Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

 

Τα μπλόκα των αγροτών στους δρόμους κοντεύουν ένα μήνα και  τα επικοινωνιακά τεχνάσματα των κυβερνώντων βάζουν στο στόχαστρο τους αγρότες, την ίδια στιγμή που δηλώνουν ανερυθριάστως ότι κατανοούν τα δίκαια αιτήματά τους. Η κυβέρνηση με την αρωγή της αστυνομίας πασχίζει να ενεργοποιήσει, εις μάτην μέχρι στιγμής, τον κοινωνικό αυτοματισμό,  δυσκολεύοντας την διέλευση των αυτοκινήτων μέσα από τα μπλόκα. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, με εφηβικούς εξυπναδικισμούς συνθηματολογικού τύπου,  όπως  το «ναι στο διάλογο όχι στο παράλογο», απορρίπτει «τις ακραίες μορφές διαμαρτυρίας» που «δυσκολεύουν την καθημερινότητα όλων» και υπενθυμίζει ότι οι «οικονομικές επιπτώσεις από τα μπλόκα στην υπόλοιπη κοινωνία είναι ήδη εμφανείς. Η διεκδίκηση αιτημάτων οφείλει να γίνεται πάντα με σεβασμό στο κοινωνικό σύνολο». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Π. Μαρινάκης σπεύδει να χαρακτηρίσει «ενθαρρυντική εξέλιξη» μια ανυπόγραφη αρκετά ασαφή ανακοίνωση από  18 μπλόκα φαντάσματα που πρότεινε ουσιαστικό διάλογο με την κυβέρνηση, δηλ. την  προσπάθεια ρωγμής στην ενότητα των αγροτικών κινητοποιήσεων. Και πρόθυμοι δημοσιογράφοι αναζητούν παράγοντες του τουρισμού που χρεώνουν στα μπλόκα ακυρώσεις και μειώσεις κρατήσεων σε τουριστικούς περιορισμ                                         Συνοπτικά,  η  ρητορική και γενικά ο τρόπος που οι κυβερνώντες αντιμετωπίζουν τις κινητοποιήσεις των αγροτών είναι ενδεικτικοί, αν όχι αντιπροσωπευτικοί, της πολιτικής που ακολουθείται γενικά στη Δύση σχετικά με κινητοποιήσεις και απεργίες εργαζομένων. Δηλ.  κινητοποιήσεις και απεργίες  θεωρούνται επί της ουσίας απαράδεκτα μέσα αναστάτωσης που πρέπει οπωσδήποτε να ρυθμιστούν, ακόμα και να περιοριστούν. Καθώς όμως αυτό που καθιστά μια  απεργία ή κινητοποίηση δυνητικά επιτυχημένη είναι η ικανότητά της να διαταράσσει το οικονομικό σύστημα, οι δυτικές κυβερνήσεις τις τελευταίες δεκαετίες έχουν θεσπίσει νομοθεσίες που στόχο έχουν να διασφαλίσουν ότι μια απεργία μπορεί να προκαλέσει όσο το δυνατόν λιγότερες αναστατώσεις. Κι έτσι είναι σαν να απορρίπτεται το δικαίωμα ύπαρξης της, ουσιαστικά επειδή το μεν νομικό γράμμα επιτρέπει την ύπαρξη της απεργίας, αλλά τείνει να την σκοτώνει στο πνεύμα της, στην εφαρμογή της.
Μόνο που  από τη στιγμή που ο νόμος περιορίζει το δικαίωμα στην απεργία και σχεδόν το εμποδίζει, τότε υπάρχει ο φόβος η εργατική σύγκρουση να ξεσπάσει σκόπιμα, χωρίς καμιά επιθυμία υποταγής στην ισχύουσα νομοθεσία. Και η ειρωνεία αυτής της κατάστασης είναι ότι μπορεί να μας γυρίζει πίσω στις αρχές του 19ου αιώνα, μια εποχή που οι απεργίες απαγορεύονταν και οι διαμαρτυρίες ήταν πολύ πιο βίαιες και επίσης πολύ πιο βίαια καταστέλλονταν.  Και η καταφυγή των κυβερνώντων σε αυτή την πρακτική σήμερα μάλλον βασίζεται στην αισιοδοξία τους για αδυναμία αντίδρασης  του εργατικού κινήματος, ενώ  υπονοεί μια επιλογή που δεν επιδιώκει επίλυση  κοινωνικών ζητημάτων,  αλλά  περισσότερο τρόπους απόκρυψής τους.  Με τη σιγουριά λοιπόν της ισχύος τους υπάρχει μια μορφή ανοχής  από την πλευρά των δομών εξουσίας στις κοινωνικές συγκρούσεις, απέναντι στις οποίες πολλές φορές δεν υπάρχει πλέον ανάγκη για καταστολή, αλλά αναμονή οι κινητοποιήσεις να ολοκληρώσουν την πορεία τους. Εξάλλου, υπολογίζοντας στην κούραση τους υπάρχει και η ελπίδα ότι μπορεί και να μη χρειαστούν ούτε καν διαπραγματεύσεις. Φαίνεται μάλιστα ότι σήμερα η εξουσία είναι πολύ λιγότερο διατεθειμένη να αναζητήσει συμβιβασμούς, γι’ αυτό γίνεται λόγος περισσότερο για διάλογο, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, παρά για διαπραγμάτευση.  
Όσο λοιπόν οι αντιθέσεις οξύνονται, οι συνθήκες επιδεινώνονται και το εργατικό κίνημα παραμένει αδύναμο, οι αντιδράσεις και κινητοποιήσεις του γίνεται προσπάθεια από την κυρίαρχη εξουσία να εξουδετερωθούν, για να μην χρησιμοποιηθούν για να καταστεί η διαπραγμάτευση αποτελεσματική. Μάλιστα η κυβέρνηση μπορεί να προβλέψει τις επιπτώσεις των λαϊκών κινητοποιήσεων και παρά τις αναπόφευκτες απώλειες να τις αξιολογήσει διαχειρίσιμες και να γυρίσει την πλάτη της, για ν’ αφήσει την καταιγίδα να περάσει.  Γι’ αυτό απαιτείται ταξική αλληλεγγύη,  εάν τα κοινωνικά κινήματα πρόκειται να έχουν επιτυχία στους αγώνες τους ενάντια σε ισχυρούς αντιπάλους. Η ενδοταξική αλληλεγγύη είναι απαραίτητη για την επιτυχία κάθε ταξικού αγώνα, για να μη βρίσκει πρόσφορο έδαφος το μήνυμα από κυβερνώντες και εργοδότες, που γίνεται όλο και πιο ελκυστικό για την ηγεσία, για ακύρωση απεργιών και κινητοποιήσεων, ώστε να γίνει  έναρξη διαλόγου, για παραχωρήσεις που οι ίδιοι κρίνουν.   
Είναι που ο καπιταλισμός μοιάζει να θριαμβεύει μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και δεν χρειάζεται πια τη μεταπολεμική συναίνεση και ούτε είναι   πια απαραίτητο ένα προστατευτικό κράτος πρόνοιας για να κρατήσει την εργατική τάξη, που διεκδικεί,  στο πλευρό της κυρίαρχης τάξης. Με τον καινούργιο αιώνα και το οικονομικό κραχ του 2008, και στα καθ’ ημάς με την εφαρμογή των μνημονίων, η αποδόμηση του προστατευτικού κράτους, έστω και του δικού μας του λειψού, πήρε τεράστια ώθηση από την αλαζονεία του νικητή χωρίς αντίπαλο. 
Σ’ αυτόν τον άγριο καπιταλισμό το  αστικό κράτος με τις κυβερνήσεις του έχει έτσι διαμορφωθεί και μετασχηματιστεί από την εξουσία των επιχειρήσεων, ώστε να εξυπηρετεί πλήρως τις ανάγκες τους. Και στη γεωργία, η μείωση του αριθμού των οικογενειακών αγροκτημάτων, η εμφάνιση μεγάλων εκμεταλλεύσεων, η αύξηση της μισθωτής απασχόλησης, η επιδίωξη για πολλαπλασιασμό επιχειρηματικών μορφών στον αγροτικό τομέα, η εισβολή κεφαλαίων εκτός της αγροτικής οικογένειας δεν είναι όλες αυτές οι  μεταμορφώσεις που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας φορείς εξαφάνισης της αγροτιάς και μετατροπή της σε επιχείρηση;  Και το επιδιωκόμενο δεν είναι η πλήρης απορρόφηση της γεωργίας από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής για να μην ξεφύγει από τους νόμους συσσώρευσης κεφαλαίου και κερδοφορίας; Οι αγρότες λοιπόν βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο και γι’ αυτό είναι τόσο αποφασιστικοί και αγωνιστικοί.
Από την άλλη όμως όταν οι κυβερνώντες φαίνονται ανυποχώρητοι και αντιμετωπίζουν διαδηλώσεις και απεργίες είτε με αδιαφορία είτε με σκληρότητα, ίσως αυτή η σκληρότητά τους να κρύβει τον τρόμο που νιώθουν ότι τυχόν υποχωρήσεις σε εργατικά αιτήματα  μπορεί να αρχίσουν να αντιστρέφουν τις κυρίαρχες  πολιτικές και να τροφοδοτήσουν την προθυμία των εργαζομένων να αγωνιστούν για περισσότερα.
Μπορεί λοιπόν η εργατική τάξη να φαίνεται ότι δεν απαιτεί επανάσταση, αλλά ότι περιορίζεται σε μια αλλαγή μέσω της κοινοβουλευτικής μεταρρύθμισης. Όμως για εταιρείες, επιχειρήσεις, υπουργούς κυβερνήσεων που διεξάγουν πόλεμο εδώ και δεκαετίες στα συνδικάτα, ακόμα και μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων που δίνεται στα εργατικά συνδικάτα, ακόμα και το δικαίωμα που κατέκτησαν να επικρίνουν το προνόμιο των αφεντικών να διοικούν, για όλους αυτούς,  όλα αυτά τα δικαιώματα να μυρίζουν επανάσταση, που πάντα πρέπει να αποτρέπεται πριν οργανωθεί.  Και το πρώτο βήμα γι’ αυτό είναι η απομόνωση αυτών που αγωνίζονται και διεκδικούν, για να μην απειλούν στο ελάχιστο την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων.  Αν λοιπόν υπάρχει ένα οργανωμένο και αποφασιστικό κίνημα εργαζομένων, ρωμαλέο και πρόθυμο να απευθύνει έκκληση για ουσιαστική αλληλεγγύη και να εισακουστεί από μεγάλο μέρος των εργαζομένων οι κινητοποιήσεις μπορούν να κερδίσουν. Οι αγρότες μας δίνουν την ευκαιρία.  

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ;

 

Με τους αγρότες στους δρόμους, η κυβέρνηση, υποκρινόμενη ενδιαφέρον για τα προβλήματά τους, επιστρατεύει χωρίς επιτυχία τον κοινωνικό αυτοματισμό, ενώ συνεχίζει τις μεγαλοστομίες για την επιτυχημένη πολιτική που ασκεί σε όλους τους τομείς.  Αφού θριαμβολόγησε για την εκλογή του υπουργού Οικονομικών Κ. Πιερρακάκη επικεφαλής του Γιούρογκρουπ προσπάθησε να μετριάσει τις αμφισβητήσεις με μέτρα για στήριξη των αγροτών που δεν ανταποκρίθηκαν στα αιτήματά  τους και μέτρα για τη στεγαστική κρίση που δεν πείθουν για την αποτελεσματικότητά τους.
       Εξίμιση χρόνια κυβέρνηση και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα της έχουν εξαντληθεί, όταν η πραγματικότητα αδυσώπητη τσακίζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Η πολιτική ηγεσία της χώρας  τον μικρόκοσμο της Ελλάδας, θέλοντας να αποσπάσει εύνοια των ισχυρών για κατοχύρωση της δικής της ισχύος, προσδένει στο άρμα του πολέμου και των στρατιωτικών εξοπλισμών, αδιαφορώντας επί της ουσίας για την ευημερία του πληθυσμού της.   
