράς στο μεμονωμένο, αυτόνομο άτομο το οποίο σταθμίζει το όφελος της διαφθοράς σε σχέση με το κόστος της ενδεχόμενης αποκάλυψης και τιμωρίας του αναζητούμε και  την αιτία στην κακή ηθική κλίση του ατόμου. Σ’ αυτήν την περίπτωση όμως το κοινωνικό περιβάλλον μένει στο περιθώριο και χανόμαστε σε ατραπούς αναζήτησης της ουσίας του ανθρώπου. Η δε κυρίαρχη θεώρηση της διαφθοράς από την οπτική του ατομικισμού συνάπτεται με ηθικές συνδηλώσεις και γίνεται όχημα της πολιτικής στο σύνολο σχεδόν των καπιταλιστικών χωρών. Έτσι χρησιμοποιείται  η οικονομική κρίση σαν ευκαιρία για επίσπευση των πολιτικών για αντιμετώπισή της με την παραγωγή νομοθετημάτων, αυστηροποίηση κανονιστικών πλαισίων, ανάπτυξη εξειδικευμένων θεσμών κλπ.  Και ...συμπτωματικά βέβαια τα μέτρα που προτείνονται για την καταπολέμησή της δεν διαφοροποιούνται από αυτά του κυρίαρχου παραδείγματος διακυβέρνησης, δηλαδή της ιδιωτικοποίησης, του ανταγωνισμού και ενός γενικού αιτήματος για διαφάνεια.
Κι αν τις προηγούμενες δεκαετίες, στην ευρύτερη εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας απουσίαζε ή  ήταν περιορισμένη η ρητορική περί διαφθοράς αυτό είχε άμεση σχέση με  το ότι  οι πρακτικές της διαφθοράς χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον στο παρελθόν από τις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες, ώστε να ανοίξουν τις κλειστές οικονομίες. Όπως και σήμερα, επειδή σε ένα πλήρες παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό περιβάλλον το διακύβευμα έχει αλλάξει και  ζητείται πια να είναι  δεδομένο το κόστος των συναλλαγών και σεβαστοί οι κανόνες του παιχνιδιού, εισάγεται η ηθική για να συμβάλλει στο νέο ζητούμενο. Κι έτσι εξηγείται και η προθυμία των ΗΠΑ για έρευνα και αποκάλυψη εκείνων των εταιρειών των ανταγωνιστικών κρατών που παραβιάζουν τους όρους του παιχνιδιού.
Η διαφθορά λοιπόν και οι πολιτικές καταπολέμησής της στο καπιταλιστικό σύστημα  θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν είναι δυο αντιθετικοί πόλοι, αλλά μάλλον ένα συνεχές σε διαρκή διαπραγμάτευση, αναλόγως των εξυπηρετούμενων συμφερόντων στα οποία  αυτό που καλούμε με αρκετή, είναι αλήθεια, ασάφεια ως δημόσιο συμφέρον σπάνια ή ως παράπλευρη μάλλον …ωφέλεια συμπεριλαμβάνεται.
                                             (Διασκευασμένο από υλικό του Δ.Δ)


Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ



Με τη δίκη της Χρυσής Αυγής να σέρνεται τρία χρόνια τώρα με τους κατηγορούμενους ούτε που να εμφανίζονται στο δικαστήριο, τους βουλευτές της με την αρωγή και της κυβέρνησης  να νομιμοποιούν την παρουσία τους στο πολιτικό σκηνικό, π.χ. επίσκεψή τους με βουλευτές της συγκυβέρνησης στο Καστελόριζο και δήλωση του Ν. Παρασκευοπούλου για «προσπάθεια ένταξης της Χ. Αυγής στο κλίμα της δημοκρατίας», του οπαδούς της να διαμορφώνουν το κλίμα στα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό, ομάδες χρυσαυγιτών να  προβαίνουν θρασύτατα  σε βιαιότητες με επιθέσεις όπως αυτές στον ελεύθερο κοινωνικό χώρο «Φαβέλα» στον Πειραιά, οι φόβοι για φασιστική παρέκκλιση, ανεξαρτήτως των μορφών της,  δεν είναι ανυπόστατοι.
