Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

ΔΙΑΧΥΤΟ ΚΑΚΟ

 

Η σειρά του Netflix Adolescence έχει εντυπωσιάσει με το ρεαλισμό της ιστορίας ενός 13χρονου που κατηγορείται, και αργότερα αποδεικνύεται, ότι μαχαίρωσε μια συμμαθήτριά του μέχρι θανάτου, σε μια μικρή βόρεια αγγλική πόλη. Πίσω από αυτή την τρομακτική πράξη η σειρά δεν ανιχνεύει κάποια υποψία μιας κακοποιητικής ανατροφής που θα εξηγούσε γιατί ο πρωταγωνιστής έγινε υπεύθυνος για τα χειρότερα. Ο 13χρονος πρωταγωνιστής παρουσιάζεται σαν ένα συνηθισμένο αγόρι που, όπως οι περισσότεροι νέοι στην ηλικία του, προτιμά να απομονώνεται στο δωμάτιό του και να περνάει τον χρόνο του στο τηλέφωνο ή τον υπολογιστή του, αντί να έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τους γονείς του. Εκεί συναντά τους ανδροκρατικούς ρόλους που διεισδύουν μαζικά στα κοινωνικά δίκτυα, απ’  όπου μοιάζει να ξεκινά το κακό.  
        Το πραγματικό θέμα της σειράς δεν είναι μια έρευνα για την ενοχή ή την αθωότητα ενός παιδιού. Το πραγματικό θέμα της φαίνεται, σε πρώτο πλάνο, να είναι η βλαβερότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και επικράτηση μοντέλων μιας αρρενωπότητας που καταπιέζουν, με το βάρος της ασυνείδητης κληρονομιάς, την εφηβεία στην ψηφιοποιημένη εποχή μας. Δεν πρόκειται λοιπόν για ένα ταραγμένο ξύπνημα της ήβης, για μια  έφοδο των αισθήσεων, για  μικρές παρεκτροπές που λειτουργούν σαν δοκιμασίες για να σπάσει το κέλυφος αποκόβοντας τον τελευταίο δεσμό με το μητρικό σώμα. Δεν περιγράφεται η εφηβεία  σαν μια ερωτική Απριλιάτική μέρα, αλλά σαν μια ωμή και σκοτεινή πραγματικότητα στην οποία συμβαίνει το ανεξήγητο φρικώδες. Γι’ αυτό και το ενδιαφέρον της βρίσκεται αλλού. Στους μηχανισμούς του αστυνομικού ή  του δικαστικού συστήματος όταν έχουμε να κάνουμε με έναν ανήλικο, στη λανθάνουσα βία του εφηβικού κόσμου, στις ευθύνες των ενηλίκων που αγνοούν,  στις ανείπωτες λέξεις που καταλήγουν να εκρήγνυνται. Στη σειρά γίνεται λόγος για τις  δυναμικές που τροφοδοτούν και ενισχύουν αυτές τις εντάσεις: σχολικός εκφοβισμός, ταπείνωση στα κοινωνικά δίκτυα, η πίεση της  εμφάνισης. Με  το τέλος των τεσσάρων επεισοδίων της σειράς το ερώτημα για το τι πραγματικά συμβαίνει στο μυαλό των σημερινών εφήβων παραμένει. Πώς μπορούν τα παιδιά να διαπράξουν το χειρότερο;  
         Αυτό λοιπόν που φαίνεται πιο ανησυχητικό σε αυτήν την ιστορία είναι αυτή η ενοχλητική ουδετερότητα που δεν δίνει καμία προφανή απάντηση, καμία μοναδική αιτία που να ξεχωρίζει από αντίστοιχες που αναγνωρίζονται και στον κόσμο των ενηλίκων, αλλά εγείρει ανησυχητικά ερωτήματα Γιατί το έκανε ο νεαρός πρωταγωνιστής; Στα 13 του, μπορεί ένα παιδί να καταλάβει πραγματικά τη σοβαρότητα των πράξεων του; Σε ποιο βαθμό η επιρροή της ομάδας ή και της ευρύτερης κοινωνίας διαμορφώνει τις επιλογές του; Πόση ευθύνη φέρουν οι γύρω του, η κοινωνία, οι άνθρωποι που ακολουθεί στο διαδίκτυο; Και πάνω από όλα, πώς μπορούμε να ξαναχτίσουμε μετά από μια τέτοια τραγωδία;
        Η  σειρά αν και φαίνεται να εστιάζει, σε πρώτο πλάνο, τη ματιά της στις ταυτότητες, όμως αφήνοντας ρευστή την αιτία του κακού καταφέρνει ν’ αποτυπώσει έμμεσα τις συνέπειες της βαρβαρότητας της κοινωνικής πραγματικότητας, που καθορίζει όλες τις εκφάνσεις της.
        Σίγουρα υπογραμμίζεται το χάσμα μεταξύ γονέων και εφήβων, με τους γονείς να αισθάνονται υπεύθυνοι  για τις πράξεις του παιδιού τους, γι’ αυτό  και η συγγνώμη του πατέρα στο αρκουδάκι παιχνίδι του γιου του στην τελευταία σκηνή. Και βέβαια, κυρίως επισημαίνεται η βλαβερότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με τον πολλαπλασιασμό των ανδροκρατικών θεωριών.
        Το γεγονός όμως της δολοφονίας, όπως το πραγματεύεται η σειρά,  μπορεί να γίνει η ευκαιρία να διεισδύσει, εμμέσως,  η ματιά μας σε μια εποχή και μια κοινωνία,  καθώς προβάλλεται μια κατάσταση χάους  που είναι ανατριχιαστική, στην οποία βρίσκεται η γενιά που απεικονίζεται στα επεισόδια. Στη σειρά, καταβεβλημένοι ενήλικες, που έχουν όμως την ευφυία να μοιραστούν το βάρος της ενοχής τους και να αναλογιστούν τις δικές τους ευθύνες, στην πραγματικότητα παραδέχονται ότι αν ο κόσμος είναι τόσο βίαιος δεν μπορεί παρά να είμαστε συλλογικά υπεύθυνοι. Επιδιώκοντας η σειρά να κατανοήσει την προέλευση της εσωτερικής κόλασης σ’ ένα νεαρό παιδί που δεν έχει πίσω του μια τραυματική ιστορία, προκαλεί ερωτήματα και ευρύτερη ανησυχία και όχι μόνο για την βία στον εφηβικό κόσμο.
         Βέβαια, εμμέσως,  μοιάζει ο προβληματισμός για τις αιτίες της φρικώδους πράξης  να περιορίζεται στην άγρια Δύση των κοινωνικών δικτύων και την ανεξέλεγκτη βία του εκφοβισμού των σχολικών αυλών. Γονείς, καθηγητές κι αστυνομικοί προσπαθούν να καταλάβουν ακολουθώντας κάποιες διαδικασίες και ξορκίζοντας το διαδίκτυο. Το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο, σχεδόν αφανές, που όμως οι συνέπειές τους καθορίζουν ό,τι παρουσιάζεται ατομικό ή οικογενειακό.
       Η οργανωμένη πολιτεία είναι παρούσα και με τη δική της βία, τη  διμοιρία των βαριά οπλισμένων αστυνομικών που εισβάλει φωνάζοντας   στο μικρό σπίτι, σπάζοντας την πόρτα σαν να ήρθαν να συλλάβουν έναν επικίνδυνο τρομοκράτη. Και είναι μόνο ένας  δεκατριάχρονος που διέπραξε το φρικώδες και βρέχει από το φόβο του τις πιτζάμες του. Εντοπίζουμε ένα διάχυτο σύγχρονο κακό, ένα δίκτυο ασήμαντων παραγόντων που μπορεί και να μη μορφοποιούνται, αλλά συγκλίνουν προς το χειρότερο.  Δεν είναι ένα άθλιο προάστιο που κατοικείται από εμπόρους ναρκωτικών, δεν πρόκειται για αδιάφορους γονείς ή αλκοολικούς κλπ. Αντίθετα είναι η κανονικότητα που διαχέεται σε όλη τη σειρά.  Μια κανονικότητα που οδηγεί σ’ ένα έγκλημα. Η κανονικότητα μιας κοινωνίας που οδηγεί στο έγκλημα, πάντα με συγκαλυμμένους λόγους για να μην αποκαλύπτονται αιτίες και ευθύνη.
        Πίσω από την ανήκουστη φρίκη του εγκλήματος θα ήταν ανακουφιστικό να ανιχνευτεί η σκιά μιας προβληματικής, καταχρηστικής ανατροφής που θα εξηγούσε πώς ο πρωταγωνιστής έγινε υπεύθυνος για τα χειρότερα, ότι είναι μια εξαίρεση. Αλλά τίποτε στην οθόνη δεν επικυρώνει αυτήν την υπόθεση. Ο 13χρονος ήρωας είναι ένα συνηθισμένο αγόρι που η κανονικότητα της ζωής του δεν τον απέτρεψε από το έγκλημα. Μοιάζει αυτή η εφηβεία να είναι ένα μπερδεμένο πρόβλημα που δεν έχει να κάνει τόσο με τις παγίδες που στήνει η φύση σ’ αυτή την ηλικία όσο μ’ αυτές που μηχανεύεται μια κοινωνία δηλητηριάζοντας τη νεότητά της που τη σκλαβώνει σε κάθε είδους κάτεργα.
       Οι νέοι ριγμένοι, χωρίς πίστη σ’ έναν υπονομευμένο κόσμο, μέσα στη μολυσμένη ατμόσφαιρα της χαοτικής λάβας των απολαύσεων που προτρέπονται να δοκιμάσουν δεν είναι δύσκολο να νιώθουν περιφρονημένοι όταν δεν μπορούν να ανταποκριθούν.  Και η σειρά δεν δείχνει παρά μια εφηβεία που έχει ξεφύγει, μέσα στη σιωπή,  από το νόμο της κανονικής ζωής. Δεν μοιάζει καθόλου σαν μεσημεριάτικο σήμαντρο στην εξοχή μια ωραία ερωτική απριλιάτικη μέρα. Αυτή η ώρα της εφηβείας φαίνεται να έρχεται με τη μορφή του δημίου που σκοτώνει ό,τι την ενοχλεί. Δεν φαίνεται, αλλά μπορεί η ρυπαρότητα να έχει φτάσει ως μέσα στον κλειστό πυρήνα της ύπαρξής του εφήβου. Αν θέλει να δει, να μάθει, ν’ αγγίξει αυτό το κάνει μέσα στο δωμάτιό του με τη μεσολάβηση του υπολογιστή, σαν να μπερδεύεται η πραγματικότητα με τον ψηφιακό κόσμο και αφήνεται να αγγιχτεί από το κακό που δεν το προσπερνά. Και  στη σειρά μένει μετέωρο αν η λάσπη έχει φτάσει ως μέσα του ή αν μόνο μιμείται ρόλους. 
      Αυτά τα τέσσερα επεισόδια της σειράς, ανεξαρτήτως των προθέσεων των δημιουργών τους, αντανακλούν το χάος ενός κόσμου, του δυτικού καπιταλισμού, που μοιάζει καλά τακτοποιημένος, αλλά που στην πραγματικότητα στηρίζεται στις συμβάσεις του εγκλήματος και της ηλιθιότητας. Όταν όλα μοιάζουν να καταστρέφονται, η δυσωδία από τα πτώματα να γίνεται αποπνιχτική, τα ερείπια να συσσωρεύονται πώς μπορεί η νεότητα να χτίσει ένα νέο κόσμο; Με τι πέτρες, σε τι έδαφος και πάνω σε ποια δεδομένα; Όταν όλα κλονίζονται, τίποτε δεν είναι βέβαιο, γαντζώνεται καθένας από το σήμερα, το ασήμαντο, το μικρό. Και το κακό μπορεί πια να μην αναγνωρίζεται σαν κακό. 

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

ΜΙΑ ΓΡΑΜΜΗ ΑΠΟ ΑΙΜΑ

Και μια γραμμή από αίμα συνδέει  τη  σφαγή των Παλαιστινίων που συνεχίζεται, όχι και τόσο μακριά από μας, με άμεση υποστήριξη από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο βασίλειο αλλά και ΕΕ και με μηδενική σχεδόν οργή από τη δημοκρατική Δύση, με τους έξι ομαδικούς τάφους που βρέθηκαν απέναντι από το Επταπύργιο, εκεί που ήταν η φυλακή του Γεντί Κουλέ, με τους 33 σκελετούς εκτελεσθέντων κομμουνιστών την περίοδο του εμφυλίου. Κι αν χωρίζουν οι πολλές δεκαετίες και οι διαφορετικές τοποθεσίες την τωρινή γενοκτονία από τις εκτελέσεις των αγωνιστών της ματωμένης δεκαετίας ή ίδια δυσωδία εκπέμπεται από  τα ίδια συμφέροντα που για την επικράτησή τους καταστρέφουν ζωές  και μετατρέπουν τα πάντα σε ερείπια. Η αστική τάξη, η προνομιούχα τάξη του καπιταλιστικού συστήματος και τότε και τώρα για να χαίρεται τα καλά της, έστω και κακομοιριασμένα, δεν διστάζει το ετοιμόρροπο οικοδόμημα που έχει στήσει να το σωριάσει πάνω σε όλους.
        Τα εγκλήματα του Ισραήλ είναι αδιαχώριστα από τα αμερικανικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Και επειδή πάντα ο ιμπεριαλισμός είναι πολεμοχαρής, γενοκτονικός και  οδηγεί σε κατακτήσεις για εκμετάλλευση, γι’ αυτό και το δυτικό σχέδιο εποίκων-αποικιοκρατών του Ισραήλ είναι μόνο μια ακόμα εκδήλωση των δυστοπικών σχεδίων του. Στο Ισραήλ το ιμπεριαλιστικό σχέδιο περιλαμβάνει τον πλήρη αφανισμό ενός λαού, στην Ουκρανία την πλήρη εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της, με τη μετατροπή των κατοίκων της σε κρέας για κανόνια.  Και όλη η Δύση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου εμφανίζεται ανίκανη να μπορεί να ξεχωρίσει τα θύματα, Παλαιστίνιους,  από τα ενεργούμενα, Ισραήλ,  των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Τα ψέματα και οι χειρισμοί από τις κυβερνήσεις της Δύσης, και της δικής μας,  που προστατεύουν τα συμφέροντα αυτού του γενοκτονικού κράτους του απαρτχάϊντ, το Ισραήλ, προσπαθούν να αξιοποιήσουν κάθε αντίδραση ενάντια στα εγκλήματα του Ισραήλ μετατρέποντάς τη σε όπλο για την υπεράσπισή του, με την κατηγορία  του αντισημιτισμού που εκτοξεύεται για κάθε διαμαρτυρία ενάντια στις γενοκτονικές φρικαλεότητές του.
        Η γενοκτονία στη Γάζα, ο πόλεμος στην Ουκρανία, κι αν ακόμα οι συνέπειές τους δεν έχουν γίνει άμεσα ορατές σε όλους μας, όμως μας έχουν περιζώσει μ’ ένα φράγμα ασφυξιογόνων και μας κλείνουν τον ορίζοντα. Και παίρνει σχεδόν υλικές διαστάσεις ο κυνισμός των ιμπεριαλιστών που εκμεταλλεύονται όπου γης  τις ανθρώπινες ζωές, που τις σπρώχνουν στο βάραθρο κι ύστερα τις εγκαταλείπουν. Γι’ αυτό  η διαμαρτυρία μας για δικαιοσύνη για το έγκλημα των  Τεμπών συμπύκνωσε τις αγωνίες μας και τους φόβους μας για την απαξίωση των ζωών μας, καθώς οι αυταπάτες μας μια μια μας εγκαταλείπουν. Οικονομικά μεγέθη, διοικητικές μεταρρυθμίσεις, επαναλαμβανόμενοι βερμπαλισμοί μοιάζει να μην μπορούν πια να τις τροφοδοτήσουν σ’ έναν κόσμο γιομάτο σύγχυση.
        Και σ’ αυτή τη συγκυρία ανακαλύπτονται οι σκελετοί των εκτελεσμένων κομμουνιστών από ένα κράτος, που η αστική του τάξη πανικοβλημένη από τη λαϊκή δύναμη γίνεται όργανο συμφερόντων στην αρχή της Μ. Βρετανίας και μετά των ΗΠΑ, για να διασώσει την ύπαρξή της. Κι αν η περιορισμένη δημοσιότητα που επιφυλάχθηκε σ’ αυτήν την είδηση δεν φαίνεται να είναι τυχαία, είναι όχι γιατί το αστικό μας κράτος δεν θέλει να μας υπενθυμίσει την αγριότητά του, όσο  να μην ανακαλέσει στη συλλογική μνήμη το επαναστατικό ιδανικό που γι’ αυτό οι κομμουνιστές εκτελέστηκαν. Με την ανυποχώρητη έως θανάτου υπεράσπιση  των πεποιθήσεών τους οι αγωνιστές εκείνοι προσέφεραν ένα παράδειγμα ανάτασης  κι ένα πρότυπο αγώνα για αλλαγή της κοινωνίας  που αντιπαραβάλλεται με  την ποιότητα της μίζερης δικής μας ζωής. Η συνέπεια και η αφοσίωση που  παρόλες τις απογοητεύσεις και ενάντια σε συντριπτικά ισχυρούς εχθρούς αυτοί διατήρησαν, η πίστη τους για την δύναμη των κοινωνικών αγώνων,  κράτησαν τις πεποιθήσεις τους αμετάβλητες και τις ελπίδες τους ανθηρές. Κι ενώ μπορούσαν να σώσουν τη ζωή τους με μια δήλωση αποκήρυξης του οράματος τους για την κομμουνιστική κοινωνία απέδειξαν τη δύναμή του κάνοντάς το πράξη με τη θυσία της ζωής τους.          
        Οι προβληματισμοί βέβαια που τίθενται για περασμένες εποχές  αντανακλούν τον τρόπο αντιμετώπισης των σύγχρονων προβλημάτων. Κι αυτή η βία και αναλγησία μιας κρατικής εξουσίας πριν από κοντά 80 χρόνια δεν είναι ούτε συγκυριακή ούτε μοναδική.  Όπως η αστική μας τάξη όταν απειλήθηκε χρησιμοποίησε όλα τα όπλα που η κρατική εξουσία της παρείχε, το ίδιο δεν θα παραλείψει να κάνει κάθε φορά που απειλούνται τα συμφέροντά της. Όπως τους εκτελεσμένους είχε καταδικάσει  το έκτακτο στρατοδικείο Θεσσαλονίκης στην «εσχάτη των ποινών» με την κατηγορία της «ανταρσίας» και της «ανατροπής του πολιτεύματος» έτσι και στο Ισραήλ καταδικάζεται ένας ολόκληρος λαός σε θάνατο, γιατί κατηγορείται για τρομοκρατία επειδή υπερασπίζεται τη γη του και τη ζωή του.
         Καθώς λοιπόν ο τρόπος που προβάλλεται κι ερμηνεύεται το παρελθόν από τον κυρίαρχο λόγο ίσως περισσότερο από οτιδήποτε αποκαλύπτει τις προθέσεις της άρχουσας τάξης, οι αναθεωρήσεις  του, μέρες που είναι,  τα τελευταία χρόνια και για την επανάσταση του ’21 δείχνουν αυτό που η κυρίαρχη τάξη φοβάται περισσότερο. Προβάλλοντας αγριότητες των επαναστατημένων, υποβιβάζοντας την ιστορία σε επίπεδο κουτσομπολιών της γειτονιάς με την προώθηση ανεκδότων και προσωπικών ιστοριών των ηρώων της επανάστασης, υπερτονίζοντας την συμβολή των μεγάλων δυνάμεων στην ανεξαρτησία της Ελλάδας δεν κάνει άλλο από το να απαξιώνει υποδορίως και μεθοδικά κάθε λαϊκή αντίδραση και αντίσταση αμφισβητώντας την αναγκαιότητα της επαναστατικής δράσης.
       Γιατί στόχος όλων αυτών που κινούν τα νήματα στον αδηφάγο καπιταλισμό είναι η χειραγώγηση των λαών για να ικετεύουν και να συμβιβάζονται, για να μην αγωνίζονται και διεκδικούν αξιοπρέπεια στη ζωή τους.  

 

Τρίτη 18 Μαρτίου 2025

ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

 

Στον απόηχο των μεγάλων διαδηλώσεων και της προδιαγεγραμμένης, με βάση τον κανονισμό της βουλής, απόρριψης της πρότασης δυσπιστίας προς την κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός προχώρησε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης, που κάθε φορά μοιάζει περισσότερο σαν το παιχνίδι με τις μουσικές καρέκλες. Όποιος κάθε φορά βγαίνει εκτός ανασχηματισμού μπορεί να περιμένει να αξιοποιηθεί στον επόμενο, δίνοντας τροφή σε σχόλια, κρίσεις και επικρίσεις που δεν αγγίζουν την ίδια την πολιτική που η κυβέρνηση συνεχίζει να εφαρμόζει, παρά μόνο αναδεικνύουν την αμετροέπειά της στην άσκηση της εξουσίας.  Για το μείζον θέμα που κυριαρχεί, της κυβερνητικής συγκάλυψης στο έγκλημα των Τεμπών, ο πρωθυπουργός επιλέγει ως καλύτερη άμυνα την επίθεση, που αποκαλύπτει την ταξική του αλαζονεία, τόσο με τα επιχειρήματά του στις ομιλίες του στη βουλή όσο και με  ανανέωση ή διατήρηση προσώπων στο νέο κυβερνητικό σχήμα.
         Στην συζήτηση στη Βουλή για την πρόταση δυσπιστίας φάνηκε η πολιτική γραμμή της κυβέρνησης για το θέμα των Τεμπών, που μοιάζει να είναι απότοκος της μεγάλης της βεβαιότητας ότι από τα ίχνη της συγκάλυψης δεν μπορούν να προκύψουν αποδεικτικά στοιχεία εναντίον της. Μάλιστα οι συμπολιτευόμενοι βουλευτές, και δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτούς μόνο του κυβερνώντος κόμματος, έχουν φροντίσει να παρουσιάζουν τα γεγονότα με τις δικές τους πολιτικές εκτιμήσεις οι οποίες δεν ξεφεύγουν από την εξιδανίκευση της αστικής δημοκρατίας  και τις οποίες φορτίζουν γενικά με σημασίες θετικές και αρνητικές που εξαρτώνται μόνο από προσωπικές ευθύνες, θέλοντας να αναδείξουν δρόμους διαφυγής από την γενική απαξίωση της, που δεν περιλαμβάνει βέβαια το πλήθος το οποίο με πάθος διαδήλωνε στους δρόμους. Η γραμμή μοιάζει ενιαία. Υποκρίνονται όλοι τη συμπόρευση με τα πλήθη και τα αιτήματα δικαιοσύνης, χωρίς να αντιτίθενται ανοιχτά σ’ αυτά, αντίθετα οικειοποιούνται κάποιες ενέργειές τους που ανήκουν και στις δικές τους επιλογές. Αντικαθιστούν λοιπόν την ανοιχτή διαφωνία σε λαϊκά αιτήματα με έρπουσα συκοφάντηση, κόβουν σε φέτες τα πραγματικά γεγονότα, απομονώνοντας αυτά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς όφελός τους και έτσι να αφομοιωθούν τα γεγονότα με τρόπο που να αποκρύπτεται η πραγματικότητα. Ένα παράδειγμα είναι το περιστατικό στη βουλή κατά τη συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας, όταν  από το πουθενά ένας βουλευτής κάνει σεξιστικά σχόλια σε αρχηγό κόμματος, δίνοντας τη χρυσή ευκαιρία στο μεν  κυβερνών κόμμα να περηφανευθεί για τη φιλελεύθερη ιδεολογία του της ισότητας των φύλων στη δε Ζ. Κωνσταντοπούλου να αναδείξει τον εαυτό της σε υπερασπιστή των αδυνάμων. Για νάχουμε να λέμε…  
       Και πρωτίστως έχουν να λένε τα χίλια μύρια εναντίον του ΚΚΕ οι περισσότεροι που εκφράζουν κρίσεις κι επικρίσεις με κύριο στόχο τον Κ. Μητσοτάκη, αντιδρώντας στην κυβερνητική πολιτική. Στην αναζήτηση αντιπολίτευσης, όσοι την ψάχνουν στο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ και τα παρακλάδια τους καραδοκούν στη γωνία το ΚΚΕ για να το κατηγορήσουν για λάθη και ολιγωρίες στην αντιπολιτευτική του τακτική. Η χειραψία λοιπόν του γ.γ. Δ. Κουτσούμπα με τον Κ. Τασούλα στη Βουλή μετά την ορκωμοσία του ως πρόεδρου της Δημοκρατίας, καταγράφηκε από άσπονδους φίλους του ΚΚΕ  στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σαν μια ακόμα ένδειξη της υποχωρητικότητας του και ενσωμάτωσής του στο σύστημα. Είναι που το θεατρικό και εντυπωσιακό έχει θεωρηθεί αρκούντως επαναστατικό στην πολιτική, για να χριστούν κόμματα με αντίστοιχες δράσεις αντισυστημικά, όπως η Πλεύση Ελευθερίας της Ζ. Κωνσταντοπούλου. Η επικέντρωση στην εικόνα αποκτά στρατηγική σημασία, θεωρώντας  τις συμβολικές δράσεις σ’ αυτήν πολύ πιο αποτελεσματικές
       Επειδή έχουμε τις τελευταίες δεκαετίες γαλουχηθεί με τον υπερβολικό θαυμασμό για την επικοινωνία, τον ενθουσιασμό για ό,τι εντυπωσιάζει, την ανυπομονησία για αμεσότητα εδώ και τώρα, οι συμβολικές δράσεις έχουν γίνει ένα προτιμώμενο εργαλείο για πολλούς που αντιδρούν στην κυβερνητική πολιτική, επιθυμώντας να επιστήσουν την προσοχή  σε ζητήματα που τους απασχολούν εκμεταλλευόμενοι τα μέσα ενημέρωσης. Τέτοιες δράσεις στοχεύουν να προκαλέσουν ισχυρό οπτικό ή συναισθηματικό αντίκτυπο, προκειμένου να  εντυπωσιάσουν, να διαδώσουν ένα  μήνυμα, δημιουργώντας μια αίσθηση του επείγοντος.
        Σίγουρα,  επειδή τα πολιτικά συστήματα διαθέτουν όχι μόνο πολύτιμους υλικούς πόρους, αλλά και  συλλογική κοινωνική αξία που  βασίζεται και στη συμβολική τους σημασία, τα σύμβολα εξουσίας στις αστικές μας δημοκρατίες με την εσωτερίκευση του κυρίαρχου λόγου η συναίνεση μας τα κάνει αποδεκτά. Λίγο ή πολύ αποδεχόμαστε τα πολιτικά σύμβολα και  να  χρησιμοποιούνται από την εξουσία  για να  σηματοδοτούν ποια είδη ανθρώπων και ποιων οι κώδικες συμπεριφοράς θα πρέπει να είναι άξιοι στα μάτια του κοινωνικού συνόλου και ν’ αντιπροσωπεύουν την επίσημη, έγκυρη προσδοκία για την ταξινόμηση  εντός και εκτός ομάδων εξουσίας. Καθώς  λοιπόν η πολιτική προσδίδει κοινωνική κατάταξη μέσω συμβολικών σημάτων των κανόνων κοινωνικής αξίας, οι νόμοι, οι επίσημοι κανόνες και η άσκηση πολιτικών αξιωμάτων δεν παρέχουν μόνο εξουσία, αλλά συμβολίζουν και τη δύναμη του ίδιου του συστήματος.     
         Σε φασιστικά βέβαια καθεστώτα τα σύμβολα εξουσίας επιβάλλουν την εικόνα του αήττητου συστήματος με τον  απόλυτο έλεγχο και χρησιμοποιούνται για να ενσταλάξουν φόβο και να καλλιεργήσουν την υποταγή. Γι’ αυτό ακόμα και οι συμβολικές ενέργειες σ’ αυτά τα καθεστώτα θεωρούνται απειλητικές, αφού αποδεικνύουν ότι έχει ξεπεραστεί ο φόβος και η υπακοή. Οι αστικές μας όμως δημοκρατίες δεν απειλούνται από συμβολικές κινήσεις, αφού η δύναμή τους, πέραν των άλλων,  στηρίζεται και στην συναίνεση που έχουν εξασφαλίσει με τη χειραγώγησή μας. Γι’ αυτό και δεν νιώθουν απειλή από κινήματα που με τη δράση τους στρέφονται εναντίον τους με συμβολικές κινήσεις, όπως με διάφορα χάπενινγκ κι ενέργειες που απαξιώνουν αξιωματούχους. Είναι οι δράσεις που απειλούν την κερδοφορία της παραγωγικής διαδικασίας που φοβίζει ένα σύστημα που βασίζεται στο κέρδος και την εκμετάλλευση των εργαζομένων.    
            Είναι επομένως οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις με απεργίες και διαδηλώσεις, οργανωμένες και με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των εκμεταλλευομένων τάξεων με προοπτική πάντα τον μετασχηματισμό της κοινωνίας που φοβίζει το σύστημα και όχι πυροτεχνήματα συμβολικών κινήσεων που η κυρίαρχη εξουσία εύκολα τα ενσωματώνει, τα απορροφά και εξουδετερώνει.