Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2022

Ο ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝΤΟΣ


Η επιτήρηση και παρακολούθηση των πολιτών αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο των κυβερνητικών πρακτικών σε διάφορους τομείς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την τεχνολογική ανάπτυξη  η επιτήρηση είναι πλήρης, ότι έχει φτάσει σε ένα επίπεδο που δεν ήταν γνωστό στην ιστορία του ανθρώπου. Ομοίως, ο όγκος των δεδομένων που συλλέγονται, υποβάλλονται σε επεξεργασία  και διασυνδέονται σε γιγάντιους διακομιστές είναι δυσανάλογα τεράστιος με αυτόν που θα μπορούσαν να κάνουν οι παλιομοδίτικες κλασικές υπηρεσίες πληροφοριών. Αυτό πετυχαίνονταν με κόπο και με πολύ υψηλό κόστος για την κοινωνία, η οποία το βίωνε άμεσα, γιατί  χρειάζονταν ένας στρατός πληροφοριοδοτών και  πληρωμένων κατασκόπων, οι οποίοι βέβαια είχαν ανθρώπινες αντιδράσεις. Οι νέες όμως  πληροφορίες που συλλέγονται από την ηλεκτρονική παρακολούθηση είναι ένας θησαυρός, γιατί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πολλαπλές χρήσεις και  να συλλεχθούν με πολλαπλούς τρόπους, χωρίς άμεση εμπλοκή του ανθρώπινου παράγοντα. Είναι λοιπόν προφανές ότι τόσο οι κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας όσο και οι εμπορικές εταιρείες δεν πρόκειται ν’  αφήσουν ανεκμετάλλευτο ένα τέτοιο δώρο της τεχνολογίας. Οι μεν πρώτες για εντοπισμό επικίνδυνων για το σύστημα ατόμων, οι μεν δεύτερες για να δελεάσουν και αποπλανήσουν πιθανούς πελάτες και αμφότερες βέβαια χρησιμοποιώντας την τεχνολογία  στα πλαίσια των ανταγωνιστικών πρακτικών.
Το αστικό κράτος, που έχει οικοδομήσει τη νομιμότητά του μεταπολεμικά  στην παροχή δημόσιας ασφάλειας στους πολίτες του, σταδιακά έχει γίνει ανίκανο να παρέχει αυτή τη συγκεκριμένη μορφή ασφάλειας η οποία πήρε μορφή, μετά από αγωνιστικές κινητοποιήσεις  των εργαζομένων, ως  κράτος πρόνοιας. Το κράτος πρόνοιας αφορά την  ασφάλεια απασχόλησης, την υγεία, την εκπαίδευση ίσης ποιότητας για όλους. Την τελευταία όμως εικοσαετία η έννοια της λέξης ασφάλεια περιορίστηκε σε προστασία από πολλαπλούς κινδύνους που στοχεύουν στη σωματική ακεραιότητα ή την ατομική περιουσία, και απειλούνται από παντός είδους τρομοκράτες, νομιμοποιώντας τη δυνατότητα πραγματικής κρατικής δράσης με τις δυνάμεις ασφαλείας και καταστολής. 
Καθώς μάλιστα η πολιτική διακυβέρνηση στην αστική μας δημοκρατία έχει θεσμοθετήσει  την ασφάλεια της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, δηλ.  την υπεράσπιση των πλούσιων έναντι των φτωχών, όλα τα όργανα διοίκησης και όλοι οι θεσμοί υπάρχουν για να προστατεύουν αυτούς που έχουν πλούτη από αυτούς που δεν έχουν. Γι’ αυτό και κάθε υποσχόμενη μεταρρύθμιση των πιο κατάφωρων πρακτικών αστυνόμευσης χωρίς να αντιμετωπιστεί και η οικονομική ανισότητα θα έχει ως αποτέλεσμα μόνο μια περιορισμένη και προσωρινή μορφή λογοδοσίας, και όσο η υπάρχει η πίεση του λαϊκού παράγοντα.
Ήδη βιώνουμε την κοινωνία της επιτήρησης και το κράτος της αστυνόμευσης, παρόλο που χρησιμοποιούνται άπειρες δικαιολογίες γι’ αυτό και  επιστρατεύεται και η γλώσσα για να το καλύψει, όπως π.χ  να ονομάζονται οι κάμερες παρακολούθησης, κάμερες ασφαλείας. Καθώς οι τεχνολογίες επιτήρησης ατόμων έχουν διεισδύσει, λίγο σαν τριχοειδή αγγεία, σε ολόκληρο τον ιστό της καθημερινότητάς μας από τον οποίο δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν χωρίς να προκαλέσουν σημαντικά κενά για την επίτευξη των πιο στοιχειωδών, πιο συνηθισμένων πράξεων μας, η χρησιμοποίησή τους για έλεγχο και επιτήρηση αντιμετωπίζεται ως παράπλευρη απώλεια αλλά ελεγχόμενη.  Και νομοθετούν σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο περιορισμούς ή προϋποθέσεις χρησιμοποίησης τους, με τις ανάλογες πάντα εξαιρέσεις ή αδυναμίες εφαρμογής τους.
Είναι που πιστεύουμε ότι  οι δημοκρατίες μας εγγυώνται τις ελευθερίες μας χάρη στην ύπαρξη ενός σταθερού θεσμικού πλαισίου, ακόμα και στην ύπαρξη μιας δημοκρατικής αστυνομίας που λογοδοτεί. Στην πραγματικότητα όμως  ούτε η ασφάλεια μας ούτε οι ελευθερίες μας είναι εγγυημένες. Το παράδειγμα της δίωξης του σκηνοθέτη  Δ. Ινδαρέ με διάτρητες κατηγορίες της αστυνομίας δεν είναι το μοναδικό και ούτε βέβαια το σκάνδαλο των υποκλοπών της κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη,  με τα παρακλάδια του που αποκαλύπτονται, αποτελεί εξαίρεση, όταν θεσμικά με ένα σύνολο νόμων αναγνωρίζεται η δυνατότητα παροχής πρόσβασης από τις υπηρεσίες πληροφοριών σε δεδομένα σύνδεσης σε πραγματικό χρόνο.
Κι αν μήνες τώρα σέρνεται το σκάνδαλο των υποκλοπών, με τα ΜΜΕ στην πλειοψηφία τους να το υποβαθμίζουν και ν’ αναγκάζονται ν’ ασχοληθούν όταν το συγκρότημα Μαρινάκη για δικούς του ιδιοτελείς λόγους το διατηρεί στο προσκήνιο με νέες αποκαλύψεις που συμπληρώνουν εκείνες του δημοσιογράφου Κ. Βαξεβάνη, είναι γιατί πιθανόν θα πρέπει η κυρίαρχη εξουσία να μεθοδεύσει τη διάδοχη κατάσταση που την  ευνοεί. 
Η   πολιτική δεν είναι απλώς ένα  παιχνίδι, δεν είναι θέαμα, ακόμα κι αν χρησιμοποιούνται θεατρικές εκφράσεις, σενάρια αφήγησης, ενδιαφέρουσες εικόνες, με τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης να συμμετέχουν στη δημιουργία αυτού το θεάματος, προωθώντας συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, ενώ προσποιούνται ότι ενημερώνουν και υπηρετούν την αντικειμενικότητα, παράγοντας κενές λέξεις και άσκοπες αναλύσεις.
Και στην Ε.Ε και στη χώρα μας έχει κυριαρχήσει η πολιτική των μέσων επικοινωνίας, η πολιτική θέαμα, με τους πολιτικούς να απεκδύονται του ρόλου τους και να αποκαλύπτονται με τη συμπεριφορά τους ως διαχειριστές καταστάσεων που αποδίδονται σε εξωγενείς αόριστους παράγοντες ή σε προσωπικές επιλογές. Επομένως, η επικέντρωση αποκλειστικά  στην ανεπάρκεια ή την ψυχοσύνθεση του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη σε αναζήτηση των αιτιών για τις παρακολουθήσεις στην πραγματικότητα συσκοτίζει αν δεν αθωώνει κίνητρα και σκοπιμότητες της πολιτικής της κυρίαρχης τάξης.
Στην πολιτική διακυβεύεται μια τεράστια δύναμη από την οποία εξαρτάται το μέλλον των κοινωνιών μας, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να αναμένουμε σωτήρες ή  να είμαστε θεατές της. Εμείς είμαστε καθοριστικοί παράγοντες της, αποφασίζοντας ποιες πρέπει να είναι οι  αυριανές μάχες μας.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: