Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

«ΦΩΣ ΠΟΥ ΠΑΤΕΙ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΤΟΝ ΑΔΗ»

 

Και λίγες μέρες τώρα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης οι φωτογραφίες που εικονίζουν κάποιους από τους εκτελεσμένους στην Καισαριανή,  την Πρωτομαγιά του ‘44  λίγο πριν την εκτέλεση, σαν να άνοιξαν  μια ρωγμή στο χρόνο. Παρελθόν, 82 χρόνια πριν, και παρόν  αναμετρώνται απέναντι στην Ανάγκη, τον «σιδερένιο κλοιό» που σ’ ένα σταυροδρόμι, που παρουσιάζεται σαν αναπόφευκτο, επιβάλλει το δίλημμα, αποκλείοντας έναν τρίτο δρόμο που θα επέτρεπε τη διαφυγή από αυτόν τον «σιδερένιο κλοιό». Και αν τότε  ήταν το  φοβερό το δίλημμα, το έσχατο δίλημμα, θάνατος ή μια σκυφτή ζωή, στο τώρα το δίλημμα δεν είναι παρά  αγωνιστικότητα και διεκδίκηση ή ταπεινωμένη ζωή.
          Κι αν αυτές οι φωτογραφίες του τότε πραγματικά συγκλόνισαν, ήταν γιατί εικονίζουν ανθρώπους που κυριολεκτικά σωματοποιούν την αντίσταση, με την ετυμολογική  της  σημασία. Δηλ. αντί+ίσταμαι, στέκομαι απέναντι όρθιος, στέκονται όρθιοι. Εκείνη η φιγούρα του ανθρώπου που τεντώνεται καμαρωτά απέναντι στο απόσπασμα εικονογραφεί συγκλονιστικά τη σημασία της λέξης. Όλο τους το είναι δεν είναι παρά αυτό το κορμί που στη μια φωτογραφία, όπως μπαίνουν στο χώρο της εκτέλεσης, φαίνεται ότι μπορεί όχι μόνο να στέκεται όρθιο, ενώ πηγαίνει για να πεθάνει, αλλά αρθρώνει και λόγια, ένα τραγούδι μάλλον. Η αντίστασή τους που παίρνει ένταση βούλησης μέσα από τον εαυτό τους, από τη δική τους εσωτερική ανάγκη στέκεται αντίκρυ στην αντίρροπη δύναμη των Γερμανών που επιβάλλουν θάνατο ή χαμερπή ζωή. 
Και αν υπάρχει και μια φωτογραφία από το τώρα που σε μεγάλο βαθμό να το εικονογραφεί είναι εκείνων των εργατών που χειροκροτούσαν τον εργοδότη της βιομηχανίας ΒΙΟΛΑΝΤΑ, μερικές ημέρες μετά το θάνατο των συναδέλφων τους, εξαιτίας δικών του εγκληματικών παραλείψεων και αδιαφορίας για τους εργαζόμενους και που δουλικά τον ευχαριστούν για την μισθοδοσία τους.  Και είναι η σύγκριση ανάμεσα σ’ αυτές τις φωτογραφίες που εξηγεί τωρινούς σχολιασμούς και απόψεις για εκείνες τις συγκλονιστικές φωτογραφίες και αποκαλύπτει κριτήρια που έχουν επικρατήσει για την πορεία ζωής της πλειοψηφίας των σύγχρονων ανθρώπων.
Κι αν ψάχνουμε μέτρα και σταθμά που επικράτησαν να ζυγίζουν τη σύγχρονη ζωή η ανάρτηση της Α. Δαμιανίδη μας τα δίνει, αν και δεόντως μεταμφιεσμένα. Στην ανάρτησή της, κόντρα σ’ αυτό που ξεκάθαρα δείχνουν οι φωτογραφίες,  σημειώνει ότι δεν βλέπει περηφάνια «στα βλέμματά τους, πιο πολύ παραίτηση, στέκονται και περιμένουν κάπως σκυφτοί και κουρασμένοι», επισημαίνοντας ότι «βλέπουμε απλούς ανθρώπους που πάνε για το θάνατο τους σα να βρίσκονται ήδη αλλού, ο καθένας στη ζωή που έχασε, εργάτες, αγρότες, φοιτητές, στα σπίτια τους, στις γειτονιές τους». Για να αναφωνήσει, σαν να έρχεται από άλλον πλανήτη,  «Πόσο ξένος είναι ο θάνατος, πόσο άδικος, πόσο άσχημος και αμήχανος, πόσο άχρηστος και φρικτός» καταλήγοντας ότι «Δεν είναι οι άνθρωποι για τέτοια. Δεν γεννιούνται και δεν μεγαλώνουν για να πεθαίνουν έτσι».  
Σ’ αυτήν την ανάρτηση, μια  αστική πένα, από τις αμέτρητες  που τις τελευταίες δεκαετίες ανά τον κόσμο έχουν ανακαλύψει και περιγράψει μέχρι κορεσμού λαβυρινθώδεις ψυχολογικές διαδρομές και  προκλητικούς ιδεολογικούς προβληματισμούς μικροαστών μεταξύ γραφείου, κρεβατοκάμαρας και μπαρ, βουτά στην αποπολιτικοποιημένη, αταξική συναινετική μνήμη, για ν’ αφαιρέσει από το θάνατο των 200 της Καισαριανής κάθε αγωνιστική χροιά, κάθε ταξικό υπονοούμενο, κάθε επίρριψη ευθύνης για τον θάνατο. Γι’ αυτό δεν  μπορεί ν’ αναγνωρίσει το αγέρωχο βλέμμα.  Η καλυμμένη περιφρόνησή της για τους απλούς ανθρώπους, αγρότες, εργάτες,  δεν μπορεί να παραδεχτεί τη γενναιότητα τους, που αποτυπώνεται στη φωτογραφία. Και το κυριότερο, δεν τολμά  να κατονομάσει αυτόν που προκαλεί τον θάνατο αυτών των ανθρώπων, το ναζισμό, ο οποίος θάνατος την ενδιαφέρει και από αισθητικής πλευράς, είναι άσχημος, και τον χαρακτηρίζει και άχρηστο, σαν να είναι κάποιο φυσικό φαινόμενο που τους βρήκε και όχι ο θάνατος η έσχατη θυσία για να νικηθεί ο φασισμός.
Σε όλη την ανάρτηση αντανακλάται η κυρίαρχη ιδεολογία που διαθλάται μεθοδικά εδώ και δεκαετίες κάθετα σε όλη την κοινωνία. Που αναγνωρίζει την κυριαρχία του καπιταλισμού, συσκοτίζει τα ταξικά συμφέροντα, φλυαρεί για δικαιώματα και ηθική  επιβάλλει τη  συναίνεση, για πιο κερδοφόρα εκμετάλλευση της εργασίας, και εκμαυλίζει συνειδήσεις.
Κι ενώ λοιπόν ελέγχθηκαν πολλά γι’ αυτούς τους γενναίους, κανείς από το κυρίαρχο σύστημα, πέρα από λακέδες που κάνουν τη βρώμικη δουλειά του, δεν αμφισβήτησε ευθέως την γενναιότητά τους. Έγιναν  όμως φιλότιμες προσπάθειες ή να την μειώσουν ή να την θεωρήσουν γενικά στοιχείο μιας αόριστης αντίστασης που περιλάμβανε τους πάντες στην Ελλάδα, αλλά τώρα είναι παράκαιρη.  Η αντίσταση όμως δεν ήταν ποτέ θέμα συναίνεσης. Αρκεί να δούμε πώς αντιμετωπίζονται από την κυρίαρχη εξουσία  όσοι κινητοποιούνται κατά της γενοκτονίας των Παλαιστινίων και πώς πολλοί απ’ αυτούς που εκφράζουν το σεβασμό τους για μια αόριστη αντίσταση, στην πραγματικότητα υπερασπίζονται την ίδια λογική του αποκλεισμού και του μίσους με εκείνους που η Αντίσταση πολέμησε.
Η σχέση όμως των ανθρώπων με το θάνατο, και φυσικά με  την ίδια τη ζωή τους, εξαρτάται από το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο βρίσκονται λόγω των τρόπων με τους οποίους μπορεί να εκτεθούν στο θάνατο, της αντίληψης που διαμορφώνεται γι’ αυτόν. Το πώς αντιμετωπίζει κανείς το θάνατο καθορίζει και το πώς ζει  τη ζωή. Κατά συνέπεια και η σχέση με την αντίσταση σε ό,τι απειλεί μια ζωή που έχει μετατραπεί σε ατιμωτική και εξευτελιστική εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται ο ευτελισμός και η ταπείνωση. Οι πράξεις αντίστασης, κόντρα ακόμα και στο ένστικτο της επιβίωσης, τροφοδοτούνται από τις αξίες που τις παρακινούν, που ατσαλώνουν τη βούληση για αντίσταση,  για αγέρωχη αντιμετώπιση.
Κι αυτές τις  αξίες στη φωτογραφία εκείνος ο μελλοθάνατος που σηκώνει τη γροθιά του τις σωματοποιεί, κι αυτές τις  αξίες τις ονομάζει η γερμανική διαταγή όταν καταδικάζει σε θάνατο συγκεκριμένα 200 κομμουνιστές για αντίποινα στις πράξεις αντίστασης των ανταρτών.  Είναι λοιπόν οι κομμουνιστικές αξίες με το όραμα ενός καλύτερου κόσμου χωρίς εκμετάλλευση που έδωσαν αξιοπρέπεια στον εργάτη, στον κάθε ένα που ένιωθε αδύναμος κι αδικημένος, τη δύναμη να οργανωθεί και ν’ αγωνιστεί για την πραγματοποίηση αυτού του οράματος. Είναι αυτές που έκαναν εκείνους τους γενναίους ν’ αντιμετωπίσουν το θάνατο όχι με απελπισία, αλλά σαν απόλυτη πράξη μαχητικότητας, μετατρέποντας το θάνατό τους σε σύμβολο λαϊκής πάλης. Μαζί με χιλιάδες άλλους αγωνιστές,  όπου γης, που δεν είχαν τίποτε να φοβηθούν από το θάνατο, που η πίστη τους για τη συνεισφορά τους σ’ ένα πιο φωτεινό μέλλον του ανθρώπου τους έκανε να μη διστάζουν να συμμετέχουν σε όλους τους αγώνες και τις μάχες για την πραγματοποίησή του.
 Σ’ αυτές τις φωτογραφίες το ήθος των κομμουνιστών ξεχωρίζει. Αυτό το ήθος που ορίζεται από ένα σύνολο αξιών και συμπεριφορών που έχουν τις ρίζες τους στη μαρξιστική θεωρία για το μετασχηματισμό της κοινωνίας. Και γι’ αυτό η αντιμετώπιση του θανάτου απ’  αυτούς τους αγωνιστές άφησε «άλαλα» τα χείλη των εκμεταλλευτών που ευαγγελίζονται τη συναίνεση. Γιατί οι αγωνιστές τόλμησαν τη ρήξη με κίνδυνο της ζωής τους και  δεν υποχρεώθηκαν να οδηγηθούν στο θάνατο από διαταγές και κυβερνητικές απειλές, αλλά επέλεξαν ν’ αγωνιστούν για τα ιδανικά τους, να είναι ο θάνατός τους μια οικειοθελής θυσία.  Αποδέχτηκαν αυτό που τους επέβαλε ο εχθρός, ρίχτηκαν στην άβυσσο της απανθρωπιάς των Γερμανών και με την πράξη του μοναδικού τους θάρρους, να συναντήσουν αγέρωχα το θάνατο, πορεύτηκαν πέρα από τη βαρβαρότητά τους, διασώζοντας την ανθρωπιά τους, ελευθερωμένοι με το θάνατό τους, επειδή άνοιγε το δρόμο για την απελευθέρωση χιλιάδων άλλων.  
 Η δύναμή σου πέλαγο κι η θέληση σου βράχος.
M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες

Δεν υπάρχουν σχόλια: