Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

ΣΤΑΣΕΙΣ ΖΩΗΣ

        Στη στήλη του Δ. Ψυχογιού στο Κυριακάτικο ΒΗΜΑ, που υπογράφει ως Διόδωρος Κυψελιώτης, γίνεται προσπάθεια να αποσυνδεθεί η αύξηση των αυτοκτονιών από τις επιδεινούμενες οικονομικοκοινωνικές συνθήκες με λογικούς συλλογισμούς, που καταλήγουν σοφίσματα, (Εχεις διαβάσει ήδη, έχεις ακούσει στην τηλεόραση ακόμη και από πολιτικούς αρχηγούς ότι αυτοκτονούν εκατοντάδες απελπισμένοι συμπολίτες μας. «Απελπισμένος είμαι και εγώ» σκέφτεσαι· και ευγνωμονείς τους αγγελιαφόρους που σου έφεραν την καλή είδηση, είπαν «είναι καθημερινό φαινόμενο αυτό» - «άρα μπορώ να το κάνω και εγώ» συμπεραίνεις) αποδίδοντας τις  αυτοκτονίες μόνο σε προσωπικά αδιέξοδα και καταλογίζοντας ευθύνες  στη «γαλαρία της πολιτικής» για την ταύτιση της υπαρξιακής αγωνίας με το μνημόνιο.     Παραξενεύεται μάλιστα κανείς με τη σπουδή του συγγραφέα να θεωρεί υπεύθυνη τη … διαφήμισή τους από αντιπάλους του μνημονίου για την αύξηση τους. Προς επίρρωση της ορθότητας της διαπίστωσής του, για την επίδραση της διαφήμισής τους στην αύξηση των αυτοκτονιών, θυμάται τον Ηγησία που οι διαλέξεις του στην Αλεξάνδρεια στα χρόνια του Πτολεμαίου Β είχαν για συνέπεια  πολλές αυτοκτονίες ανάμεσα στους ακροατές του. Κι ενώ φαίνεται αρκετά αυθαίρετη η αναλογία αποκαλύπτει όμως το πολιτικό υπόβαθρο αυτού το συλλογισμού.
           Ο Ηγησίας ζει σε μια εποχή που το πλαίσιο της ελληνικής πόλης εξαφανίζεται μπροστά σε βασίλεια των οποίων  οι αποφάσεις τους δεν υπόκεινται σε κριτική ή συζητήσεις των υπηκόων τους και η πολιτική παύει να εξαρτάται από τους ίδιους. Το άτομο δεν νιώθει πια την ασφάλεια που πρόσφερε η πόλη και καταφεύγει στο ιδιωτικό, ενώ του λείπει το αίσθημα του κοινωνικού χρέους. Η ελευθερία του ελεύθερου ανθρώπου, που στον καιρό της ακμής της ελληνικής πόλης εν πολλοίς ταυτιζόταν  με την άσκηση  των πολιτικών δικαιωμάτων, μετατρέπεται σε εσωτερική ελευθερία. Είναι τότε που διαμορφώνεται μια ηθική, η οποία καταγίνεται στο να προσφέρει στον καθένα την εσωτερική σωτηρία και οι φιλοσοφίες παρηγορούν ή καθησυχάζουν τον άνθρωπο, γιατί αυτό που προείχε ήταν να δώσουν μια άμεση απάντηση στα προβλήματα προσαρμογής που έθεταν στο άτομο οι  ραγδαίες κοινωνικές μετατροπές.
         Μια αντίστοιχη ηθική, που δεν είναι παρά αντανάκλαση ως ένα βαθμό των οικονομικών σχέσεων,  βρίσκουμε  στο  δικό μας πολιτικοκοινωνικό σύστημα. Σαν να μην έχουμε μάλιστα ακούσει ποτέ για ταξικά συμφέροντα και ταξική οργάνωση της κοινωνίας, η αφετηρία ερμηνείας των πράξεών μας   μοιάζει να είναι μάλλον μια πολιτική συνιστώσα του φροϋδισμού, εξατομικεύοντάς τες και αποπολιτικοποιώντας τες. Το πρόβλημα δηλ.  είναι ότι τώρα, αιώνες από τα χρόνια του Ηγησία, μετά από αγώνες και επαναστάσεις, προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε στάσεις ζωής αποκομμένες από το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιό τους, θεωρώντας το αποτέλεσμα ως αιτία.
       Το θεωρητικό οπλοστάσιο του κυρίαρχου λόγου στην κοινωνία μας περιλαμβάνει και την αρχή του ατομικού ανταγωνισμού, που είναι συνέπεια του  οικονομικού τρόπου οργάνωσής της.  Έτσι,  βλέπουμε μια στάση που τονίζει και εκτιμά την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητα του ατόμου, σε σημείο που αυτό να νομίζει ότι αποκόπτεται τελείως από το κοινωνικό σύνολο. Ο καθένας είναι πραγματικός ή πιθανός  ανταγωνιστής του κάθε άλλου και  αυτό  είναι ένας  από τους ουσιαστικότερους παράγοντες στις κοινωνικές σχέσεις. Ο καλύτερος θα ανταμειφθεί. Η  επιτυχία γίνεται κριτήριο ζωής, γιατί δεν είναι μόνο  οι άλλοι που μας εκτιμούν ανάλογα με το βαθμό της επιτυχίας μας, η αυτοεκτίμησή μας ακολουθεί το ίδιο μέτρο, εφόσον σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη χρωστάμε την επιτυχία μας στη προσωπική μας αξία. Κατά συνέπεια, ο φόβος της αποτυχίας  σε μια ανταγωνιστική κοινωνία συνεπάγεται ματαίωση  αναγκών, και δεν σημαίνει μόνο οικονομική ανασφάλεια αλλά και απώλεια γοήτρου και κάθε είδους απογοητεύσεις. Η ζωή  μας καθορίζεται  από τη συμμετοχή μας στο σύστημα των καταναλωτικών αγαθών, με όλα τα χαρακτηριστικά και αξίες που περικλείει.  Κι όσο ο καπιταλισμός μοίραζε και λίγα ψίχουλα σε όλους μας ενστερνιζόμαστε αυτή τη στάση ζωής χωρίς πολλές αμφισβητήσεις  η πλειοψηφία.
         Η αστική λοιπόν  κοσμοαντίληψη  και ιδεολογία ηγεμονεύει  με τον πιο έντονο, συστηματικό και ουσιαστικό  τρόπο σε όλα  τα κοινωνικά επίπεδα συνολικά. Τώρα όμως, στον καιρό της ανέχειας, που η ανεργία και η φτώχεια βιώνονται σαν αποτυχία και μάλιστα ατομική, εφόσον το ίδιο το πολιτικοοικονομικό σύστημα μας υπέβαλλε την ιδέα πως είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι και μπορούμε ατομικά να αποφασίζουμε  για τη ζωή μας, η αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων  ως ατομικών και προσωπικών, συνδεδεμένων με την ιδιωτική ζωή και μόνο, μας οδηγεί σε αδιέξοδο, απόγνωση, απελπισία.
      Αυτή όμως η αντίληψη δεν μπορεί κανένα να κάνει όχι επαναστάτη αλλά ούτε οπαδό μιας  κοινωνικής αλλαγής, εφόσον δεν μπορεί να κατανοήσει  την κοινωνική πραγματικότητα, για να αντιδράσει  με σκοπό να την μεταβάλλει. Και καταλήγει να την ανέχεται παθητικά, υιοθετώντας στάσεις ζωής που μας προσφέρονται σαν πολιτιστικά στερεότυπα, πέρα από ιστορικές περιστάσεις από το παρελθόν, για να μπορέσει να προσαρμοστεί σ’  αυτή (απάθεια, αταραξία κλπ)
          Και βέβαια   δεν είναι σύμπτωση που σε τέτοιες στιγμές όξυνσης  ταξικών προβλημάτων η αναφορά,  εμμέσως, σε ένα ιστορικό παρελθόν προσαρμογής και ατομοκεντρισμού έρχεται να δώσει  το ιδεολογικό πρότυπο αντιμετώπισης των σημερινών καταστάσεων, που η κυρίαρχη τάξη θα επιθυμούσε.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

ΠΡΟΚΡΟΥΣΤΕΙΑ ΚΛΙΝΗ

        Η ολιγόλογη αναφορά του Ριζοσπάστη στο θάνατο του Χρόνη Μίσσιου πυροδότησε αντιδράσεις και κατηγορίες  από όψιμους και παλιούς αριστερούς για την εμπάθεια του ΚΚΕ, ενώ ο ίδιος ο θάνατός του στάθηκε αφορμή σε όλους,  από την αριστερά έως τη δεξιά να μη φεισθούν επαίνων και επιδοκιμασιών για τους αγώνες που έγιναν,  πάντα στο όνομα  κάποιας αόριστης νεφελώδους ιδεολογίας, εκείνα τα σκληρά χρόνια.
         Η αρνητική κριτική στο ΚΚΕ για το μονόστηλο στο Ριζοσπάστη και οι αγωνιστικές κορώνες, που αναφέρονται όμως σε άλλες εποχές, είναι η αρνητική και η  θετική έκφραση της ίδιας αντίληψης, η οποία  στοχεύει από τη μια στη συναίνεση και παραδοχή του τωρινού καθεστώτος, η οποία  στηρίζεται στην εμπιστοσύνη που πρέπει να απολαμβάνει η κυρίαρχη τάξη εξαιτίας της θέσης της  και της λειτουργίας της στον κόσμο της παραγωγής, κι από την άλλη στην επιβολή του  γοήτρου της, το οποίο το αντλεί από το σφετερισμό των αγώνων  άλλων, που βέβαια έγιναν σε άλλες συγκυρίες.
             Στην επίσημη εκδοχή που καθιερώθηκε μετά τη μεταπολίτευση μιλάμε για εθνική αντίσταση και  εμφύλιο και αποσιωπάται η ταξική βάση αυτής της σύγκρουσης και ο επαναστατικός της χαρακτήρας που ήθελε να καταλύσει το ίδιο το καθεστώς. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι όλοι όσοι συμμετείχαν ήθελαν την κατάλυσή του. Κάποιοι  στόχευαν μόνο στη μεταρρύθμισή του, αλλά από τη μια  η ανικανότητα και η απροθυμία των αστών για μαζική αντίσταση στο γερμανό κατακτητή και από την άλλη η  αγριότητα  στους αγωνιστές από την μεριά του κυρίαρχου κράτους, μετά την απελευθέρωση, οδήγησε πολλούς  στο ΚΚΕ, χωρίς όμως να ονειρεύονται κατ’  ανάγκη όλοι τον κομμουνιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Γι’ αυτό και πολλοί αγωνιστές, που στρατεύθηκαν στα σκληρά χρόνια  της δεκαετίας του ’40 με το ΚΚΕ, τράβηξαν αργότερα διαφορετικούς δρόμους μέσα από διαφωνίες, έντονες συγκρούσεις κλπ. Ιδιαίτερα μετά την κατοχή, όπου επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας και δεν υπάρχει ούτε θεσμικό ούτε νομικό ούτε άλλου είδους καταφύγιο για την αριστερά και τους αριστερούς, μόνο το ΚΚΕ στη σκέψη πολλών ήταν βασική πολιτική δύναμη και μια πραγματική  πρόταση εναλλακτικής πορείας.
                 Από τη δεκαετία του ‘60, με παράνομο το ΚΚΕ,  η κριτική για το  καθεστώς από την αριστερά  δεν γίνεται πια γι’  αυτό που  είναι πραγματικά,  δηλ. καπιταλιστικό,   αλλά  για  την καθυστερημένη κι αναχρονιστική του μορφή. Μεγάλο μέρος του χώρου που χαρακτηρίζεται αριστερά και δεν περιλαμβάνει μόνο κομμουνιστές, κι ας τους ενοποιεί όλους σαν συνοδοιπόρους ο κυρίαρχος λόγος, γίνεται φορέας των αστικοδημοκρατικών  αιτημάτων και η γενίκευση της επίθεσης ενάντια στο καθυστερημένο ελληνικό κράτος εξαπλώνεται σιγά σιγά  σε όλο  το  ονομαζόμενο προοδευτικό στρατόπεδο, που αγκαλιάζει όλο και μεγαλύτερα στρώματα και της ελληνικής αστικής τάξης, τα οποία σκοπεύουν στην ανάπτυξη και τον εκδημοκρατισμό που όμως αρνιόταν  να πραγματώσει ένα τμήμα  της άρχουσας τάξης και το κράτος.
              Μετά τη δικτατορία όλα αυτά τα αιτήματα δεν ήταν πια τέτοια που να οδηγήσουν  σε πτώση ή βαθειά κρίση το καθεστώς,  αλλά σε καπιταλιστική ολοκλήρωση και η αστική τάξη ήταν έτοιμη να τα δεχτεί. Κι έτσι  τα περισσότερα αιτήματα  με τα οποία ο αριστερός μεταρρυθμιστής πολέμαγε το καθεστώς,  με τη μεταπολίτευση  βρέθηκαν ενσωματωμένα και αποδεκτά από το σύστημα. Πολλοί από τους παλιούς αγωνιστές θεώρησαν ότι έστω και εν μέρει οι αγώνες τους δικαιώθηκαν και πολλοί άλλοι πείστηκαν ότι πια οι μεταρρυθμίσεις του συστήματος μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και σε  μετασχηματισμό της κοινωνίας, ενώ ακόμη περισσότεροι ενσωματώθηκαν ασμένως στο σύστημα. Μη ξεχνάμε πώς λειτούργησαν η αναγνώριση της εθνικής αντίστασης, η συμφιλίωση των αντιπάλων του εμφυλίου, Βαφειάδη και Τσακαλώτου, το κάψιμο των φακέλων κλπ. Μέσα σ’ εκείνη την διεθνή συγκυρία και στην Ελλάδα η ονομαζόμενη σοσιαλιστική πολιτική, αφήνοντας άθικτη την οικονομική δομή, προσπάθησε μια μερική αναδιανομή του εισοδήματος και γενικότερα την εφαρμογή  κοινωνικής πρόνοιας μέσω του κράτους. Θριάμβευαν οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις που διέγραψαν  το πρόβλημα της  ταξικής σκοπιάς με την οποία πολιτεύονταν. Οι κομμουνιστές δεν έπαιζαν και σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, λόγω της εμπιστοσύνης των μαζών στο σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο πολιτικής, αλλά και της αρνητικής εικόνας που είχε  πια το σοβιετικό μοντέλο, μετά την κατάρρευσή του, η  αίγλη τους όμως και οι αγώνες τους χρησιμοποιήθηκαν από όλα τα  υπόλοιπα κόμματα … κατά το δοκούν.  Εξάλλου,  η κυρίαρχη ερμηνεία για τα γεγονότα εκείνης της ματωμένης δεκαετίας κλήθηκε να αποδείξει θεωρήματα που εξυπηρετούσαν τη σύγχρονη κυρίαρχη ιδεολογία κι έτσι να νομιμοποιήσει μεταγενέστερες θέσεις και αποφάσεις. Φτάσαμε να θεωρούμε ότι οι ισχυροί μετά την απελευθέρωση ήταν οι κομμουνιστές και ήταν στο χέρι τους να επιβάλουν την επιλογή τους, σαν το αντίπαλο στρατόπεδο να ήταν αδύναμο  και να μην είχε τη βοήθεια μιας αυτοκρατορίας. Αν δεν επέλεξαν λοιπόν σωστά οι αριστεροί αυτό δεν είχε να κάνει με πολύπλοκες διεργασίες, συσχετισμούς κλπ. αλλά  με την ποιότητα της ηγεσίας του κινήματος.
         Και στην εδραίωση αυτής της πεποίθησης πολλοί παλιοί αγωνιστές συμβάλλαν. Ο Μίσσιος συνεισέφερε σ’  αυτό   με το βιβλίο του «… καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς». Κι αυτή η μαρτυρία του που καταθέτει μέσα από το βιβλίο του είναι το σημείο ρήξης με τους κομμουνιστές. Μιλά στο βιβλίο για το κόμμα, τα λάθη του, τα ξεστρατίσματά του, την ιδεολογία. Μέσα από την πίκρα της μετέπειτα ήττας, αλλά και της μερικής δικαίωσης που πολλοί παλιοί αγωνιστές ένιωσαν ότι έγινε με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, αναζήτησε την αιτία της ήττας. Και ήταν εύλογο γι΄ αυτόν και για  χιλιάδες ανθρώπους που για χρόνια η κατατρεγμένη ζωή τους περνά   στο περιθώριο μιας κοινωνίας να τους κατακλύζει η πίκρα για την ήττα.   Κι έτσι δημιουργείται ο μύθος για το όραμα που έγινε πολιτική σκοπιμότητα, για καθοδηγητές «κομμένες κεφαλές», που εξαιτίας τους ήρθε η ήττα. Και βέβαια πολλοί  θα ήταν τέτοιοι, και βέβαια μέσα σ έναν αγώνα διασταυρώνονται πολλές σκοπιμότητες, πολύ περισσότερο όταν αυτός ο αγώνας γίνεται μέχρις εσχάτων και  δεν γίνεται βέβαια με τριαντάφυλλα ούτε είναι γιορτή. Η αιτία της ήττας όμως είναι ένα ζήτημα πολυσύνθετο για να αποδοθεί σε πέντε καθοδηγητές που φάνηκαν «ανθρωπάκια»  ή  σε μια ηγεσία,  που σε αντίθεση με την κατοχή, τώρα ξαφνικά αποδείχτηκε κατώτερη των περιστάσεων και να  ξεχνάμε τον αντίπαλο, τον σκληρό, αδυσώπητο κι ανυποχώρητο. Κάποιοι αγωνιστές αντέχουν να κρατηθούν, κάποια άλλοι σπάνε, άλλοι προδίδουν τότε, άλλοι ενσωματώνονται αργότερα,  όλοι όμως  αυτοί αποτέλεσαν εκείνο το μεγάλο κίνημα που τόλμησε να φτάσει τον αγώνα του  μέχρι το τέλος κι ήταν το κομμουνιστικό κόμμα με το όραμά του που το ενέπνευσε.
           Κι αν τώρα όλοι οι περί τους κυβερνώντες αγάπησαν τόσο αυτόν τον παλιό αγωνιστή είναι ίσως γιατί απ’  όλη του τη ζωή, που, στρατευμένος σε ένα όραμα, πέρασε στις εξορίες και στις φυλακές, κράτησαν αυτή τη ματαιότητα για την πραγματοποίηση του οράματος που ένιωσε ο ίδιος και βολεύει κι  αυτούς, για να δικαιολογήσουν δικές τους αποφάσεις και ενέργειες και να εξουδετερώσουν την οργάνωση άλλων εναντίον τους. Γίνεται δηλ.  προσπάθεια για αλλοίωση της  ιστορίας του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος  και η περιγραφή  του σαν μια ατέλειωτη διαδοχή σκοπιμοτήτων, παραλείψεων ακόμα κι εγκλημάτων,  φαίνεται να μη έχει άλλο στόχο  από την εγκατάλειψη της ίδιας της κομμουνιστικής συνείδησης.  Όμως το κομμουνιστικό κόμμα οργάνωσε εκείνο τον αγώνα, ενέπνευσε εκείνα τα οράματα και όσοι συμμετείχαν πρόσφεραν ό, τι είχαν ή μπορούσαν και τις μικροπρέπειές τους και τη μεγαλοσύνη τους. Ηταν ένας αγώνας γεμάτος αντιφάσεις και συγκρούσεις που άλλες ξεπεράστηκαν, άλλες όχι κι άλλες φτάνουν ως τις μέρες μας.
       Η  διάκριση ανάμεσα σε έναν λαό της αριστεράς και το ηγετικό κόμμα, όπου από δω στέκει η μικρόνοια, η πολιτική τύφλωση και σκοπιμότητα κι από κεί η επαναστατικότητα, η αυταπάρνηση και ο ιδεαλισμός χρεώνει στο κομμουνιστικό κόμμα κάθε αποτυχία του παρελθόντος  και του μέλλοντος, έτσι ώστε ποτέ ξανά να μη τολμήσει να διανοηθεί  κανείς ότι μπορεί να οργανωθεί, να παλέψει και να νικήσει, γιατί πάντα στο τέλος  ο αγώνας υπονομεύεται και παραμονεύει η συντριπτική ήττα.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

ΣΕ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΗΣ … ΣΩΤΗΡΙΑΣ

        Κατακλυστήκαμε από σχόλια επί σχολίων  για την αποτυχία των υπουργών οικονομικών της Ευρωζώνης  στην προσπάθειά τους για επίτευξη συνολικής απόφασης  για την Ελλάδα, που θεωρείται ότι οφείλεται στις διαφωνίες και μεταξύ των ευρωπαίων εταίρων αλλά και μεταξύ των εταίρων και του ΔΝΤ. Υστερόγραφο  σε όλα αυτά  είναι το … εκατοστό μήνυμα του  πρωθυπουργού της χώρας προς τους εταίρους,  για ανάληψη των  ευθυνών και υλοποίηση των δεσμεύσεων τους, αφού εμείς τηρήσαμε τις υποχρεώσεις μας, δηλ. εξαθλιώθηκε έτι περαιτέρω η κοινωνία.
         Έκπληκτοι οι εγχώριοι κυβερνώντες μετά την μεγάλη αισιοδοξία τους ότι σαν καλούς μαθητές θα τους επιβραβεύσουν  αφού ακολούθησαν κατά γράμμα τις εντολές τους, (η Ελλάδα «πηγαίνει στο Eurogroup πανέτοιμη»   κατά δήλωση Στουρνάρα) επιμένουν να απεμπολούν ολοσχερώς τον πολιτικό ρόλο τους θεωρώντας αυτονόητο ότι η αρχή της υποταγής τους εξασφαλίζει την πολιτική τους προστασία. Αυτό που ενδιαφέρει  όμως τους εταίρους μας είναι τι είναι οικονομικά εφικτό για το καπιταλιστικό σύστημα  και με ποιο τρόπο μέσα στα νέα δεδομένα της καπιταλιστικής  παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής  οικονομικής ενοποίησης θα ανασυνταχθεί  ο καπιταλισμός ξεπερνώντας τις αντιθέσεις που μέσα στους κόλπους του διαμορφώνονται. Από το σύνολο   και το είδος των αντιθέσεων, όπως σχηματοποιούνται με την αντίθεση ΔΝΤ και ΕΕ, προσδιορίζονται  και οι στρατηγικές που διαμορφώνονται για την αντιμετώπισή τους και φυσικά ξεπερνούν τις μικροπολιτικού τύπου δράσεις των δικών μας πολιτικών.    
          Στη χώρα μας,  και τότε στη  διαδικασία  ένταξης της χώρας στην ευρωζώνη, αλλά ακόμα και τώρα, στην κρίση,  ανάμεσα στα κυρίαρχα  πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα  επικράτησαν  αυτά που θεωρούσαν  την ανάπτυξη στη χώρα ως συνάρθρωση των ευρύτερων εξελίξεων στην Ευρώπη, αντιμετωπίζοντας  την ένταξη ξεκάθαρα  με μια λογική λογιστικής κερδοσκοπίας. Βέβαια η πολιτική διάσταση που δόθηκε στην ένταξη στην ΕΕ και την ευρωζώνη, εκμεταλλευόμενη τις πρόσφατες μνήμες από την δικτατορία,  επενδύθηκε και με την εξασφάλιση των δημοκρατικών θεσμών μαζί με  την υπόσχεση για διαρκή ανάπτυξη και ευημερία. Αυτή η επιχειρηματολογία συνεχίζει να είναι η βάση για κάθε σκληρό μέτρο εξαθλίωσης των λαϊκών τάξεων, που συμπληρώνεται από  τη δήθεν επιλογή του μη χείρονος. Κάθε οικονομικό μέτρο παρουσιάζεται ως τετελεσμένη απόφαση μη επιδεχόμενη αντίρρηση, γιατί παραμονεύει η πλήρης καταστροφή.
         Και για να  γίνει ευκολότερη η εξουδετέρωση των αντιδράσεων, ενώ τόσα χρόνια μιλάμε για κρίση, ελάχιστα αυτή η συζήτηση έχει συμβάλλει στην κατανόηση των  προβλημάτων, γιατί  από την αρχή δίνεται στην κρίση κυρίως  ηθική  διάσταση.  Οι κυβερνώντες  επαναλαμβάνουν μονότονα το συλλογισμό, ότι οι κακοί έλληνες παρέβησαν τους κανόνες και θα πληρώσουν, με αποτέλεσμα αν δεχτούν την τιμωρία να μπορέσουν να σωθούν, εννοώντας μέρος του ντόπιου κεφαλαίου βέβαια και όχι τους ίδιους τους εργαζόμενους, οι οποίοι όμως πρέπει αν όχι να συναινούν στις αποφάσεις τους, τουλάχιστον να μην αντιδρούν.
        Τρία χρόνια τώρα η ίδια παράσταση παίζεται κάθε φορά με τις δόσεις του δανείου,  από τη μια με τις ικεσίες  και από την άλλη με τους εκβιασμούς, των ντόπιων κυβερνώντων προς εταίρους  και τους πολίτες αντίστοιχα. Σαν η ελληνική κοινωνία και η πολιτική της διαδρομή  να εξελίσσεται  σε θερμοκήπιο και σε συνθήκες εργαστηρίου με ελεγχόμενες μεταβλητές και αποτελέσματα και όχι σε συνθήκες συγκρούσεων, μεταβαλλόμενων αλληλοδιαπλοκών και αντικρουόμενων συμφερόντων. Αυτό σημαίνει ότι πραγματικά η άγνωστη μεταβλητή που είναι οι λαϊκές αντιδράσεις αυτά τα τρία χρόνια δεν έχει μεταβληθεί σημαντικά, ώστε να προκαλέσει φόβο σ΄  αυτούς που στα ευρωπαϊκά  και διεθνή κέντρα χαράσσουν την πορεία της Ευρώπης και των κρατών της. Αυτήν την πορεία την σχεδιάζουν  τεχνοκράτες και την υλοποιούν  επαγγελματίες πολιτικοί, προς δόξα του καπιταλισμού,  ενώ ο πολίτης μένει απέξω. Μέχρι τώρα ο μύθος της ειρήνης, ανάπτυξης, ευημερίας στην Ευρώπη δεν προσφερόταν  για ενεργό συμμετοχή των απολιτικοποιημένων πολιτών της. Αλλά και τώρα, που η ευημερία όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε μεγάλο μέρος της Ελλάδος απειλείται, περιορισμένα φαινόμενα αλληλεγγύης παρατηρούνται ή αντιδράσεων και μάλιστα χωρίς αποτέλεσμα. Κι ίσως ακριβώς γι’ αυτό οι όποιες υλοποιήσεις  αποφάσεων των κυρίαρχων κέντρων, σε πείσμα των όποιων αντιδράσεων, δεν παρεκκλίνουν ούτε κεραία   από τις ίδιες τις αποφάσεις. Θα πρέπει στην πράξη να διαπιστωθεί από όλους  το μάταιο των αντιδράσεων και η αναποτελεσματικότητά τους.
      Κάπως έτσι και σε μας  η επικοινωνιακή πολιτική  των κυβερνώντων και πάλι μας συστήνει να εναποθέσουμε τη σωτηρία μας στις διάφορες συνεδριάσεις διαφόρων οργάνων της ευρωζώνης αναμένοντας (μήπως και προσευχόμενοι;) το λευκό καπνό της συμφωνίας.  Μιας συμφωνίας που θα διευρύνει  τις ανισότητες ανάμεσα στις τάξεις, θα παγιώνει τη μείωση του εργατικού κόστους, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, του κοινωνικού κράτους, του δημόσιου τομέα, την  αποδιάρθρωση  δημοκρατικών θεσμών, την εγκαθίδρυση διακρίσεων στους χώρους δουλειάς κλπ.
            Αν δεν περάσουμε όμως  οι εργαζόμενοι  σε μια κατάσταση ενεργητικής αντίστασης καμιά συμφωνία πίσω από τις κλειστές πόρτες  διαφόρων γιουρογκρουπ δεν θα μας  … σώσει. Για να ξεπεράσουμε όμως  την αδυναμία μας του «τι κάνουμε  τώρα» θα πρέπει πρώτα να αντιληφθούμε την πραγματικότητα που βιώνουμε, τις αιτίες που τη δημιούργησαν, τους μηχανισμούς που την αναπαράγουν,  να συνειδητοποιήσουμε τον κυρίαρχο τρόπο ιδεολογικού χειρισμού των εργαζομένων για να μπορέσουμε να συνενωθούμε σε ταξική βάση  αμφισβητώντας έμπρακτα τις εκδοχές του κυρίαρχου λόγου για την οικονομική κρίση.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

ΠΟΙΑ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ;

       Πόσο αντέχουμε να υποβάλλουμε σε δοκιμασία όλες τις σκέψεις  που κυριαρχούν στα μέσα ενημέρωσης, στις συζητήσεις μας, στο μυαλό μας;  Τις σκέψεις των βιβλίων που διαβάσαμε, των φιλοσόφων που  μας γοήτευσαν, των πολιτικών που πιστέψαμε, των καλλιτεχνών ακόμα που μας ταξίδεψαν;  Πόσες απ’ αυτές θα βρούμε να αξίζουν τον κόπο; Να είναι  ίσως μόνο κάποια ψίχουλα; Όλα είναι  λόγια και θεατρικές εκδηλώσεις;
       Ετσι, ενώ   όλη αυτή η κρίση είναι σαν ένας πόλεμος,  χωρίς όπλα  βέβαια που άμεσα σκοτώνουν, ο οποίος  όμως έχει τις ίδιες συνέπειες, συνεχίζεται να θεωρούνται  αγώνας  εκείνες οι δράσεις που περιορίζονται στο συμβολικό και θεατρικό. Μια ολόκληρη γενιά γαλουχήθηκε με την πεποίθηση  ότι ο κόσμος που διαμορφώθηκε μετά τη μεταπολίτευση είναι σταθερός και αμετακίνητος, καταφύγιο σε στιγμές κρίσης, που αρκούν κάποιες διαμαρτυρίες για να ξαναβρεί την ισορροπία του προς όφελός μας. Και τώρα βλέπουμε πως αυτό δεν αρκεί…
      Αναμφισβήτητα,  η περίοδος της μεταπολίτευσης ήταν μια περίοδος εκδημοκρατισμού της κοινωνικής δομής και των θεσμών, με την προϋπόθεση βέβαια  πως οι πολιτικοϊδεολογικές διαφορές δεν θα οδηγούσαν σε συγκρούσεις, αλλά θα περιορίζονταν  στην πολιτική αντιπαράθεση στο κοινοβούλιο  η και  στους δρόμους, σε καθορισμένα εκ των προτέρων πλαίσια, στη βάση μιας ελάχιστης συναίνεσης των κοινωνικών τάξεων.  Στην ουσία  αυτή η συναίνεση  αναγνώριζε τον εαυτό της και αναζητούσε τη δικαίωσή της σε δυο έννοιες που ενέπνευσαν και εμπνέουν ακόμη την πλειοψηφία του λαού,  την ανάπτυξη και τον  εκδημοκρατισμό. Δεν ετίθετο πια ζήτημα αλλαγής προσανατολισμού, αφού αυτός ήταν δεδομένος.  Το ζήτημα αφορούσε μόνο  τον πολιτικό εκείνο φορέα που θα αναλάμβανε να διαχειριστεί και να πραγματώσει κοινωνικά μια πολιτική ευρείας απήχησης και για χρόνια αυτόν το έργο είχε αναλάβει το ΠΑΣΟΚ.
       Αυτός ο προσανατολισμός  μιας ολόκληρης κοινωνίας αντανακλάται και στο  βασικό προβληματισμό, που για χρόνια πριν τη κρίση ήταν το επίκεντρο αντιπαράθεσης, αν  η εξέγερση του πολυτεχνείου δικαιώθηκε με την μεταπολίτευση. Με την άνοδο στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ οι πολυάριθμοι οπαδοί του αποφαίνονταν με  βεβαιότητα ότι δικαιώθηκε και ίσως από τη δική τους οπτική δεν είχαν άδικο, γιατί το πολυτεχνείο από την άποψη των κεντρικών του κατευθύνσεων και προσανατολισμών,  που επικράτησαν μέσα από τον κυρίαρχο λόγο σ’ όλη τη μεταπολίτευση, δικαιώθηκε, αφού η δημοκρατία αποκαταστάθηκε και βελτιώθηκε το επίπεδο ζωής μας.
        Άλλωστε, με την εξέγερση αποκρυσταλλώθηκε η αντίθεση μεγάλων στρωμάτων, και αστικών,  της ελληνικής κοινωνίας με τη χούντα, με αιχμή τα αιτήματα της νεολαίας εκείνης της εποχής. Το περιεχόμενό της  είχε σα κέντρο του την αποκατάσταση της δημοκρατίας ή καλύτερα τη θεμελίωσή της στις σύγχρονες βάσεις πάνω στις οποίες λειτουργούσε στην δυτική Ευρώπη. Δηλ. μιας δημοκρατίας διαφορετικής από το παρελθόν, διαφορετικής απ’  αυτήν που είχε στηθεί πάνω στο φόβο της αστικής τάξης εξαιτίας του εμφυλίου, που είχε προηγηθεί, και ήταν περισσότερο ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης με κοινοβουλευτικό μανδύα. Το βασικό αίτημα εκείνα τα χρόνια  ήταν μια δημοκρατία με περισσότερα δικαιώματα για το σύνολο του λαού, με περιορισμένη εξάρτηση από ξένες δυνάμεις. Και βέβαια το πιο βασικό αίτημα ήταν η πτώση της δικτατορίας. Παράλληλα βέβαια είχε κι άλλους στόχους, από άλλες δυνάμεις που έθεταν και την αμφισβήτηση της ίδιας της αστικής δημοκρατίας. Αυτές  όμως οι δυνάμεις και τα αιτήματα μπήκαν στο περιθώριο  και από την πολιτική εξέλιξη στην περίοδο της μεταπολίτευσης.
           Αναμφισβήτητα όμως η Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση δεν ήταν ίδια με την προδικτατορική. Η μεταπολίτευση έλυσε προβλήματα αναδρομικά που ετίθεντο ήδη από τα χρόνια της αντίστασης και ιδιαίτερα μετά τον εμφύλιο. Κατέρρευσε το καθεστώς έκτακτης ανάγκης, νομιμοποιήθηκε το ΚΚΕ, λύθηκε το πολιτειακό και με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία οι μικροαστικές τάξεις βγήκαν στο προσκήνιο βελτιώνοντας του όρους διαβίωσής τους.
      Βέβαια, επανάσταση δεν έγινε.  Ποιος όμως ήθελε την επανάσταση τριάντα χρόνια μετά την τελευταία;  Γιατί η επανάσταση έγινε στα χρόνια του εμφυλίου και νικήθηκε. Από τότε οι χιλιάδες μάζες που προδικτατορικά ή και μεταπολιτευτικά διαμαρτύρονταν ή αντιστέκονταν δεν την επιδίωκε. Σε μεταρρυθμίσεις σχεδόν το σύνολο απέβλεπαν. Και το πολυτεχνείο όμως  δεν είχε στόχο την επανάσταση, ανεξάρτητα αν  σ’ αυτό συμμετείχαν  και επαναστάτες που τους κατάπιε η σιωπή, στην καλύτερη περίπτωση, ή κι αν ακούστηκαν και αιτήματα βαθύτερης ανατροπής. Ούτε η κοινωνία της χούντας ούτε η μεταπολιτευτική ήθελε να πάει παραπέρα την εξέγερση εκείνη. Γι’  αυτό δεν έχει νόημα να μιλάμε για προδοσία του πολυτεχνείου ή ξεπούλημα των αγώνων από τους πρωτεργάτες που γίνανε επιφανείς εξαιτίας της συμμετοχής τους σ’ αυτό. Γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς για εκδημοκρατισμό και εκσυγχρονισμό του συστήματος πάλευαν και γι’ αυτό έβρισκαν συμπαραστάτες και από το πολιτικό κατεστημένο των δυτικοευρωπαίων. Τα βασικά λοιπόν αιτήματα του πολυτεχνείου, για τα οποία βρήκε και μια θέση στις θεσμοποιημένες γιορτές του συστήματος,  οδηγήθηκαν  στην εκπλήρωσή τους με την μεταπολίτευση.
        Ομως  δεν ήταν μόνο αυτό το πολυτεχνείο. Αυτό που αντιστέκεται στην ενσωμάτωσή του στον κυρίαρχο λόγο και ξεπερνά την όποια θεσμοποίησή του  ήταν η ίδια η εξέγερση. Αυτό που μένει είναι η ίδια η δυναμική που μπορεί να αποκτήσει ένα λαϊκό κίνημα, που εκείνα τα χρόνια στην εμπροσθοφυλακή του ήταν η σπουδάζουσα νεολαία, ενάντια στο πολιτικοοικονομικό κατεστημένο, Η εξέγερση του πολυτεχνείου  δεν μας δείχνει παρά πως μπορεί να εξελιχθεί η δυναμική του λαϊκού κινήματος ακόμα κι αν ξεκινά από τα συγκεκριμένα, καθημερινά προβλήματα, αρκεί να υπάρχει η συνειδητοποίηση για τον προσανατολισμό, το συνολικό όραμα που θα τα τροφοδοτεί. Αλλα και πως μπορεί να καταλήξει, όταν δεν καταφέρει να οργανωθεί και να αποκτήσει προοπτική.
       Ενώ λοιπόν η εξέγερση ξεκίνησε με πολύ συγκεκριμένα αιτήματα με σπουδαστικό περιεχόμενο, έκανε τα πρώτα βήματα στη σύνθεση τους και την ένταξή τους σε ένα συνολικότερο διεκδικητικό πλαίσιο, προχωρώντας πέρα από τη νεολαιίστικη κίνηση. Την απάντηση, γιατί δεν  προχώρησε  στην πραγμάτωση εκείνων των αιτημάτων, που πήγαιναν πέρα από το σύγχρονο εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, τη δινει η αδυναμία του να ξεπεράσει το αυθόρμητο, αλλά και η απροθυμία  των χιλιάδων λαού που έμειναν κλεισμένοι στα σπίτια τους ή και τα έκλειναν στους καταδιωκόμενους αγωνιστές, αλλά δεν παραλείψαμε σύσσωμοι  μετά να βγούμε να γιορτάσουμε την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Το δίνουν και οι μετέπειτα εορτασμοί του με τους νεκρούς τους που χάθηκαν στη λήθη (πόσοι θυμούνται τον Κουμή και την Κανελλοπούλου;)
             Ας μη ψάχνουμε  δικαιωτικούς μύθους ή παρηγοριά τώρα στα δύσκολα χρόνια για το  πώς καταφέραμε και χάθηκαν όλα αυτά που πιστέψαμε πως τα είχαμε κατακτήσει. Δεν υπάρχει καμιά γενιά του πολυτεχνείου.  Μόνο πολιτικά κινήματα, ταξικοί προσανατολισμοί, κοινωνικά οράματα υπήρχαν και υπάρχουν στα οποία κάποιοι στρατεύτηκαν κάποια στιγμή κι ύστερα αποχώρησαν,(το σύστημα είχε γίνει πολύ ευέλικτο για να πετυχαίνει την ενσωμάτωσή τους) ενώ  κάποιοι άλλοι επέμεναν  και επιμένουν μέχρι το τέλος να πιστεύουν σ’ αυτά τα οράματα. Γι’  αυτούς  τους άλλους, τώρα και πάντα δικαιώνονται οι αγώνες, όταν γίνονται χώρος ζύμωσης για διαμόρφωση ενός ρωμαλέου επαναστατικού κινήματος, που θα κάνει το βήμα για να μας φέρει στον κόσμο και τα αιτήματα μιας απελευθερωμένης, κομμουνιστικής κοινωνίας.