Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

«ΑΣΦΥΞΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ»



Σύμφωνα με τελευταίες ειδήσεις βρίσκεται σε οριακό σημείο η υγεία του Νίκου Ρωμανού, καταδικασμένου για τη διπλή ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης και κατηγορουμένου σαν μέλους της οργάνωσης «Συνομωσία των Πυρήνων της Φωτιάς», που συνεχίζει  την απεργία πείνας, διεκδικώντας το δικαίωμα να λαμβάνει  άδειες για να παρακολουθεί τα μαθήματα στη  σχολή  που έχει περάσει. Στην επιστολή που είχε κοινοποιήσει όταν άρχιζε την απεργία πείνας διευκρίνιζε ότι  δεν υπερασπίζεται  «τη νομιμότητά τους αντίθετα, απευθύνω έναν πολιτικό εκβιασμό ώστε να κερδίσω ανάσες ελευθερίας από την ισοπεδωτική συνθήκη του εγκλεισμού».
Η απόφαση του Ν. Ρωμανού να μην υποχωρήσει, με κίνδυνο της ζωής του, όπως το ξεκαθάρισε δεν έχει να κάνει με την υπεράσπιση της όποιας αστικής νομιμότητας. Με την απεργία πείνας του όμως έφερε πάλι στο προσκήνιο μηχανισμούς που επινοεί η αστική εξουσία  πρόσφορες και για την προληπτική προστασία της. Από τη μια οργανώνεται με κανόνες δικαίου για να γίνεται τυπικά νόμιμη εξουσία καθιδρύοντας μια συγκεκριμένη νομιμότητα κι επιδιώκοντας να εξασφαλιστεί ένα μίνιμουμ συναίνεσης και από την άλλη τροποποιούνται, παραλλάσσονται και αλλοιώνονται θεσμοί και διαδικασίες όταν αυτό είναι πρόσφορο για την προστασία του καθεστώτος. Σε μικρογραφία αυτό φαίνεται στην περίπτωση του Ν. Ρωμανού. Από τη μια ο υπουργός Δικαιοσύνης Χ. Αθανασίου απονέμει έπαθλο για την επιτυχία του Ν. Ρωμανού στις πανελλήνιες εξετάσεις από την άλλη το συμβούλιο φυλακής αρνείται τη χορήγηση άδειας για παρακολούθηση των μαθημάτων. Η κρατική εξουσία και στη σύλληψη μετά τη ληστεία αλλά και τώρα κάνει επίδειξη δύναμης προς γνώσιν και συμμόρφωση ...όλων.
               Αυτό που ξεχωρίζει στη συμπεριφορά του  νεαρού αναρχικού από την ώρα της σύλληψής του είναι η συνέπειά του στις αναρχικές του ιδέες που έτσι φαίνεται πως έχουν απήχηση  όχι μόνο σαν προσωπικό ηθικό πιστεύω αλλά και σαν κοινωνική επαναστατική δύναμη. Μοιάζει πως παρόλο που είναι τόσο νέος  δεν του λείπει η συνέπεια και η αφοσίωση. Με την ανελέητη και εξτρεμιστική  προβολή των ανυποχώρητων πεποιθήσεών του, προσφέρει ένα παράδειγμα κι ένα πρότυπο αμφισβήτησης, που ακόμα κι αν δεν είναι αποτελεσματικό βάζει το ζήτημα  των πολιτικών και κοινωνικών προϋποθέσεων για μετασχηματισμό της κοινωνίας. 
 Εξάλλου από την ιστορία ξέρουμε ότι η δύναμη του αναρχισμού έγκειται στο χαρακτήρα των ανθρώπων που τον έκαναν πράξη. Κι αν βρίσκει νέους οπαδούς, παρόλο την αποτυχία του σαν κοινωνικό επαναστατικό κίνημα, είναι γιατί ορισμένοι τύποι αναρχικών προσφέρουν ακραία παραδείγματα εξτρεμιστικής  ατομικιστικής αυτοέκφρασης, που απορρίπτει όλες τις συμβάσεις και όλους τους περιορισμούς. Μόνο που αυτό το είδος της εξέγερσης καταλήγει συχνά στη ματαιότητα και μερικές φορές στην προσωπική καταστροφή, αν και μπορεί να αμφισβητεί δυναμικά  την καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας. Αν και ο αναρχισμός μοιράζεται με το μαρξισμό το ίδιο απώτερο σκοπό της αταξικής κοινωνίας μοιάζει να μετατρέπεται  σε ρομαντικό όραμα. Η απόρριψη κάθε εξουσίας είναι τόσο ελκυστική γιατί διακηρύχνει την απόλυτη ελευθερία δράσης, ίσως σύμφωνα με κάποιο εσωτερικό ψυχικό φως.  ¨Όμως είναι  ο μαρξισμός που μέσα από την επιστημονική ανάλυση των όρων εκμετάλλευσης  δείχνει  το δρόμο για την κατάργησή της. Με την ανάλυσή του για τον καπιταλισμό αποτελεί την επιστημονική βάση για την κατανόησή του, ενώ ο  αναρχισμός με τις ιδεαλιστικές αιτιάσεις του ενισχύεται μόνο από τη θέληση των οπαδών του να πραγματοποιηθεί η ελευθερία και η ισότητα.  
Ο αναρχισμός προσφέρει μια πολιτική θεωρία που μπορεί να συνδυάζει το όραμα για μια δίκαιη κοινωνία με  την εξασφάλιση της ελευθερίας του ατόμου. Πρόθυμοι λοιπόν για κοινωνικές αλλαγές, για   βίαια συναισθήματα ή και υπεράσπιση του απαραβίαστου  του ατόμου  πολλοί νεαροί  διανοούμενοι και καλλιτέχνες ακόμα και μεγαλοαστοί, πολλοί λιγότερο από την εργατική τάξη,  σαγηνεύονται από τον αναρχισμό για όσο διάστημα τουλάχιστον διατηρείται η παθιασμένη τους επιθυμία για δράση και δεν αναπτύσσεται η αίσθηση για αυτό που είναι πραγματοποιήσιμο. Γι’  αυτό και τις περισσότερες φορές  είναι ακατόρθωτο να  διατηρήσουν τις πεποιθήσεις τους αμετάβλητες και τις ελπίδες τους ανθηρές ενάντια στις απογοητεύσεις και ενάντια σε συντριπτικά αντίθετα στοιχεία.
       Παρόλο που η επιθυμία για διεκδίκηση της απόλυτης ατομικής  ελευθερίας χρησιμοποιείται από το κυρίαρχο σύστημα  για να αποτραπεί κάθε προσπάθεια οργάνωσης ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση που ζούμε στις μέρες μας, οι ιδέες του αναρχισμού, σαν τρόπου ζωής,  δεν φαίνονται να έχουν και τόσο ευρεία απήχηση ούτε καν στους νέους. Ίσως γιατί μια κατάσταση διαρκούς απόρριψης όλων των κανόνων είναι ο απαιτητικότερος τρόπος για να γίνει δυνατή η ζωή,  και ο ατομικιστικός αναρχισμός, όπως και ο κοινωνικός αναρχισμός, απαιτεί αφοσίωση και ασκητισμό που ελάχιστοι οπαδοί του κατορθώνουν να τηρήσουν. Ακόμα και στις προ εξαετίας ταραχές του Δεκέμβρη δεν φάνηκε πως στόχο τους είχαν την  απόρριψη της εξουσίας και την καταστροφή του αυταρχικού κράτους. Είναι που και  οι βασικές ιδέες του αναρχισμού συνεπάγονται τρόπους δράσης που  δεν μπορούν να οδηγήσουν  τον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση σε νικηφόρα κατάληξη, ακριβώς επειδή οι βασικές αρχές του κάνουν τόσο δύσκολη την ύπαρξη οργάνωσης.  Ο δρόμος που ο αναρχισμός δείχνει μάλλον καταλήγει σε μια κατάσταση που είναι αληθινά αναρχική μόνο όσον αφορά τα αποδιοργανωτικά της αποτελέσματα στην καλύτερη περίπτωση. Στην χειρότερη αφήνει κάποιες ασθενικές τυμπανοκρουσίες από πολύχρωμες παρελάσεις που καταλήγουν να δικαιολογούν τις επιλογές του κυρίαρχου συστήματος.
               Αλλά πώς μπορεί κανείς που συνειδητοποιεί την σκληρότητα του καπιταλισμού να μένει αδιάφορος στον αγώνα ενός σχεδόν παιδιού που ακολουθεί μέχρι εσχάτων τις ιδέες που έκανε προσωπικό ηθικό του κώδικα;
                             

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

ΕΝ ΑΡΧΗ ΛΟΓΟΣ Ο ΦΑΣΙΣΤΙΚΟΣ



Από τη μια η υπόδειξη του Γ. Τζιφόπουλου, προέδρου του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ και αντιπρύτανης πριν παραιτηθεί, για την αναγκαιότητα της φασιστοποίησης όσων βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας για να αλλάξει νοοτροπία ο έλληνας και να τηρεί τους νόμους. Από την άλλη η βεβαιότητα  του υπουργού Μ. Βορίδη  για την ηθική υπεροχή της δεξιάς  που υπερασπίζεται την ελευθερία και την πατρίδα και η  ανάλυσή του για ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς, την οποία εξηγεί με την υπερεκπροσώπηση, που δεν είναι αντιπροσωπευτική της κοινωνίας, της «άκρας αριστεράς», όπως τη χαρακτηρίζει,  σε κεντρικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς. Ο λόγος του Γ. Τζιφόπουλου και του Μ. Βορίδη συγκλίνουν στην απενοχοποιημένη αποδοχή και αθώωση της δεξιάς από  Βορίδη, της φασιστικής, εμμέσως από Τζιφόπουλο, ιδεολογίας.
               Πέντε χρόνια σχεδόν μετά από το μνημόνιο έρχεται ο πολιτικός και ακαδημαϊκός λόγος να δώσουν συγκεκριμένο όνομα στη ρευστότητα μιας επιχειρηματολογίας που δικαίωνε τις πολιτικές επιλογές και την εφαρμογή τους των τελευταίων ετών. Είναι ο φασισμός.
Γι’ αυτό και η χρήση από τον καθηγητή Τζιφόπουλου του ρήματος «να  φασιστοποιηθούμε» δεν μπορεί να θεωρηθεί απλό ολίσθημα. Καλύτερα από κάθε άλλον γνωρίζει πως με κύριο όργανο τη γλώσσα  προωθούνται ιδέες, προτείνονται καταστάσεις, ελέγχονται πολιτικές κλπ. Η χρήση λοιπόν των λέξεων  δεν είναι ποτέ τυχαία, όταν μάλιστα εκφέρεται ο λόγος  δημόσια.  Ο Γ. Τζιφόπουλος μάλιστα συγκεκριμενοποίησε τη λέξη  με την ερμηνεία της, την άσκηση βίας  για να επιβάλλεται η δέουσα συμπεριφορά. Χρησιμοποιείται η γλώσσα σε μια προσπάθεια να εξασφαλιστεί αν όχι ακόμα η συναίνεση τουλάχιστον η ανοχή για καταστάσεις που προωθούνται με μια πρακτική διολίσθησης – πολιτική λιτότητας, κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, διαπόμπευση ανθρώπινων ερειπίων, καταδίκες απεργών, βιαιότητες σωμάτων ασφαλείας κλπ –οδηγώντας κατευθείαν στο φασισμό.
  Έχει ξεπεραστεί πια το στάδιο που επιζητούνταν να  προκύπτει η πολιτική υποταγή της μεγάλης πλειοψηφίας στις εκάστοτε επιλογές και αποπνικτικές μεθοδεύσεις της εξουσίας με την συναίνεση. Το κυρίαρχο σύστημα μοιάζει, τώρα που αισθάνεται ακόμα δυνατό, να μεθοδεύει τη λύση στο  πρόβλημα των οικονομικών δυσχερειών και της  απειλούμενης κοινωνικής έντασης με  την ενίσχυση της αυταρχικής πολιτικής  που στρώνει το έδαφος  για πλήρη εκφασισμό της εξουσίας,  για να  εξασθενίσει έτι περαιτέρω κάθε αντίδραση. Η ύφεση αυξάνει την κόπωση, οι εργαζόμενοι βυθίζονται στην αθλιότητα και την απελπισία, το σύστημα ζει εν μέσω  ατμόσφαιρας δυσπιστίας αλλά και απειθαρχίας. Θέλουν να προλάβουν την επιδείνωση της ταξικής πάλης. Η κυρίαρχη τάξη  φοβάται το κύμα της δυστυχίας και του μίσους, που συνεχώς διογκώνεται, και οργανώνεται ιδεολογικά για να  δικαιώσει τη φασιστική επιλογή. Αν μέχρι και πριν λίγο καιρό με κραυγές καταφερόταν συγκεκριμένα εναντίον των φασιστών της Χρυσής Αυγής, πέρα από την δικαιολόγηση της ιδεολογίας των δυο άκρων ήταν και  για να προλειάνει το έδαφος να  ξεπεράσει το όριο που  η Ευρώπη έβαλε για τον εαυτό της  το 1945 και η  χώρα μας το 1974.
 Ο Μ. Βορίδης είναι μαέστρος να μεταχειρίζεται την ιδεολογική διαστρέβλωση και τη συγκινησιακή εμπλοκή, χωρίς να τη συμμερίζεται, με το μέγιστο κυνισμό και την πιο αναίσχυντη θρασύτητα. Η ιδεολογική πολιτική που προσπαθεί να ασκήσει στηρίζεται στην  αναβίωση ενός παρελθόντος της κυρίαρχης τάξης που εσκεμμένα το εξαγνίζει  αποκαλύπτοντας για απάτη των κομμουνιστών προδοσίες και εγκλήματα που της χρεώνονταν. Στη μεταπολίτευση ο Μ. Βορίδης  βρισκόταν στο περιθώριο των επιλογών της κυρίαρχης πολιτικής,  εφόσον με την πτώση της χούντας απονομιμοποιήθηκε η κυρίαρχη ιδεολογία του  μετεμφυλιοπολεμικού κράτους και για την ίδια την κυρίαρχη τάξη, ή τουλάχιστον σ’  ένα μεγάλο τμήμα της, θεωρώντας τη ξένο προς αυτή, τις ιδέες, συνήθειες της. Ως εκ τούτου, αποστασιοποιημένη από το φασισμό μπόρεσε να  χειραγωγήσει μια κοινωνία που ριζοσπαστικοποιούνταν, προβάλλοντας ένα  σύστημα ιδεών, όπου παρουσιάζονται σκόπιμα  τα δικά της ταξικά συμφέροντα ως πανανθρώπινα. Κι έτσι διαμορφώθηκαν συνειδήσεις  και νοοτροπίες που οδηγούσαν σε πολιτική δράση που διεκδικούσε αποσπασματικά και μερικά αιτήματα   συμβάλλοντας στη δημιουργία  προϋποθέσεων - συναίνεση, ανοχή κλπ.-   για αποδοχή του υπάρχοντος συστήματος.  Επομένως τα χρόνια εκείνα, στον ελιγμό της κυρίαρχης εξουσίας με τον σφετερισμό της ιδεολογικής και πολιτικής ακτινοβολίας του ΚΚΕ των χρόνων της κατοχής και της άγριας καταστολής για να αποκτήσουν κύρος και αποδοχή οι αναγκαστικές επιλογές του κυρίαρχου συστήματος όπως εφαρμόστηκαν με το ΠΑΣΟΚ, δεν μπορούσε να έχει θέση στο προσκήνιο ο Μ. Βορίδης και ούτε θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πως θα αναδεικνυόταν η χρυσή εφεδρεία του συστήματος. Η απροκάλυπτη λοιπόν επίθεσή του στην χαρακτηριζόμενη από αυτόν άκρα αριστερά την οποία αναγνωρίζει ως ηγεμονεύουσα υποκρίνεται πως γίνεται από θέση αδυναμίας, ταυτίζοντάς τη εμμέσως με το ίδιο το σύστημα, παραπλανώντας  μεγάλο τμήμα του πληθυσμού περί του αντισυστημικού λόγου του. Κι εσκεμμένως διευρύνει τον ιδεολογικό και πολιτικό χώρο που καλεί άκρα αριστερά με δυνάμεις όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που κάθε άλλο βλέπουν ως μέλλον την κομμουνιστική προοπτική  και όχι μόνο για μικροπολιτικούς και ψηφοθηρικούς λόγους. Ακολουθεί την παγιωμένη διαχωριστική γραμμή  δεξιάς - αριστεράς της μεταπολίτευσης, για να αποκρύψει προς το παρόν το βασικό αντίπαλο που είναι ο κομμουνισμός, συσπειρώνοντας για αρχή ένα  σκληρό πυρήνα οπαδών, που θα διευρύνεται ακόμα και με  παντός είδους τωρινούς αριστερούς, όσο η διαχωριστική γραμμή προς τα αριστερά θα περιορίζεται στους κομμουνιστές.
Το μέλλον δεν προβλέπεται ευοίωνο όσο πιστεύουμε πως θα επιβιώσουμε σε μια κοινωνική πραγματικότητα με αυξανόμενες τις  ταξικές συγκρούσεις εάν δεν τις αναγνωρίζουμε σαν τέτοιες, με έντονη οικονομική κρίση χωρίς διέξοδο, εάν συνεχίζουμε να ελπίζουμε για το ξεπέρασμά της με τους όρους του κυρίαρχου συστήματος. Μαζικό παρών στις αυριανές απεργιακές κινητοποιήσεις είναι από τις βασικές προϋποθέσεις για να θέσουν οι εργαζόμενοι τους δικούς τους όρους και να ακυρώσουν τις δρομολογημένες ενέργειες  της κυρίαρχης τάξης εναντίον τους. Για τη  δική μας αρχή αγώνων…

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ



Ο αρχηγός αξιωματικής αντιπολίτευσης Α. Τσίπρας παρευρισκόμενος  στο ιδρυτικό συνέδριο του Podemos  στην Ισπανία δεν παρέλειψε να δικαιολογήσει το αίτημά του για εκλογές  για να εξασφαλίσει ισχυρή εντολή διαπραγμάτευσης από τον ελληνικό λαό,  ενώ μίλησε  για διακυβέρνηση  «με το λαό  για το λαό»  και για τη δυνατότητα να γίνει πράξη το ακατόρθωτο «να αλλάξουμε τη πορεία της Ευρώπης, να σταματήσουμε την καταστροφική λιτότητα, να ξαναφέρουμε στο προσκήνιο τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη». Διακηρύττεται εν ολίγοις η αυτόματη ακύρωση των συνεπειών της καπιταλιστικής επίθεσης με κυριότερο κριτήριο την εκλογική στάση αυτών που υφίστανται την επίθεση. Η σαγήνη της αλλαγής της κοινωνίας δια του λήθαργου της κυβερνητικής ανάθεσης.
Ακούγοντας τα αμφίσημα λόγια στελεχών της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που έχουν προσκυνήσει όλες τις σύγχρονες ιδέες περί ΕΕ, τις παλινωδίες στις πολιτικές τους θέσεις (βουλευτών, δημάρχων, περιφερειαρχών) τις νεφελώδεις εκλογικές υποσχέσεις  επιβεβαιώνεται ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ σαν εναλλακτική πολιτική δύναμη του συστήματος για να παρατείνει τη νάρκωση στη συνείδηση των εργαζομένων, με ένα επίπλαστο φιλεργατικό πρόσωπο που εγγυάται την ομαλή διεξαγωγή της ταξικής πάλης. Οι πάλαι ποτέ αυτοδιαλυμένες συνιστώσες του  ΣΥΡΙΖΑ για να γίνει ενιαίο κόμμα, με κατευθύνσεις αριστερές, οικολογικές, μαοϊκές, κομμουνιστικές κλπ. είναι το καλύτερο άλλοθι γι’  αυτό.  
ΣΥΡΙΖΑ στην  Ελλάδα, Podemos  στην Ισπανία, Κίνημα Πέντε Αστέρων στην Ιταλία κλπ. Στο βαθμό που η καπιταλιστική επίθεση σε όλα τα μέτωπα προχωράει και αποκαλύπτει το αποκρουστικό της πρόσωπο βομβαρδίζοντας κάθε επίπεδο της ίδιας της ζωής, γίνεται όλο και  πιο πολύ αναγκαίο να εξασφαλιστούν νέοι εργολάβοι διαχείρισης της λαϊκής δυσαρέσκειας, που να φαντάζουν έντιμοι και  συνεπείς στις λαϊκές τάξεις   και να δίνουν σημάδια καλής πίστης ένθεν κακείθεν –γι’  αυτό και οι παλινωδίες. Για να κερδίζουν σε ψήφους και επιρροή στις λαϊκές τάξεις εξασφαλίζοντας ησυχία στους εργατικούς χώρους και κερδίζοντας κόσμο γίνεται  επίκληση παλιότερων λαϊκών αγώνων, μαρξιστικών αναφορών, σοσιαλιστικών οραμάτων. Κι αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο ο ΣΥΡΙΖΑ για να πείσει σαν αριστερά, επειδή ούτε τους παλιούς αγώνες μπορεί κανείς να σβήσει ούτε να εξαλείψει από τη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων τις κατακτήσεις του λαϊκού κινήματος με την πρωτοπορία των κομμουνιστών που διαλύονται έτσι μέσα στη νεφελώδη αριστερά.
¨Όμως…
«Το κύριο στη διδασκαλία του Μαρξ είναι η ταξική πάλη. Ετσι λένε και γράφουν πολύ συχνά. Μα αυτό δεν είναι σωστό. Και το αποτέλεσμα αυτής της ανακρίβειας είναι σχεδόν πάντα μια οπορτουνιστική διαστρέβλωση του μαρξισμού, η παραποίησή του, έτσι ώστε να γίνεται αποδεκτός από την αστική τάξη. Γιατί  τη διδασκαλία για την ταξική πάλη δεν τη δημιούργησε ο Μαρξ και, μιλώντας γενικά,  είναι αποδεκτή από την  αστική τάξη. Όποιος δεν παραδέχεται παρά μόνο την πάλη των τάξεων, αυτός δεν  είναι ακόμα μαρξιστής, αυτός μπορεί  ν’  αποδειχτεί άνθρωπος που δεν βγαίνει ακόμα  από τα πλαίσια  της αστικής σκέψης και της αστικής πολιτικής. Το να περιορίζεις το μαρξισμό  στη διδασκαλία για την πάλη των τάξεων σημαίνει να κουτσουρεύεις το μαρξισμό, να τον διαστρεβλώνεις, να τον ανάγεις σε ό,τι είναι αποδεκτό από την αστική τάξη. Μαρξιστής είναι  μόνο εκείνος που επεκτείνει την αναγνώριση της πάλης των τάξεων ως την αναγνώριση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Εδώ βρίσκεται  η βαθύτερη διαφορά του μαρξιστή  από το μικρό (αλλά και το μεγάλο) αστό της ντουζίνας. Πάνω σ’  αυτή τη λυδία λίθο οφείλουμε να  δοκιμάζουμε την πραγματική κατανόηση και παραδοχή του μαρξισμού  (…) Οντως ο οπορτουνισμός δεν επεκτείνει την παραδοχή της ταξικής πάλης ως το κυριότερο,  ως την περίοδο της μετάβασης από τον καπιταλισμό  στον κομμουνισμό, ως τη περίοδο ανατροπής της αστικής τάξης και ολοσχερούς εκμηδένισής της. Στην πραγματικότητα, η περίοδος αυτή είναι  αναπόφευκτα περίοδος πρωτόφαντης σκληρής  ταξικής πάλης, πρωτόφαντης όξυνσης των μορφών της,  οπότε και το κράτος αυτής της περιόδου πρέπει να είναι αναπόφευκτα κράτος με νέο τρόπο δημοκρατικό (για τους προλετάριους και τους φτωχούς γενικά) και με νέο  τρόπο δικτατορικό (εναντίον της αστικής τάξης)
Παρακάτω. Την ουσία της διδασκαλίας του Μαρξ για το κράτος την αφομοίωσε μόνο όποιος κατάλαβε ότι η δικτατορία μιας τάξης είναι αναγκαία όχι μόνο για  κάθε ταξική κοινωνία γενικά, όχι μόνο για το προλεταριάτο, που έχει ανατρέψει την αστική τάξη, αλλά για ολόκληρη την ιστορική περίοδο που χωρίζει  τον καπιταλισμό από την «αταξική κοινωνία», από τον κομμουνισμό. Οι μορφές των αστικών κρατών είναι εξαιρετικά ποικίλες, η ουσία τους όμως είναι μια: όλα αυτά τα κράτη έτσι  είτε αλλιώς, αλλά σε τελευταία  ανάλυση υποχρεωτικά, είναι δικτατορία της αστικής τάξης. Το πέρασμα  από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό δεν μπορεί φυσικά να μη δώσει  μια τεράστια αφθονία και ποικιλία  πολιτικών μορφών, όμως η ουσία  εδώ θα είναι αναπόφευκτα μία: η δικτατορία του προλεταριάτου»
 (Β.Ι Λένιν «Κράτος και Επανάσταση», εκδ. Σύγχρονη εποχή)

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΩΣ



Ο υπουργός Παιδείας Α. Λοβέρδος σε εκπομπή του Ν. Χατζηνικολάου αναφέρθηκε στο θέμα  της εθελοντικής προσφοράς των εκπαιδευτικών για κάλυψη των διδακτικών κενών. Πριν από μέρες είχε προτείνει να αμείβονται με μόρια αντί μισθού, προτείνοντας  τώρα να επιδοτούνται με 300 ευρώ εκπαιδευτικοί που βρίσκονται σε άδεια ανατροφής τέκνων  για να προσφέρουν εθελοντική εργασία.
               Αν και χρόνια τώρα η κυρίαρχη εξουσία προπαγανδίζει υπέρ του εθελοντισμού, πρώτη φορά υπουργός εκφράζει την πρόθεση να αντικαταστήσει με  εθελοντική προσφορά  αμειβόμενες θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα αν στην ολοκληρωμένη του πρόταση πρόσθεσε το επίδομα των 300 ευρώ. Κι αν θεωρείται τόσο σημαντική αυτή η απόφαση του υπουργού είναι γιατί αποδεικνύει ότι οι θεωρίες, τα ιδεολογήματα ή πρότυπα ζωής και συμπεριφοράς που για χρόνια προβάλλονται μ’  ένα συναισθηματικό ή ηθικό περίβλημα δεν αποβλέπουν παρά σε οικονομικά οφέλη της κυρίαρχης τάξης με τη δική μας συναίνεση.
               Από τη μια υμνείται ο εθελοντισμός σαν ατομική προσφορά που δεν σχετίζεται με κέρδος, αμοιβή ή καριέρα και από την άλλη δικαιολογείται η φτώχεια και εξαθλίωση με την απαίτηση  για εξασφάλιση κέρδους, η επιδίωξη του οποίου δεν αμφισβητείται. Το κυρίαρχο σύστημα και πάλι μεταθέτει την αντίθεση σε ηθικό επίπεδο, ενώ συγχρόνως εμφανίζεται να δίνει τη λύση στα προβλήματα που προκύπτουν χωρίς όμως, κι αυτό είναι το επιδιωκόμενο, να αλλάζει ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της παραγωγής που είναι η αιτία. Γι’  αυτό και η κρίση βαφτίζεται ανθρωπιστική, η εξαθλίωση αποτέλεσμα του εγωκεντρισμού των σύγχρονων κοινωνιών και η θεραπεία αναζητείται στην ηθική σφαίρα και  περιλαμβάνει την  εθελοντική δράση, που αφορά όλους ανεξαρτήτως κοινωνικοοικονομικής τάξης και επαγγελματικής ιδιότητας, που προωθεί θετική στάση και αντίληψη για τη ζωή και τα κοινωνικά προβλήματα.
Κι είναι ακριβώς που στο θέμα του εθελοντισμού καταδεικνύεται η σκοπιμότητα της κυρίαρχης τάξης, καθώς δια μέσου συγκεκριμένων και συντονισμένων ενεργειών, πρακτικών, θεωριών επιβάλλει στις υποτελείς τάξεις  τη ιδεολογία της που τη δικαιώνει, ως δική τους ιδεολογία, χωρίς όμως αυτή να είναι κάτι ουσιαστικό ξένο προς αυτές, τις ιδέες, συνήθειες και αντιλήψεις τους. Οι υποτελείς τάξεις ζώντας  μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα  είναι προσαρμοσμένες στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις και εν πολλοίς συμβιβασμένες μ’  αυτές κι επομένως και με τις κυρίαρχες ιδέες που «δεν είναι τίποτε άλλο από την ιδεατή έκφραση των κυρίαρχων υλικών σχέσεων». Η συστηματική όμως επιβολή της ιδεολογίας των κυρίαρχων τάξεων  γίνεται μέσα από το κράτος, την εκπαίδευση, τα ΜΜΕ των οποίων ο ρόλος συνίσταται στην επεξεργασία και ενισχυτική αναπαραγωγή  των κυρίαρχων ιδεών, για να επιτευχθεί η άκριτη αποδοχή τους. Στα πλαίσια αυτά οι κυρίαρχες καπιταλιστικές  σχέσεις, (η ιδιωτική ιδιοκτησία, το κέρδος, ο κοινωνικός ανταγωνισμός κλπ.) φαντάζουν φυσικές, αιώνιες και αναλλοίωτες. Επιβάλλεται όμως αυτό που ισχύει σαν αληθινό να φαίνεται και  πραγματικό στην καθημερινή μας ζωή για να μπορούμε να ζούμε την καθημερινότητα  με όσο το δυνατό λιγότερες προστριβές. Σε μια κοινωνία λοιπόν που με βάναυσο τρόπο εξορίζονται μεγάλα τμήματα των υποτελών τάξεων από τον κοινωνικό πλούτο και εξαθλιώνονται, η κυρίαρχη ιδεολογία θα πρέπει να διαμορφώσει σ’ αυτά  την αντίστοιχη ιδεολογική στάση που τη δικαιώνει. Ο εθελοντισμός εντάσσεται σ’  αυτά τα πλαίσια που  από τη μια, στον ιδιωτικό χώρο, προωθεί την αλληλεγγύη, την κοινωνική δικαιοσύνη, τη δράση στήριξης των ανθρώπων που εξαθλιώνονται και από την άλλη δικαιώνει τη λογική του κέρδους και του ανταγωνισμού στο δημόσιο επίπεδο. Η οικονομική βάση του κυρίαρχου συστήματος μένει αλώβητη.
 Ο εθελοντισμός που προπαγανδίζεται δεν είναι η ταξική αλληλεγγύη που διαμορφώνει συνειδήσεις  και αντιστάσεις που γίνεται εργαλείο ταξικής αντίστασης, αντίθετα αποτελεί μια λανθασμένη και αντιδραστική πολιτική στάση που δεν αντιμετωπίζει τα ταξικά προβλήματα. Γίνεται μια επικίνδυνη ιδεολογική στάση καθώς διαστρεβλώνει την πολιτική αντιπαράθεση μεταφέροντάς τη από το δημόσιο στο ιδιωτικό, από το οικονομικό στο ηθικό πεδίο. Και στις μέρες μας ακόμα και η επιβίωση των  ανθρώπων εναποτίθεται στις εθελοντικές πρωτοβουλίες ευαίσθητων ατόμων ή ομάδων δηλ. τη φιλανθρωπία τους.
Και αφού ο εθελοντισμός έγινε αποδεκτός σε περιόδους ευμάρειας της χώρας, μονοπωλώντας τον αρχικά  οι ολυμπιακοί αγώνες της Αθήνας με  τα νεαρά παιδιά που ξεναγούσαν τους φίλαθλους επισκέπτες, με την ελπίδα κάποιας «μοριοδοτημένης» αμοιβής,  διέβρωσε βαθμιαία το σύνολο των συμπεριφορών μας.  Όσο κι αν προβάλλεται  ο εθελοντισμός σαν κίνητρο  ηθικής διάστασης που ικανοποιεί  μια ανάγκη για προσφορά και αυτοεπιβεβαίωση το αποτέλεσμα, η εθελοντική εργασία λειτουργεί πια συμπληρωματικά ή υποκαθιστά την κρατική πολιτική καλύπτοντας κενά και ελλείψεις. Για να διαμορφωθεί  μια κοινωνία χωρίς δούλους, εφόσον αυτοί πια θα προσφέρονται οικειοθελώς.
Κι είναι αυτό που αποκάλυψε πέραν πάσης αμφιβολίας η πρόταση Λοβέρδου. Η εθελοντική εργασία διασφαλίζει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης στο βασικό της συντελεστή, που θεωρείται μάλιστα δημόσιο αγαθό, την  εκπαίδευση. Αυτοί που χρησιμοποιούν την εργατική δύναμη, οι καπιταλιστές,  αρνούνται  να αναλάβουν το κόστος αναπαραγωγής της και αποκατάστασής της θεωρώντας την ιδιωτική υπόθεσή των ίδιων. Γι’ αυτό και  η υγεία, παιδεία, φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων κλπ εκχωρούνται βαθμιαία στην εθελοντική προσφορά. Κι έτσι η εγκατάλειψή τους στον εθελοντισμό υποβαθμίζει τη λειτουργία τους, γιατί τελικά θα εξαρτώνται από τη διάθεση των εθελοντών, γεγονός που αναδεικνύει το συμπτωματικό, το τυχαίο, το ατομικό   μόνο ρυθμιστή της κοινωνικής ζωής.       
 Και να σκεφτεί κανείς ότι όλες αυτές οι επιλογές της κυρίαρχης τάξης συνοδεύονται όχι μόνο από τον εκθειασμό της αξίας της προσωπικής επιλογής και εθελοντικής προσφοράς, αλλά από  μια ψευδοκριτική του συστήματος που είναι γραφειοκρατικό, αναποτελεσματικό κλπ. Χωρίς όμως ποτέ να γίνονται αντικείμενο κριτικής ούτε οι σχέσεις ιδιοκτησίας ούτε και οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. ¨Όλη η κριτική εξαντλείται στην  απώλεια της αίσθησης της κοινότητας και της αυθεντικότητας, στην εξατομίκευση κλπ. Δηλ. αντικείμενο κριτικής γίνονται οι συνέπειες της καπιταλιστικής εξέλιξης χωρίς αναφορά όμως στις αιτίες που τις προκάλεσαν, δηλαδή στον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της εργασίας και της κοινωνίας.