Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ

 

Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη  Μ. Χρυσοχοΐδης θριαμβικά ανακοίνωσε τη σύλληψη 5 ατόμων ως εμπρηστών του κέντρου κράτησης μεταναστών και προσφύγων στη Μόρια, εμφανιζόμενος σίγουρος για την ενοχή τους, συμβάλλοντας κι αυτός να μετατραπεί το μεταναστευτικό ζήτημα σε πρόβλημα  ασφάλειας και έννομης τάξης. Στην ίδια υποβόσκουσα λογική και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τονίζει την αμεσότητα της αντίδρασης από τη μεριά της κυβέρνησης που επαίρεται για την γρήγορη οργάνωση νέου κέντρου κράτησης, στοχοποιώντας τους μετανάστες που δεν δέχονται τη μετεγκατάσταση και βεβαιώνοντας πως απόφαση της κυβέρνησης είναι «να τηρηθεί σε κάθε περίπτωση η νομιμότητα».

         Η μετανάστευση και προσφυγοποίηση έχει γίνει πια ένα καθοριστικό ζήτημα του 21ου αιώνα. Μια σειρά από εσωτερικές και περιφερειακές ένοπλες συγκρούσεις μαζί με την οικονομική ασφυξία  δημιουργούν εκατομμύρια εξαθλιωμένων ιδιαίτερα σε δυο περιοχές, Μέση Ανατολή και Αφρική. Οι συνθήκες μάλιστα κάτω από τις οποίες οι μεταναστευτικές ροές καταλήγουν στην Ευρώπη έχουν αντίκτυπο στο φάσμα ευκαιριών ένταξης  στην όποια νέα χώρα. Έτσι για παράδειγμα, αφήνοντας  τη χώρα τους και εισερχόμενοι μυστικά  και καταδιωκόμενοι στη νέα χώρα δεν έχουν  τις ίδιες ευκαιρίες αποδοχής με την είσοδο εκείνων που εργάζονται σε εργασίες υψηλής ειδίκευσης. Η σιωπηρή, ή και εκφραζόμενη, σύγκριση στο δημόσιο λόγο μεταξύ των παλαιών κυμάτων μεταναστών και των σύγχρονων μεταναστευτικών ρευμάτων δεν πρέπει να παραβλέπει τα διαφορετικά δεδομένα. Οι διακινούμενοι στην Ευρώπη μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στρατολογούνταν στοχευμένα, και βασικά με διακρατικές συμφωνίες, για τη βαριά βορειοευρωπαϊκή βιομηχανία. Τα όρια προσαρμογής για κάθε νεοφερμένο στις χώρες υποδοχής ήταν στενά. Αυτός έπρεπε να αλλάξει για να ενσωματωθεί στη νέα του χώρα που ήταν φιλοξενούμενος. Ήταν εργαζόμενος φιλοξενούμενος όπως στη Γερμανία χαρακτηρίζονταν οι Ιταλοί, Τούρκοι και Έλληνες που έφτασαν τη δεκαετία του 1960 για να εργαστούν στα εργοστάσια της Γερμανίας και βοηθώντας να δημιουργηθεί μετά τον πόλεμο το οικονομικό θαύμα της ηττημένης Γερμανίας.

               Το σύγχρονο παγκόσμιο καθεστώς προσφύγων δημιουργήθηκε σε μια ιδιαίτερη στιγμή της ιστορίας, μετά το Ολοκαύτωμα και στην αρχή του ψυχρού πολέμου. Η σύμβαση του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων ορίζει τον πρόσφυγα ως κάποιον που διώκεται με βάση τη φυλή, τη θρησκεία, την εθνικότητα, την ένταξη σε μια κοινωνική ομάδα ή πολιτική γνώμη. Είναι ένας ορισμός που βασίζεται στην εμπειρία του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και επικεντρώνεται σε δίωξη που ήταν κυρίως πολιτική αλλά και ανθρώπινη.              Η μεταναστευτική κρίση του 2015 σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής. Η παλιά λογική και κατανόηση της μετανάστευσης που διέπεται από τις αρχές της σύμβασης του 1951 τίθεται φανερά πια υπό αμφισβήτηση. Οι άνθρωποι δεν διαφεύγουν μόνο από πόλεμο και διώξεις, αλλά και από την οικονομική εξαθλίωση, την απόγνωση της επιβίωσης. Τα καπιταλιστικά κράτη της Δύσης συνεχίζουν να διαχέουν την πολιτικά σκόπιμη μυθοπλασία ότι μπορούν μονομερώς να ασκήσουν έλεγχο στη μετανάστευση, ενώ η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Γι’ αυτό επιστρατεύουν εννοιολογικές διαφοροποιήσεις που διαχωρίζει την έννοια του οικονομικού μετανάστη από εκείνη του πρόσφυγα, έτσι ώστε πολλοί άνθρωποι να συνθλίβονται ανάμεσά τους και να διασώζεται η εικόνα της ανθρωπιστικής Ευρώπης.

Η διαφημιζόμενη ανθρωπιστική  Ευρώπη δεν φαίνεται να είναι πραγματικά προετοιμασμένη, ηθικά, πολιτικά ή θεσμικά, να αντιμετωπίσει αυτήν την πρόκληση. Τα ευρωπαϊκά έθνη, που συμβάλλαν στη δημιουργία των συνθηκών  μετανάστευσης, έχτισαν τείχη και φράχτες, αποφεύγοντας το μέλλον και υποχωρώντας στο παρελθόν, στο οποίο επικράτησε η  σύγκρουση και αιματοχυσία.

Η υλοποίηση του ευρωπαϊκού συστήματος συνοριακών ελέγχων εφαρμόζεται τόσο εντός όσο και εκτός της επικράτειάς του, και επικεντρώνεται βέβαια στα κρίσιμα σημεία των εξωτερικών συνόρων. Οι αρμόδιοι για την εφαρμογή τους συγχέονται μεταξύ εθνικών, ευρωπαϊκών και ακόμη διεθνών παραγόντων, Αυτό ισχύει ιδίως για τη διαχείριση των hotspots στην Ελλάδα, όπου η ευθύνη για τη λειτουργία τους είναι των  ελληνικών αρχών, ενώ οι αποστολές ελέγχου και εποπτείας εκτελούνται από τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες Frontex, Europol (Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία ) και τη Eurojust (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Δικαστικής Συνεργασίας). Οι αρχές για την αναγνώριση και την καταχώριση πραγματοποιούνται από την EASO (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο), η ανθρωπιστική βοήθεια παρέχεται από διάφορες διεθνείς ΜΚΟ και η χρηματοδότηση προέρχεται εν μέρει από τα Ηνωμένα Έθνη (Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες), εν μέρει από την ΕΕ.

Και με τον τρόπο διαχείρισης του προβλήματος των εξαθλιωμένων που αναζητούν χώρο για να ζήσουν, γίνεται η επιστροφή των εθνικισμών στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής με το θέμα της μετανάστευσης να αποτελεί αντικείμενο έντονων εντάσεων και πρόσχημα για πρωτοφανή κατασταλτική μεταχείριση τους.

Ο πραγματικός λόγος για την κατασκευή της μετανάστευσης ως προβλήματος και μιας φοβερής απειλής που πλήττει  την Ευρώπη δεν είναι ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός μεταναστών ή η ανεπάρκεια των προσπαθειών τους να ενταχτούν. Στην Ελλάδα για παράδειγμα, σύμφωνα με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, ο αριθμός προσφύγων και μεταναστών ανέρχεται σε 120.000, ενώ στην Ευρώπη των 512 εκατομμυρίων  περίπου το 4,5%  απ’ αυτούς είναι  πολίτες άλλων χωρών.  Η διόγκωση της αμφισβητούμενης μεταναστευτικής απειλής αποτελεί μέρος του πολύ συγκεκριμένου στόχου να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση μεταξύ των ήδη ταλαιπωρημένων  πολιτών ότι τα δικαιώματά τους και κυρίως  την αυταπάτη της υπεροχής τους  τις  υπερασπίζεται καλά η ταξική εξουσία της αστικής δημοκρατίας. Για να χαρακτηρίζει ο Μ. Χρυσοχοϊδης το μάντρωμα των εξαθλιωμένων ως προστασία της δημόσιας υγείας πάντα όμως με «σαφές ανθρωπιστικό και δημοκρατικό περιεχόμενο» ενώ η αστυνομία του  στη Σάμο να συλλαμβάνει ανήλικους πρόσφυγες και με τη βίαιη συμπεριφορά της να επιδεικνύει την ασυδοσία της και τον εκφασισμό της.

Δηλ. εν ολίγοις επικεντρώνεται η προσοχή στους μετανάστες για να μην επικεντρωθεί στα πραγματικά προβλήματα, κατασκευάζεται ένας εχθρός για να κρυφτεί πίσω του ο πραγματικός εχθρός της ταξικής εξουσίας, τροφοδοτείται ο ρατσισμός μέσα από τα πραγματικά προβλήματα που η σκόπιμα ανεπαρκής διαχείριση του μεταναστευτικού δημιουργεί, για να κρυφτεί η συνύπαρξη αστικής δημοκρατίας με ένα ρατσιστικό λόγο και φασιστική συμπεριφορά.

 

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020

ΦΩΤΙΑ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Κι ύστερα από τη φωτιά στο Κ.Υ.Τ της Μόριας στη Λέσβο, πάνω από 12.000 άνθρωποι περνούν τη νύχτα στους δρόμους, κοιμούνται δίπλα σε κάδους απορριμμάτων, ενώ μερικοί βρήκαν καταφύγιο για να περάσουν τη νύχτα στους τάφους ενός νεκροταφείου. Ανίσχυροι, χωρίς καταφύγιο και φαγητό, μετά την καταστροφή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης που η ευρωπαϊκή φιλανθρωπία  των ελληνικών κυβερνήσεων είχε μαντρώσει, άρπαξαν τα παιδιά τους, βοήθησαν τους ηλικιωμένους τους, πήραν μαζί τους ό, τι μπορούσαν να σώσουν και ετοιμάζονται ξανά για έναν νέο εφιάλτη.

Και ο εκπρόσωπος της κυβέρνησής μας  Στ. Πέτσας δεν έχασε την ευκαιρία  από τη μια να εκφοβίσει, επαναλαμβάνοντας λόγια του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη, με τα γεγονότα στη Μόρια που «εγείρουν σοβαρά ζητήματα εθνικής ασφάλειας, ανθρωπισμού και προστασίας της δημόσιας υγείας» και από την άλλη να στοχοποιήσει  αυτούς τους απόκληρους, λέγοντας πως «Κάποιοι δεν σέβονται τη χώρα που τους φιλοξενεί».

Και στοιχισμένοι πίσω από την πολιτική ηγεσία,  όλος ο συρφετός φιλελεύθερων, ακροδεξιών και  φασιστών μεταφράζουν στο δικό τους λεξιλόγιο την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, που πίσω από τη γλωσσική συγκάλυψη, στην εφαρμογή της είναι ρατσιστική και φασιστική.  Η σημερινή άνοδος εθνικιστικών και φασιστικών κομμάτων και των αντιστοίχων αντιλήψεων,  εν πολλοίς βασίζεται στο ζήτημα της μετανάστευσης, που δεν εμφανίστηκε σ’ ένα αίθριο ουρανό.  Ακόμα  και   η μεταναστευτική κρίση του 2015, η οποία   υπήρξε ένας ιδανικός πυροκροτητής για κάθε είδους αντιδραστική προπαγάνδα, επωφελήθηκε στην ουσία σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική που ασκούνταν από τις ευρωπαϊκές αρχές εδώ και δεκαετίες.  

Από την Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύσσεται μια κοινή πολιτική για τη μετανάστευση και το άσυλο από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 με τη μετατροπή ενός συνηθισμένου φαινομένου, της διεθνούς μετανάστευσης που η έξαρσή του οφείλεται κυρίως στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, σε κίνδυνο από τον οποίο πρέπει να προστατευθούμε. Κάποια παραδείγματα  μηχανισμών ελέγχου, που ενισχύουν τα εξωτερικά σύνορα, ξεκινούν ακόμα από τη δεκαετία του 1980. Η εισαγωγή, το 1986, της υποχρέωσης θεώρησης για την είσοδο στο χώρο Σένγκεν για τους μη ευρωπαίους πολίτες, το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SIS), η πρώτη πανευρωπαϊκή αστυνομική βάση δεδομένων, το οποίο συγκεντρώνει εθνικές πληροφορίες σχετικά με τη διέλευση, την παράνομη διαμονή και την παραβατικότητα των μεταναστών, η δημιουργία του αρχείου Eurodac το 2005 για την καταχώρηση δακτυλικών αποτυπωμάτων των αιτούντων άσυλο, η δημιουργία της ευρωπαϊκής συνοριακής υπηρεσίας, της  Frontex, το 2004 για τον συντονισμό των επιχειρήσεων ελέγχου στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών, αλλά και η  εγκαθίδρυση  το 2015 Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης, (hotspot) στην Ιταλία και την Ελλάδα για τον εντοπισμό και τη διαλογή των αιτούντων άσυλο, που ακολουθείται από τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας το 2016, για επιστροφή των αιτουμένων άσυλο από την Ελλάδα στην Τουρκία. Η Τουρκία με τη συμφωνία αυτή θεωρείται ασφαλής τρίτη χώρα και τα Κ.Υ.Τ στα νησιά του Αιγαίου μετατρέπονται κυριολεκτικά σε κέντρα κράτησης. Και γίνεται σαφές  πως σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο η δραματοποίηση μιας μεταναστευτικής απειλής νομιμοποιεί τη στεγανοποίηση των συνόρων, την έξαρση της καταστολής για την αντιμετώπιση της ασφάλειας, αφήνοντας ανοικτή την πόρτα στον εθνικισμό της ταυτότητας

Κι αν με τη συμφωνία του Σένγκεν του 1985, δημιουργήθηκε ένας κοινός χώρος ο οποίος  περιλαμβάνει τώρα 29 ευρωπαϊκές χώρες χωρίς ελέγχους στα σύνορα, με τους περίφημους κανονισμούς Δουβλίνου I,II,II ορίζονται τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του αρμόδιου κράτους, που είναι όμως μόνο ένα κράτος μέλος, όσον αφορά την εξέταση αίτησης ασύλου. Σύμφωνα μ’ αυτήν  μπορεί ένας πρόσφυγας να ζητήσει άσυλο μόνο στη χώρα εισόδου. Αυτό σημαίνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων αναγκάζεται να εγκατασταθεί στις φτωχότερες χώρες κατά μήκος της ακτής της Μεσογείου, δηλαδή στην Ιταλία και την Ελλάδα, ενώ οι πλουσιότερες βόρειες χώρες όπως η Γερμανία και η Αυστρία εξασφαλίζουν έτσι de facto μιαν ασπίδα. Οι κανόνες της ΕΕ απαιτούν ομοφωνία για την αλλαγή τέτοιων συμφωνιών κι επομένως οι υποκριτικές  προσπάθειες των ηγετών της Ε.Ε να κάνουν όλα τα κράτη μέλη να αποδεχθούν ένα δίκαιο μερίδιο προσφύγων αποτυγχάνουν. Εξάλλου, επειδή η επίσημη πολιτική της Ε.Ε δεν θέλει να φαίνεται πως παίζει το παιχνίδι της άκρας δεξιάς και του φασισμού, αναγκάζεται σε ένα θεωρητικό επίπεδο να ευθυγραμμιστεί ο λόγος της με έναν γενικό και αφηρημένο ανθρωπισμό, που συγχρόνως  τη βοηθά  να αποκρύψει την περιοριστική και κατασταλτική πολιτική που ακολουθείται εδώ και χρόνια και των θεμελίων τους που τη στηρίζουν.

Μοιάζει λοιπόν χωρίς σημασία να προσπαθούμε να διακρίνουμε ποια από τις φιλελεύθερες ή εθνικιστικές κυβερνήσεις θα αντιμετωπίσουν με περισσότερο ή λιγότερο ανθρωπισμό το πιο σκληρό θέμα της μετανάστευσης. Αντίθετα, χρειάζεται να κατανοήσουμε και να αναλύσουμε σε ποια συμφέροντα βασίζονται αυτές οι υπερβολικές προσφορές ασφάλειας από την απειλή των ρακένδυτων  που όλοι μας υπόσχονται.

Πίσω από τις μεταναστευτικές ροές βρίσκεται ο ρόλος του ιμπεριαλισμού και οι μεγαλύτερες πηγές μετανάστευσης στην Ευρώπη είναι ακριβώς οι χώρες που υπέστησαν ιμπεριαλιστική καταπίεση τις τελευταίες δεκαετίες. Οι χώρες που φιλοξενούν πρόσφυγες, συχνά τους χρησιμοποιούν  για πιο ευέλικτη ή επισφαλή εργασία, για μείωση των μισθών και περιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Στην ουσία διαμορφώνεται μια εργατική τάξη όλο και περισσότερο διεθνής στη σύνθεση και την εμβέλειά της. Και ενώ κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας κρίσης οι συνθήκες εργασίας και οι ζωές μεταξύ γηγενών και μεταναστών ταυτίζονται όλο και περισσότερο, η αστική τάξη επιβάλλει ανεπαισθήτως, αλλά αποφασιστικά, θεσμοποιημένα τον ρατσισμό και επιδιώκει να προσθέτει συνεχώς,  για να επισκιάζουν την ταξική, νέες ανισότητες, εθνικής και θρησκευτικής βάσης, προκειμένου να αποδυναμωθεί ο κοινός αγώνας  για τη χειραφέτηση των εργαζομένων.

Η αύξηση των μεταναστευτικών ροών στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, και τη χώρα μας, λειτούργησε σαν καταλύτης, και όχι σαν αιτία, για την ανάδειξη της ιδεολογικής και πολιτικής χρεοκοπίας της. Οι υποτιθέμενες αξίες του διαφωτισμού και ανθρωπισμού φάνηκαν ψεύτικες, υποκριτικές όταν ήρθαν αντιμέτωπες με την κληρονομιά της αποικιοκρατίας, του ρατσισμού και των συνεπειών των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Η μετατροπή της Ευρώπης σε φρούριο, για να αποτραπεί  η είσοδος στους ρακένδυτους που η ίδια δημιούργησε, ανέδειξε ευτελείς ανθρώπους  σε υπεύθυνες θέσεις, έκανε αποδεκτή κάθε φωνή μίσους και ανεκτή εγκληματικές συμπεριφορές με το πρόσχημα της ασφάλειας.

 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


Αυτό το καλοκαίρι η επικέντρωση στην έξαρση των κρουσμάτων κορωνοϊού και στην αυξανόμενη ένταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο Αιγαίο χρησιμοποιήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης, που διαχέουν με διάφορες μορφές τις απόψεις της άρχουσας τάξης, για δικαίωση της κυρίαρχης πολιτικής που εξυπηρετεί τα καπιταλιστικά συμφέροντα. Πέρα από τη χρέωση της αύξησης των κρουσμάτων στην ατομική ευθύνη που ενεργοποιεί τον κοινωνικό αυτοματισμό, η τουρκική απειλή χρησιμοποιείται για υπενθύμιση μιας εθνικής ενότητας που αποτρέπει ταξικές διαφοροποιήσεις.
            Ένα παράδειγμα για τον τρόπο χρησιμοποίησης της εθνικής απειλής στη χάραξη οικονομικής πολιτικής είναι τα αναδρομικά των συνταξιούχων. Αφού λοιπόν θριαμβευτικά η κυβέρνηση είχε προ μηνών ανακοινώσει τη συμμόρφωσή της σε απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, δημοσιογράφοι που θέλουν να πιστεύουν πως πείθουν για την αντικειμενικότητά τους ή τις καλές προθέσεις  τους, όπως ο Α. Παπαχελάς και  Θ. Μαυρίδης, είτε επισημαίνουν την αναγκαιότητα αναβάθμισης των αμυντικών δαπανών με πολιτικές αποφάσεις που τις χαρακτηρίζει γενναιότητα, όπως είναι η αναβολή της άμεσης καταβολής των αναδρομικών, είτε συσχετίζεται η ακύρωση της αγοράς φρεγατών από τη Γαλλία με την καταβολή των αναδρομικών στους συνταξιούχους, στοχοποιώντας τις δαπάνες για συντάξεις σαν έναν αρνητικό παράγοντα συνολικά για τη χώρα.  
Αυτή η αρθρογραφία είναι χαρακτηριστική της ανάδειξης εθνικών συμφερόντων ως ενοποιητικών τάσεων του καπιταλισμού που αποσκοπεί στην εξομάλυνση των ταξικών διαφορών με τρόπους που είναι σύμφωνοι με τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Και ίσως κανένα από τα ιδεολογικά όπλα της αστικής τάξης δεν έχει αποδειχθεί τόσο αποτελεσματικό στη ματαίωση αγώνων εργαζομένων όσο αυτός ο αδιαμφισβήτητος χαρακτηρισμός εθνικός που επαναλαμβάνεται πολλές φορές αδικαιολόγητα από τους καπιταλιστές της χώρας. Επιδιώκοντας τη συνένωση όλων των εργαζομένων κάτω  από την ομπρέλα  αυτών που ονομάζονται  εθνικά συμφέροντα η άρχουσα τάξη ζητεί ν’ αγνοηθούν  η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και  η εκμετάλλευση εργαζομένων στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις, για να αποτρέπονται αγώνες εργατικοί, ώστε να γίνονται δεκτοί χαμηλότεροι μισθοί, περισσότερη εργασία για ν’ αναπτύσσεται η εθνική οικονομία. Κι αν στη πάλη με τη φεουδαρχία, στην περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, ο πατριωτισμός γινόταν αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής συνείδησης, στην εποχή της παγίωσης της αστικής εξουσίας γίνεται εκμετάλλευσή του και όλο και περιορίζεται στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου.
Η κλιμάκωση λοιπόν της συνεχιζόμενης αντιπαράθεσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν είναι απλώς ένα περιφερειακό φαινόμενο, αλλά αποτελεί μέρος της γενικής εντατικοποίησης των παγκόσμιων αντιθέσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Καθώς η παγκόσμια οικονομία κατευθύνεται προς μια νέα ύφεση και η «πίτα» των κερδών συρρικνώνεται, ο ανταγωνισμός μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για πρώτες ύλες και αγορές γίνεται όλο και πιο έντονος. Η αντιπαράθεση στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποτελεί μια εξαίρεση. Παρόμοιες αντιπαραθέσεις παρατηρούνται στον Ειρηνικό Ωκεανό, στην Αφρική, στην Ασία και, γενικά, σε όλο τον κόσμο.
Η διαμάχη μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας γίνεται για την ενέργεια. Η ανακάλυψη των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο και το γεγονός ότι οι πολυεθνικές εταιρείες είναι σχεδόν σε θέση να τους εξαγάγουν, κάνει τόσο την  ελληνική όσο και την τουρκική αστική τάξη να ελπίζουν πως θα ωφεληθούν οικονομικά. Η Τουρκία και η Ελλάδα έχουν αλληλεπικαλυπτόμενες αξιώσεις σε περιοχές με φυσικό αέριο στην Ανατολική Μεσόγειο. Η θέση της Ελλάδας είναι ότι κάθε ένα από τα νησιά της –και υπάρχουν εκατοντάδες από αυτά– δικαιούται τη δική του υφαλοκρηπίδα με αποκλειστικά δικαιώματα γεώτρησης. Η Τουρκία λέει ότι πρόκειται για μια άδικη ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου που καταπατά τη δική της αποκλειστική οικονομική ζώνη. Τους τελευταίους μήνες μάλιστα, η Τουρκία και η Ελλάδα προσπάθησαν να ενισχύσουν τις εδαφικές τους αξιώσεις δημιουργώντας αποκλειστικές θαλάσσιες οικονομικές ζώνες με τη Λιβύη και την Αίγυπτο, αντίστοιχα.  
Ένα σημαντικό στοιχείο σε όλα αυτά είναι, αφενός η σχετική οικονομική και στρατιωτική αποδυνάμωση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού σε σύγκριση με πριν από μισό αιώνα, (το 1960, οι ΗΠΑ παρήγαγαν το 40% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αλλά μέχρι το 2017 αυτό είχε μειωθεί στο 24%) και, αφετέρου, η ταυτόχρονη ενδυνάμωση περιφερειακών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων όπως η Ρωσία και η Κίνα. Η αποδυνάμωση των ΗΠΑ ως αστυνομικού του κόσμου άνοιξε περισσότερο χώρο στις τοπικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να  προσπαθήσουν να αναλάβουν έναν πιο ανεξάρτητο ρόλο. Έτσι, οι αντίπαλοι των ΗΠΑ γίνονται όλο και πιο τολμηροί στην επιδίωξη των συμφερόντων τους, όπως για παράδειγμα οι ενέργειες  της Ρωσίας στην Ουκρανία ή τη  Συρία. Από την άλλη πλευρά, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ γίνονται λιγότερο σταθεροί και με δικές τους απαιτήσεις, ανάλογα με την ικανότητα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να εγγυάται τα συμφέροντά τους. Ένα ιδιαίτερο παράδειγμα είναι η Τουρκία, η οποία φάνηκε να  φτάνει στα πρόθυρα μιας ρήξης με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, διότι ο τελευταίος υποστήριζε τις κουρδικές πολιτοφυλακές στη Συρία.
Γενικά πάντως, στην περιοχή μας και αλλού, μοιάζει η κυρίαρχη τάξη να φοβάται τις τεράστιες αποσταθεροποιητικές και δυνητικά ανεξέλεγκτες συνέπειες που θα είχε ένας γενικευμένος πόλεμος σε ευρύτερες περιοχές. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η αυξανόμενη αστάθεια και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων οδηγούν σε περισσότερες τοπικές συγκρούσεις και πολέμους. Και στο βαθμό που η εργατική τάξη αποτυγχάνει ν’ ανατρέψει την ταξική ισορροπία που είναι υπέρ του  κεφαλαίου σε αυτές τις δύο χώρες, η προοπτική οποιασδήποτε μορφής σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας θα έχει ολέθριες συνέπειες για την εργατική τάξη.  Ταυτόχρονα, η αλλαγή ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ του ελληνικού και τουρκικού καπιταλισμού οδηγεί την τούρκικη άρχουσα τάξη να προσπαθεί να την εκμεταλλευτεί για να αποκομίσει πραγματικά κέρδη, ενώ η ελληνική αστική τάξη, ελπίζει να καλύψει την αδυναμία της εκμεταλλευόμενη τη σύγκρουση μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ, προχωρώντας στην αναβάθμιση του ρόλου της στο ΝΑΤΟ, όπως έκανε με την «αμυντική» συμφωνία με τις ΗΠΑ. Προσπαθεί επίσης να εκμεταλλευτεί όποια αντιπαράθεση μεταξύ της Ε.Ε και της Τουρκίας ενώ έχει δημιουργήσει μια οικονομική και στρατιωτική συμμαχία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, προκειμένου να μοιραστούν τα δικαιώματα των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο, εξαιρουμένης της Τουρκίας. Μόνο που φαίνεται πως αυτές οι κινήσεις δεν είχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα για την ελληνική αστική τάξη. Η σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας έχει τα όριά της, καθώς η Τουρκία είναι πολύτιμος σύμμαχος του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ειδικά τώρα που οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή εντείνονται.  Κι αν η Γαλλία, υιοθετεί, για τα δικά της συμφέροντα, μια πιο σκληρή στάση έναντι της Τουρκίας, όμως είναι πολύ πιο  διαλλακτική η προσέγγιση της  Ευρωπαϊκής Ένωσης και   χωρών όπως η Γερμανία, η Ισπανία και η Ιταλία. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί της ελληνικής άρχουσας τάξης ότι σέβεται το Διεθνές Δίκαιο, ενώ μόνο η Τουρκία το παραβιάζει, μπορεί να αμφισβητηθεί, καθώς και οι δύο ερμηνεύουν το Διεθνές Δίκαιο σύμφωνα με τα δικά τους θεωρούμενα εθνικά συμφέροντα. Είναι που  το Διεθνές Δίκαιο δεν αντιπροσωπεύει υπεριστορικούς νόμους, αλλά μόνο μια δεδομένη ισορροπία ισχύος μεταξύ διαφορετικών καπιταλιστικών κρατών.
Επειδή επομένως η  πολεμική ένταση που καλλιεργείται από την αστική τάξη τόσο της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας, η οποία πιθανότητα δεν θα οδηγήσει σε ανοιχτό πόλεμο, αποτελεί μέρος μιας μάχης για τα κέρδη που μπορούν να υπάρξουν από τους υδρογονάνθρακες και τους αγωγούς και αναπτύσσεται στο πλαίσιο των ευρύτερων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, η  αποκάλυψη του αντιδραστικού χαρακτήρα αυτής της σύγκρουσης,  βοηθά στην συνειδητοποίηση από τους εργαζόμενους πως δεν έχουν τίποτε να κερδίσουν απ’ αυτές τις αντιπαραθέσεις και πως μόνο ένας μικρός αριθμός πλουτοκρατών μπορεί να ευνοηθεί από την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων.