Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

ΤΑ ΡΕΣΤΑ

   
      Δέκα μέρες  μετά  συνεχίζουν οι φιλότιμες προσπάθειες,  και με την αρωγή  μέρους των ΜΜΕ,  για να φανεί ότι, με τον   ανασχηματισμό  της  κυβέρνησης και την ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών από τον Ευ. Βενιζέλο, διαλύθηκαν  η δυσφορία, οι  ενστάσεις  κι αντιρρήσεις  των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι έδιναν την εντύπωση  πως επεδίωκαν  αλλαγές στην κυβερνητική πολιτική. Επιδιώκεται μάλιστα να λαξεύσουν ένα προφίλ του Βενιζέλου,  πιο φιλολαϊκό, δυναμικό  και αποφασιστικό. Ο ίδιος καταβάλλει  ιδιαίτερες προσπάθειες γι’ αυτό με τις δηλώσεις που αναπαράγουν τα ΜΜΕ, όπως «Δεν επεξεργάσθηκα εγώ το Μεσοπρόθεσμο και δεν με εκφράζει η αναλογία εσόδων-δαπανών. Θα ρίξω όλο το βάρος στην φοροδιαφυγή και σε ένα δικαιότερο φορολογικό σύστημα», η  «Είναι πολυ εύκολο να διατυπώνει κανείς  σκληρή κριτική για φορολογικά μέτρα που είναι από τη φύση τους δυσάρεστα για τους πολίτες. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού. Πρόκειται για υπαρξιακά αναγκαίες σωστικές κινήσεις.» Μ’ αυτόν τον τρόπο θέλει να πείσει από τη μια για τις δικές του και της κυβέρνησης διαπραγματευτικές ικανότητες  αφήνοντας υπονοούμενα για τις ικανότητες του προκατόχου του κι από την άλλη να υπογραμμίσει  για μια ακόμη φορά το νομοτελειακό χαρακτήρα των κυβερνητικών επιλογών.  Κι όλα αυτά για να κερδηθεί λίγος χρόνος,  τόσος, όσο για να νομιμοποιηθεί και τυπικά η αποδοχή και εφαρμογή του λεγόμενου Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος.
      Οι ενέργειες της κυβέρνησης αυτούς τους 21 μήνες αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, τον δικό της περιορισμένο πολιτικό ορίζοντα, που είναι εγκληματικά βραχύς- ούτε μήνας πια.
      Το πρόβλημα είναι ότι οι πολιτικοί μας, τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία,  παρόλο που είχαν συγκλίνει, κυρίως  των δυο εναλλασσόμενων στην εξουσία  κομμάτων, γύρω από ένα ελάχιστο πρόγραμμα,  και τόνιζαν το διαχειριστικό χαρακτήρα της πολιτικής τους, στοχεύοντας  απλώς στην αποτελεσματικότητά  της, δεν κατάφεραν ούτε καν σ’ αυτά  με επιτυχία  να ανταποκριθούν.
      Σίγουρα,  ο πολιτικός είναι σε μόνιμη κούρσα με το χρόνο και η φύση κάθε ενέργειάς του εξαρτάται από  το αν πραγματοποιήθηκε στη σωστή στιγμή, ή πολύ νωρίς, ή πολύ αργά.    Η κυβέρνηση Παπανδρέου, με όλες τις μεταλλάξεις της, κάθε φορά αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να επιβιώσει στην κούρσα με το χρόνο και δίνει την εντύπωση ότι οι αποφάσεις της  είναι αργοπορημένες αντιδράσεις στο  χείμαρρο των γεγονότων, ανίκανη να ξεπεράσει τον ορίζοντα του συστήματος που δημιουργεί, ή κι απλώς αποδέχεται,  με τη δραστηριότητά της.  Έτσι φαίνεται ότι  μπορεί να λύσει μό­νο εκείνα τα προβλήματα που μπαίνουν στην οπτική της  γωνία, ή τα  προσάρμοσε με τέτοιο τρόπο στις ικανότητές της,  για να μπορέσει να τα καταλάβει.
 Από  τους πρώτους μήνες  διακυβέρνησης έδινε την εντύπωση ότι  προσπαθούσε  να τα μεταφέρει όλα στο επίπεδο της, στο πεδίο της τεχνικής, της ωφελιμότητας και του άμεσου απο­τελέσματος. Επειδή σκεφτόταν  για την πραγμα­τικότητα με τα σχήματα της επικοινωνίας -χειραγώγησης, της ωφελιμότητας  και της κυριαρχίας, θεωρούσε  πραγ­ματικό μόνο εκείνο με το οποίο μπορούσε να κυρι­αρχήσει, να χειραγωγήσει και να αξιοποιήσει, (αποδοχή  οικονομικής κατάστασης και προτεινόμενων  μέσων διαχείρισής της)   και όλο τ' άλλο (ανάλυση αιτίων, εναλλακτικές προτάσεις κλπ) θεωρούσε  ότι  αποσυντίθεται και σκορπίζεται σαν μη πραγματικό
Οι κυβερνήσεις Παπανδρέου, παρά τη φλύαρη ρητορική  τους,  αποδεικνύονται  ότι το μόνο που μπορούσαν  ήταν  να προωθούν, μέσα από εκβιαστικά διλήμματα,  αυτούσια προτεινόμενες από Ευρωπαίους συγκεκριμένες πολιτικές  σε οικονομικά προβλήματα, ενώ παρουσιάζονταν   αδύναμες  σε σχέση με την πραγματικότητα που ξεπερνάει τους ορίζοντές τους. Κάθε φορά αυτό που εμφάνιζαν για τελικό και λυμένο αποδεικνυόταν  σαν απλή προσωρινότητα.
Συγχρόνως, από την αρχή της ελληνικής κρίσης  έχουμε να κάνουμε από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με συνεπικουρία και της κυβέρνησής μας,  με μια περίπτωση «αυτοεξιδανίκευσης», η καταδίκη δηλ. των «κακών ελλήνων» από τα ευρωπαϊκά  οικονομικά κέντρα, χρησίμευσε για την συγκρότηση ενός δίπολου,  με τους κακούς έλληνες από τη μια και από την άλλη τους καλούς ευρωπαίους, κυρίως  Βόρειους,  τους  πολιτικά άμεμπτους, που ακολουθούν  τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί μέσα από συνθήκες της Ε.Ε και γι’  αυτό δεν απειλούνται από οικονομική καταστροφή. Ο διαστροφικός αυτός μηχανισμός επιτρέπει σ’  ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των Ευρωπαίων να καταξιώσουν  την πολιτικά ορθή συμπεριφορά τους, χωρίς αξιόλογες αντιδράσεις στις αποφάσεις της εξουσίας,  μέσα  όμως από μια πράξη απόρριψης – αυτών των λαών, που ως άφρονες, νωθροί, διεφθαρμένοι επιβιώνουν, όπως πιστεύουν, εις βάρος τους. Μέχρι τώρα αυτός ο μηχανισμός αναδείχτηκε πολύ αποτελεσματικός για την κινητοποίηση των παθών και τη δημιουργία ενότητας μεταξύ αυτών των ευρωπαίων κατοίκων που νιώθουν  ότι διατηρούν και υπερασπίζονται την ποιότητα ζωής τους  μέσα από την ίδια τη διαδικασία του αποκλεισμού των άλλων.
Την ίδια στιγμή, στη χώρα μας,  ουσιαστικά δεν επιτρέπεται στους εργαζόμενους να έχουν πολιτικό ρόλο, γιατί, πέρα από εκβιαστικά διλήμματα, οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες και  δεν ξέρουμε επακριβώς και στην κατάλληλη στιγμή  τι πραγματικά συμβαίνει. Μας αρνούνται, και μεις το αποδεχόμαστε, τη δυνατότητά μας να ερμηνεύουμε αυτόνομα, και με βάση το δικό μας νου, τις πληροφορίες και στην πραγματικότητα αυτή την αναπαλλοτρίωτη δραστηριότητα την επιτελεί  η κυβέρνηση αντί για μας και στο όνομά μας.
Η κυβέρνηση δίνει την εντύπωση ότι παίζει τα ρέστα της. Φτάνουμε σε ένα οριακό σημείο, όπου συναρθρώνονται  φόβοι και αισθήματα δυσαρέσκειας που δεν γνωρίζουμε ποια μορφή αντίδρασης μπορεί να διαμορφώσουν. Ισως γι’  αυτό αρχίζει ο εκφοβισμός να είναι πια απροκάλυπτος (σενάρια για χρεωκοπία με αναφορά σε τάνκς του Πάγκαλου).
Τώρα, όσο κουραστική κι αν είναι η επανάληψη,   μπορεί  και πρέπει να είναι καθοριστικός ο ρόλος της Αριστεράς, που θα πρέπει να διεισδύει στο ουσιαστικό και να αποκαλύπτει τις βάσεις από τις οποίες θα προκύψει ο τρόπος δράσης και σκέψης μας για να απελευθερωθούμε από τις αυταπάτες μας και να αντιδράσουμε.



Δεν υπάρχουν σχόλια: