Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΣΥΝΤΡΙΒΗΣ


Τα δημοσιεύματα για την προ ημερών επίσκεψη του Γερμανού προέδρου Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ στην Αθήνα εστίασαν στην παραδοχή του προέδρου για την ανάληψη της ηθικής ευθύνης εκ μέρους των Γερμανών για τις πράξεις του ναζιστικού παρελθόντος τους, ζητώντας  κι αυτός συγγνώμη για τις φρικαλεότητες των Γερμανών κατακτητών στην χώρα  μας, μετά την επίσκεψή του στο Χαϊδάρι.
     Δεν είναι ο πρώτος ηγέτης που ζητά συγγνώμη για  παρελθοντικές πράξεις του κράτους που εκπροσωπεί ούτε και η πρώτη φορά που Γερμανός ηγέτης απολογείται για τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Γερμανοί στο β παγκόσμιο πόλεμο. Τις τελευταίες δεκαετίες με αυξανόμενη  συχνότητα κυβερνήσεις ζητούν συγγνώμη για ιστορικές αδικίες –ακόμα και ο Μπίλ Κλιντον αναγνώρισε τα λάθη της αμερικανικής πολιτικής στην Ελλάδα στην επίσκεψή του στην Αθήνα το 1999.
       Σε γενικές γραμμές μια συγγνώμη είναι μια λεκτική πράξη που αποσκοπεί στην προώθηση της συμφιλίωσης μεταξύ των δύο μερών. Αντιπροσωπεύει μια  επίσημη προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων που προκαλούνται από το πλήγμα που δέχτηκε το μέρος που αδικήθηκε,  στοχεύοντας στο σημερινό αλλά και  μελλοντικό ακροατήριο. Με την αναγνώριση της αδικίας η πολιτική ηγεσία αυτών που διέπραξαν την αδικία αναγνωρίζει τον πόνο των θυμάτων και τα βάσανά τους.  Η αποδοχή της αδικίας μοιάζει να απαλλάσσει από την ευθύνη της αδικίας αυτούς που τη διέπραξαν, διαβεβαιώνοντας τα θύματα τους ότι η σημερινή πολιτική ηγεσία υποστηρίζει ηθικές αρχές που δεν παραβιάζονται και δεσμεύεται να υποστηρίζει ένα νόμιμο και δίκαιο κοινωνικό σύστημα.
       Συγχρόνως όμως η κυβερνητική συγγνώμη για τις ιστορικές αδικίες εμπεριέχει και την επιδοκιμασία για το σημερινό σύστημα της χώρας, γιατί η αναγνώριση ενός ιστορικού λάθους στην τελική τονίζει τη δικαιοσύνη του παρόντος πολιτικού συστήματος. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, καταδικάζοντας τις άδικες πράξεις του παρελθόντος  διαχωρίζεται το παρόν πολιτικό σύστημα από εκείνο που επέβαλλε την αδικία, επιδεικνύοντας και τη δέσμευσή του στη δικαιοσύνη και ανθρωπισμό. Από τη μια λοιπόν  η Δυτική Γερμανία με τον Αντενάουερ συνειδητοποίησε πως για να γίνει  ένα παραγωγικό και ευημερούν κράτος, πρέπει να σφυρηλατήσει στενές σχέσεις με παλιούς εχθρούς, από την άλλη η Ανατολική Γερμανία είδε τον εαυτό της να αντιπροσωπεύει μια διαφορετική Γερμανία, ένα αντιφασιστικό κράτος, εκκαθαρισμένο από τους Ναζί.
        Βέβαια, οι κυβερνητικές συγγνώμες είναι κάθε φορά  πολιτική απόφαση, ακόμα και στο κλασικό παράδειγμα της Γερμανίας που αναφέρεται συχνά ως πρότυπο. Διαδοχικές γερμανικές κυβερνήσεις ζήτησαν συγνώμη και προσέφεραν εκτεταμένες αποζημιώσεις σε εβραϊκά θύματα, αλλά προσέφεραν σχετικά λίγα ή καθόλου στους ομοφυλόφιλους, κομμουνιστές ή στους Τσιγγάνους, τους οποίους  επίσης είχαν στόχο οι Ναζί να εξαλείψουν. Οι σύμμαχοι πίεσαν τους Γερμανούς να βοηθήσουν τον εβραϊκό λαό, αλλά φαινόταν να μην ενδιαφέρονται για άλλες ομάδες. Πέρα λοιπόν από την όποια ηθική διάσταση της απολογητικής στάσης της Δ. Γερμανίας μετά τον β παγκόσμιο πόλεμο, ήταν οι ρεαλιστικοί υπολογισμοί κυρίως που καθόρισαν για το τι έπρεπε να κάνει για να γίνει πάλι σεβαστό κράτος. Εξάλλου έτσι ανταποκρινόταν στη πίεση του ΝΑΤΟ και του  ισχυρού εβραϊκού λόμπι στης ΗΠΑ.
         Κι αυτές οι πολιτικές σκοπιμότητες  που δεν απουσίαζαν από τις διάφορες εκφράσεις μετάνοιας των γερμανών εμφανίστηκαν ξεκάθαρα  όταν Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι, αν και προβάλλονταν ως  αντιπολεμικά κόμματα, συναίνεσαν στην πρώτη, από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στρατιωτική επίθεση της Γερμανίας στη Γιουγκοσλαβία, με τη  δικαιολογία πως έπρεπε να αποφευχθεί η γενοκτονία και η εθνοκάθαρση. Μέχρι τότε η Γερμανία διαβεβαίωνε πως κατευθυντήρια αρχή της εξωτερικής της πολιτικής ήταν να μη ξανασυμμετάσχει σε πόλεμο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση της παρέμβασής της η ευθύνη της για το ολοκαύτωμα χρησιμοποιήθηκε με μια ιδιαίτερη ερμηνεία,  για να την δικαιολογήσει. Να διασώσει τους πληθυσμούς της Γιουγκοσλαβίας από μια επανάληψη ενός ολοκαυτώματος από τους Σέρβους.
       Η μετάνοια και  η συντριβή για το ναζιστικό παρελθόν έχουν χρησιμοποιηθεί ως κινητήρια δύναμη  πίσω από τις πολιτικές του γερμανικού κράτους, είτε πρόκειται  για ιδιαίτερης συμβολικής σημασίας δημόσιες πράξεις όπως  η γονυκλισία του Καγκελαρίου Βίλι Μπραντ στο μνημείο του γκέτο της Βαρσοβίας είτε για συμμετοχή σε βομβαρδισμούς  στη Γιουγκοσλαβία, στην  πρώτη απροκάλυπτη στρατιωτική επίθεση της Γερμανίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Και δεν είναι βέβαια σύμπτωση πως μετά το 2000 άρχισε να καλλιεργείται μια διαφορετική διάθεση απέναντι  στους δράστες  και στα θύματα του ναζισμού. Η επικέντρωση στις συμμαχικές βομβιστικές επιθέσεις στις γερμανικές πόλεις μοιάζει μάλλον να γίνεται από πολιτική σκοπιμότητα και λιγότερο από ιστορική  αμεροληψία, ώστε  η αντίληψη πως οι γερμανοί είναι κι αυτοί θύματα να γίνεται ισχυρότερη, ενώ αναζητούνται σε δράσεις αντιστασιακές οι αιτίες των φρικαλεοτήτων που διέπραξαν. 
      Δυτικά κράτη επιλέγουν να υιοθετήσουν πολιτικές που περιλαμβάνουν συγγνώμες για τη δουλεία, εκφράσεις λύπης για την αποικιοκρατία, συντριβή για τις γενοκτονίες  σε μια προσπάθεια διόρθωσης της ιστορίας, που μοιάζει να βοηθά στην αποδοχή της σύγχρονης πολιτικής.  Γιατί η ηθική δικαίωση των θυμάτων δεν ακυρώνει τα οφέλη που αποκομίζουν οι επόμενες γενιές στον κόσμο που κληρονόμησαν απ’ αυτούς που διέπραξαν τα εγκλήματα. Μοιάζουν όλα αυτά κενές χειρονομίες, απλά τεχνάσματα, αφού σπάνια συνοδεύονται από ριζικές αποκαταστάσεις και αποζημιώσεις.
Οι κρατικές εκφράσεις συγγνώμης πάνω απ’ όλα αναφέρονται σε ιστορίες του παρελθόντος, κυρίως τι συνέβη κι ελάχιστα γιατί συνέβη. Κι ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να λειτουργήσουν αυτές οι εκφράσεις λύπης ως ένας τρόπος για τους πληθυσμούς να αμφισβητήσουν το ειδυλλιακό παρελθόν του έθνους τους. Το πρόβλημα όμως είναι πως πάλι όλες αυτές οι συγγνώμες αναπαράγουν το ίδιο πρόβλημα, δίνουν πάλι βήμα έκφρασης στην κυρίαρχη εξουσία, η οποία ερμηνεύει ιστορίες και γεγονότα έτσι που να τη δικαιώνουν για τις παροντικές της επιλογές.
Και μοιάζει μια συγγνώμη να μπορεί να γίνεται μέσον χειραγώγησης, αφού κυρίως χρησιμοποιείται για να μειώσει την απειλή για το σύστημα διαχωρίζοντάς το ρητά από εκείνο που  διέπραξε την αδικία, επειδή νόμοι, αξίες και πεποιθήσεις  θεωρούνται διαφορετικές απ’ αυτές που είναι σήμερα. Κι έτσι να διαιωνίζονται οι ίδιες πολιτικές. Γιατί  αν οι  ναζιστικές ή αποικιοκρατικές φρικαλεότητες μοιάζουν διαφορετικές από τις σημερινές στη Β. Αφρική ή στη Μ. Ανατολή είναι μόνο λόγω απόστασης και συγκάλυψης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: