Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ



«Αποκαταστάθηκαν εκατέρωθεν παρεξηγήσεις» ανακοινώνει το γραφείο του πρωθυπουργού  Α. Τσίπρα μετά τη συνάντησή του με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, με αφορμή τη σύγκρουση κυβέρνησης-εκκλησίας  που προκάλεσαν ανακοινώσεις του υπουργού Παιδείας Ν. Φίλη για νέα  αναλυτικά προγράμματα στα Θρησκευτικά.
 Κι αφού έκαναν επίδειξη δύναμης εκκλησία και κυβέρνηση ανεβάζοντας τους τόνους σε έναν διαγωνισμό ρητορικής πειθούς – υπενθύμισε τις ευθύνες της εκκλησίας την περίοδο κατοχής και χούντας ο υπουργός Παιδείας Ν. Φίλης,  αντέκρουσε τις επικρίσεις ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος με επιχειρήματα εν είδει ερωτημάτων που αποδεικνύουν πως η εκκλησία ήταν «συνεπής και αδιάβλητος για την αποστολή της», η αντιπαράθεση έληξε με τον Ιερώνυμο μετά τη συνάντηση με τον πρωθυπουργό να δηλώνει πως «ήρθησαν οι παρεξηγήσεις» και τον Ν. Φίλη να τονίζει πως η κυβέρνηση δεν έχει δογματική αντίληψη κι επιθυμεί το διάλογο με την εκκλησία.  
             Τέτοιου είδους  «κοκορομαχίες» που δεν καταλήγουν πουθενά ανά τακτά χρονικά διαστήματα επαναλαμβάνονται στην πολιτική ζωή της χώρας, που σηματοδοτούν τις προσπάθειες να εισβάλλουν στην καθημερινή μας ζωή, που εξαθλιώνεται συνεχώς, ζητήματα που αν και φαίνονται να αμφισβητούν την ισχύουσα  καπιταλιστική τάξη δεν κάνουν άλλο από το να την υποστηρίζουν. Η αντιπαράθεση που προκλήθηκε από την κυβέρνηση με την εκκλησία μοιάζει να είναι κακή μίμηση της σύγκρουσης μ’ αυτήν προ τριακονταετίας του υπουργού  της «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης του Α. Παπανδρέου Α. Τρίτση  για την εκκλησιαστική περιουσία που δεν κατέληξε πουθενά.  Τώρα το αντικείμενο της αντιπαράθεσης γίνεται το αναλυτικό πρόγραμμα των Θρησκευτικών με την κυβέρνηση να υποχωρεί …συντεταγμένα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Και μένει κυρίαρχος ο λόγος του Ιερώνυμου που  επικρίνει τον «καταρρεύσαντα υπαρκτό σοσιαλισμό» για  «διωγμό της θρησκευτικής πίστης» αλλά  και τα κόμματα  του νεοφιλελεύθερου χώρου, αναδεικνύοντας έτσι την εκκλησία μόνη σταθερά δύναμη «μάνα του λαού μας με ό,τι αυτό σημαίνει».
               Κι επειδή η κοινωνική μας ύπαρξη εμφανίζεται ως μια διαδοχή προβλημάτων που αναφέρονται σε διαφορετικά ζητήματα, τα οποία αποσυνδεδεμένα μεταξύ τους δύσκολα κατανοούμε, το να μπορούμε να τα αντιμετωπίζουμε ιστορικά, να ανακαλύπτουμε  τις ιστορικές ρίζες και συγκρούσεις που έδωσαν στους θεσμούς τη σημερινή μορφή και  λειτουργία τους, θα μας βοηθήσει να  αντιληφθούμε τη σύνδεσή τους και να κατανοήσουμε τη λειτουργία του συστήματος συνολικά. Γι’ αυτό  κι αυτές οι απομιμήσεις συγκρούσεων στο παρόν πρέπει να τις δούμε ως προς τις ιστορικές τους διαστάσεις.
               Αν στη Δύση του Μεσαίωνα η Εκκλησία υπήρξε το κατεξοχήν ηγεμονικό κέντρο, από την αναγέννηση και μετά  διαμορφώνεται το νέο ηγεμονικό κέντρο, το εθνικό και αστικό κράτος, σε πλήρη αντίθεση  με την Εκκλησία, το οποίο επιβάλλει και τους δικούς του όρους, οι οποίοι, πέρα από την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής, στο εποικοδόμημα συνοψίζονται στην εκκοσμίκευση και επικράτηση του Λόγου.
               Την ίδια εποχή στην περιοχή μας η Εκκλησία παραμένει  η κατευθυντήρια δύναμη των χριστιανικών πληθυσμών μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο ρόλος λοιπόν της Ορθόδοξης Εκκλησίας ήταν πολύ σημαντικός στο σχηματισμό και διαμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας των λαών αυτών και για μακρό χρονικό διάστημα πρωταρχικός και με μακροχρόνια επίδραση. Κι αν η ορθόδοξη εκκλησία του μεσαίωνα στην Ανατολή έμεινε πάντα υπό την κηδεμονία του βυζαντινού αυτοκράτορα, η αναγνώριση από το Οθωμανικό κράτος  του Πατριάρχη της Κων/πόλεως  ως αρχηγού και εκπροσώπου όλων των ορθοδόξων συνέβαλε στην αύξηση του κύρους του και στην παγίωσή του ως ηγετική δύναμη που αναγνωρίζεται μάλιστα σαν τέτοια από το σύνολο των μηχανισμών που μεσολαβούν μεταξύ των υποδούλων λαών  και της διοίκησης των οθωμανών. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η  ορθοδοξία παραμένει τίποτε άλλο παρά μια εκκλησία ανεκτή από τον κατακτητή που λογοδοτεί όμως σ’  αυτόν. Κι αν στο κοινωνικό πεδίο οι ανώτεροι κληρικοί ταυτίζονται με τις κυρίαρχες τάξεις της κοινωνίας και του κράτους, ο κατώτερος κλήρος δεν συγκροτείται σε χωριστή κοινωνική τάξη και ταυτίζεται με το λαό του οποίου μιλά τη γλώσσα.  Και η ορθοδοξία συγχέεται περισσότερο από ποτέ με την εθνική ιδέα που την απειλούν  από τη μια  το Ισλάμ  κι από την άλλη η καθολική προπαγάνδα.
  Κι ίσως είναι αυτή μια εξήγηση γιατί η ορθοδοξία έγινε θρήσκευμα περισσότερο λαϊκό και συνδέθηκε τόσο στενά με την εθνική ζωή  αυτών των λαών. Γι’ αυτό και η επιρροή  της ορθοδοξίας στη διαμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας των χριστιανικών λαών της οθωμανικής αυτοκρατορίας υπήρξε βαθιά  και καθοριστική, με δύναμη κάποτε προωθητική και τις περισσότερες φορές συντηρητική κι οπισθοδρομική.
  Στην επανάσταση που το εθνικό κίνημα επηρεασμένο από τη γαλλική επανάσταση παίρνει κι έναν χαρακτήρα φιλελεύθερο, με τις πολιτικές και κοινωνικές ιδέες της αποκτά ένα κοινωνικό περιεχόμενο αντίθετο απ’ αυτό που θα ήθελαν ο ανώτερος κλήρος, η πλειοψηφία Φαναριωτών και κοτζαμπάσηδων να του δώσουν, και γι’ αυτό προκαλεί όχι απλώς τη δυσπιστία τους αλλά και την εχθρότητά τους.
  Στο νεοϊδρυθέν κράτος η εκκλησία δεν χάνει το ηγεμονικό της ρόλο ταυτιζόμενη πάντα με την άρχουσα τάξη,  με μια αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα μέσα στον καπιταλισμό ενεργεί σαν καπιταλιστής. Στη νεώτερη ιστορία, στην Κατοχή και τη χούντα, εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις, η εκκλησία δεν διαχώρισε τη θέση της από την κυρίαρχη εξουσία, όντας μέρος της, χειραγωγώντας μεγάλο μέρος του πληθυσμού, συμμετέχοντας στη λήψη κατασταλτικών μέτρων και μη δείχνοντας καμιά ανοχή σε ιδέες που μιλούν για μετασχηματισμό της κοινωνίας –βεβαίως τις κομμουνιστικές.
  Ταυτιζόμενη λοιπόν με ό,τι πιο αντιδραστικό η εκκλησία, μετά την πτώση της χούντας το επίδοξο εκσυγχρονισμένο καπιταλιστικό μας κράτος θέλοντας να επιδείξει την προοδευτικότητά του και τον εξευρωπαϊσμό του εξαγγέλλει την αποδέσμευσή του απ’ αυτήν που ουδέποτε συντελείται. Είναι που στη χώρα μας με διαφορετική ιστορική πορεία η άρχουσα τάξη είχε ανάγκη την εκκλησία για την επιβολή της, ενώ μεγάλο μέρος των λαϊκών τάξεων  έχοντας τη συνδέσει και  με την εθνική ταυτότητα  δεν απομακρύνονται απ’ αυτήν.  Γι’ αυτό  ακόμα και τώρα η εκκλησία είναι αποτελεσματική στο έργο της,  να βοηθά οι  ιδέες της κυρίαρχης τάξης  να γίνονται κυρίαρχες σ’ όλη την υπόλοιπη κοινωνία. Για μια κυβέρνηση λοιπόν όπως του ΣΥΡΙΖΑ που επιδιώκει τη συναίνεση στις στρατηγικές επιλογές του καπιταλισμού δεν είναι καθόλου επιδιωκόμενο να χάσει έναν τέτοιο αποτελεσματικό σύμμαχο όπως η εκκλησία, όταν μάλιστα σε εποχές κρίσης, με το κομμουνιστικό όραμα κατασυκοφαντημένο, καταφεύγουν πολλοί άνθρωποι στη θρησκεία και τον εθνικισμό.  Για να παίξουν, εκκλησία κι εθνικισμός το ρόλο τροχοπέδης στην ανάπτυξη της απελευθερωτικής πάλης της εργατικής τάξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: