Το άλμα στο κενό δυο κοριτσιών από την ταράτσα μιας
πολυκατοικίας στην Αθήνα, από τις αντιδράσεις σε κοινωνικά δίκτυα, ακόμα και
από ανακοινώσεις φορέων, φαίνεται να συγκλόνισε. Και ίσως, εκτός από τον
αβάσταχτο πόνο για το απονενοημένο διάβημα των κοριτσιών, το πιο συνταρακτικό
είναι η απήχηση που φαίνεται να έχει στην ελληνική κοινωνία, η οποία σαν να
ένιωσε ότι ήταν παραλήπτης του σημειώματος που φέρεται ότι άφησε η μια από τις
κοπέλες. Γι’ αυτό και είδε στην πράξη
τους μια σπαρακτική διαμαρτυρία απέναντι στον κόσμο των ενηλίκων, ακόμα κι αν για
πολλούς συρρικνώθηκε στο σύστημα των πανελληνίων εξετάσεων που υποχρεώνει τους
νέους να το υποστούν. Γιατί ίσως να είναι κάπως ευκολότερα διαχειρίσιμο να πάρει αυτή τη συγκεκριμένη μορφή, των
εξοντωτικών πανελληνίων εξετάσεων, αυτός ο κόσμος ο σκληρός και απαιτητικός που
δεν είναι για τους νέους ανθρώπους. Εξάλλου, τις τελευταίες δεκαετίες
προωθείται η αποσπασματικότητα στην ερμηνεία κοινωνικών συνθηκών, για ν’
αποφεύγεται η εποπτική τους αντιμετώπιση που μπορεί να οδηγήσει σε συνολικές
αμφισβητήσεις.
Φυσικά
και δεν ξέρουμε τι συνέβη στις ψυχές των
παιδιών αυτών γι’ αυτό το άλμα στο κενό. Αυτό μόνο που ξέρουμε είναι τι αναμοχλεύσεις προκάλεσε η πράξη τους στην κοινωνία μας. Από
τον κυβερνητικό φορέα, την υπουργό παιδείας Σ. Ζαχαράκη που αισθάνθηκε
υποχρεωμένη να βγάλει ανακοίνωση για να εκφράσει την συμπόνια της και να
επαναλάβει υποσχέσεις για το χρέος της πολιτείας απέναντι στους νέους, μέχρι
τους ανώνυμους ανθρώπους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που μαστιγώνουν ή
αυτομαστιγώνονται, φαίνεται ν’ αναγνωρίζουν σ’ αυτό το θανατηφόρο άλμα στο κενό
αυτό που δεν ομολογείται. Και είναι αυτό
που τώρα αναδύθηκε στην επιφάνεια, δηλ. αυτός
ο καλά κρυμμένος φόβος μήπως δεν είναι πια μόνο ατομική υπόθεση το
καταθλιπτικό αίσθημα της χρεωκοπίας
αξιών, της ψυχικής διάλυσης, της αισθηματικής νέκρωσης που μπορεί να γίνει θανατηφόρο όταν προστίθεται σε
μια προσωπική εσωτερική κατάρρευση, σ’ έναν πολύ προσωπικό πόνο. Μια κοινωνία έντρομη
είδε στην πράξη των δυο παιδιών αυτό που δεν ομολογεί, τη φθορά της.
Τα
χρόνια μας είναι εξαιρετικά ταραγμένα και ρευστά. Όλες οι
αξίες
αναθεωρούνται για να υπηρετήσουν την αγορά, τον ανταγωνισμό και την
ατομική απόδοση και η αξία της ζωής
ταυτίζεται με παραγωγικότητα, επιτυχία και εισόδημα. Αυτή είναι η κυρίαρχη ιδεολογία που έχει εγκατασταθεί σε νέους και
ενήλικες, οι οποίοι όταν δεν μπορούν ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας επιτυχίας νιώθουν παρείσακτοι και προβληματικοί.
Αν
λοιπόν ο συγκλονισμός από αυτό το άλμα στο κενό των δυο παιδιών φαίνεται να
άγγιξε ένα τόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι περισσότερο γιατί είδε τον
εαυτό της σ’ αυτό το άλμα. Γιατί όταν διαμορφώνεται μια κοινωνία που «όποιος
δεν προσαρμόζεται πεθαίνει», τότε πραγματικά δεν υπάρχει θέση για τα παιδιά σ’
αυτή την κοινωνία.
Οι συνέπειες της αναταραχής της
οικονομικής κρίσης και οι αναβρασμοί από
τους πολέμους έχουν γίνει σ’ όλους αισθητές. Αλλά έχουν γίνει καθοριστικές για
όσους αυτά τα χρόνια αρχίζουν να παίρνουν συνείδηση του εαυτού τους και του
περιβάλλοντος, επειδή η διαμόρφωσή τους γίνεται στο συγκεκριμένο περιβάλλον,
στο οποίο δεν αντίκρισαν παρά μια επιφανειακή ηρεμία που δεν ήταν ικανή να
εδραιώσει το συναίσθημα της αυτοπεποίθησης που
κάνει το νέο να πιστεύει πως βρίσκεται σε γνώριμο και φιλικό περιβάλλον.
Η πρώτη λοιπόν άμεση συνάντηση με τη ζωή τους οδηγεί στο σκεπτικισμό για όσα
ηχηρά διδάσκονται, αφού βλέπουν να διαψεύδονται καθημερινά. Κι αυτό τους
σπρώχνει να πάρουν μια στάση άμυνας απέναντι στους φορείς αυτής της
διδασκαλίας, δηλ. αδιάκριτα απέναντι του κοινωνικού συνόλου, που το βλέπουν σαν
αντίπαλο. Η συνεχής πίεση να αποδεικνύουν την αξία τους, να τρέχουν σαν άλογα
κούρσας για να αριστεύσουν, τους δίνει το αίσθημα της καταπίεσης. Σε μια
κοινωνία που μοιάζει παραιτημένη, καλλιεργείται η αδυναμία να αντιδράσουν ενεργητικά και ν’
αντισταθούν σε ό,τι τους φαίνεται αδικαιολόγητο, που τους ενισχύει την ιδέα της
μειονεκτικότητας. Στρέφονται λοιπόν συνολικά στην άρνηση του περιβάλλοντος. Σ’
ένα περιβάλλον όμως που επικρατεί ο κυνισμός και ο ατομικισμός, δεν προσφέρεται σαν δυνατότητα η μεταβολή της άρνησης σε πίστη, αφού κανένα δημιουργικό
ιδεολογικά ρεύμα δεν υπάρχει ικανό να τους παρασύρει, για να δώσουν έτσι
εξωτερική διέξοδο στο εσωτερικό τους δράμα. Κι έτσι στρέφονται κι αυτοί ολοκληρωτικά
στο άτομό τους, θεωρώντας το σαν τη μόνη υπάρχουσα πραγματικότητα. Μόνο που ήδη
μέσα τους τσακισμένοι όπως είναι δεν μπορούν να αντλήσουν δύναμη.
Κι αν
αυτή η πράξη των δυο παιδιών έφερε στη επιφάνεια σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού
φόβους και ενοχές για το είδος της κοινωνίας που ανέχτηκε να διαμορφωθεί, ο
συγκλονισμός από το θάνατό τους δεν αρκεί να εκδηλωθεί μ’ ένα πένθος ή αυτομαστίγωμα. Αλλά με
συμμετοχή σε αγώνες για αλλαγή αυτών των συνθηκών που ζούμε και που σε μεγάλο
βαθμό συμβάλλουν στην επικράτηση αυτού του πνεύματος απελπισίας στο οποίο
βυθίζονται πολλοί νέοι.
Ζώντας
εν μέσω του απόηχου πολέμων, που φτάνουν στην Ευρώπη από τις οικονομικές
επιπτώσεις και από τις εικόνες φρίκης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ενημέρωσης, εν μέσω σκανδάλων διαφθοράς που
αποκαλύπτουν χρεοκοπία της υπεσχημένης δικαιοσύνης, εν μέσω βαρύγδουπης ρητορικής για
ανάπτυξη που συγκαλύπτει την οικονομική
ένδεια, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας βλέπει τον εαυτό του ολότελα
μετέωρο, να συντρίβεται οικονομικά, να διαλύεται ιδεολογικά.
Όλες οι κοινωνικές ομάδες, η κάθε μια με το
δικό της τρόπο και για το δικό της συμφέρον προσπαθούν να κάνουν μια
αναπροσαρμογή και να δώσουν διέξοδο στη δημιουργημένη κατάσταση. Η κυρίαρχη
τάξη με τις πολιτικές της επιλογές και τις οικονομικές επιταγές της προσπαθεί
να εξασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα αδιαφορώντας για τις ολέθριες συνέπειες
σε εργαζόμενους και νέους, όσο μπορεί και ελέγχει τις αντιδράσεις τους. Μ’ ένα μικροαστικό στρώμα πανικοβλημένο που δεν ξέρει πού να στηριχθεί,
μια εργατική τάξη με υποταγμένο ένα μεγάλο μέρος της, μια κυρίαρχη ιδεολογία
που επαναλαμβάνει επίμονα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό,
συκοφαντώντας αυτήν την εναλλακτική, τον κομμουνισμό, που ταυτίζει με το φασισμό, διαμορφώνεται η απαισιόδοξη
ατμόσφαιρα της εποχής μας. Η κυρίαρχη ιδεολογία γενικεύοντας φόβους κι
αδυναμίες της άρχουσας τάξης ενσπείρει ηττοπάθεια προωθώντας εκείνη την οπτική
που βλέπει το σύνολο των κοινωνικών φαινομένων μέσα από το φακό των δικών της
φόβων και φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίσει κάθε αγώνα μάταιο, γιατί είναι ο
αγώνας που προπαρασκευάζει τη δική της εξαφάνιση. Το τραγικό δίλημμα για το
αύριο, η αστάθεια του σήμερα, χρόνο το χρόνο παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη
διαμόρφωση μιας σχεδόν πεισιθανάτιας ψυχολογίας.
Κι όμως
το δημιουργικό στοιχείο υπάρχει διάχυτο στην ατμόσφαιρα της αποσύνθεσης. Ένας
ολόκληρος κόσμος γύρω μας αγωνίζεται, παλεύει για το μετασχηματισμό της
κοινωνίας, με μικρά βήματα που δεν είναι θεαματικά, αλλά είναι βήματα διαφυγής
σ’ έναν καλύτερο κόσμο. Ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης ξαναμαθαίνει το
αλφαβητάρι του αγώνα, και με τους αγώνες της εμπνέει εμπιστοσύνη στη ζωή και στον
αγωνιζόμενο άνθρωπο και με τις δικές της δυνάμεις δημιουργεί στηρίγματα της ζωής. Και μόνο το
γεγονός της πάλης κλείνει μέσα του τη δυνατότητα της νίκης και κρατά ζωντανή
την ελπίδα για την πραγματοποίησή της, εμπλουτίζοντας τον άνθρωπο και
ολοκληρώνοντάς τον. Η εποχή μας δεν
χαρακτηρίζεται μόνο από τη φθορά των αξιών της ζωής, αλλά και από τον
ποικιλότροπο αγώνα ενάντια σ’ αυτή τη φθορά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου