Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ


Διαφημίζοντας ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Γ. Βρούτσης  τη νέα ασφαλιστική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Μητσοτάκη υποστηρίζει πως ο νέος ασφαλιστικός νόμος, που στην ουσία θωρακίζει νομικά και συμπληρώνει τον προηγούμενο του Κατρούγκαλου, «δημιουργεί ένα ελκυστικό, ανταποδοτικό ασφαλιστικό σύστημα, που καλλιεργεί την ασφαλιστική συνείδηση σε όλους», ενώ  στα θετικά του νέου νόμου περιλαμβάνεται η «γενναία μείωση των ασφαλιστικών εισφορών». Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν τολμά ακόμα ξεκάθαρα να  αμφισβητήσει τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση, ενώ στην πραγματικότητα επιμένει στο συνταξιοδοτικό σύστημα των τριών πυλώνων,  με έναν πυλώνα  την πενιχρή εθνική σύνταξη που εγγυάται το κράτος, έναν δεύτερο τα επαγγελματικά ταμεία  και έναν τρίτο τις ιδιωτικές εταιρείες ασφάλισης.  
            Κι έτσι σιγά –σιγά αντικαθίσταται η κοινωνική ασφάλιση με ένα ιδιωτικό σύστημα ατομικών λογαριασμών συνταξιοδότησης. Γίνεται ατομική ευθύνη του καθενός η ασφάλιση, προς επίρρωση μιας αφηρημένης ελευθερίας που επιτρέπει τους εργαζόμενους εντός του καπιταλισμού να αρπάζουν τις ευκαιρίες που τους παρουσιάζονται, με το όνειρο του πλουτισμού. Έχοντας  λοιπόν …την απαράμιλλη ελευθερία οι εργαζόμενοι να επενδύουν στα καπιταλιστικά προϊόντα που επιλέγουν, το τελικό επίδομα συνταξιοδότησης θα εξαρτιέται αποκλειστικά από το μέγεθος των εισφορών τους, αφού οι συντάξεις τους θα εξαρτώνται από τις συσσωρεύσεις των προηγούμενων εξοικονομήσεων, και την επιτυχία του επενδυτικού σχεδίου τους, που μπορεί να περιλαμβάνει χρηματιστήριο, ομόλογα κλπ.
        Η ανάγκη για δραστική μεταρρύθμιση του δημόσιου και υποχρεωτικού συνταξιοδοτικού συστήματος, με  το πρόσχημα της  οικονομικής μη βιωσιμότητας του εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού και τις ανισορροπίες στην κοινωνική ασφάλιση, είναι ένα ζήτημα που άρχισε να παρουσιάζει σημαντική δημοσιότητα στις αρχές της δεκαετίας του '90. Χρησιμοποιήθηκαν και στη χώρα μας τέτοιες δικαιολογίες για να γίνει αποδεκτή η μείωση των παροχών που εγγυάται το δημόσιο, δρομολογώντας από τότε  -όταν με το νόμο του  Δ. Σιούφα στην κυβέρνηση του Κων. Μητσοτάκη διαφοροποιούνται τα ασφαλιστικά δικαιώματα ανάλογα με τη χρονολογία της πρώτης ασφάλισης και  χειροτερεύουν οι όροι συνταξιοδότησης γι΄ όλους- τη μετάβαση σε ένα ιδιωτικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
               Αυτό συνεπάγεται την εγκατάλειψη ενός διανεμητικού συστήματος βασισμένου στην αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών, όπου οι ενεργοί εργαζόμενοι πληρώνουν για τις συντάξεις των πρώην εργαζομένων που συνέβαλαν στην ανάπτυξη, την εκπαίδευσή τους και τη δημιουργία της απαραίτητης υποδομής για την εργασία τους. Αντί γι’ αυτό κάθε εργαζόμενος είναι αυτοδύναμος, εξοικονομώντας ένα χρηματικό ποσό για να εξασφαλίσει επαρκή συνταξιοδοτική κάλυψη. Η πρόθεση αυτή δικαιολογείται πάντοτε από την ιδέα της μη βιωσιμότητας του δημόσιου συστήματος, που συνδυάζεται με τα υποτιθέμενα «αποδεικτικά στοιχεία», ότι η αγορά είναι μακροπρόθεσμα πιο αποδοτική από το δημόσιο σύστημα παροχής και βέβαια συνδυάζεται και με τη μείωση γενικά της κοινωνικής πρόνοιας υπέρ της ιδιωτικοποίησης της παροχής δημόσιων υπηρεσιών όπως είναι η υγειονομική περίθαλψη.
Αυτό που αποφεύγεται όμως να λέγεται είναι πως  η οικονομική δύναμη των συνταξιοδοτικών ταμείων είναι τέτοια, που όποιος έχει πρόσβαση σ’ αυτό το τεράστιο χρηματικό ποσό θα έχει πρόσβαση σε τεράστια οικονομική και πολιτική εξουσία. Αν λοιπόν με την ιδιωτικοποίηση της συνταξιοδότησης στην καπιταλιστική Δύση καταλήξουν τα συνταξιοδοτικά ταμεία χρηματιστηριακά προϊόντα να τα διαχειρίζονται μια χούφτα τράπεζες, το αποτέλεσμα δεν θα είναι βέβαια να δημιουργείται πλούτος όπως διαφημίζουν, αλλά απλώς η αναμόχλευσή του προς όφελος του κεφαλαίου.
         Όταν το αστικό προλεταριάτο γέμιζε τα εργοστάσια του δέκατου ένατου αιώνα, χιλιάδες τραυματίες, άρρωστοι και ηλικιωμένοι εργάτες είχαν ανάγκη από βοήθεια για να επιβιώσουν. Η οργάνωσή τους σε συνδικάτα με πρωτοπόρους κομμουνιστές και σοσιαλιστές τους έδωσε δύναμη να απαιτήσουν συντάξεις για εκείνους που «είναι πολύ ηλικιωμένοι για να εργαστούν και είναι πολύ νέοι για να πεθάνουν». Προσπαθώντας το κεφάλαιο να εξασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη πότε με σιδερένια γροθιά πότε με παραχωρήσεις, ανάλογα με την πίεση και τη δυναμική του εργατικού κινήματος, αναγκάστηκε να  θεσπίσει συντάξεις για το εργατικό δυναμικό και  μετά τον β παγκόσμιο πόλεμο και υπό την πίεση του  αντιστασιακού κινήματος και της αίγλης της Σοβιετικής Ένωσης, προπαγάνδιζε ως καπιταλιστική παραχώρηση το κράτος πρόνοιας.  
        Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος το κυρίαρχο σύστημα είδε την ευκαιρία να μετατρέψει την κρατική εγγύηση της  κοινωνικής ασφάλειας σε ένα παιχνίδι μετοχών με τη συνταγή της ιδιωτικοποίησής της που θα εξασφαλίσει νέα πεδία κερδοφορίας στο κεφάλαιο. Κι είναι λοιπόν αυτό το σύστημα της καπιταλιστικής απληστίας που με λογιστικές μελέτες και επιστημονικοφανή συμπεράσματα για το δημογραφικό πρόβλημα δηλώνει αδυναμία να διατεθούν οι πόροι που απαιτούνται για την επαρκή στήριξη των ηλικιωμένων, την εκπαίδευση των παιδιών, την περίθαλψη των εργαζομένων.
             Κι ενώ  η φύση της εργασίας αλλάζει καθιστώντας την οκτάωρη εργασία παρωχημένη, γιατί  η αυτοματοποίηση κάνει πραγματικότητα  τη συρρίκνωση του χρόνου εργασίας χωρίς να περιορίζεται ο πλούτος που παράγεται, η κερδοφορία του κεφαλαίου επιμένει στην απομύζηση των εργαζομένων που όταν δεν έχουν σημασία για την παραγωγή απορρίπτονται όπως και από  άλλες πτυχές της κοινωνίας.
            Για  όλους τους εργαζόμενους σε κάποια στιγμή της ζωής τους η ανεργία, η έλλειψη στέγης, η φτώχεια, η ασθένεια κλπ. πάντα υπάρχει ο κίνδυνος από απειλή να γίνουν πραγματικότητα. Γι’ αυτό όλοι χρειάζονται το δίχτυ της κοινωνικής ασφάλισης, γι’ αυτό εργαζόμενοι  και συνταξιούχοι θα πρέπει να αγωνιστούν για την κοινωνική ασφάλιση που προστατεύει από τις αναπόφευκτες κρίσεις που βιώνουμε στα καπιταλιστικά συστήματα. 
         Μπορούμε λοιπόν να απουσιάζουμε από τις αυριανές κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό;
              

Δεν υπάρχουν σχόλια: