Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

Η ΚΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ


Για να ανακοινώσει την πρόταση της Ν.Δ, που με τα συνταγματικά δεδομένα γίνεται και απόφαση της Βουλής, για τον επόμενο πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης θεώρησε πως εξυπηρετεί τις σκοπιμότητές του η ανακοίνωση να πάρει τη μορφή διαγγέλματος. Μ’ αυτόν τον τρόπο, πέρα από τον  όποιο αποπροσανατολισμό,  ήθελε να υπερτονίσει ως μείζονος σημασίας γεγονός την επιλογή μιας γυναίκας για την προεδρία της Δημοκρατίας, υποκρινόμενος ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των γυναικών που η πολιτική του ισοπεδώνει στην καθημερινότητα της δουλειάς και γενικότερα της ζωής τους, της οποίας η επιλογή ως προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας έγινε από την προηγούμενη κυβέρνηση. Κι έτσι σε αγαστή συμφωνία Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση συναινούν στο πρόσωπο του προέδρου της Δημοκρατίας, που αν δείχνει κάτι σε συμβολικό επίπεδο είναι ακριβώς η ταύτισή τους στις βασικές γραμμές χάραξης πολιτικής. Επιπλέον, δεν γίνεται εμφανής η συνέπεια της συνταγματικής αναθεώρησης, ότι δηλ. θα είναι δυνατό κάθε πρωθυπουργός να συνοδεύεται και από τον αντίστοιχο της αρεσκείας του πρόεδρο.  
Κι αν επισημαίνονται αυτές οι συνέπειες είναι μόνο γιατί αποδεικνύουν πόσο κενοί περιεχομένου καταλήγουν πια να είναι οι θεσμοί στην αστική μας δημοκρατία. Αυτοί οι θεσμοί που από την κυρίαρχη εξουσία χρησιμοποιούνται για να εκμαιεύεται η συναίνεσή μας, όπως σχετικά με την προεδρία της Δημοκρατίας που θέλει να εμπεδώνει τη συναίνεση γύρω από την εθνική και πολιτικά ηγεμονική διάσταση της προεδρίας. Η εκφώνηση μάλιστα  των πολιτικών και δικαστικών χαρισμάτων της υποψήφιας Αικατερίνης Σακελλαροπούλου, θέλει να νομιμοποιήσει τα ηθικά και ιδεολογικά ερείσματα για τη θέση αυτή, είναι τα εχέγγυα που την αξιώνουν το κορυφαίο λειτούργημα της αστικής δημοκρατίας μας.   
               Όταν η κυρίαρχη τάξη ήταν αντιμέτωπη μ’ ένα εύρωστο λαϊκό κίνημα έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες, μαζί με τους πράκτορές της  στις εργατικές οργανώσεις, να βρει ιδεολογικά και πολιτικά επιχειρήματα για την υπεράσπιση της εξουσίας της.  Υπερθεμάτιζε τη διάκριση των εξουσιών, υπερασπίζονταν τα ανθρώπινα δικαιώματα, απαιτούσε σεβασμό στους συνταγματικούς θεσμούς. Τώρα πια μοιάζει ελάχιστα και μόνο προσχηματικά να ενδιαφέρεται γι’ αυτό.   
  Μείζονα και σοβαρά θέματα και επιλογές, που άπτονται  ευθέως των θεμελίων της θεσμικής υπόστασης και συγκρότησης του ίδιου του διαφημιζόμενου δημοκρατικού μας κράτους, απροκάλυπτα πια φαίνονται πως δεν  δημιουργούνται και δεν εκπορεύονται από κάποιο σταθερό και μακροπρόθεσμο πλαίσιο  πολιτικών αρχών δράσης, αλλά συνδέονται στενά, όσο και κάποιες φορές επικίνδυνα για το πολίτευμα, με βλέψεις και κριτήρια που έχουν σχέση μόνο με συγκυρίες, με σκοπό την παραπλάνηση των ψηφοφόρων.  Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας επιλογής, δημοκοπικό τέχνασμα απόλυτης ευτέλειας, είναι η  πρόταση του Γ. Βαρουφάκη για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη Μάγδα Φύσσα, αλλά και ο υπερτονισμός του φύλου της υποψήφιας για την προεδρία.   Ακόμα δηλ. και οι συμβολισμοί έχουν να κάνουν  με τις πρόχειρες λύσεις σωτηρίας μπροστά σε καταστάσεις δοκιμασίας για τους κυβερνώντες, όπου σώζεται αυτός που θα κάνει την πιο πονηρή και γρήγορη  κίνηση αφήνοντας για το ..μέλλον  τις συνέπειες της κίνησής του. Μόνο που αυτές οι επιλογές κάθε φορά έχουν τη δική τους δυναμική και δεν είναι τόσο ότι πληρώνονται από τους θεσμούς απαξιώνοντάς τους, αλλά κυρίως πως μας παραπλανούν, συσκοτίζουν τα πραγματικά προβλήματα και μας αφήνουν ανυπεράσπιστους στη ισχύ των θεσμών εξουσίας που αυτή δεν αποδυναμώνεται.
               Στη μεταπολίτευση, μετά την κατάργηση με δημοψήφισμα της βασιλείας, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας χαιρετίστηκε ως ένας θεσμοποιημένος παράγοντας της πολιτικής διαδικασίας και φορέας εξουσίας υπεράνω ανταγωνισμών της πολιτικής συγκυρίας, σε αντιδιαστολή μάλιστα μ’ έναν κληρονομικό άρχοντα. Ήταν τότε που η έξοδος από μια δικτατορία ευνοούσε τους δημοκρατικούς θεσμούς του αστικού κράτους και  η σοσιαλδημοκρατία ήθελε να πείσει για το μετασχηματισμό του αστικού κράτους με εκλογικές διαδικασίες.  
               Από τότε η προεδρία της Δημοκρατίας έχει οριστικά καταταχθεί  στους ανίσχυρους, και την τελευταία δεκαετία μοιάζει πιο περιορισμένα, συμβολικούς πόλους της εξουσίας. Δεν επενδύεται η προεδρία με προσδοκίες και σχέδια ουσιαστικής άσκησης εξουσίας και ούτε ο πρόεδρος έχει ή επιδιώκει να έχει κάποια περιθώρια άσκησης επιρροής, έστω και συμβολικής, σε διάφορους τομείς της πολιτικής ζωής.
 Η δεκαετία της επιβολής των μνημονίων ήταν αποκαλυπτική των θεσμών και αυτού της προεδρίας. Εξουδετερωμένη από την τρόικα, ή, κατ’ ευφημισμό, θεσμούς, η νομοθετική εξουσία υλοποιούσε και υλοποιεί σε νόμους τις αποφάσεις τους και η εκτελεστική εξουσία τις εφάρμοζε και εφαρμόζει στην κοινωνία. Αποδεικνύεται πως αυτό που ήταν το βασικό  κριτήριο και η θεμελιώδης αρχή για τη διάκριση της δημοκρατικής από την απολυταρχική αρχή άσκησης της πολιτικής κυριαρχίας,  δηλ. η υπαγωγή της λογικής και των συμφερόντων  του ισχυρού ατόμου, του ιδιώτη στην απρόσωπη θεσμική τάξη, ήταν η ωραιοποίηση της αστικής εξουσίας, που αποσιωπούσε προς όφελος τίνος λειτουργούσε η συγκεκριμένη θεσμική τάξη. Κι αν αντικατέστησαν τον απόλυτο άρχοντα μια χούφτα καπιταλιστές, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αόρατοι,  αυτό δεν κάνει την εξουσία λιγότερη σκληρή.
 Και μ’ όλους αυτούς τους θεσμούς τελικά επιδιώκεται να υλοποιείται η συναίνεση όλων μας για τους όρους υπακοής στην πολιτική εξουσία της αστικής τάξης, οι οποίοι όμως στα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο, όσο νιώθουν να μην απειλούνται από ένα δυνατό λαϊκό κίνημα, ούτε καν  γίνονται σεβαστοί, έστω και φαινομενικά,  από τους κατόχους των εξουσιαστικών ρόλων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: