Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

«ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ»


Υπερασπιζόμενος στη συζήτηση στη Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για την «Αναβάθμιση του σχολείου», ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης επικαλέστηκε την επιστήμη για δικαιολόγηση της διδασκαλίας δεύτερης ξένης γλώσσας στο νηπιαγωγείο, εκσυγχρόνισε την έννοια του πάλαι ποτέ ήθους, που απαιτούσε η σχολική εκπαίδευση σε παλιότερες δεκαετίες, συνδέοντάς το με το μπούλινγκ  για να δικαιολογήσει την αναγραφή της διαγωγής στους τίτλους σπουδών και προσάρμοσε  επιχειρήματα για ίσες ευκαιρίες και των παιδιών από φτωχές οικογένειες για να δικαιολογήσει διεύρυνση των πρότυπων –πειραματικών σχολείων.
       Στην πραγματικότητα η επιχειρηματολογία του στηρίζεται στην κλασική αστική ιδεολογία για την εκπαίδευση που  δεν ήταν ποτέ ξεχωριστή από τα ταξικά συμφέροντα παρά την ουδέτερη και καθολική εμφάνισή της. Και δεν είναι τόσο επειδή  η ποιότητα και η ποσότητα της εκπαίδευσης μιας χώρας δίνει ένα γενικό μέτρο κοινωνικής προόδου, όσο γιατί  είναι ένα  αντιφατικό σύστημα που διέπεται από ανταγωνιστικές δυνάμεις που προκαλεί κάθε φορά τις κυβερνήσεις ν’ αφήσουν το στίγμα τους, πάει να πει τα επικρατούντα συμφέροντα, στο εκπαιδευτικό σύστημα. Στον τρόπο οργάνωσης του εκπαιδευτικού συστήματος διασταυρώνονται οι  προσπάθειες της αστικής τάξης, των εταιρειών και των κυβερνήσεών τους να οικοδομήσουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους, με τους αγώνες των εργαζομένων, και όχι μόνο στην εκπαίδευση, που υπερασπίζονται  πέρα από  τα δικαιώματά τους ως εργαζόμενων και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και των φτωχών μαθητών να έχουν πρόσβαση σε ποιοτική δημόσια εκπαίδευση
         Αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί τα τυπικά σχολεία που έχουμε υπόψη μας είναι αυτά που είναι, πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι είναι περισσότερο προϊόντα λογικής αναγκαιότητας ή επιστημονικής γνώσης. Αντιθέτως, είναι κυρίως  προϊόντα ιστορίας. Το σχολείο, όπως υπάρχει σήμερα, έχει νόημα μόνο αν το δούμε από ιστορική άποψη.
       Δεν απέχει πολύ από την αλήθεια η περηφάνια του καπιταλισμού   πως κατέστησε τον πνευματικό πλούτο της ανθρωπότητας κοινωνικά διαθέσιμο μέσω της ανάπτυξης των μέσων παραγωγής και της διανομής πνευματικού υλικού, όπως  παλιότερα μέσω του τυπογραφείου και πιο πρόσφατα μέσω του Διαδικτύου, μαζί με ένα δημόσιο σχολικό σύστημα. Βέβαια αυτή η εικόνα των πραγμάτων δεν ήταν ποτέ αληθινή για ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας, πέρα από τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες,  που ζουν σε εντελώς φτωχές συνθήκες.   
Από τον  19ο αιώνα η δημόσια σχολική εκπαίδευση σταδιακά εξελίχθηκε σε αυτό που όλοι αναγνωρίζουμε σήμερα ως συμβατική σχολική εκπαίδευση. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα  έγιναν ιδιαίτερα αποτελεσματικά στη νομιμοποίηση της τρέχουσας κοινωνικής τάξης, διότι διαδραματίζουν ρόλο όχι μόνο στην εκπαίδευση των εργαζομένων με την αυστηρή έννοια ότι τους προσδίδουν δεξιότητες για να είναι μέρος του παραγωγικού εργατικού δυναμικού, αλλά και στον εγκλιματισμό τους στις κοινωνικές σχέσεις της παραγωγής. Μ’ αυτήν τη μορφή η  δημόσια εκπαίδευση λειτουργεί και ως ένας σημαντικός μηχανισμός για τη δημιουργία κοινωνικής συναίνεσης, επειδή βασίζεται στην ιδέα ότι το σχολείο προσφέρει «ίσες ευκαιρίες» για όλους τους πολίτες, που είναι μια ισχυρή νομιμοποιητική δύναμη του καπιταλισμού, αν και από μόνη της είναι μια πλάνη. Η επίκληση επιχειρημάτων για ίσες ευκαιρίες σχετικά με τη λειτουργία  πρότυπων σχολείων δεν επιδιώκει στην πραγματικότητα άλλο από νομιμοποίηση της λειτουργίας της επιλεκτικότητας. Αποδεχόμενος ο μαθητής τη διαδικασία επιλογής και βαθμολογίας που τον ταξινομούν, εσωτερικεύει την σχολική ιεραρχία  που οδηγεί στην αποδοχή της ίδιας της κοινωνικής ιεραρχίας και  στην απόκρυψη των ταξικών σχέσεων της εξουσίας.
Η μεταχείριση στο σχολείο των μαθητών που προέρχονται από διαφορετικά περιβάλλοντα και πολιτισμούς το ίδιο είναι στην πραγματικότητα άνιση μεταχείριση, επειδή είναι ένας τρόπος διαιώνισης της υπάρχουσας ανισότητας στις ευκαιρίες σχολικής εκπαίδευσης. Το παιδί αρχίζει να μαθαίνει ότι η ισότητα δεν έχει υλική βάση και υπάρχει μόνο στη σφαίρα των ιδεών. Επομένως, το ίδιο σύστημα βαθμολόγησης για όλα τα παιδιά, το καθολικό δικαίωμα ψήφου κάθε τέσσερα χρόνια και το ελεύθερο δικαίωμα πώλησης της εργασίας, στην ουσία  αποτελούν τη βάση μιας πολύ επιφανειακής εφαρμογής της έννοιας της ισότητας, εφόσον δεν εξασφαλίζονται οι υλικές της βάσεις. 
Η δημόσια εκπαίδευση εξασφαλίζει την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού που απαιτεί όχι μόνο αναπαραγωγή στη διδασκαλία των δεξιοτήτων των εργαζομένων, αλλά και ταυτόχρονα αναπαραγωγή της υποταγής στην κυρίαρχη ιδεολογία. Οι μαθητές διδάσκονται όχι μόνο από το επίσημο πρόγραμμα σπουδών στις τάξεις τους, αλλά και από την οργάνωση ολόκληρου του σχολικού συστήματος. Αυτό είναι ένα σημαντικό μέρος της ιστορικής εξήγησης για τη δημιουργία δημόσιων σχολείων. Η αριστοκρατία, έχασε τη μάχη για την υπεροχή από την αστική τάξη τον δέκατο ένατο αιώνα. Μακροπρόθεσμα το «επαγγελματικό» αστικό ιδεώδες, βασισμένο σε εκπαιδευμένη εμπειρογνωμοσύνη και επιλογή ανάλογα με  την αξία, δηλ. τα εκπαιδευτικά προσόντα, θριάμβευσαν για το επιχειρηματικό ιδανικό.
Εκπαίδευση και οικονομία αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία, γιατί από τη μια η μορφή της οικονομίας προσδιορίζει τη μορφή και τις κατευθύνσεις της και από την άλλη η αδυναμία της οικονομίας να εξασφαλίσει εργασία στους νέους ανθρώπους σηματοδοτούν την απαρχή της εκπαιδευτικής κρίσης. Και μόνο η αύξηση των μαθητών ανά τμήμα που προβλέπει ο νέος νόμος για την εκπαίδευση είναι ενδεικτική αυτής της σύνδεσης αλλά και του είδους του ενδιαφέροντος της κυβέρνησης. Η αύξηση του αριθμού των μαθητών, για εξοικονόμηση χρημάτων,  οδηγεί στην επιδείνωση της αντιστοιχίας δασκάλου προς μαθητές, περιορίζοντας τη δυνατότητα του δασκάλου  να βοηθήσει το παιδί  στις ιδιαίτερες δυσκολίες και επιθυμίες του.
Όσο ο καπιταλισμός εξακολουθούσε να επεκτείνεται, το εργατικό κίνημα σε αυτές τις χώρες μπόρεσε να κερδίσει θραύσματα από το τραπέζι των καπιταλιστών, το οποίο ήταν γεμάτο κέρδη από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης  τόσο στις μητροπόλεις του καπιταλισμού όσο κυρίως τις χώρες του τρίτου κόσμου. Μόνο που ο καπιταλισμός φαίνεται να έχει φτάσει στα όρια του και περνώντας από κρίση σε κρίση δεν μπορεί να αντέξει τις μεταρρυθμίσεις του παρελθόντος που τώρα απειλούν τα κέρδη του. Γι’ αυτό και οι περικοπές απειλούν την δημόσια εκπαίδευση. Τις τελευταίες δεκαετίες, ο τομέας της σχολικής εκπαίδευσης έχει γίνει μια βιομηχανία όπως κάθε άλλη. Η εκπαίδευση ξεκάθαρα έχει μετατραπεί σε μια επιχείρηση πολλών εκατομμυρίων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: