Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

ΑΝΑΡΘΡΕΣ ΚΡΑΥΓΕΣ

         Τον πρώτο καιρό του μνημονίου  ένα μεγάλο  μέρος  του κόσμου σώπαινε απροσανατόλιστο.  Μετά, σιγά σιγά, όσο  το κακό  από την εφαρμογή  του μνημονίου και όλων των συναφών σωρεύεται  στην αυλή μας,  αρχίζουμε  όλο και περισσότεροι να ζητωκραυγάζουμε όποιον ή  όποια πρόταση φαίνεται να βοηθά στην  ψυχική μας εκτόνωση  η να δίνει την εντύπωση της   άμεσης διαχείρισης, με μικρότερο κόστος, αυτού του κακού. Το να  αρχίσουμε να σκεφτόμαστε, να συνειδητοποιούμε την ταξική μας θέση, να οργανωνόμαστε  για να καθορίσουμε τη δράση μας μοιάζει  ακόμα σαν να μην είναι δική μας υπόθεση.  
         Μεγάλο μέρος από μας, χωρίς οργάνωση, ακόμα κι αρχηγούς, χωρίς  ταξική συνείδηση, κάποια καθοδήγηση ή ουσιαστικό προβληματισμό πάνω στα τεκταινόμενα καταλήγουμε να μην έχουμε, παρά ελάχιστες φορές, κάποια  κοινή δράση. Συνεχίζουμε στην πλειοψηφία μας να είμαστε ένα πλήθος από αντιφατικές αντιδράσεις, από εγωισμούς και συμφέροντα που υποφέρουν και δεν ξέρουμε να ενωθούμε. Ετσι είναι εύκολο να συντριβούμε.
         Αυτό που όλοι ξέρουμε  είναι  ότι υποφέρουμε και ζητούμε ένα τρόπο να εκδικηθούμε γι’  αυτό. Αυτό το συναίσθημα της εκδίκησης  το παρατηρούμε σε πολλές μορφές αντιδράσεων,  στις χειρονομίες  προπηλακισμού, στις κραυγές διαμαρτυρίες,   και  αντί να ενώσουμε τα φορτία μας   θάλεγε κανείς πως  τα συγκρίνουμε μεταξύ τους και κατηγορούμε   το γείτονα μας  πως μας αφήνει  να σηκώσουμε εμείς   το πιο  βαρύ.  Ετσι υπάρχει ο κίνδυνος  τελικά ο αντίπαλος να πάρει  την  πρωτοβουλία  της  τελικής επίθεσης.
          Με ολοένα και πιο εμφανή τρόπο  βλέπουμε περιθωριακές  κάποτε ομάδες και κόμματα (με προεξάρχοντα το ΛΑΟΣ) να παριστάνουν ότι αρθρώνουν λόγο πολιτικό και να προσπαθούν να επιβληθούν σαν προστάτες των ασθενών τάξεων, του κομποδέματός τους, της οικογένειας  και της  πατρίδας.
         Οι σημερινές αντιδράσεις στις εκδηλώσεις για την επέτειο του ΟΧΙ  είναι συμπυκνωμένη συμβολικά δράση στην οποία αντανακλάται  το κοσμοείδωλο που  προσφέρθηκε στο λαό  από τους ίδιους τους κυβερνώντες και  βασίζεται κατά βάση στη  λογική και την ιδεολογία με την οποία οι ίδιοι πορεύτηκαν  και δικαιολόγησαν  τις επιλογές τους τα δυο τελευταία χρόνια.  Το ΠΑΣΟΚ  απλουστεύοντας και  παραφθείροντας κοινωνικές ανάγκες και αιτήματα δικαιολογεί την πολιτική του  με την  απλοϊκή παράσταση μιας  κοινωνίας  παραδομένης στην ευμάρεια και τη διαφθορά, που καλείται ως νέος λυτρωτής να τη σώσει, προβάλλοντας τη διχοτόμηση καλού – κακού, όπου το κακό  ταυτίζεται με συμπεριφορές   συγκεκριμένων πολιτικών  και  συγκεκριμένων συντεχνιών των τελευταίων χρόνων και το καλό με το ξέφωτο του «διαχειρίσιμου χρέους»  που θα οδηγηθούμε μετά την τιμωρία μας, για το καλό μας, με το μνημόνιο.
        Στον εορτασμό του ΟΧΙ τμήματα του κόσμου αναζητώντας να ξαναζήσουν νοσταλγικά, μόνο σε συμβολικό επίπεδο όμως, τον αγώνα  κατά του φασισμού, σε μια φανταστική ιστορική ανάγνωση, στρέφονται εναντίον πολιτικών  προσώπων και κυβέρνησης, παρακάμπτοντας κι αυτά  όπως και η ηγεσία μας, τα ταξικά στοιχεία που συνιστούν την ιστορία των εξουσιαστικών μηχανισμών και των λαϊκών αγώνων.
         Η απίστευτη κυνικότητα και  περιφρόνηση  των λαϊκών αναγκών, που δυο χρόνια τώρα δείχνει το «σοσιαλιστικό» ΠΑΣΟΚ,  αφαίρεσε από μεγάλο τμήμα του λαού την όποια πίστη του στην πολιτική εξουσία  και στην  αποτελεσματικότητα των δράσεων του  με τις θεσμοποιημένες μορφές.  Παράλληλα, νιώθει πολύ θυμωμένο  κι ανυπόμονο για  σιωπηρές και επίμονες πειθαρχημένες πράξεις που προπαρασκευάζουν την αληθινά οργανωμένη δράση.  Ο πιο άμεσος, δραστικός τρόπος λοιπόν αντίδρασης είναι οι κραυγές, κάθε είδους, ακόμα κι άναρθρες.
        Αναρωτιέται κανείς αν εκτονωτικές αντιδράσεις η κυρίαρχη  τάξη  μπορεί να τις χρησιμοποιήσει  μόνο ως βαλβίδα  ασφαλείας ή και ως δικαιολογία για επιλογές της μετά τον Παπανδρέου. Γιατί μπορεί να  δείχνει η κυρίαρχη τάξη   ότι  υπερασπίζεται τις δημοκρατικές ελευθερίες, την ίδια στιγμή όμως  φαίνεται πως  ετοιμάζεται να τις κλειδώσει μέσα στα χρηματοκιβώτια αποσύροντάς τες από την κυκλοφορία, όταν καταστούν επικίνδυνες για την ίδια.
       Μέχρι τώρα, η  πολιτική των κυβερνώντων δεν συνιστά  ανοικτή εκτροπή, δεν παραβιάζονται  ανοικτά και επί του τυπικού το σύνταγμα, οι νόμοι, οι κοινοβουλευτικοί κανόνες άλλα στην πράξη  αμφισβητείται  η δυνατότητα του κοινωνικού ελέγχου της εξουσίας και  υποτιμάται  έως καταργήσεως κάθε έκφραση  λαϊκής συλλογικότητας.
      Βέβαια, υποστηρίζεται από τους κυβερνώντες με ένταση πως ο λαός είναι ελεύθερος να αντιδράσει, κατανοούνται μάλιστα και οι  αντιδράσεις του, μόνο που  όλες  πρέπει να γίνονται  στο περιφραγμένο πάρκο που προσφέρεται από την κυρίαρχη εξουσία, υποτιμώντας και περιφρονώντας τη βούλησή του.  Αφού κατέστρεψε  η κυβέρνηση την όποια λαϊκή αλληλεγγύη κηρύττοντας πόλεμο ουσιαστικά εναντίον του λαού που κυβερνούσε συκοφαντώντας τον, δημιούργησε τις συνθήκες για  να ξεχυθεί, ακόμα ελεγχόμενος,  ο χείμαρρος της αγανάκτησης.  
      Η ικανότητα όμως της κυβέρνησης αρχίζει να αμφισβητείται και εκ των ένδον του συστήματος και πιθανόν να μπήκαμε στη φάση προετοιμασίας  μιας  σωτηριολογικής προσμονής μεσσιανικού τύπου, και  στην εποχή μας η σωτηριολογική φαντασίωση έχει την μορφή του τεχνοκράτη,   που μπορεί να λειτουργήσει  κατευναστικά  στο λαϊκό υποσυνείδητο. 

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΤΟΥ "ΚΟΥΡΕΜΑΤΟΣ"

       Μ’  όλες αυτές τις αποφάσεις της εγχώριας ηγεσίας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης,  τα τελευταία δυο χρόνια,  αρχίζει κανείς ν’ αμφισβητεί  όλες  τις μεγάλες αρχές, εν είδει κατηγορικώ προσταγών, που διακηρύττεται ότι ισχύουν  για όλους τους καιρούς και για όλους τους τόπους, τις αφηρημένες, αξιοσέβαστες, αδιαμφισβήτητες αιώνιες αλήθειες του καιρού μας και του τόπου μας .
        Δημοκρατία, ανάπτυξη, κοινοβουλευτισμός,   εκλογές,  κλπ. εφαρμόζονται σε όλα. Δεν εφαρμόζονται σε τίποτε. Μέσα σ’   έναν κόσμο που  βρίσκεται σε ακατάπαυστη αλλαγή, μια αλήθεια που δεν αλλάζει, είναι ένα ψέμα ή ακόμα χειρότερα, γι’  αυτούς που είναι ανίκανοι να διακρίνουν το ψέμα, δεν είναι τίποτε. Αληθινό είναι το πραγματικό. Κι ο πρώτος νόμος της τιμιότητας είναι να παρατηρούμε με ακρίβεια και να συνάγουμε έτσι τους ειλικρινείς συγκεκριμένους  κανόνες   της κρίσης και δράσης, όχι η μια δίχως την άλλη. Και όχι αύριο η σε κάθε ώρα, μα αυτήν την ώρα κι αμέσως εδώ,  σ’ αυτό το έδαφος όπου το ένα   μας πόδι πατάει σίγουρα και το άλλο ανασηκωμένο, καθώς σε βήμα, πάει  να βρει καινούργιο σημείο για να πατήσει
          Προβάλλουν πια κεφάλι  φασισμοί παντός είδους (είτε με  τα ψευδώνυμα που πατριωτισμού είτε του τεχνοκρατισμού )   που αρχίζουν να χρησιμοποιούνται η και να  κρατιούνται για εφεδρεία, σαν προστασία  της κυρίαρχης τάξης.  Ο πραγματικός κόσμος της εκμετάλλευσης έχει παραδοθεί στα μεγάλα αρπαχτικά. Σχεδόν όλοι οι ηγέτες δεν ξεπερνούν το επίπεδο της ανέντιμης μετριότητας, και κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια ν΄ αναστατώσουν την παγκόσμια οικονομία, να επιτρέψουν  να  συσσωρευτούν σε ελάχιστους  βουνά από  χρυσάφι και από πλούτη, στην ουσία τους ανώφελα. Παντού καταστροφή  ζωτικής αξίας αγαθών και συγχρόνως  προσπάθεια για επικράτηση  της  ψοφοδεούς  αδιαφορίας ανθρώπων που είναι πολύ εγωιστές ή ίσως κι αναίσθητοι  γι’ αυτό  και δεν αντιδρούν σε ό,τι δε γραντζουνάει το πολύτιμο σαρκίο  τους.
         Και η κατάσταση  αυτή δεν εξαρτάται μόνο από μερικά άτομα των τραπεζών  ή μερικές ομάδες του χρηματιστηρίου που θα ήταν εύκολο να εξοντωθούν. Είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη   με ολόκληρο το κεφαλαιοκρατικό  σύστημα αυτής της εκφυλισμένης αστικής τάξης.  Αυτοί που διευθύνουν, αυτοί που ωφελούνται είναι ταυτόχρονα  και  οι υποτελείς του συστήματός τους. Οι εξανδραποδιστές είναι δούλοι. Δεν μπορούν πια να ξεφύγουν  από τον χρηματοπιστωτικό κλοιό . Γιατί όταν το χρηματοπιστωτικό σύστημα  δεν πάει  καλά δεν υπάρχει άλλη διέξοδος για τους κυρίους και δούλους μαζί των τραπεζών κλπ , παρά η καταστροφή των αξιών της ζωής, των παραγωγικών δυνάμεων που τους δημιουργούν μπελάδες, κι η ανάσχεση των ανθρώπινων μοχλών, των μαζών του προλεταριάτου της εργασίας, με τους φασισμούς και τους πολέμους, πραγματικούς και οικονομικούς.
          Παράλληλα, η  θανάσιμη, όπως μοιάζει,  εχθρότητα κομμάτων, ομάδων που διακηρύχνουν, αλλά ποιοι και πόσοι τις πιστεύουν,  τις ίδιες σοσιαλιστικές  ακόμα και κομμουνιστικές  αρχές και  αντιπαραθέτουν με εχθρότητα  τα σχόλια τους απάνω  στα κείμενα και τις διαφωνίες τους για την τακτική, οι γιομάτοι υποψία και στενότητα αρχηγοί, οι φοβισμένοι οπαδοί, συντηρούν τις ανεξάντλητες  διαιρέσεις που επιτρέπουν να παρατείνεται  η επικερδής  δράση  των κυρίαρχων τάξεων. Οι ίδιες οι μάζες των εξαθλιωμένων εργαζόμενων  δεν είναι δύσκολο να δελεαστούν από τους μεγάλους αφέντες, δεν χρειάζεται παρά να τους ανοίξουν σε περιόδους ανεργίας, όπου απολύονται εκατομμύρια,  τίποτε καινούργιες θέσεις εργασίας, έστω και μερικής απασχόλησης.
          Δεν υπάρχει καιρός  να λύσουμε μέσα στην αναταραχή όλους τους ανταγωνισμούς της σκέψης μας. Η δράση δεν έχει  καιρό να περιμένει. Η δράση παρασύρει. Έτσι και σε παρασύρει δεν μπορείς να  ξεφύγεις πια.  Κάθε κίνηση κυβερνά το πνεύμα. Όταν έχεις μπροστά σου τον εχθρό η δράση χρειάζεται όλες τις δυνάμεις της σκέψης. Όποιος της αφαιρεί έστω και ένα μόριο διακινδυνεύει το θάνατο, κάτι περισσότερο, εκθέτει στον κίνδυνο  της καταστροφής την παράταξή του και την υπόθεσή του.
       Οι καινούργιες αδικίες και συμφορές που θα προκαλέσει  μοιραία η μάχη που πλησιάζει είναι αναπόφευκτες και αναγκαίες. Είναι  αναπόφευκτο  ο καθένας  να πάρει μέρος σ’  αυτές, δεν έχει  το δικαίωμα να πλύνει τα χέρια του σαν Πόντιος Πιλάτος.   Ισως θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να πάρουμε  το μερίδιό μας  όχι μόνο από τις συμφορές που θα δεχτούμε  μα κι από αυτές που θα προξενήσουμε.
         Τίποτε δεν μπορεί να γίνει δίχως τις οργανωμένες ενέργειες των εργατικών τάξεων. Απάνω στις πλάτες και στα μέτωπά τους, μυαλό και δύναμη, στηρίζεται η ζωή η τύχη του κόσμου. Και πρώτα αυτά τα εκατομμύρια στήθη ας μάθουμε με μια και  μόνη ακλόνητη απόφαση να φωνάζουμε το Όχι που ματαιώνει την προσταγή του θανάτου και συντρίβει τα γόνατα των δολοφονικών δυνάμεων.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

« Η ΛΥΣΗ ΣΤΙΣ ΚΑΛΠΕΣ»

      Πληθαίνουν οι  δημόσιες φωνές, όπως του ΒΗΜΑΤΟΣ στο κύριο άρθρο του,  που αιτούν εκλογές ή κυβέρνηση συνεργασίας ή τουλάχιστον  ενισχυμένης   στήριξης  από τα κόμματα της εξουσίας  και  κάποια από τα πρόθυμα για εξουσία.  Αορίστως το ΒΗΜΑ επικαλείται «δυνάμεις με αυξημένο αντίκρισμα στην κοινωνία» ως μοχλό « για την υπέρβαση από το θλιβερό σήμερα  σε ένα ελπιδοφόρο Αύριο»
      Αφού για  ενάμιση χρόνο  με πρόσχημα την αποφυγή της  πτώχευσης  μας οδήγησαν στην  μιζέρια, τώρα, προχωρώντας και στην πλήρη εξαθλίωσή μας,   θα  αναλάβει να μας οδηγήσει  το μεγαλύτερο  μέρος του πολιτικού συστήματος. Κυκλωτική κίνηση του λαού, από πουθενά διέξοδο με  χρήση των αστικών δημοκρατικών  μέσων.
       Τα μέτρα επεκτείνονται και πολλαπλασιάζονται με μεγάλη  ποικιλομορφία κάθε φορά και με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς, ενώ συγχρόνως  κάτω από την επιφάνεια του ορατού  και μέσα από την ίδια τη διάλυση του κοινωνικού ιστού οι εξουσιαστές απεργάζονται την αναδιοργάνωσή τους και επίθεσή τους για την τελική τους νίκη.
             Για χρόνια το ΠΑΣΟΚ έπειθε και  εξαγόραζε  ποικιλοτρόπως  τους δυνάμει αντιπάλους του και ακύρωνε έτσι την όποια δυνατότητά τους να συγκροτηθούν, οπότε στον καιρό του μνημονίου  το αντίπαλο δέος είχε κατακερματιστεί και το αδιέξοδο φάνηκε ανέλπιδο. Κι αυτός ήταν ο ρόλος του ΠΑΣΟΚ. Ελέγχοντας τα συνδικάτα και  χρησιμοποιώντας αριστερή φρασεολογία να παραπλανήσει τον κόσμο και να τον ναρκώσει. Τώρα που η επιρροή της νάρκωσης περνά αρχίζουν να προβάλλουν ως λύση κυβερνήσεις οικουμενικές, εθνικής σωτηρίας και άλλα ηχηρά, για να εγκλωβιστεί πάλι το πολύ πλήθος και να πιστέψει, όπως και το 2010,  στα μέτρα  εθνικής σωτηρίας.
      Επιπλέον,  αναζητείται μια αντίθεση που να φαίνεται  υπαρκτή και βαθιά βιωμένη και  να χαράζει με φανερή σαφήνεια τη διαχωριστική γραμμή, που θα  χωρίζει αντίπαλα στρατόπεδα,  τα οποία  θα μπορούν να υπηρετήσουν τις αποφάσεις που  θα παίρνονται από τα ευρωπαϊκά οικονομικά κέντρα, ασκώντας εκ περιτροπής εξουσία κάθε φορά που κάποιο εξαντλείται  στην προσπάθειά του για εφαρμογή των ευρωπαϊκών  εντολών. Στους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς εξουσίας οι διαχωριστικές γραμμές εξατμίστηκαν, όσο κι αν η Νέα Δημοκρατία ασθμαίνοντας υποστηρίζει τη διαφορετικότητά της μη ψηφίζοντας το μνημόνιο και το ΠΑΣΟΚ αναμηρυκάζει τα παλιά και σκιαμαχεί με ανεμόμυλους.
    Οι  συνεχείς δραματικές κορώνες των υπουργών προσπαθούν να καλλιεργήσουν τα σχετικά ανακλαστικά στο ακροατήριό τους και να υποδαυλίσουν μέχρι παροξυσμού την αντίστοιχη γλωσσική έξαψη.
     Γίνεται προσπάθεια η συγκεχυμένη προσδοκία  του κόσμου για αλλαγή της  υπάρχουσας κατάστασης να καταλήξει  σε εναλλαγή προσώπων και απλή παραλλαγή ονομάτων,   που θα δικαιώσουν  τις εξαναγκασμένες πολιτικές επιλογές, τις οποίες  μονοσήμαντα υπαγορεύει η καπιταλιστική κοινωνική  δυναμική. Υπογραμμίζεται από τον κυρίαρχο λόγο το εθνικό καθήκον  της συναίνεσης  όλων των πολιτικών δυνάμεων, των αριστερών μη εξαιρουμένων, χωρίς όμως ιδεολογική και οργανωτική αφομοίωση  από την αριστερά, προσπαθώντας έτσι να χαλιναγωγήσουν το δυναμισμό κα την οργή του κόσμου, θεωρώντας τα οικονομικά θέματα  ταξικά ουδέτερα.
   Και ο κίνδυνος βέβαια και μετά από μια τέτοια ενέργεια να συνεχίζει να πολλαπλασιάζεται η δυσφορία, οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί να συνεχίσουν να μην πείθουν δεν είναι απλά υποθετικός. Ποια λύση τότε θα προκριθεί ως τελική;
      Και για την Αριστερά,  ο μετασχηματισμός των φαινομένων αγανάκτησης  και οργής σε αντικαπιταλιστική και σοσιαλιστική συνείδηση είναι δύσκολος και χρονοβόρος. Τα γεγονότα τρέχουν και ένα μέρος των εργαζομένων  ζητά από την  Αριστερά μάλλον  να  υποταχθεί στη σημερινή κοινωνική δυναμική και στους όρους που αυτή θέτει αναζητώντας εποικοδομητικές προτάσεις  και κριτικές για τα μείζονα θέματα που μας ταλανίζουν  και τα έχουν ορίσει άλλοι παρά  να συμβάλλει αργά αλλά σταθερά στη δημιουργία νέων όρων που θα ανατρέψουν τα σημερινά δεδομένα. Στην πραγματικότητα κάποιοι ζητούμε από την αριστερά να ακολουθεί μονομερώς  τον πρώτο δρόμο, ίσως γιατί δεν βλέπουμε  ότι έτσι διευρύνεται απλώς το αδιέξοδο μέσα στο οποίο βρισκόμαστε όλοι.
         Κι ένα άλλο τμήμα, ίσως το πιο απελπισμένο, το πιο νέο,  απαιτεί εδώ και τώρα σύγκρουση, ανατροπή συσχετισμών ακόμα και με βίαια μέσα
     Πόσοι και ποιοι  μετρώντας τις δυνάμεις μας και τις δυνατότητές μας  τολμάμε και  μπορούμε  να υπερβούμε τα όρια του ομίλου θεωρητικής αναζήτησης και πολιτικής ζύμωσης;

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

         Σε μια κοινωνία που  οι κυβερνώντες  την αποδομούν και την καταστρέφουν, που η δυσφορία πολλαπλασιάζεται,  το όραμα για αλλαγή της ζωής συνεχίζει να είναι άκρως συγκεχυμένο. Κι ενώ διακρίνονται  οι όροι  ουσιαστικής πολιτικής σύγκρουσης, ακόμα δεν φαίνεται να αναγνωρίζονται  σαφώς διαχωρισμένες  οι αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις που η κάθε μια ν’  αναπτύσσει τα οράματα και τη θεωρία της.
        Πολλές κινήσεις, κινήματα κλπ. αυτοπροσδιοριζόμενα ως Αριστερά προσπαθούν να αποδείξουν ότι έχουν λόγο ύπαρξης από το βαθμό  έμπρακτης εκδήλωσης της αντιπαλότητάς τους προς το πολιτικό κατεστημένο και λίγο τους  ενδιαφέρει αν  ο τρόπος εκδήλωσης αυτής της αντιπαλότητας τυχαίνει να δικαιώνεται εκ των πραγμάτων. Αν όμως δεν  εμπεριέχεται στο στόχο  τους  και η ιδεατή μορφή μιας άλλης κοινωνίας, τότε δεν θα υπάρχει  στο εποικοδόμημα το στοιχείο εκείνο το απαραίτητο για την αναίρεση της σημερινής μας μιζέριας  και εξαθλίωσης.
          Το ΚΚΕ,  μετά το ’89, και με ολότελα αρνητικά περιβάλλοντα, εγχώρια και παγκόσμια, τράβηξε με συνέπεια το μοναχικό του δρόμο και συνέχισε να υποστηρίζει  τα οράματα και τις θεωρίες του, που μετά την πτώση της ΕΣΣΔ είχαν κατασυκοφαντηθεί, να επεξεργάζεται πρόγραμμα και επιμέρους στόχους, παλεύοντας για τη διατήρηση της συνοχής του και προσπαθώντας να στοιχίζει και να παρατάσσει τις δυνάμεις του  διεκδικώντας τη δική του συνολική διέξοδο από τα εμφανιζόμενα κάθε φορά προβλήματα. Βεβαίως και παρασύρθηκε πολλές φορές από τον πολιτικό πραγματισμό, όντας αναγκασμένο να δουλεύει  και να συμβιβάζεται με τα δεδομένα της παρούσης συγκυρίας κάθε φορά, όμως όλα αυτά τα χρόνια επέμενε να θέτει τη δική του προβληματική για την κοινωνία και όχι  απλώς να απαντά συνεχώς στην προβληματική που έθεταν άλλοι. Προσπαθούσε, ίσως όχι  πολλές φορές επιτυχημένα, να αγκαλιάσει συνειδήσεις, να εκφράσει κοινωνικές δυνάμεις, να γίνει δύναμη ανατροπής των αδιέξοδων πολλές φορές όρων με τους οποίους διεξαγόταν η πολιτική.
         Όταν λοιπόν οι κυβερνώντες, οι εγχώριοι σε αγαστή συμφωνία με τους  διεθνείς εταίρους,  εγκατέστησαν  την  κρίση στην Ελλάδα, το κομμουνιστικό κόμμα είχε τις προϋποθέσεις να μην αιφνιδιαστεί.  Είχε όραμα, θεωρία, οργάνωση. Θεωρούσε ότι ήταν  η πρωτοπορία και απαιτούσε αυτήν την αναγνώριση  απ’  όλο τον αριστερό χώρο.
     Ξανατίθεται πάλι  κυρίαρχο ζήτημα το πρόβλημα των μέσων για την εξυπηρέτηση των στόχων και κατηγορείται συνεχώς το ΚΚΕ ως καθεστωτικό κόμμα. Το ίδιο δείχνει να διστάζει για το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει. Κάποιες φορές φαίνεται  να υποτάσσεται στη λογική της ροής  των πραγμάτων που ορίζουν οι κυβερνώντες, η απάντησή του  σ’ αυτή μοιάζει να  είναι αμυντική και διορθωτική,  σαν να διστάζει και κατηγορείται   από άλλες αριστερές κινήσεις  ότι δεν γίνεται δύναμη εκτροπής από αυτή την ροή. Σίγουρα η αριστερή πολιτική  επιδιώκει να  δημιουργεί τις συνθήκες αγώνα, δεν είναι απλώς απόρροιά τους ….μόνο που ξεχνάμε ότι η αριστερά δεν υπάρχει αυτόματα μέσα στα πράγματα ως προϊόν της κοινωνικής δυναμικής. Αν δεν αγκαλιάσει με μέγα πάθος το μέγα πλήθος το κομμουνιστικό όραμα πάντα οι αντιδράσεις του ΚΚΕ θα δίνουν την εντύπωση της … επαναστατικής γυμναστικής, εφόσον  δεν θα είναι δυνατό να ακολουθείται η  τακτική της άμεσης δράσης.
      Από την άλλη, αριστερές κινήσεις και σχηματισμοί  που θεωρούν ατελέσφορη κάθε νόμιμη πολιτική πάλη, που θέλουν να πραγματώσουν εδώ και τώρα το αίτημα της άμεσης κοινωνικής επανάστασης,  αν δεν έχουν μέγα πλήθος μαζί τους  και δεν καταφέρουν  να δημιουργήσουν τις οργανωτικές βάσεις γι’  αυτό το σκοπό μέσα στην κοινωνία υπάρχει ο κίνδυνος  να  συντελέσουν για να οδηγηθούν  τα πράγματα σε ματαιότητα που θα τσακίσει κάθε αντίσταση.
       Αυτός όμως ο  φόβος, αναντιστοιχία μέσων και σκοπών,   που είναι ένα ενδεχόμενο και όχι βεβαιότητα, είναι υπαρκτός για το ΚΚΕ, που ενισχύεται από την ιστορία του. Η ήττα της δικής του επανάστασης είναι φυσικό ακόμα να καθορίζει τη δράση του, με έναν λαό μάλιστα που μόλις άρχισε να αντιδρά μαζικά. Γνωρίζει ότι  δεν αρκεί μόνο να προβάλλει τα οράματά του πρέπει να τα συνδέει  με το σήμερα, να αντιμετωπίζει  τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος. Σ’  αυτήν την προσπάθεια πολλές φορές αναγκάζεται να επιδεικνύει έναν πολιτικό συμβιβασμό, προβάλλοντας εφικτές απόψεις επί συγκεκριμένων θεμάτων, που όμως αν ξεπεραστούν κάποια όρια  φαίνεται σαν  να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της άλλης πλευράς.
        Ο προχθεσινός ρόλος του ΠΑΜΕ  στις συγκρούσεις στο Σύνταγμα,  ανεξάρτητα από τις αιτίες, μετέθεσε το πρόβλημα από σύγκρουση ανάμεσα στους διαδηλωτές και τα όργανα κρατικής καταστολής σε πρόβλημα «ενδοοικογενειακό» των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να  δίνεται η ευκαιρία στον Παπουτσή να επιδείξει … δημοκρατικό ήθος διατάσσοντας έρευνα για διασυνδέσεις αστυνομίας και παρακράτους,  αποποιούμενος κάθε είδους κυβερνητικής  ευθύνης.  
        Ακόμα έδωσε την ευκαιρία  για έμμεση απαξίωση  του ΚΚΕ με την απόδοση ευσήμων για τη στάση του από  παρατρεχάμενους της εξουσίας (όρα Πρετεντέρη κλπ) με απώτερο στόχο την αμαύρωσή του και    αποδυνάμωσή.
       Και κοντά σ’  όλα αυτά άναψε και η σύρραξη σ’ όλον τον αριστερό χώρο, με κίνδυνο να μείνει ελεύθερο το πεδίο για παιχνίδι με όρους των κυβερνώντων.
     Όλα αυτά είναι ενδείξεις ότι    η σύγκρουση έχει ξεκινήσει. Οι εργατικές μάζες αρχίζουν να κινητοποιούνται. Η απειλή τους όμως είναι ακόμα ανοργάνωτη. Πλήθος διαλυτικά στοιχεία που ξέρουν να κάνουν μ’  αυτά το παιχνίδι τους οι αντίπαλοι, θα καταγίνονται να εξουδετερώσουν τις ενέργειές μας. Είμαστε μόνο στην αρχή.  Και τα λάθη θα είναι αναπόφευκτα. Φτάνει να αναγνωρίζονται και να μη δρουν καταλυτικά στο κίνημα αντίδρασης των εργαζομένων.
    Και υπάρχει ήδη ο νεκρός  διαδηλωτής Δημήτρης Κοτζαρίδης,   ένας από  αυτούς που πάνω  στην πρόθυμη αυταπάρνησή τους θα στηριχτεί όλος αυτός ο αγώνας.
     Και όλοι εκ των πραγμάτων θ΄ αναγκαστούμε να πάρουμε θέση. Καθείς με το  ψυχικό του σθένος.

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

ΔΙΑΔΗΛΩΝΟΝΤΑΣ

       Η σχεδόν μεταφυσική αισιοδοξία μας  των χρόνων της μεταπολίτευσης, ότι νομοτελειακά προοδεύουμε, ότι τα πράγματα προχωρούν μπροστά, τα τελευταία δυο χρόνια άρχισε να καταρρέει.
         Χθες   και σήμερα με τις μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις έδειξαν οι εργαζόμενοι  πως αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε   ότι δεν έχουμε πια άλλο τρόπο, όχι μόνο αντίδρασης αλλά και ύπαρξης,  παρά εκείνον που υποδεικνύουν οι λαϊκοί αγώνες και  αναδεικνύει  η κοινωνική και πολιτική  πάλη των τάξεων.
           Οι λαϊκοί αγώνες αναπτύσσονται  πάντα σε  σχέση με τον συγκεκριμένο αντίπαλο και σε σχέση με τα συγκεκριμένα προβλήματα που τίθενται. Στις μέρες μας  ο πραγματικός  αντίπαλος, στο κοινωνικό και στο πολιτικό επίπεδο, δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος και πολύ περισσότερο οι κοινωνικές και πολιτικές  δυνάμεις που τον εκτρέφουν και οι οποίες εμφανίζονται  συγχρόνως και οι κύριοι συντελεστές της προσπάθειας «διάσωσής» μας,
           Η απουσία ενός ορατού εχθρού δυσκολεύει τη δική μας συσπείρωση και αντίδραση. Η αποκλειστική  στοχοποίηση των κυβερνώντων και μόνο μπορεί να μας αποπροσανατολίσει και να βοηθήσει την άρχουσα τάξη να αναδιπλωθεί.
          Τα μέτρα της κυβέρνησης ισοπεδωτικά και … διαταξικά, για όλες τις άλλες τάξεις εκτός από την κυρίαρχη, στρέφονται  εναντίον της πλειοψηφίας  της κοινωνίας και γι’ αυτό στις πορείες συμμετείχαν και πολλοί μικρομεσαίοι που ήλπιζαν μέχρι πρότινος ότι αρκετά ανώδυνα θα περάσουν την κρίση.
          Μια νέα κατάσταση  λοιπόν διαμορφώνεται. Αυτό το νέο σύστημα όμως σίγουρα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οικοδομείται μέσα από πολλαπλές αντιστάσεις και συγκρούσεις, ακόμα και στους κόλπους της κυρίαρχης τάξης, και φυσικά  δεν είναι δυνατό να παγιωθεί μέσα στην υποταγή και τη σιωπή του πλήθους. Επομένως,  η κοινωνική σύγκρουση επίκειται αδυσώπητη κι ίσως και τυφλή,  που την επιτείνει ακόμα περισσότερο η ιδεολογική ρευστότητα.
           Πρέπει να πιστέψουμε ότι ο αντίπαλος είναι ισχυρός όχι όμως παντοδύναμος ούτε, το κυριότερο, μονοκράτορας.  Σ’ αυτό δεν έχουμε να αντιτάξουμε παρά τη δύναμη των μαζών που δεν είναι ούτε τα μοναχικά άτομα ούτε οι ξεκομμένες πρωτοπορίες, αλλά ο πολύς κόσμος σε δράση και μάλιστα οργανωμένος. Μέσα  από τους  αγώνες τα ίδια τα πλήθη θα μετασχηματιστούν από χειραγωγημένη δύναμη  σε δύναμη πολιτική για  να επαναπροσδιοριστούν οι έννοιες   και οι πρακτικές της αντιπροσώπευσης,  της εξουσίας, του πολιτικού συστήματος κλπ
         Η απόφαση για το χαρακτήρα των κινητοποιήσεων  είναι κρίσιμη, γιατί από το είδος της απάντησης  που θα δοθεί θα εξαρτηθεί το αν και κατά πόσο στις μάχες που έρχονται, θα συνδεθούν η όχι με το ταξικό  κίνημα, με την κίνηση των λαϊκών τάξεων.
           Η πραγματικότητα μέχρι τώρα  όμως των λαϊκών μαζών δεν  είναι άλλη από την εικόνα μιας κατακερματισμένης κοινωνίας. Οι μάζες κατέχονται από ιδεολογίες ρεφορμιστικές, συντεχνιακές, κρατικιστικές, ατομιστικές, λαϊκιστικές, εργατιστικές, απολιτικές, επαναστατικές γι’ αυτό και υπάρχει κίνδυνος να  εγκλωβίζονται με τόση ευκολία σε ατομικές αντιδράσεις  και κινήματα που συντηρούν και αναπαράγουν αυτές τις ιδεολογίες και τις αντίστοιχες τους πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές.
          Η κοινωνία μας διέρχεται  μια γενικευμένη κρίση, διαβρωτική  των πάντων, και είναι επιτακτική ανάγκη να   συγκροτηθούν οι   πολιτικοί  όροι  που θα καταστήσουν  τις δυνατές συνολικές διεξόδους ορατές και μάχιμες.
          Το ΚΚΕ δίνει την ελπίδα ότι μπορεί  να συγκροτήσει συλλογικότητες από τις τυφλές πράξεις, ακόμα και να επεξεργαστεί  οράματα, να αρθρώσει πολιτικά στηρίγματα που να ολοκληρωθούν σε θεωρία, στρατηγική, συμμαχίες, στόχους, ώστε να μη παραμένουν οι αρνήσεις άναρθρες κραυγές.
           Ένα  βασικό  όμως αίτημα  μεγάλης μάζας, ιδίως νέων, φαίνεται να είναι ν’  αντιμετωπιστεί μαχητικότερα, για άμεσα αποτελέσματα, το παρόν  και να ξεπεραστεί το επίπεδο εκείνης  της πολιτικής γραμμής, την οποία  δείχνει ν’ ακολουθεί το ΚΚΕ, που  κατευθύνει σε μια προσεκτική καταμέτρηση του δυσμενούς  σε βάρος των εργαζομένων συσχετισμού, εφαρμόζοντας με μετριοπάθεια και ρεαλισμό δράσεις που θα βοηθήσουν στην ανατροπή του. Έχει κανείς την εντύπωση ότι το ΚΚΕ  ακόμα ξορκίζει τα φαντάσματα της  απομόνωσης και της περιθωριοποίησης και ότι οι παλιές ταλαιπωρίες, σκληρύνσεις, αδιέξοδα, λάθη υπαγορεύουν στάσεις  και αντιλήψεις που οδηγούν σε σύγκρουση με ένα κομμάτι, ίσως μικρό  βέβαια, ιδίως της νεολαίας με άμεση συγκρουσιακή δράση.       
        Οι συνεχείς  όμως  προσπάθειες του ΚΚΕ από τη μια να σαγηνεύσει μεγάλα κομμάτια της μικροαστικής τάξης, που ακόμα αμφιταλαντεύονται  για να πάρουν θέση, και από την άλλη να κυριαρχήσει στο πολιτικό σκηνικό ως το αντίπαλο δέος, φαίνεται πως το οδηγεί  κάποιες φορές  να αντιμετωπίζει κατασταλτικά, σχεδόν υποκαθιστώντας τα όργανα της τάξης,   κάθε διαφορετική δράση, υποψιαζόμενο πολλές φορές  προβοκάτσια, που μπορεί να δράσει καταλυτικά στην πορεία του κινήματος.
        Μ' αυτές του τις ενέργειες όμως τείνει  συχνά να  διαμορφώσει  τη συνολική του φυσιογνωμία εξαντλώντας πολλές από  τις δυνάμεις του και μετερχόμενο όλα τα μέσα για να κατασιγάσει δικές του φοβίες  από το παρελθόν  και να καθησυχάσει τους φόβους του αντιπάλου, σχηματοποιώντας την πραγματικότητα που σπαράζει κάτω από τα πόδια του.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ

           Στο διάγγελμά του για την προσφυγή της χώρας στο μηχανισμό στήριξης , 18 μήνες πριν, ο πρωθυπουργός κατέληγε ότι «είμαι απόλυτα βέβαιος ότι θα τα καταφέρουμε». Στη συνέντευξη της Κυριακής στο “Πρώτο Θέμα” με συνεχή αναφορά στη συναισθηματική του κατάσταση (πονάω, θλίβομαι, αγανακτώ, θα ήμουν ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου  αν ...) ξεκάθαρα βεβαιώνει την αδυναμία του να εγγυηθεί «μια άμεση λύση, μια καλύτερη ζωή σήμερα»   
         Την ιδια μέρα οι Διαμαντοπούλου, Λοβέρδος, Ραγκούσης, (η σύγχρονη τριανδρία, που περιλαμβάνει και μια γυναίκα στα πλαίσια της ισότητας  των δυο φύλων βέβαια),  συνυπογράφουν κοινό άρθρο στις ιστοσελίδες τους. Αναδεικνύουν τον συντεχνιασμό και την «ιδιότυπη ανομία»  ως τη σημαντικότερη από τις «προϋπάρχουσες υπο-κρίσεις», ενώ καταδικάζουν την ««ωμή επιβολή του κορπορατισμού» και θεωρούν επιβεβλημένο να μην επιτραπεί η  ακύρωση «του κράτους και των προσπαθειών της χώρας»
         Στου Παπανδρέου τη συνέντευξη η σωτηριολογική διάσταση του χειρισμού της κρίσης από μέρους του είναι διάφανη, αλλά συγχρόνως υπογραμμίζεται και  η συναισθηματική του εμπλοκή,  ως αντίβαρο ίσως  στην καλυμμένη ομολογία της αποτυχίας των επιλογών του. Επιδιώκει, ακόμα και τώρα που εμμέσως ομολογεί την αποτυχία του, να διατηρήσει το μύθο του σωτήρα αρχηγού, του καλού τιμονιέρη που αναλαμβάνει τις ευθύνες του και βάζει τα όρια του. 
          Δεν αποδέχεται ότι και ο ίδιος έχει συμβάλλει στην παθογένεια  του συστήματος, αντίθετα επαναλαμβάνει  ότι πήρε στις πλάτες του   «αμαρτίες άλλων για να μην αφήσω  τη χώρα να χρεοκοπήσει», χωρίς μάλιστα να διαμαρτυρηθεί ούτε και να εγκαταλείψει, σκιαγραφώντας περισσότερο τη φιγούρα ενός μάρτυρα που αίρει τας αμαρτίας της πολιτικής, παρά ενός ηγέτη που αποφασιστικά επεμβαίνει και διαμορφώνει τα δρώμενα.
          Η συνεχής υπογράμμιση, με κάποιους μελοδραματικούς τόνους μάλιστα,  των καλών του προθέσεων συνεχίζεται , γιατί   ίσως  θεωρεί ότι του προσφέρει προωθητική ενέργεια, ότι μπορεί να παρασύρει  και πάλι τον κόσμο, που παλιότερα έδειξε να σαγηνεύεται από υποσχέσεις  και θεαματικές χειρονομίες. Και όμως αυτού του είδους  ο πολιτικός λόγος τελικά αποδεικνύεται ότι κατατάσσεται στις καμουφλαρισμένες   μορφές πολιτικού κυνισμού, όταν χρησιμοποιείται για να δικαιολογηθούν  ενέργειες που επιδιώκουν αυθαίρετες επεμβάσεις(και τι άλλο ήταν η προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης;) πάνω στο πληγιασμένο κορμί της κοινωνίας.
            Παράλληλα, η αντίστοιχη πολιτική παρέμβαση των τριών υπουργών φιλοδοξεί να αναδείξει  τις λανθάνουσες αρχηγικές ικανότητές τους,  που μπορούν να δράσουν αποτελεσματικά για την προάσπιση των πολιτικών επιλογών  που επιβάλλει το μνημόνιο. Προσπαθούν να ομογενοποιήσουν την κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ αίροντας τις αντιφάσεις μεταξύ «σοσιαλιστικών» οραμάτων και ακραίων φιλελεύθερων πρακτικών με τα χιλιοειπωμένα επιχειρήματα των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων για το καλό της χώρας. Ανακηρύσσουν εχθρούς τη δημαγωγία, το λαϊκισμό (τους διαφεύγει άραγε ότι το «αφρόντιστο» κείμενό τους είναι εξαίρετο δείγμα λαϊκισμού;) την ατιμωρησία, το συντεχνιασμό και τις   καθυστερήσεις.(διότι τελευταία στην έλλειψη ταχύτητας της εφαρμογής των επιταγών του μνημονίου χρεώνεται η αποτυχία του και όχι στο ίδιο) Και φυσικά, περισσεύει και σ’  αυτούς η κατανόηση για τις δυσκολίες των εργαζομένων. Η έμφαση που δίνουν στις συντεχνίες είναι ενδεικτικό του φόβου τους για τη οργανωμένη αντίσταση των εργαζομένων και προετοιμάζεται πιθανώς το  πολιτικοϊδεολογικό έδαφος για να τσακιστούν τα συνδικάτα και μαζί τους οι αντιδράσεις των εργαζομένων.
           Αν θελήσει να πάει κανείς λίγο πιο κάτω από τη φλούδα που δημιουργούν οι λεκτικοί εντυπωσιασμοί, και ίσως είναι και η κομματική διαμάχη που κατευθύνει αυτές τις κενές ουσίας φραστικές επιδείξεις,   θα εκπλαγεί από το μέγεθος   του κυνισμού, της αδιαφορίας και της πολιτικής ανευθυνότητας των κυβερνώντων. Ουσιαστικά  περιορίζονται σε γενικολογίες ανίκανες να δώσουν μια αξιόπιστη εικόνα του προβλήματος της κοινωνίας, πιθανόν και να μη τους ενδιαφέρει. Περισσότερο τους ενδιαφέρει η διατήρηση  αυτών των πολιτικών, κοινωνικών και ιδεολογικών συνθηκών, που θα  επιτρέψουν τη διατήρηση των ίδιων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες με άψογο τρόπο μέχρι τώρα προωθούν τις θέσεις  της άρχουσας τάξης, προβάλλοντας  μάλιστα, έστω και καλυμμένα, ολοένα  απειλητικότερα  την ανατροπή υπέρ ενός αυταρχικού κράτους.
         Ισως όσο τα αδιέξοδα πληθαίνουν οι κυβερνώντες να  οδηγούνται σε σπασμωδικές αντιδράσεις. Εχει κανείς την εντύπωση ότι όσο εντονώτερα αισθάνονται την αποδυνάμωση, όσο περισσότερο φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, τόσο περισσότερο προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους και να επιμείνουν σ’ αυτές, ο καθένας με τον τρόπο του. Ο πρωθυπουργός φόρεσε το μανδύα του μάρτυρα που θυσιάζεται, οι τρεις επιτίθενται προς όλους όσοι δεν συμφωνούν μαζί τους σε έντονο ύφος, ελπίζοντας  ίσως ότι θα ανταμειφθούν για την τόλμη τους στο μέλλον.
       Σ΄  αυτό το μέλλον οι κυβερνώντες, που  αυτοί οι ίδιοι συντελούν να διαμορφωθεί  μια  βαλτωμένη κοινωνικά και πολιτικά κοινωνία, ελπίζουν αυτοί μεν  να συνεχίσουν να κυβερνούν   οι δε  εργαζόμενοι να έχουν κολλήσει τόσο στο τέλμα των πολιτικοκοινωνικών επιλογών του μνημονίου, ώστε να μη μπορούν να αντιδράσουν.
      Έχουμε τη δύναμη να τους διαψεύσουμε.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

ΣΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ

        Από την υπογραφή του μνημονίου και μετά γινόμαστε μάρτυρες της  διάλυσης του κράτους, του οποίου η σημασία και η εξουσία δεν αναιρείται  σχεδόν μόνο σ’ εκείνο το τμήμα του που είναι απαραίτητο για τη λειτουργία του συστήματος  κυριαρχίας, το οποίο  εδραιώνεται  με το μηχανισμό στήριξης. Διαλυόμαστε ως κρατική οντότητα και το κράτος περιορίζεται σχεδόν μόνο σε μηχανισμούς που  καθορίζουν όλες τις  πολιτικοοικονομικές διαδικασίες οι οποίες  επιβάλλονται με το μνημόνιο και τα μεσοπρόθεσμα προγράμματα  και  συντελούνται στο πλαίσιο της εθνικής επικράτειας.
     Το κράτος γίνεται ολοένα και πιο αυταρχικό και ο αυταρχικός του χαρακτήρας  δεν εξαντλείται  μόνο στην έξαρση των μηχανισμών  καταστολής, αλλά στη  συρρίκνωση και παρακμή των θεσμών της πολιτικής δημοκρατίας, στη κάμψη της αρχής  της λαϊκής κυριαρχίας  Τούτος ο  μηχανισμός στήριξης ασκεί πια βαθιά επίδραση στους θεσμούς  και επηρεάζει τους  πολιτικούς  προσανατολισμούς μας. Τώρα περισσότερο από ποτέ τη θέση της εθνικής κυριαρχίας καταλαμβάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, εντός της  οποίας ανάλογα με το συσχετισμό δυνάμεων που επικρατεί, διαμορφώνονται οι δεσμευτικές για το εθνικό κράτος κατευθύνσεις. Στη χώρα μας,  η κυβέρνηση θεωρώντας  αυτονόητο ότι απλώς εκτελεί εντολές   της τρόικας, παρακάμπτεται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, που ούτε πια έμμεσα δεν μπορεί να επηρεάσει τις καταστάσεις που διαμορφώνονται στο υπερεθνικό επίπεδο.
       Το κοινοβούλιο, κυρίως τα δυο τελευταία χρόνια, έχει χάσει  την κύρια λειτουργία του μέσα στο σύστημα της  διάκρισης των εξουσιών. Η νομιμότητα έχει αρχίσει να υποχωρεί  όχι  μόνο εξαιτίας της επικράτησης αυθαίρετης συμπεριφοράς από μέρους των κυβερνώντων και κατάργησης παντός νομικού πλαισίου, ίσα ίσα έχουμε βασιλεία της πολυνομίας, αλλά γιατί  η βουλή δεν νομοθετεί  πλέον πρωτογενώς ούτε ελέγχει την εκτελεστική εξουσία Οι νόμοι  δεν πηγάζουν  από τη λαϊκή βούληση, όπως αυτή συμπυκνώνεται  στη λαϊκή εντολή και μέσω αυτής  στην εθνική αντιπροσωπεία, αλλά ουσιαστικά υπαγορεύονται από την τρόικα. Το κοινοβούλιο πια λειτουργεί ως θεσμικό και ιδεολογικό προκάλυμμα  του αλλοιωμένου αντιπροσωπευτικού  συστήματος. Υπάρχει αδιαφάνεια και υπερδιόγκωση του ρόλου της εκτελεστικής εξουσίας, που ο ρόλος της  σχεδόν εξαντλείται να  επιβάλλει τις εντολές της τρόικας στη βουλή,  η οποία  χάνει κι αυτή τις αποφασιστικές νομοθετικές της  αρμοδιότητες καθώς και τις αρμοδιότητες ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας, εν ονόματι της δεινής οικονομικής θέσης της χώρας.
      Οι συνεχείς λεκτικές κορώνες  για λιγότερο κράτος  δεν σημαίνουν  τίποτε άλλο  παρά την  αποσυσχέτιση των πολιτικών αποφάσεων της εξουσίας από τον κοινωνικό έλεγχο, τη μετάλλαξη των διαδικασιών της αντιπροσώπευσης σε αδιαφανείς διοικητικές πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία αποδέχεται ένα καθεστώς γενικής εκχώρησης εξουσιών στο μηχανισμό στήριξης. Ο τελευταίος  ενεργεί σαν μια ανεξέλεγκτη δύναμη,  μέσα σε πλήρη αδιαφάνεια, μακριά από τους κοινοβουλευτικούς ή άλλους κοινωνικούς ελέγχους.
     Στην αστική δημοκρατία, η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει στις εκτελεστικές αρχές την υπακοή σε γενικούς και αφηρημένους κανόνες δικαίου, στους νόμους που εκδίδονται από τα αντιπροσωπευτικά σώματα και φυσικά την εναρμόνιση  με το σύνταγμα. Τώρα ψηφίζονται συνεχώς νόμοι, όπως το τελευταίο πολυνομοσχέδιο για εργασιακή εφεδρεία κλπ., οι οποίοι απλώς διαμορφώνουν το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί  ο διοικητικός μηχανισμός με ποικίλα διατάγματα, πράξεις, εκυκλίους κλπ.  που θα συγκεκριμενοποιούν  τις γενικές και εν πολλοίς αντιφατικές ρυθμίσεις του νόμου και μάλιστα κινούμενες στις παρυφές της συνταγματικής νομιμότητας.
     Το  σχέδιο  νόμου για τις « συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο- βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία…» προσπαθώντας να φανεί   ότι δεν συγκρούεται με το σύνταγμα  στρεβλώνει και τους κανόνες της λογικής.
       Στο άρθρο 103 του συντάγματος   παρ. 4 ορίζεται: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν».Ο νομοθέτης, στο πολυνομοσχέδιο, στην προσπάθειά του να παρακάμψει αυτό το άρθρο θεωρεί ότι καταργούνται αυτοδικαίως οι οργανικές θέσεις αυτών που  μέχρι το 2013 θα απολυθούν αυτοδικαίως. Επειδή λοιπόν καταργούνται αυτές οι θέσεις οι υπάλληλοι τίθενται σε διαθεσιμότητα από την κατάργηση της θέσης και μέχρι την συμπλήρωση της τριακονταπενταετούς πραγματικής υπηρεσίας κλπ. Χρησιμοποιώντας το τρυκ της εργασιακής εφεδρείας  θεωρεί ότι δεν συγκρούεται με το σύνταγμα, που επιτρέπει απόλυση δημοσίων υπαλλήλων εφόσον έχει προηγηθεί κατάργηση οργανικών θέσεων. Αυτές όμως οι οργανικές θέσεις που καταργούνται με το πολυνομοσχέδιο  είναι κενές γιατί τέθησαν  σε εφεδρεία οι υπάλληλοι. Τελικά η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;
       Το είδος της   συλλογιστικής που κρύβεται πίσω αυτά τα άρθρα διαπερνά  πια κάθε ενέργεια της κυβέρνησης και απειλεί να στραγγαλίσει την κοινωνία. Με τέτοιους ακροβατικούς συλλογισμούς, όσο η κοινωνική ένταση κορυφένεται,  η νομοθεσία  ξεκάθαρα θα τεθεί στην υπηρεσία   πραγμάτωσης αυταρχικών αποφάσεων, πάντα στις παρυφές  της νομιμότητας,  δημιουργώντας  έναν προνομιακό χώρο   υπεράσπισης  των ισχυρών συμφερόντων, ώστε να ελεγχθεί και αποδυναμωθεί κάθε κοινωνική αντίδραση, με την δικαιολογία  της συμμόρφωσης στους νόμους.

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Ο ΛΟΓΟΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥΣ


     Πνιγήκαμε στα λόγια τους  και  χάσαμε τη φωνή μας. Ολοι οι μικροαστοί, υπάλληλοι, γραφειοκράτες και διανοούμενοι, «αυτοαπασχολούμενοι», επαγγελματίες, εργάτες  κλπ. βουλιάζουμε στην κινούμενη άμμο της πολιτικοοικονομικής κατάστασης κι ανακαλύπτουμε τη νέκρα μέσα μας,  το θρίαμβο της αντίδρασης γύρω μας.
      Αποδεχόμαστε την ύπαρξη των «αγορών» ως συγκεκριμένου τρόπου οργάνωσης της υλικής ζωής  και την ίδια στιγμή που είμαστε αποκλεισμένοι από οποιονδήποτε έλεγχο  στην χρήση των οικονομιών μας τις χρησιμοποιούν οι ντόπιοι και διεθνείς «σωτήρες» μας  συγχρόνως ως μοχλό  για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους
         Η αριστερά  χάθηκε μέσα στην πολυφωνία, την πολυπολιτισμικότητα, τον εκσυγχρονισμό και κάπου ξέχασε μέσα στην τόση πολυφωνία της την κύρια φωνή της , την κομμουνιστική.  Η ύπαρξη του ΚΚΕ  αποτελούσε την κατεξοχήν  ζωντανή (η μήπως συμβολική;) απόδειξη   ότι η κοινωνική σύγκρουση εξακολουθεί να παράγει κοινωνικά στη χώρα μας  έναν αδιαμόρφωτο αντικαπιταλισμό και ανθρώπους που  είναι διατεθειμένοι να είναι φορείς του. Σαν να είναι μέρος του συστήματος  κι αυτό έφτασε να μιλά τώρα για εκλογές. Κι αναρωτιέται κανείς αν πραγματικά πιστεύει πως μπορεί να χρησιμοποιηθούν  ως όπλο στη σύγκρουση με τις κυρίαρχες πολιτικές ή είναι ένας τρόπος για να κερδηθεί χρόνος για την προετοιμασία και τη συνειδητοποίηση πλατιών λαϊκών μαζών η απλώς  προσπαθεί να κρύψει  την αμηχανία του.
         Τα δυο κόμματα εξουσίας συνεχίζουν τον ευτελισμό της πολιτικής αντιπαράθεσης εκφυλίζοντας  τελείως τη δημόσια  πολιτική σφαίρα.
         Η βουλή ψηφίζοντας το ένα νομοσχέδιο μετά το άλλο φαίνεται πως θα καταντήσει  το  εργαστήριο που  θα περνά ένα λούστρο δημοκρατικής νομιμότητας  στις εντολές των κυρίαρχων οικονομικών κέντρων, τα οποία ακόμα επιτρέπουν  (!) να παίρνουν οι επιταγές τους τη μορφή νόμου και να μη μένουν στη μορφή ξεκάθαρων διαταγών.
   Οι πολίτες δεν επιτρέπεται κι ούτε έχουν το δικαίωμα να διαταράξουν (γι’  αυτό και η βιαιότητα στις διαδηλώσεις) την ισορροπία της οικονομίας, όπως θέλουν να την χειριστούν οι εκπρόσωποι των κυρίαρχων κέντρων, με αποφάσεις που δεν είναι καν προϊόντα βουλευτικών ή έστω εκλεγμένων αντιπροσώπων.              
Ολη η πολιτική σκηνή έχει μετατραπεί σ’  ένα θέατρο σκιών πίσω από το οποίο  οι πραγματικές αποφάσεις λαμβάνονται μέσα από τη διαπλοκή κυβερνήσεων και μεγάλων συμφερόντων. Επιβάλλεται μια πολιτική με υποκριτικούς ηθικισμούς και δαιμονοποιήσεις, που παρασύρει και μας σε ηθικιστικές και αντιπολιτικές αναλύσεις  οι οποίες  παραλύουν κάθε δράση μας.
Μια Ευρωπαϊκή Ενωση που πριν καν ολοκληρωθεί μοιάζει με απολίθωμα, αγκυλωμένη σε γραφειοκρατικές ακαμψίες και οικονομικά  συμφέροντα, λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός συντονισμού και υπεράσπισης χρηματοπιστωτικών  συμφερόντων, αδιαφορώντας πια  για την επαρκή δημοκρατική νομιμοποίηση των αποφάσεών της και την εξόντωση των  πιο αδύναμων λαών της. Εν είδει ιεράς εξέτασης, με την καγκελάριο σε ρόλο μεγάλου ιεροξεταστή απαιτεί την τιμωρία των … απείθαρχων οικονομικά, των  αμαρτωλών της σύγχρονης θρησκείας -  της ελευθερίας  των «αγορών».
        Μας απειλούν  οι «εταίροι» με την «έκτη δόση»,  οι εγχώριοι «αντιπρόσωποί μας» ψηφίζουν νομοσχέδια, παρόλο που λεκτικά  τα αποδοκιμάζουν, για να μας σώσουν και οι περισσότεροι από μας συνεχίζουμε να πιστεύουμε στην αυταπάτη μιας φυσικοποιημένης δήθεν αυτορυθμιζόμενης αγοράς και της τιμωρίας μας για την «επίπλαστη», όπως τη χαρακτηρίζουν τώρα,  ευμάρεια που γευτήκαμε τα τελευταία χρόνια. Κάποιοι άλλοι αναγνωρίζουν   την αδυναμία ουσιαστικής πολιτικής  μας παρέμβασης   στα τεκταινόμενα, συνειδητοποιώντας ότι δεν έχουν πλατιά λαϊκή στήριξη οι πολιτικές που αμφισβητούν μεν την νομοτέλεια των κυρίαρχων τάσεων αλλά δεν εγγυώνται και ένα μέλλον ίδιο με το παρελθόν και καλλιεργούν την υποταγή στη μοίρα.
          Οι νέες αντιξοότητες που αντιμετωπίζουμε  οι εργαζόμενοι λαμβάνουν τη μορφή μιας μοίρας που χτυπάει ταχύτατα και τυχαία. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιες δουλειές θα χαθούν,  αν ο ίδιος αύριο θα ξυπνήσει  άνεργος.  Μιλούν για εξορθολογισμό της διοίκησης και του κράτους και οι ίδιοι οι κυβερνώντες ενεργούν αυθαίρετα και παράλογα εφαρμόζοντας  τυχαία κριτήρια  σε αποφάσεις που ρυθμίζουν ζωές, όπως το κριτήριο ηλικίας για τις εφεδρείες στο δημόσιο.
      Η σημερινή ανασφάλεια λειτουργεί όμως εξατομικευτικά.  Ο παραδοσιακός  συνδικαλισμός και η συλλογική διεκδίκηση φαίνεται πως δεν μπορούν πια να λειτουργήσουν υπό καθεστώς πλήρους ανασφάλειας και μερικής απασχόλησης.  Καθώς η απασχόληση γίνεται  βραχυχρόνια και επισφαλής δεν επιτρέπει στους εργαζόμενους να προσδοκούν. Αν  η παραδοσιακή εργασία  προσέφερε  την αίσθηση  της ένταξης και της ταυτότητας και την  πεποίθηση στους εργαζομένους πως η εργασία τους ταυτιζόταν με συνολικά σχέδια ζωής και άρα είχε νόημα μια θυσία στο σήμερα για καλύτερους όρους  στο αύριο,  η σημερινή  επεισοδιακή της φύση κλονίζει το πνεύμα της στράτευσης και της πολιτικής συμμετοχής.Αλλα όμως από τα συνδικάτα και αντίστοιχες συλλογικές μορφές οργάνωσης δεν προλαβαίνουμε να  δημιουργήσουμε.
       Ο κλοιός γίνεται ασφυκτικός για όλους μας.  Οι «σωτήρες» μας τρέχουν πιο γρήγορα από μας. Βέβαια υπάρχει κι ο μύθος της χελώνας και του λαγού …