Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ



 Μια ακόμη επέτειος του ιστορικού ΟΧΙ που γιορτάστηκε στέκεται αφορμή για να αντιληφθούμε πόσο σημαντικός είναι ο τρόπος που μια κοινωνία ξαναβλέπει το παρελθόν της, επειδή ακριβώς το παρόν είναι αποτέλεσμα διαδικασιών του παρελθόντος  και αφετηρία των εξελίξεων του μέλλοντος, ενώ η έκβαση  του αύριο  εξαρτάται από τη δική μας συνειδητή και υπεύθυνη δράση. Γιατί μόνο έτσι θα ανακαλύψουμε τις πολιτικές σκοπιμότητες που εξυπηρετούνται από την χρησιμοποίηση συμβόλων που εκκενώνονται από την ουσία τους, για να θεμελιώσουν την ασκούμενη πολιτική σ’ ένα ιδεολογικό φανταστικό νομιμοποιώντας την στη συνείδησή μας (π.χ. επίσκεψη του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στον Αη Στράτη) ή να  συνειδητοποιήσουμε τους μύθους που οικοδομούνται πάνω στην εθνική ενότητα και λειτουργούν ακόμα συσπειρώνοντας κοινωνικές τάξεις με διαφορετικά συμφέροντα (π.χ. σύγκριση της συγκέντρωση χιλιάδων κόσμου στη στρατιωτική παρέλαση κι αυτών σε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας) Το θέμα λοιπόν το τι συνέβηκε τότε συνεχίζει να είναι καυτό κι όχι αρχειακό. 
               Τι πραγματικά συνέβηκε στην Ελλάδα στα 1941-44; Ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας κατά των γερμανοϊταλών; Ένας αντιφασιστικός αγώνας για την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας;  Μια εμπλοκή της χώρας σ’ ένα παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο που ο αληθινός του χαρακτήρας αποκρύπτεται στις επίσημες ερμηνείες; Ο ελληνικός λαός  σύρθηκε και αυτός στο σφαγείο χωρίς η πάλη  του να οδηγήσει στην πραγματική απελευθέρωση που η απατηλή ιδεολογία τού υποσχόταν με τα εθνικά της προστάγματα; Η κατάληξη ήταν  να μην είναι, παρά τα φαινόμενα, ο φασισμός, ο πραγματικός ηττημένος του β παγκοσμίου πολέμου;
               Δεν είναι λοιπόν τυχαίος ούτε αθώος ο πολιτικός διάλογος και κυρίως αυτός που βαφτίζεται επιστημονικός για τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής,  που μοιάζει μάλλον να λειτουργεί συσκοτιστικά με τις μόνιμες επικαλύψεις και τα αναφυόμενα ψευδοπροβλήματα του. Η αναθεώρηση της ιστορίας που επιχειρείται, εν ονόματι μιας αμφισβητούμενης αντικειμενικότητας, κατά βάθος μοιάζει αν όχι να δικαιώνει, ακόμα, πάντως να δικαιολογεί την άλλη πλευρά, των ναζιστών, δοσιλόγων, εφησυχαζόντων. Κι έτσι π.χ αμφισβητείται  η όποια συμβολή των ανταρτών στην στρατιωτική νίκη των συμμάχων, ή θεωρούνται αιτία των ανήκουστων εγκλημάτων των ναζιστών οι πράξεις αντίστασης των ανταρτών που  τα προκαλούσαν ως αντίποινα κλπ.
        Κι από την άλλη αδυνατώντας να διαμορφωθούν σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους τα  πλαίσια  ανάπτυξης λαϊκών αγώνων στις μέρες μας,  είναι δύσκολο να κατανοηθεί πώς ένα κόμμα ταξικό και διεθνιστικό, το ΚΚΕ, πήρε την πρωτοβουλία για έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο κερδίζοντας την εμπιστοσύνη όχι μόνο της εργατικής τάξης αλλά και της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού εκείνα τα χρόνια.
            Ο β’ παγκόσμιος πόλεμος είναι σίγουρα ιμπεριαλιστικός για την Αγγλία και Γαλλία και τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, των οποίων η άρχουσα τάξη πολεμούσε για να υπερασπιστεί την πολιτική της κυριαρχία και τα ιμπεριαλιστικά-αποικιοκρατικά συμφέροντα και όχι από αντίθεση στα φασιστικά καθεστώτα. Άλλωστε  η Αγγλία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ ενίσχυσαν τη Γερμανία του Χίτλερ να αναπτυχθεί και αδιαφορούσαν με προσχήματα στις επανειλημμένες προτάσεις της ΕΣΣΔ για σύναψη αντιχιτλερικού αμυντικού συμφώνου. Μόνο που ακολουθώντας  μια αφηρημένη απλουστευτική λογική δεν μπορεί να ταυτίζονται χώρες με κάποια πλαίσια δημοκρατικών δικαιωμάτων  κι ελευθεριών με το ναζιστικό και φασιστικό καθεστώς. Ο φασισμός δεν είναι απλώς μια άλλη μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας, είναι  αλλαγή στη μορφή ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Με το φασισμό στην εξουσία δε μένει ούτε ίχνος από τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που έχουν κατακτήσει ιστορικά η εργατική τάξη και οι λαοί απογυμνώνονται από κάθε ανθρώπινο δικαίωμα. Γι’ αυτό και η αναζήτηση αντιχιτλερικών συμμάχων ανεξάρτητα από την ταξική τους τοποθέτηση στις δοσμένες συνθήκες ήταν αναγκαία για τα κομμουνιστικά κόμματα, γνωρίζοντας βέβαια τα όρια αυτών των συμμαχιών.  Ο αγώνας για τις δημοκρατικές ελευθερίες και την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας από την απειλή του φασισμού, στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, συγκεντρώνει και συσπειρώνει  κοινωνικές  και πολιτικές δυνάμεις εναντίον του φασισμού, με προοπτική όμως  ένα μεταβατικό λαϊκό Μέτωπο, που θα επιδιώξει όχι φυσικά την αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας, αλλά μια μεταβατική λαϊκή εξουσία, με την εργατική τάξη ηγετική δύναμη. Κι επειδή στα χρόνια της κατοχής η εθνική ενότητα του ΕΑΜ ήταν ενότητα επιβολής του συνασπισμού εργατών και αγροτών πάνω στην ελληνική κοινωνία και την αστική τάξη, τα εθνικά και ταξικά στοιχεία στην πολιτική του ΚΚΕ  δε βρίσκονταν σε δυσαρμονία. Η προσπάθεια όμως του ΚΚΕ να διαμορφώσει τους καλύτερους δυνατούς όρους, ώστε μετά την απελευθέρωση να κυβερνήσει στα πλαίσια ενός προωθημένου αστικού καθεστώτος και να εφαρμόσει τη Λαοκρατία ή Λαϊκή δημοκρατία ή έστω να είναι ισχυρή πολιτική δύναμη και να επηρεάζει σημαντικά τις εξελίξεις, βρίσκει σθεναρά αντίθετη όχι απλώς την ελληνική αστική τάξη που τόχε βάλει στα πόδια τα δύσκολα χρόνια αλλά  την βρετανική διπλωματία με την οποία συμπράττει. Είναι που  Αγγλία και οι ΗΠΑ, ιμπεριαλιστικές χώρες αλλά με αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, που πολεμούσαν τον Άξονα, επειδή μετά την απελευθέρωση επεδίωκαν φυσικά  να συνεχίσει να υπάρχει και να λειτουργεί το σύστημα του καπιταλισμού και στην Ελλάδα, η ταξική σύσταση του ΕΑΜ τους φόβιζε, γιατί το έβλεπαν σαν απειλή για το αστικό καθεστώς σε περίπτωση που επικρατούσε το ΕΑΜ πολιτικά μετά την απελευθέρωση.
 Και γενικά,  επειδή η  νίκη επί του φασισμού είναι νίκη των λαών που απέβλεπαν με τον αγώνα τους σε κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές, σε συνδυασμό με την αύξηση της δύναμης και του γοήτρου της ΕΣΣΔ, η κυρίαρχη τάξη σφόδρα ανησύχησε  και προσπάθησε μεταπολεμικά να ενισχύσει τις πιο συντηρητικές κι αυταρχικές τάσεις καταπνίγοντας το λαϊκό  κίνημα
         Κι αν τώρα η εξαθλίωση μας δεν έχει όρια είναι γιατί δίνουμε την εντύπωση μιας θεληματικής υποταγής στις αποφάσεις της άρχουσας τάξης και γι’  αυτό ακριβώς δεν φοβούνται να ενισχύονται οι πιο αντιδραστικές δυνάμεις του φασισμού. Γι’ αυτό κι εκείνη η περίοδος του αντιφασιστικού αγώνα  πρέπει να γίνεται σημείο αναφοράς κάθε φορά που οι περιστάσεις μας παρακινούν να συγκεντρωθούμε και να καθορίσουμε τον προσανατολισμό μας και την πορεία που θ’ ακολουθήσουμε, γιατί τότε ο λαός –εργάτες κι αγρότες κυρίως- δεν δίστασε και δεν φοβήθηκε   να αγωνιστεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: