Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

ΧΩΡΙΣ ΜΠΟΥΣΟΥΛΑ

      Οι επτά μήνες μετά την  τελευταία άξια λόγου λαϊκή διαμαρτυρία (6 Μαίου)  για τα κοινωνικοοικονομικά μέτρα που, ως εντολοδόχος  εξουσία, επέβαλε  η ελληνική κυβέρνηση, υπήρξαν καρποφόροι μόνο γιατί  έδωσαν  ευκαιρίες για   διαπιστώσεις  που ήταν αποκαλυπτικές  της συμπεριφοράς μας και της ιδεολογίας μας
         Υπήρξε προσπάθεια από τους  ιδεολογικούς και κομματικούς σχεδιαστές των όποιων διαμαρτυριών είτε ν’  αναπληρώσουν την έλλειψη ξεκάθαρου στόχου, στην καλύτερη περίπτωση (όρα ΚΚΕ) είτε να συσκοτίσουν τους σκοπούς τους, στη χειρότερη  περίπτωση, (όρα ΓΣΕΕ)  με επικοινωνιακού τύπου φρασεολογία. Δεν ενδιαφέρονταν ο σχεδιασμός και η οργάνωση των διαμαρτυριών να  είναι σε θέση να ενσωματώνουν και να απορροφούν  τις  πολυποίκιλες και ίσως πολλές φορές  θεωρούμενες και ύποπτες δράσεις διαφόρων ομάδων, να αναδεικνύουν  τα βασικά και κύρια στοιχεία που ενώνουν όλους τους εργαζομένους, να επιμένουν σε μια συνέχεια, με συνέπεια,  των διαμαρτυριών.
        Το ΚΚΕ συγκαλύπτει  τις αδυναμίες του, η και απροθυμία του, να οργανώσει ένα συνεπές σχέδιο δράσης,  με κάποιο μεσοπρόθεσμο έστω στόχο, με τη χρήση ενός λεξιλογίου  αρκετά γενικόλογου, ώστε να καλύπτει κάθε δράση της εξουσίας αλλά που έχει ταυτιστεί με κοινωνικές διαιρέσεις του προηγούμενου αιώνα. Οι περισσότεροι μικρομεσαίοι εργαζόμενοι ζώντας τις τελευταίες δεκαετίες  την ψευδαίσθηση ενός αμερικάνικου ονείρου αλά Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αναγνωρίζουν ή δεν θέλουν ν’ αναγνωρίσουν τον εαυτό τους  στους   άθλια  εργαζόμενους  και χωρίς έλεος εκμεταλλευόμενους. Όσους  η οικονομική κρίση δεν έχει καταλυτικά ακόμα αλλάξει τη ζωή τους θεωρούν πως δεν τους αφορά η φρασεολογία  του  ΚΚΕ κι αυτό δεν έχει καταφέρει ν’ αρθρώσει ένα λόγο που να είναι πειστικός  για τους στόχους των κρατούντων αλλά και για τις δικές του συγκεκριμένες   επιδιώξεις.  Μέχρι ποιου σημείου μπορεί να φτάσουν οι εκφράσεις μιας διαμαρτυρίας που το ΚΚΕ  μπορεί να αποδεχτεί;
      Από την άλλη η ΓΣΕΕ κατέληξε να είναι ένα άδειο κέλυφος, η οποία  στην προσπάθειά της να εξωραΐσει  τις επιλογές της, που σε τελευταία ανάλυση ταυτίζονται με τις κυβερνητικές, επιδιώκει τη γλωσσική συγκάλυψή τους με φρασεολογία ακόμα και πολιτικά ακραία.
     Και ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο φορείς, που θα λέγαμε ότι «παραδοσιακά» θα μπορούσαν να συντονίσουν  τις  διαμαρτυρίες των εργαζομένων,  στέκεται ένα πλήθος ανθρώπων ετερόκλιτων που δεν αντιλαμβάνονται, ακόμα, τι κοινό τους ενώνει, που δεν έχει  συνειδητοποιήσει την κατάσταση που βιώνει και ούτε πιστεύει στη δυνατότητα ανατροπής της.   Ένα πλήθος, χωρίς κανένα μπούσουλα, που ανέλαβαν  «εργολαβικά» οι πολλαπλασιαστές της  ηχούς της εξουσίας να ερμηνεύσουν τη συμπεριφορά του με όρους ψυχολογικούς. Έτσι  ο κόσμος  είναι χαμένος,  θυμωμένος, εξοργισμένος κλπ.
    Πάντως το σίγουρο είναι ότι δεν είναι εξεγερμένος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: