Τετάρτη 15 Ιουνίου 2022

ΕΘΝΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΑ

 Σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό -Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ, αφού τονίζει τον ιδιαίτερα θετικό ρόλο της Ελλάδας στις σημερινές συνθήκες με τον πόλεμο της Ουκρανίας, σχετικά με τις ελληνοτουρκικές διαφορές συστήνει διάλογο και προτρέπει τις δυο χώρες να δείξουν αυτοσυγκράτηση, απέχοντας από προκλητικές δηλώσεις ενώ στο πρόβλημα με την ένταξη στο ΝΑΤΟ της Φινλανδίας και Σουηδίας κατανοεί και τις ανησυχίες των Τούρκων περί τρομοκρατίας. Η κυβέρνησή μας λαλίστατη με εθνικοπατριωτικές κορώνες για εσωτερική κατανάλωση, αντέδρασε με κατανόηση σ’ αυτές τις δηλώσεις, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Γ. Οικονόμου να παραδέχεται ότι «είναι γνωστή η στάση του ΝΑΤΟ και του γενικού γραμματέα του». Συγχρόνως τα ΜΜΕ με εμπρηστικό λόγο αναφέρονται στις ασκήσεις των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, στο οποίο σενάριο της άσκησης περιλαμβάνονται αποβατικές ενέργειες σε νησιά, παραλείποντας όμως  να αναφέρουν  τη συμμετοχή σ’ αυτές 37 χωρών, ανάμεσά τους και η αμερικανική.
        Εξάλλου και η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται να αμβλύνει τις αντιφάσεις στη ρητορική της, που από τη μια θεωρεί ότι η Τουρκία απειλεί την εδαφική ακεραιότητα της χώρας  και από την άλλη δεν αμφισβητεί το ΝΑΤΟ και την ένταξη της Ελλάδας σ’ αυτό, με το σκεπτικό της ενίσχυσης της ασφάλειάς μας. Και η λεκτική ένταση αυξάνεται ανάμεσα στις δυο χώρες, σχετικά  με  μια σειρά ζητημάτων που αφορούν εδαφικές διεκδικήσεις και  δικαιώματα ενεργειακής εξερεύνησης στο Αιγαίο Πέλαγος. Η τουρκική κυβέρνηση απειλεί να αμφισβητήσει  την ελληνική κυριαρχία σε πολλά από τα ανατολικά νησιά του Αιγαίου εάν δεν αποστρατικοποιηθούν, με την ελληνική κυβέρνηση να επικεντρώνεται περισσότερο στην χρησιμοποίηση των απειλών  για να συσπειρώσει γύρω από την πολιτική της τους πολίτες παρά για να τις αντιμετωπίσει αποτελεσματικά.  
        Κι έτσι ξανά το έθνος χρησιμοποιείται ως ενοποιητικός παράγοντας που υπερνικά τους ταξικούς διαχωρισμούς.  Όσο βαθαίνει το ταξικό χάσμα τόσο η αστική τάξη θα απευθύνεται στο λαό και θα εξυψώνει το αστικό της συμφέρον, το συμφέρον του αποκλειστικού της κέρδους, σε εθνικό συμφέρον, προσπαθώντας να παρασύρει όλους τους εργαζόμενους και ο εθνικός αγώνας να πάρει τη μορφή αγώνα όλου του λαού. Γιατί αν ο εθνικισμός στην αυγή της εδραίωσης του καπιταλισμού πήρε τη μορφή πολιτικού κινήματος που οδήγησε στην ίδρυση εθνικών κρατών, ως μέρος της διαδικασίας της αστικής επανάστασης που σάρωνε τις προκαπιταλιστικές μορφές και ευνοούσε τις συνθήκες για τη δημιουργία της εργατικής τάξης, στα χρόνια μας  εστιάζοντας  στην εθνική ενότητα υπονοείται ότι αυτό που μας  ενώνει είναι πιο σημαντικό από αυτό που μας χωρίζει, εξαφανίζοντας έτσι τις ταξικές διαιρέσεις. 
      Μόνο που αυτές τις ημέρες, ενώ οι  τουρκικές προκλήσεις, για τις οποίες η πολιτική μας ηγεσία μάλλον αναλώνεται σε ερμηνεία τους σχεδόν ψυχολογικού χαρακτήρα,  γίνονται αφορμή για να ανεβαίνουν οι εθνικιστικοί τόνοι και να επαναλαμβάνει η κυβέρνησή μας την ικανότητά της να μας προστατέψει χειραγωγώντας μας, συγχρόνως δεν ξεχνά την κύρια αποστολή της. Την εξασφάλιση του συμφέροντος της κυρίαρχης τάξης, την οποία κατά βάση εξυπηρετεί. Απόδειξη κραυγαλέα, η ψήφιση της τροπολογίας στη βουλή σχετικά με τη ΛΑΡΚΟ που απολύει, επί της ουσίας, τους 1060 εργαζόμενους της. Στα πλαίσια της μετατόπισης της διαχείρισης σε κάθε επιχείρηση και υπηρεσία από το κράτος στο ιδιωτικό κεφάλαιο,  και στη ΛΑΡΚΟ οι μεθοδεύσεις για την εκποίησή της κατέληξαν στην τροπολογία που η κυβέρνηση παρουσιάζει σαν την καλύτερη δυνατή εξέλιξη, που μάλιστα εξασφαλίζει το εργασιακό μέλλον  στους εργαζόμενους και ενδυναμώνει τη ΛΑΡΚΟ.
       Κι αν το σύνολο των αστικών κομμάτων της αντιπολίτευσης καταψήφισαν την τροπολογία κατηγορώντας τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της κυβέρνησης ή την ανάλγητη και ανίκανη ηγεσία, με βολές κατά του Κ. Χατζηδάκη και Χ. Σταϊκούρα, το ΚΚΕ αντιμετώπιζε την πολιτική της κυβέρνησης και  στη ΛΑΡΚΟ ως μέρος της στρατηγικής επιλογής στης αστικής τάξης της χώρας που ταυτίζεται με τις αποφάσεις της ΕΕ.  Ο αγώνας στη ΛΑΡΚΟ, πάνω από δυο χρόνια τώρα,  με τις δυνάμεις του ΚΚΕ να μπαίνουν μπροστά, δείχνει ότι, με όλες τις οπισθοχωρήσεις και απογοητεύσεις,  μπορεί η εργατική τάξη να γίνει οδηγός της κοινωνικής χειραφέτησης. Η ύπαρξη του ΚΚΕ είναι καθοριστική για να αντιδρούν οι εργαζόμενοι  ως συνειδητή πολιτική δύναμη, ξαναβρίσκοντας την κοινωνική και πολιτική τους συνοχή, δρώντας ως τάξη. 
       Οι επισημάνσεις του Π. Πολίτη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και πρόεδρο του Σωματείου Εργαζομένων ΛΑΡΚΟ στη Λάρυμνα είναι διαφωτιστικές.

 (…)Πάντα με πρωτοβουλία και εμπιστοσύνη στην εργατική τάξη

Οι δυνάμεις του ΚΚΕ μπήκαν μπροστά στο ξεκίνημα του αγώνα σε όλες τις καμπές του, με πρωτοβουλία και εμπιστοσύνη στην εργατική τάξη. Γιατί απ' τη μακρόχρονη πείρα του γνωρίζει ότι κανένας αγώνας δεν μπορεί να αναπτυχθεί αν δεν γίνει υπόθεση πλατιών τμημάτων των εργαζομένων.

Δεν εγκατέλειψε τις θέσεις του. Ούτε υπέκυψε σε ηττοπαθείς απόψεις που καλλιεργούνταν από διάφορες πλευρές.

Οι δυνάμεις του Κόμματος στον χώρο δεν υποτάχθηκαν στον αρνητικό συσχετισμό. Με υπομονή και σκληρή δουλειά, με πειθώ αλλά και με οξυμένη διαπάλη όταν χρειάστηκε, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη συσπείρωση άλλων τίμιων αγωνιστών εργαζομένων, που είχαν και έχουν και αυτοί τη δική τους σημαντική συμβολή, να παίρνονται οι αποφάσεις για τις κινητοποιήσεις απ' τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Κλειδί αποτέλεσαν η καλή επεξεργασία των αιτημάτων, η παρακολούθηση των εξελίξεων, η έγκαιρη ενημέρωση των εργαζομένων, η διαμόρφωση της πειστικής επιχειρηματολογίας, η αποκάλυψη της υπονομευτικής δουλειάς της κυβέρνησης και των άλλων δυνάμεων. Οι κατάλληλες μορφές αγώνα, με αποφάσεις των ίδιων των εργαζομένων.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε και παίζει το Συντονιστικό των σωματείων της ΛΑΡΚΟ και η εξασφάλιση της ενιαίας στάσης απέναντι σε υπονομευτικές προσπάθειες, σε διασπαστικές κινήσεις. (…)

Αντικειμενικά σ' αυτήν τη φάση του αγώνα συνυπάρχουν τόσο η θέληση να μην υπάρξει υποχώρηση όσο όμως και η κούραση. Υπάρχουν οι μηχανισμοί της κυβέρνησης που παραπληροφορούν, τρομοκρατούν, αλλά και καθησυχάζουν, λέγοντας ότι «αν παραιτηθείτε θα έρθουν οι επενδυτές και θα ξεκινήσει η κανονικότητα».

Εύκολα μπορεί να πει ο εργαζόμενος «να παραιτηθούμε, να τελειώνουμε και ό,τι θέλει ας γίνει».

Από την άλλη, η πρωτοπορία έχει διευρυνθεί κι έχει πλέον τη δική της πείρα.

Η κυβέρνηση και οι επενδυτές θα εξαντλήσουν όλα τα περιθώρια μήπως και αποσπάσουν τη συναίνεση των εργαζομένων και αν δεν τα καταφέρουν θα προχωρήσουν μονομερώς.

Αν προχωρήσουν στα σχέδιά τους αποσπώντας τη συναίνεση των εργαζομένων οι εργαζόμενοι θα το βρουν μπροστά τους για τις επόμενες δεκαετίες.

Αν περπατήσουν μονομερώς, ο αγώνας θα συνεχιστεί, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τώρα θα ξεκινήσει. (…)

Η συνολική πείρα που βγαίνει από τον 29 μηνών αγώνα των εργαζομένων της ΛΑΡΚΟ είναι κατάκτηση για κάθε εργάτη, για να μην το βάλει ποτέ κάτω, για να βλέπει διέξοδο και να συμμετέχει ο ίδιος στην κατεύθυνση ανατροπής του σάπιου συστήματος που ζούμε.»

Κυριακή 12 Ιουνίου 2022

ΠΑΙΔΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

 Πριν από δέκα περίπου μήνες ανακοινώθηκε η  συνεργασία του Υπουργείου Εργασίας με το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδος που επιτρέπει την απασχόληση σε ξενοδοχειακές μονάδες 16χρονων  που διαβιούν σε δομές φροντίδας ανηλίκων και την απασχόληση ατόμων με αναπηρία σε ξενοδοχειακές μονάδες, με κάλυψη του κόστους εργασίας τους από τρέχοντα προγράμματα του ΟΑΕΔ. Η υφυπουργός Εργασίας Δ. Μιχαηλίδου χρησιμοποίησε με δημαγωγικό τρόπο εκφράσεις περί ενίσχυσης της κοινωνικής προστασίας και ομαλής αποϊδρυματοποίησης, για να αποκρύψει την σκοπιμότητα αυτής της απόφασης που δεν είναι άλλη από την εκμετάλλευση της παιδικής εργασίας για τα κέρδη του κεφαλαίου. Και στον αναπτυγμένο λοιπόν καπιταλιστικό κόσμο, αν δεν παρατηρούνται μορφές παιδικής εργασίας που προκαλούν τι μας με την απανθρωπιά τους, περισσότερο λεκτικές,  υπάρχουν όμως  μορφές εκμετάλλευσης παιδιών που μπορεί να είναι  λιγότερο ορατές και ως εκ τούτου λιγότερο θεαματικές, ίσως γιατί κρύβονται πίσω από εύσχημες δικαιολογίες.  
      Πριν από κανένα μήνα σφοδρή αντιπαράθεση ξέσπασε ανάμεσα στην ίδια υφυπουργό και τον πρόεδρο και ιδρυτή του «Χαμόγελο του παιδιού», Κ. Γιαννόπουλο, με αφορμή ρυθμιστικές διατάξεις με τις οποίες απαιτείται  να προσαρμοστεί σε λιγότερο από χρόνο η οργάνωση για να συνεχίσει να λειτουργεί νομίμως. Ο πρόεδρος της οργάνωσης άφησε  αιχμές εναντίον της υφυπουργού για εύνοια προς διεθνή φορέα, ενώ η ίδια η υφυπουργός επιμένει με μελιστάλαχτο τρόπο για τις καλές της προθέσεις.  
        Αυτές οι αντιπαραθέσεις με «Το Χαμόγελο του Παιδιού» δείχνουν τους στόχους των δράσεων της κυρίαρχης εξουσίας. Αφού συρρικνώθηκαν οι κοινωνικές παροχές, αντικαταστάθηκαν, μόνο κατ’ όνομα,  από Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις με ανθρωπιστικούς στόχους, σε μια οργανωμένη προέκταση της φιλανθρωπίας  που βοηθούν στη διαχείριση της δυσαρέσκειας, υποκαθιστώντας κρατικούς θεσμούς.  Η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από τον ανταγωνισμό των διαφόρων ιδιωτικών συμφερόντων, ενώ η όψιμη παρέμβαση του κράτους για όρους λειτουργίας τους περισσότερο υποκριτική μοιάζει, αφού επιδίωξή του είναι με τέτοιες αποφάσεις, κρύβοντας  την ελαχιστοποίηση ή και ανυπαρξία κρατικών δομών κοινωνικής πρόνοιας, να επιδείξει ενδιαφέρον.  
         Και για άλλη μια φορά σ’ αυτές τις αντιπαραθέσεις ή και διακηρύξεις για προστασία των παιδιών και γενικά των ευάλωτων, με τους νόμους που προωθούνται αποκαλύπτεται στην ουσία η ταξική διάσταση του κράτους που επιδιώκει την εξασφάλιση της απρόσκοπτης κερδοφορίας του κεφαλαίου.  Σαν να γυρνάμε δυο αιώνες πίσω, όταν τα παιδιά ήταν ουσιαστικό μέρος της αγοράς εργασίας, όχι μόνο στη γεωργία αλλά κυρίως στις νέες βιομηχανίες. Και τότε η πρώιμη βιομηχανία έκανε χρήση των παιδιών που ανήκαν σε ορφανοτροφεία. Ήταν κοινός τόπος ότι τα παιδιά των φτωχών θα πρέπει να συνηθίσουν τη σκληρή δουλειά, γιατί δεν ήταν μόνο που θα έπρεπε να αποτραπεί η αδράνεια των άνεργων παιδιών, αλλά κυρίως ήταν που η οικονομική βιωσιμότητα πολλών βιομηχανιών θεωρήθηκε ότι εξαρτάται από τη φθηνή εργασία που παρέχουν τα παιδιά. Εξάλλου για ένα  μεγάλο αριθμό παιδιών χωρίς οικογένειες ή με οικογένειες που κρίθηκαν ανεπαρκείς τα μέτρα προστασίας που λαμβάνονταν  φαίνονταν από μόνα τους σαν μια μορφή δουλείας. Ακόμα και η μεταφορά παιδιών, ως δήθεν μέτρο προστασίας,  από τη Βρετανία στον Καναδά και την Αυστραλία, όπου τους περίμενε σκληρή δουλειά δεν ήταν σπάνια.
     Ιστορικά βέβαια, πάντα υπήρχαν παιδιά στη δουλειά, αλλά όχι «παιδική εργασία». Μέχρι τον 19ο αιώνα, η έκφραση δεν μπορούσε να έχει νόημα, καθώς ήταν προφανές ότι τα παιδιά συμμετείχαν, όπως όλοι οι άλλοι, στην οικονομική ζωή. Θα μπορούσε να υπάρξει κατάχρηση, αλλά κανείς δεν σκέφτηκε να προσβληθεί από ένα παιδί που συμμετείχε στην εργασία, αντίθετα. Η εργασία ενός παιδιού συνδεόταν με την εκπαίδευσή του, τη διαδικασία κοινωνικοποίησής του και την αναμενόμενη οικονομική δραστηριότητα από όλα τα μέλη της κοινότητας.
       Από τη βιομηχανική επανάσταση μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο τίθεται το ζήτημα της παιδικής εργασίας, καθώς  το ενδιαφέρον για την κερδοφορία είχε προτεραιότητα και η καπιταλιστική εκμετάλλευση, και των παιδιών, πήρε ακραίες μορφές και γίνεται κεντρικό χαρακτηριστικό της λειτουργίας του καπιταλισμού. Στα εργοστάσια και ιδιαίτερα τα ορυχεία η εργασία των παιδιών σε μεγάλο αριθμό αξιοποιήθηκε κάτω από  απάνθρωπες συνθήκες. Σταδιακά, και όχι χωρίς μεγάλους αγώνες, το θέμα έρχεται στο προσκήνιο στις βιομηχανικές χώρες, καθώς η υποχρεωτική εκπαίδευση καταφέρνει να κερδίσει έδαφος,  και υιοθετούνται κοινωνικοί νόμοι για την προστασία των ανηλίκων εργαζομένων.
       Η σύγχρονη περίοδος βλέπει το ζήτημα να αναζωπυρώνεται και να εμφανίζεται ως ένα από τα σημαντικά προβλήματα. Δεδομένου ότι η υποχρεωτική εκπαίδευση έχει εξαλείψει, τουλάχιστον σε μεγάλο ποσοστό,  την εκμετάλλευση της παιδικής εργασίας στις αναπτυγμένες χώρες, ο υπόλοιπος κόσμος δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Μόνο που αυτό δεν συμβαίνει και η μετανάστευση και προσφυγιά αναβιώνει με διάφορους εύσχημους τρόπους την εκμετάλλευση της παιδικής εργασίας, όπως ουσιαστικά επιχειρεί να κάνει η υφυπουργός με τη συνεργασία που ανακοίνωσε.
Οι διακηρύξεις για έναν κόσμο χωρίς παιδική εργασία ή η καθιέρωση ημέρας, η 12η Ιουνίου, κατά της παιδικής εργασίας δεν διασφαλίζουν καθόλου την εξάλειψή της. Το παιδί  δεν αντιμετωπίζεται  με τον ίδιο τρόπο παντού και από όλους,  αλλά εξαρτάται από την κοινωνική καταγωγή, τον τόπο που βρίσκεται, τη δραστηριότητα που  ασκεί. Στην Αφρική που ο αποικιοκρατικός καπιταλιστικός κόσμος της Δύσης εκμεταλλεύτηκε  και εκμεταλλεύεται τον πλούτο της εκατομμύρια παιδιά δουλεύουν σε επικίνδυνες συνθήκες εργασίας. Όπως στο Κογκό, όπου σε απάνθρωπες συνθήκες εργάζονται παιδάκια 4 ετών για την εξόρυξη κοβαλτίου. Η εργασία λοιπόν που κάνουν τα παιδιά  μπορεί να φαίνεται σκανδαλωδώς βάναυση ή, αντίθετα, αποδεκτή στη βάση αυτού του πλέγματος ανάγνωσης. Γι’ αυτό επαναστατούμε για το  παιδί που κατεβαίνει στο ορυχείο, με δημαγωγικές πομφόλυγες, όπως των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, χωρίς να περιορίζεται όμως η παιδική εκμετάλλευση, ενώ και οι καθημερινοί άνθρωποι καταλήγουμε να χρησιμοποιούμε  για εργασίες στο σπίτι ή το χωράφι ή για σεξουαλική εκμετάλλευση ανήλικους μετανάστες ή πρόσφυγες.   
Οι αναλύσεις και συζητήσεις γι’ αυτό το ζήτημα, όπως και για τα περισσότερα προβλήματα, εξαντλούνται σε πληθώρα εικόνων που εστιάζουν στο συγκλονιστικό και εξαιρετικό, αντιμετωπίζοντάς το ως μεμονωμένο. Κι έτσι κινούμαστε ανάμεσα σ’ ένα εφιαλτικό κόσμο παιδικής ηλικίας, μ’ εκμετάλλευση, ακόμα και στις αναπτυγμένες χώρες, της εργασίας ανηλίκων προσφύγων και μεταναστών και σ’ έναν αγγελικό που δήθεν μπορεί να δημιουργηθεί από καλές προθέσεις και συναισθήματα, τα οποία εκδηλώνονται με τη φιλανθρωπία. Μόνο που ο ισχυρισμός ότι ένας κόσμος χωρίς την εκμετάλλευση των παιδιών είναι στο χέρι μας δεν είναι καν μια ουτοπία κινητοποίησης, αλλά  μια μάσκα που τίθεται στην πραγματικότητα του καπιταλιστικού κόσμου εξωραΐζοντάς τον.  Γιατί η καταπολέμηση των αδικιών εξαρτάται όχι μόνο από συγκεκριμένα προγράμματα δράσης, αλλά κυρίως από την εξάλειψη των αιτίων αυτών των μορφών εκμετάλλευσης. Δηλαδή από την εξάλειψη της φτώχειας και τη δημιουργία ενός οικονομικού και κοινωνικού συστήματος που με  τον πλούτο που παράγεται δεν αφήνει κανέναν να αφεθεί στις πιο ακραίες λύσεις που υποτιμούν τον ίδιο τον άνθρωπο.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΜΕΝΗ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ

 Σε σύσκεψη στο Δημαρχείο της Κω ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης τόνισε πως η βελτίωσης της εικόνας της χώρας στηρίζει τον τουρισμό, ο οποίος, σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Χ. Σταϊκούρα είναι η δεύτερη πηγή, η πρώτη είναι τα φορολογικά έσοδα,  αύξησης εσόδων, για να γίνει δυνατή η χρηματοδότηση μιας νέας παρέμβασης, ώστε να μετριαστούν οι συνέπειες που προκαλούν ο πληθωρισμός και οι αυξημένες τιμές στην ενέργεια στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με άρθρο στον Οικονομικό Ταχυδρόμο του υπουργού τουρισμού Β. Κικίλια τα έσοδα από τον τουρισμό αποτελούν το 25% του ΑΕΠ και «ο τουρισμός αποτελεί το ισχυρότερο μέσο περιφερειακής ανάπτυξης και τόνωσης της οικονομίας». Εν ολίγοις, η πολιτική μας ηγεσία σε όλους τους τόνους επαναλαμβάνει ότι ο τουρισμός είναι η βασική δύναμη για την κοινωνικοοικονομική μας ανάπτυξη.
          Τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση,  όλο και αυξανόταν στη χώρα μας ο ρόλος του τουρισμού στην τόνωση της οικονομίας, σε σημείο που η τουριστική βιομηχανία να αναδειχτεί η βασική, αν όχι η κύρια, πηγή και το θεμέλιο για την οικονομική της ανάπτυξη. Γιατί πραγματικά τις τελευταίες δεκαετίες, με τη συρρίκνωση του παραγωγικού ιστού στους περισσότερους τομείς, ο τουρισμός συνέχισε να συμβάλλει  στην αύξηση των ευκαιριών απασχόλησης και των κερδών, ενισχύοντας το εισόδημα των νοικοκυριών, ιδιαίτερα σε νησιά της  άγονης γραμμής. Διανύοντας λοιπόν τώρα την τρίτη δεκαετία του 21ου  αιώνα η τουριστική βιομηχανία κατέληξε να είναι η πιο σημαντική πηγή για τη δημιουργία απασχόλησης και εισοδήματος. 
         Κι έτσι όλη η χώρα κοντεύει να μετατραπεί σ’ ένα τεχνητό σκηνικό για να γίνει ελκυστικό τουριστικό προϊόν,  ο πολιτισμός της να υποβιβάζεται σε εμπόρευμα και ό,τι απ’ αυτόν δεν μπορεί εύκολα να εμπορευματοποιηθεί να πέφτει σε δυσμένεια και να χάνεται. Η εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς κατέστησε αυτονόητη τη διαδικασία μέσω της οποίας πολιτιστικά θέματα και εκδηλώσεις αξιολογούνται κυρίως ως προς την ανταλλακτική τους αξία. Καθώς επομένως μετατρέπονται σε εμπορεύματα, όπως σε όλες τις αγορές πρέπει να προσαρμόζονται  σ’  αυτές, ώστε να πωλούνται ακριβότερα.  
           Η εμπορευματοποίηση λοιπόν είναι παρούσα σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής. Και δεν είναι αυτό βέβαια  μια πρόσφατη καινοτομία. Αυτό όμως  που είναι νέο είναι το εύρος και η δύναμή της. Η εμπορευματοποίηση έχει  ενταθεί και θεσμοθετηθεί με νέους και εκτεταμένους τρόπους, φέρνοντας νοήματα που επαναδιαμορφώνουν την κατανόησή μας για τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σε αυτόν, ενώ ο χαρακτήρας της ζωής φαίνεται όλο και πιο καταναλωτικός και εμπορικός. Όταν  εφαρμόζεται σε έναν πολιτισμό, σημαίνει ότι τμήματα του πολιτισμού, τεχνουργήματα, ρούχα, χορός, μουσική, αρχιτεκτονική κλπ. συσκευάζονται και προσφέρονται προς πώληση, για να αυξάνεται ο τουρισμός. Κι έτσι ο τουρισμός μπορεί να επιφέρει αλλαγές στα συστήματα αξιών και στη συμπεριφορά, απειλώντας μάλιστα και την ταυτότητα των ντόπιων.
        Μόλις ένας προορισμός πουληθεί ως τουριστικό προϊόν, όπως π.χ. ένας αρχαιολογικός χώρος ή και ένας παραδοσιακός οικισμός και η τουριστική ζήτηση για αναμνηστικά, τέχνες, ψυχαγωγία και άλλα εμπορεύματα αρχίσει να ασκεί επιρροή, μπορεί να συμβούν βασικές αλλαγές στις ανθρώπινες αξίες. Ο θάνατος της αυθεντικότητας ακολουθεί,  εφόσον οι τουρίστες ενδιαφέρονται μόνο για μια ματιά στην τοπική ατμόσφαιρα και στην τοπική ζωή, χωρίς καμία γνώση ή ακόμη και βαθύτερο ενδιαφέρον και τότε η αναδιοργάνωση του πολιτισμού και των παραδόσεων προς αυτή την κατεύθυνση είναι αναπόφευκτη.                                                                          Όταν οι θρησκευτικές τελετουργίες ή και εθνικές αλλοιώνονται και αποστειρώνονται από τις αντιφάσεις τους, έτσι  ώστε να συμμορφώνονται με τις προσδοκίες των τουριστών, δημιουργείται  μια ανακατασκευασμένη εθνότητα και θρησκευτικότητα. Και η σκηνοθετημένη αυθεντικότητα προσαρμόζει τις  πολιτιστικές εκφράσεις στα γούστα των τουριστών ή ακόμη και την καθημερινότητα των ντόπιων σε παραστάσεις που μιμούνται την πραγματική ζωή. Η πραγματική μας ζωή σε προσομοίωση, με τους αμέτρητους Ζορμπάδες που ξέρουν να γλεντούν, τις ατέλειωτες θυμόσοφες γιαγιάδες με τις πίτες τους, τους  ανεξάντλητους σοφούς παππούδες με την αγάπη  της γης  και της θάλασσας, γίνεται πιο γοητευτική, ώστε να πουληθεί σε υψηλότερη τιμή.   
        Το σύνολο των προσδοκιών που έχουν οι τουρίστες από τους τοπικούς πληθυσμούς στην αναζήτηση μιας αυθεντικής εμπειρίας είναι ακριβώς που θέτει σε κίνδυνο την αυθεντικότητα. Βέβαια και μια άλλη απειλή πάντα καραδοκεί. Δηλ. όσο  περισσότερο εμπλέκονται στον τουρισμό οι ντόπιοι, τόσο λιγότερο αυθεντικές να γίνονται οι πολιτιστικές πρακτικές τους  και επομένως να αυξάνει ο κίνδυνος να είναι λιγότερο επιθυμητές ως τουριστικά αντικείμενα.  Γιατί   οι τοπικοί πληθυσμοί, προκειμένου να επωφεληθούν οικονομικά, αντανακλούν τις προσδοκίες των τουριστών, με καταστροφικές συνέπειες για κάθε αυθεντικότητα,  στις πολιτιστικές εκφράσεις και εκδηλώσεις τους. Όλα καταναλώνονται σαν μέρος μιας  οικονομικής διαδικασίας που δίνει αξία ανάλογα με τα οικονομικά αποτελέσματα. Η αυθεντικότητα μετατρέπεται σε  κάτι πολύ απτό και απαραίτητο για την επίτευξη της οικονομικής επιτυχίας. Επικρατούν εκείνα τα  πολιτιστικά  πρότυπα και συμπεριφορές που θεωρείται ότι θα ικανοποιήσουν περισσότερο τους τουρίστες. Αυτό σημαίνει ότι οι τοπικοί πληθυσμοί παίζουν με στερεότυπα που έχουν οι τουρίστες, κυρίως της Δύσης,  για τον πολιτισμό τους και επιδιώκουν να τα αποδώσουν όσο καλύτερα μπορούν για να ικανοποιήσουν την καταναλωτική ζήτηση. 
      Βέβαια, αυτές οι ιδέες περί αυθεντικότητας έχουν μακρά ιστορία, από τότε που οι βαριεστημένοι νέοι ευρωπαίοι αριστοκράτες του 18ου αι.  σκέφτηκαν να βρουν διέξοδο μέσα από τους αρχαίους πολιτισμούς της νότιας Ευρώπης, με όλη την έπαρση του αριστοκράτη και αποικιοκράτη. Έτσι λοιπόν,  ο  χαρούμενος τρόπος με τον οποίο θεωρούμε τις Άλπεις είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα ρομαντικών συγγραφέων του δέκατου ένατου αιώνα, οι οποίοι μετέτρεψαν την εικόνα των επικίνδυνων  βουνών και τη δυσκολία τους  σε μια απόλαυση δημοσίων σχέσεων με χιονισμένες όψεις, νέους που χορεύουν και εγκάρδιους αγρότες τύπου Χάϊντι. Ούτε οι λαοί στο Μεσαίωνα στόλιζαν τις παλιές τους πόλεις με γεράνια και τα κάστρα δεν ήταν καταφύγια για ιππότες, αλλά τρομακτικά φρούρια. Στην πραγματικότητα η αποικιοκρατική αντίληψη  και η τουριστική βιομηχανία σε μεγάλο βαθμό έχουν διαμορφώσει  την άποψή μας για τον κόσμο και για το τι είναι συναρπαστικό. 
         Επομένως, εάν η πώληση διακοπών έχει να κάνει με την πώληση ενός ονείρου, τότε ίσως τα ψεύτικα αξιοθέατα το κάνουν καλύτερα, εφόσον η ψεύτικη εμπειρία είναι μια σταθερά στο σύγχρονο πολιτισμό μας. Στην πραγματικότητα, σε μεγάλο βαθμό, τα τουριστικά ταξίδια είναι γεμάτα ψεύτικη εμπειρία και ψεύτικα συναισθήματα. Οι άνθρωποι θέλουν να βιώσουν ακραία αλλά ελεγχόμενα συναισθήματα και οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις είναι έτοιμες να ικανοποιήσουν αυτή την πείνα. Κι έτσι εξηγείται  όχι μόνο πώς οι ψεύτικες πραγματικότητες, από την Ντίσνευλάντ μέχρι ένα τεχνητό στρατόπεδο εκπαίδευσης τρομοκρατών, έχουν γίνει τουριστικοί προορισμοί, αλλά και γιατί ένα στρατόπεδο θανάτου όπως το Άουσβιτς δεν είναι μόνο μνημείο για κείνους που δολοφονήθηκαν από τους Ναζί, αλλά έχει ενταχθεί ως σημαντικό στοιχείο στην τουριστική βιομηχανία της Πολωνίας.             Αυτά τα χρόνια μπορούμε ν’ αγοράσουμε σχεδόν τα πάντα. Εγκυμοσύνη – το σπέρμα και τα ωάρια διαφημίζονται στο διαδίκτυο για εκείνα τα ζευγάρια που δεν μπορούν να αποκτήσουν παιδί. Υπηρεσίες γνωριμιών έρωτα –προσφέρουν συναρπαστικά ραντεβού στη σωστή τιμή. Υγεία – ανθρώπινα όργανα αγοράζονται και πωλούνται σε όλο τον κόσμο. Εκπαίδευση – τα πανεπιστήμια σκέφτονται όλο και περισσότερο την εκπαίδευση που προσφέρουν ως προϊόν και τους  μαθητές τους ως καταναλωτές. Υπάρχουν όλο και λιγότερες σφαίρες ζωής στις οποίες η γλώσσα του χρήματος δεν μιλάει δυνατά. Επομένως, δεν είναι κάτι παράδοξο ότι ακόμη και ο πολιτισμός, η κληρονομιά και η ταυτότητα μπορούν πλέον να πωληθούν σε πανάκριβη τιμή ή σε τιμή ευκαιρίας, ανάλογα των αναγκών και του μάρκετινγκ.     
      Και κάπως έτσι δεν μένει χώρος δικός μας για ν’ αντλήσουμε δύναμη, να ξαποστάσουμε αποκαμωμένοι και τρέχουμε χωρίς σκοπό, αναζητώντας τα μέσα για την επιβίωσή μας χωρίς σταθερό σημείο αναφοράς, ηττημένοι χωρίς να έχουμε δώσει μάχη.