               Επιπλέον, του ΚΚΕ εξαιρουμένου, η έλλειψη βασικού πεδίου  ανταγωνισμού ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα, και στη συγκυβέρνηση και στην αξιωματική αντιπολίτευση με τους δορυφόρους τους, αναπληρώνεται, μεταξύ άλλων,  από ανταγωνισμούς σε παλιά πεδία, όπως επαναφορά ορολογίας εμφυλίου πολέμου, υποστήριξη εκκλησίας, πισωγύρισμα στο Μακεδονικό, εθνικιστικές κορώνες στα ελληνοτουρκικά,  στοχοποίηση μεταναστών και προσφύγων κλπ. Κι έτσι διαμορφώνεται το περιβάλλον όπου ο φασισμός εξαντλώντας τα συνθήματά του και τα σύμβολά του στο πατριωτικό ρεπερτόριο, μ’ εκμετάλλευση λαϊκών ενστίκτων, πείθει και στεριώνει παρασύροντας μέσω παθιασμένων συναισθημάτων. Κι ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού που έχει οδηγηθεί στη απελπισία ακόμα και τις βιαιότητες ή χυδαιότητες των φασιστών τις εκλαμβάνει σαν εξωτερικά σημάδια δύναμης και ζωτικότητας.
               Στην κεντρική σκηνή, η πολιτική περιστρέφεται  σε ατέλειωτες μικροαστικές διαμάχες ελάχιστης ή μηδενικής ουσίας, με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που ελεγχόμενα από Μαρινάκη, Αλαφούζο, Σαββίδη και λοιπούς επιχειρηματίες, περισσότερο από ποτέ να είναι απρόθυμα να ασκήσουν έστω και στο ελάχιστο το διαφημιζόμενο ρόλο τους στην αστική δημοκρατία δηλ. να ελέγξουν την εξουσία για τα σοβαρά ζητήματα που ταλανίζουν τον πληθυσμό της χώρας –προγράμματα ιδιωτικοποίησης, φτώχεια, διαφθορά, προωθήσεις ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών κλπ.
               Παρακολουθώντας τα έργα και τις ημέρες της κυβέρνησης της «πρώτης φορά αριστεράς» αποκαλύπτεται πως κάτω από την ομπρέλα του αριστερού συνωστίζονταν η σύγχρονη αντισοσιαλιστική, αντικομμουνιστική αστική προπαγάνδα που ήθελε να πείσει για τη συνύπαρξη της απελευθέρωσης των καταπιεσμένων με την κυριαρχία του καταπιεστή. Και δεν είναι πια μόνο υποψία πως η πεποίθησή αυτών των αριστερών,  ότι αρκούσε ένας αισθητισμός καρυκευμένος με κόκκους  φιλοσοφίας μαζί με  έναν βερμπαλιστικό λαϊκισμό γιομάτο από ακαθόριστο οίκτο και ειδυλλιακή πίστη για το φτωχό λαό τον άξεστο, αλλά  τον πλούσιο σε ακατέργαστη σοφία και καλοσύνη που καταδέχονταν να υπηρετήσουν, δεν ήταν αφελής αλλά σκόπιμη παραπλάνηση. Αυτή ακριβώς η αντίληψη είναι που διατρέχει όλη τη δήλωση, για να δικαιολογήσει την αποδοχή της επιδότησης ενοικίου της,  της Ράνιας Αντωνοπούλου η οποία παραδέχεται ότι  την πρόταση για βουλευτής επικρατείας «αποδέχθηκα την τιμή χωρίς δεύτερη σκέψη για το τι θα άφηνα πίσω» συμπληρώνοντας αλαζονικά παρακάτω πως «Επειδή δεν ήρθα στην Ελλάδα για να γίνω πλουσιότερη και επειδή μοναδικό μου μέλημα ήταν πάντα να υπηρετήσω την προσπάθεια να ξεπεράσει η χώρα μου την οικονομική κρίση, δηλώνω ότι κίνησα ήδη τις διαδικασίες επιστροφής των χρημάτων». Το ύφος της δήλωσης και οι μικροπρεπείς περί της επιδότησης δικαιολογίες αναδεικνύουν χαρακτηριστικά όλων  αυτών των πλούσιων αυτοαποκαλούμενων αριστερών,  που με θράσος οικειοποιούνται το ήθος και τον αγώνα αγωνιστών αριστερών και  κομμουνιστών για να γίνουν πιστευτά τα ενάρετα κηρύγματά τους. Κηρύγματα με γενικεύσεις και αοριστίες, που φτιασιδώνουν τον καπιταλισμό και δεν περιέχουν  τίποτε που να υπονομεύει, αποκαλύπτοντας από τι είναι φτιαγμένος ο πλούτος, το έδαφος κάτω από τα πόδια τους και που  ανακαλύπτουν σαν  αριστερό φρόνημα το μείγμα  φιλανθρωπίας και φιλοδοξίας. Θα ήταν λοιπόν ποτέ   δυνατό να συγκατανεύσουν στο ζήτημα της κατάργησης  της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, για πάλη  για έλεγχο της οικονομίας από τις τάξεις που παράγουν;  Απομένει επομένως η μεγάλη ιδέα που έχουν για τη δραστηριότητά τους και φυσικά  για τον εαυτό τους  πάνω στην οποία θεμελιώνουν μια γενική αντίληψη για τη ζωή, όπου η δική τους κατάσταση και δράση  φαίνεται σαν ιδιαίτερη αξιόλογη ή τουλάχιστον αυτό θέλουν να προβάλλουν.  
Ιδιαίτερα σ’ αυτά τα χρόνια διακυβέρνησής τους οι αριστεροί του ΣΥΡΙΖΑ αναβίωσαν κάθε αντικομμουνιστική προπαγάνδα αναδιαμορφώνοντάς τη σαν αριστερά με δεκάδες επίθετα,  που με ψευδομαρξιστικές αναλύσεις διαχειρίζεται την κρίση του καπιταλισμού  εγκλωβίζοντας τους εργαζόμενους σε ιδεολογίες και πρακτικές που συντηρούν το σύστημα.
Και κάπως έτσι γίνονται βάσιμες οι υποψίες πως αστοί, αριστεροί ή όχι, αν η  κοινωνική τάξη απειλείται πραγματικά από τις λαϊκές τάξεις που  με κολακείες εκμεταλλεύονται και οι βασικές αρχές  που στηρίζεται το σύστημα κινδυνεύουν σοβαρά, ακόμα και οι πιο δημοκρατικοί αστοί θα προσχωρήσουν στις  γραμμές του πιο αντιδραστικού κόμματος που θα εμφανιστεί να υπερασπίζεται το υπάρχον σύστημα.
Γι’ αυτό υποστηρίζεται πως είναι αναγκαία η ύπαρξη κι ενίσχυση  εκείνης της πολιτικής δύναμης της  ικανής να ερμηνεύσει τα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα, να τα συνθέσει και να συγκρουστεί για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των εργαζομένων οργανώνοντάς τους, δηλ. του ΚΚΕ.

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ, ΟΛΑ ΚΑΛΑ!



Κι ίσως τελικά η πιο μεγάλη απειλή να είναι η διάθεσή μας να χωθούμε πάση θυσία σε μια μεγάλη παραίσθηση, έχοντας παρασυρθεί από τις  οργανωμένες φαντασιώσεις της κυρίαρχης εξουσίας  που ευνοούν τις ψευδαισθήσεις μας. Τα οικονομικά μέτρα και οι συνέπειές τους μοιάζει να απομακρύνονται από πεδίο αμφισβήτησης στην κεντρική πολιτική σκηνή, από το καλοκαίρι του 2015 όταν επιτεύχθηκε η παγίωση μιας νέας τύπου συναίνεσης που δεν νομιμοποιεί όσους δεν την νομιμοποιούν, με την ψήφιση από ΣΥΡΙΖΑ, Ν. Δημοκρατία, ΑΝΕΛ, Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ του τρίτου μνημονίου που συμφώνησε με ΕΕ ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας. Η αρνητική  ψήφος βέβαια και της Χρυσής Αυγής ήταν μια προσπάθειά να εμφανιστεί κι  αυτή εκτός της συναινετικής νομιμότητας, όχι μόνο το  ΚΚΕ, για  μια ταύτιση των δύο άκρων, συμβάλλοντας στην αναβίωση του φασισμού αναδιαμορφωμένου ως  εθνικιστικής αντίδρασης.
Καταλήξαμε έτσι η όποια ανεκτικότητα των προηγούμενων χρόνων να  φαίνεται πως αντικαταστάθηκε από ένα είδος ολοκληρωτικής θεσμικής συναίνεσης στην κυρίαρχη πολιτική της καπιταλιστικής εξουσίας, της οποίας την ιδεολογικοπολιτική κάλυψη ανέλαβε η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που λεηλατεί την ιστορία του αγωνιστικού κομμουνιστικού κινήματος. Γι’ αυτό ο  ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνησης είναι καθοριστικός,  γιατί φαίνεται, πως μέσα σ’ όλα τ’ άλλα που έχει αναλάβει, το εγχείρημά του  πνιγμού  και διασυρμού κάθε άλλης αριστερής, και μάλιστα κομμουνιστικής, φωνής φέρνει αποτελέσματα.
Κυβέρνηση και εμπλεκόμενοι πολιτικοί στην υπόθεση της φαρμακοβιομηχανίας ταυτίζουν ήθος με την ηθικολογούσα υποκρισία, σπρώχνουν τη διαδικασία της τεκμηρίωσης σε δημαγωγική υπεραπλούστευση, όταν εμφανίζουν κράτος και ασφαλιστικά ταμεία να έχουν μειώσει τις φαρμακευτικές  δαπάνες κατά 57,7% χωρίς να ομολογούν πως αυξήθηκε η συμμετοχή των ασφαλισμένων κατά 43,1%,  απομονώνουν το σκάνδαλο ως εξαίρεση.  Και η δική μας σκέψη άοπλη  αδυνατεί να συσχετίσει ορθολογικά τα επιμέρους φαινόμενα και να κατανοήσει τη λειτουργία του καπιταλισμού του οποίου είναι συνέπειες.
Κι ενώ το πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα σε κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση μετατοπιζόταν στο επίπεδο πολιτιστικών θεμάτων –σύμφωνο συμβίωσης, κάναβη κλπ. με έμμεσο πολιτικό αντίχτυπο, με το ΣΥΡΙΖΑ να κραδαίνει τα προοδευτικά του διαπιστευτήρια και ν’ αναγκάζει για διαφοροποίηση την Ν. Δημοκρατία να προβάλλει τα δικά της συντηρητικά διαπιστευτήρια, ανακαλύπτει πεδίον λαμπρόν ανάδειξής της η Ν. Δημοκρατία τα σχετικά με το Μακεδονικό και η κυβέρνηση αντιπαραθέτει το σκάνδαλο Novartis.
Και τόσα χρόνια, λέγαμε, πως  είχαμε πραγματοποιήσει πρόοδο σχετικά με παλιούς διαχωρισμούς, απωθώντας τον παρακμασμένο  εθνικισμό, πετώντας το ηλίθιο φορτίο της κληρονομικής ματαιοδοξίας και μίσους που κληρονομούσαν οι γονείς στα παιδιά. Μόνο που τινάξαμε αυτούς τους φραγμούς και δουλεύαμε για να θεμελιώσουμε έναν διεθνισμό με βάση τις επιχειρήσεις και τα κέρδη. Όλοι οφείλουν να προσαρμοστούν στα καπιταλιστικά πρότυπα, η απληστία για το κέρδος μετατρέπεται σε προσόν του επιχειρηματία.   Το αποτέλεσμα, η παλιά σκουριασμένη αλυσίδα  αντικαταστάθηκε από άλλες που μας υποδούλωσαν με άλλο τρόπο. Η φυλακή μας πλάταινε, μπήκαν εκεί μέσα  εκατομμύρια άνθρωποι, όχι μόνο οι επαγγελματίες της πολιτικής που φιλονικούν μεταξύ τους για τους ρόλους τους στο έργο, αλλά και όλοι οι κομπάρσοι, τα βουβά πρόσωπα, κανείς δεν ξεφεύγει κι όλα αυτά χωρίς βιαιότητες. Ο μηχανισμός είναι τόσο τέλειος που δεν υπάρχει περιθώριο εκλογής παρά ανάμεσα στα δυο: ή θα υποταγείς ή θα πεθάνεις από την πείνα. Ούτε μια χώρα δεν υπάρχει  που να μπορεί να ξεφύγει κανείς από την καταπίεση των άλλων. Το δίχτυ σφίγγεται γύρω από όλη τη γη.
Και θεωρείται τόσο φυσικό όλα να γίνονται αντικείμενα αγοραπωλησίας. Η φύση, η εκπαίδευση, η υγεία, η πολιτική και τελικά ο ίδιος ο άνθρωπος να  μετατρέπονται σε αντικείμενα συναλλαγής, να είναι εμπορεύματα. Ο καπιταλιστής δεν ενδιαφέρεται για τη χρηστική αξία των προϊόντων παρά μόνο για την ασταμάτητη κίνηση του κέρδους. Από τη στιγμή που σκοπός της παραγωγής στην καπιταλιστική κοινωνία είναι το κέρδος και όχι η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών οι νόμοι δεν υπάρχουν παρά για να το δικαιώσουν. Κι αν  οι ανταγωνιστικές σχέσεις ανάμεσα στους καπιταλιστές αποκαλύπτει τον αμοραλισμό της κερδοφορίας (κι από τις ομιλίες στη βουλή των εμπλεκομένων και τη γύμνια της αστικής συμπεριφοράς) η τιμωρία για την παράβαση κανόνων δεν είναι ανεξάρτητη από τη δυναμική του λαϊκού παράγοντα.
Στην προσπάθεια λοιπόν για την κάρπωση της λαϊκής συναίνεσης εντάσσονται τόσο οι κραυγές και ύβρεις της αντιπολίτευσης που θέλει να συμμετέχει στην αναδιάταξη της πολιτικής σκηνής, αλλά  και ο χειρισμός από πλευράς της κυβέρνησης της υπόθεσης Novartis. Γίνεται με τέτοιο  τρόπο που να αναπαράγει μεθοδικά την κυρίαρχη ιδεολογία και προπαγάνδα σε μια επιφανειακή αριστερή συσκευασία για να αντιμετωπιστούν ευκαιριακά εκείνες οι επιθέσεις στο κυρίαρχο σύστημα που απειλούν να γίνουν επικίνδυνες γι’  αυτό. Τα αντιλαϊκά μέτρα με τα μνημόνια εμφανίζονται έτσι σαν συνέπεια της διαφθοράς με την οικονομική ζημιά που προκάλεσε. Για να πιστέψουμε αυτό που ισχυρίζεται ο προστατευόμενος μάρτυρας στην υπόθεση,  στην ανοικτή του επιστολή, πως αν αποδοθούν ευθύνες «τα πράγματα στην Ελλάδα θα αλλάξουν. Οι γιατροί θα πάψουν να είναι έμποροι και οι πολιτικοί να υπηρετούν την κοινωνία και όχι τις πολυεθνικές» Και στο τέλος να  ζήσουμε εμείς καλά κι  εκείνοι καλύτερα.

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

ΠΕΡΙ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ



Κι επειδή εκτός από  τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό και τις ελληνοτουρκικές αψιμαχίες στο Αιγαίο είχαμε και τον εμβολισμό ελληνικού περιπολικού από τούρκικο πλοίο που ανέβασε σε υψηλό τόνο, ένθεν κακείθεν  του Αιγαίου, τον εθνικιστικό λόγο, οι ανησυχίες για εφαρμογή σχεδίων που ευνοούν ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς μοιάζει να μην είναι εξωπραγματικές.
               Και νιώθει κανείς αδύναμος να κατανοήσει, να επιλέξει για να δράσει. Είναι που με τον εκλεπτυσμό των μεθόδων της ιδεολογικής επιβολής και ενσωμάτωσης, με  την αδιαφάνεια και την επαγγελματοποίηση της πολιτικής ζωής, με την αποδοχή της  συναινετικής δημοκρατίας που βασίζεται καταρχήν στην ιδεολογική επικράτηση των αστικών δυνάμεων  έχει αλωθεί η σκέψη μας.
               Κι αν στην  αστική ιδεολογία το έθνος θεωρείται η ανώτατη εξωιστορική και υπερταξική μορφή κοινωνικής ενότητας, ένα σύνολο με ταυτόσημα τα βασικά συμφέροντα για όλα τα κοινωνικά στρώματα που το συγκροτούν, χωρίς να ομολογείται πως αυτά ταυτίζονται με της άρχουσας τάξης, δεν μπορεί  όμως  να παραβλεφθεί πως σε συνθήκες καπιταλισμού το εθνικό ζήτημα μπορεί να οδηγεί από την μια σε αφύπνιση εθνικής ζωής και πάλη ενάντια σε κάθε ζυγό, από την άλλη σε ανάπτυξη κάθε είδους σχέσεων μεταξύ εθνών αλλά και στη δημιουργία ενότητας του κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο, πβ. Ευρωπαϊκή Ένωση.  Ο αγώνας λοιπόν των λαών για αυτοδιάθεση στα χρόνια μας μπορεί να πάρει όχι πια όπως στον 19ο αιώνα αντιφεουδαρχικό ή όπως στον 20ο αντιαποικιακό αλλά κυρίως αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο πολύχρονος αγώνας των Παλαιστινίων να συγκροτήσουν κράτος ανεξάρτητο  και οι αντιδράσεις από διεθνείς στρατιωτικούς ή διπλωματικούς οργανισμούς και μεγάλες δυνάμεις για να μη το καταφέρουν.
               Εξάλλου, η κυρίαρχη εξουσία του καπιταλισμού διαθέτει όλη την ευελιξία και πειστικότητα πότε να χρησιμοποιεί τον επιθετικό και φιλοπόλεμο εθνικισμό σαν όργανο της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, όπως συνέβη με την πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία,  πότε να χρησιμοποιεί την ελευθερία και δημοκρατία για να διασπάσει και αποδυναμώσει υποτάσσοντας το χάος που δημιουργεί στα ιμπεριαλιστικά σχέδιά της, όπως συμβαίνει με όλες τις πυροδοτούμενες έγχρωμες επαναστάσεις των τελευταίων ετών.  
               Το μοντέλο αποδυνάμωσης κρατικών οντοτήτων που περιλαμβάνει καταστροφή του έθνους –κράτους και κατά συνέπεια της κεντρικής οικονομίας και διακυβέρνησης μοιάζει να επαναλαμβάνεται τα τελευταία χρόνια.  Ο πρακτικός στόχος δεν είναι άλλος από την αποσύνθεση της κρατικής κεντρικής κυριαρχίας στην εθνική οικονομία, στη δημόσια υποδομή και στον όποιο πλούτο του έθνους που θ’  αντικατασταθεί  από ομοσπονδίες και αποκεντρωμένες εξουσίες, που θα επιβληθούν από την ιμπεριαλιστική δύναμη και δεν θα επιλεγούν από τους ίδιους τους λαούς,  για να επιτρέπουν στον ιμπεριαλισμό να κυριαρχεί μ’ ένα υποτιθέμενο προοδευτικό μάλιστα έμβλημα ελευθερίας και δημοκρατίας.
                Κι επειδή τα τελευταία χρόνια η εξ αριστερών κριτική στο ΚΚΕ επικεντρώνεται στη …σοβινιστική του στροφή που καταγγέλλει την τούρκικη προκλητικότητα κατηγορώντας το ότι έτσι εξυπηρετεί συμφέροντα της αστικής τάξης, αναρωτιέται κανείς για τη σκοπιμότητα της επανάληψης της ίδιας κριτικής που ενίσχυσε την εναντίον του πολεμική στα παλιότερα χρόνια. Τότε που ο Ν. Ζαχαριάδης, γγ. γραμματέας  του  ΚΚΕ, ενός  κόμματος ταξικού  και διεθνιστικού, με το πρώτο γράμμα από τη φυλακή προέτρεπε τους έλληνες να πολεμήσουν εναντίον του Μουσολίνι κι αργότερα με την ίδρυση του ΕΑΜ όταν το κόμμα  πήρε την πρωτοβουλία οργάνωσης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Κι έτσι επιτεύχθηκε στη διάρκεια της κατοχής η οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των εργατών και αγροτών, με τους αστούς ή αποτραβηγμένους από καιροσκοπισμό μέχρι να περάσει το κακό ή αντίπαλους σ’ αυτόν τον αγώνα, που πήρε τελικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, εναρμονίζοντας εθνικά και ταξικά στοιχεία και ταυτίζοντας το στόχο της εθνικής ενότητας  με το ταξικό περιεχόμενο  των στόχων του ΚΚΕ. Ο εθνικός αγώνας απελευθέρωσε στην περίπτωση αυτή και δεν χειραγώγησε το προλεταριάτο, ενώ  κι ο εθνικός αγώνας πήρε αντιιμπεριαλιστική μορφή.
               Το όποιο εθνικό ζήτημα δεν μπορεί να υποτιμάται και στην αναζήτηση λύσης του να  παραβλέπεται η  εσωτερική ή εξωτερική κατάσταση. Δεν είναι απλώς ένα αξίωμα εφαρμοζόμενου επί χάρτου, ανεξαρτήτως των συνθηκών, η επιδίωξη ήττας σε κάθε πόλεμο για μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο για κατάργηση του αστικού καθεστώτος. Ταξική συνειδητοποίηση και συνοχή είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να μην περιορίζεται η ευαισθησία μας σε εθνικά ζητήματα με κίνδυνο εκμετάλλευσής μας από την άρχουσα τάξη κι εκφυλισμού της όποιας αγωνιστικότητας μας.