       Και ο αντίλογος από τα κόμματα της ακροδεξιάς αντιπολίτευσης και της σοσιαλδημοκρατίας σ’ αυτήν την πολιτική, που διαλύει τις  ζωές των εργαζομένων και τον κοινωνικό ιστό,  αδυνατεί να εντοπίσει την αιτία αυτών των προβλημάτων, που είναι ο τρόπος λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος, γιατί καθόλου δεν τον αμφισβητεί.  Γι’ αυτό και δεν παράγει ούτε καν ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για κατανόηση της λειτουργίας  του αστικού κράτος, της καπιταλιστικής  οικονομίας, της αστικής  δικαιοσύνης κλπ. αλλά περιορίζεται να παράγει το πολύ λόγους ηθικής αγανάκτησης που η πειστικότητά τους εξαντλείται στο μέγεθος της έντασής τους. Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται ένα συναισθηματικό περιβάλλον, όπου, επειδή  δεν κατανοείται το πώς ασκείται η εξουσία και ποιοι είναι οι μηχανισμοί της  το θέαμα και  οι κραυγές επικρατούν για να παρασύρουν. Κι έτσι να γίνεται πιστευτό ότι όλος αυτός ο θόρυβος και τα σώου συνιστούν ρήξη με μια κυβερνητική εξουσία που βιώνεται σαν ανάλγητη και παρακμιακή και να μην  εντοπίζεται καν το πεδίο σύγκρουσης, αλλά να  παραμένει η όποια αντίθεση καθαρά συναισθηματική, περιορισμένη να εξαντληθεί στην ηθική κραυγή. Και γι' αυτό κάθε φορά έρχονται στο προσκήνιο προσωπικότητες  που προωθούνται ως σωτήρες ή τιμωροί που τελικά διαχειρίζονται την αγανάκτηση ή τις ελπίδες του κόσμου, περιορίζοντας τη δράση τους σε μια ηθική κριτική, αφήνοντας στο απυρόβλητο την πολύ υλική πραγματικότητα, τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. 
        Γιατί, χειραγωγημένοι να πιστεύουμε ότι τα κοινωνικά προβλήματα είναι αποτέλεσμα ατομικών επιλογών και ότι ο κάθε άνθρωπος αντλεί από τον εγκέφαλό του μια έτοιμη ιδέα, π.χ της δικαιοσύνης, χρεώνουμε κοινωνικά προβλήματα σε συγκεκριμένα άτομα και αποσυνδέουμε επικρατούσες αντιλήψεις και πεποιθήσεις από την υλική πραγματικότητα. Για  να μην γίνεται κριτική στην κυρίαρχη ιδεολογία που δικαιολογεί την καθεστηκυία τάξη. Μόνο που η ηθική, η ιδεολογία διαμορφώνεται από τον κοινωνικό ανταγωνισμό,  την αντίθεση της καπιταλιστικής τάξης στην προλεταριακή. Η  ρίζα των πολιτικών μορφών είναι οι ταξικοί αγώνες και οι υλικές συνθήκες της κοινωνίας. Και είναι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων για την παραγωγή των μέσων ύπαρξής τους που καθορίζουν την έκφραση αυτών των σχέσεων σε ιδέες, νόμους και πολιτειακά συντάγματα, και όχι το αντίστροφο.
        Κι αν στις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται να επικρατεί η  επιστροφή  ιδεαλιστικών προσεγγίσεων στην ερμηνεία της πραγματικότητας, ιδιαίτερα εκείνων που ενσωματώνουν ανάλυση των αντιλήψεων και πεποιθήσεων, είναι γιατί τονίζουν τη σημασία υποκειμενικών παραγόντων  για να παραμερίζεται η υλική πραγματικότητα.  Μόνο που η εξέλιξη της ιστορίας γίνεται μέσα από συγκεκριμένες υλικές συνθήκες που επηρεάζουν την ανθρώπινη ζωή και αυτά είναι τα μέσα διαβίωσης και παραγωγής και η σχέση των ανθρώπων με την ιδιοκτησία αυτών των μέσων. Για να κατανοηθεί λοιπόν η ανθρώπινη ιστορία πρέπει να ξεκινήσει  με την πρακτική δραστηριότητα μέσω της οποίας οι άνθρωποι παράγουν τις υλικές τους συνθήκες ύπαρξης και έτσι παράγουν την ίδια τους τη ζωή. Όταν ανάγεται η ιστορία σε απαρίθμηση πράξεων μεγάλων προσωπικοτήτων δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επιστημονική εκδοχή των περιοδικών κουτσομπολιού για διασημότητες.
 Η κατανόηση του πώς οι πράξεις των ατόμων είναι συνυφασμένες με αυτές τις κοινωνικές και υλικές συνθήκες ύπαρξης, αυτό είναι πραγματικά το νόημα της ιστορίας. Ακόμη και οι τρόποι του συναισθήματος και της σκέψης καθορίζονται στον άνθρωπο από την ουσιαστική μορφή των οικονομικών σχέσεων της κοινωνίας  στην οποία ζει. Ανάλογα με τον τρόπο που οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους μέσω αυτής ή εκείνης της μορφής οικονομίας η κοινωνία έχει αυτόν ή εκείνο τον χαρακτήρα ή αντίληψη ζωής ή ηθική. Οι  άνθρωποι δηλ.  δεν κινούνται σύμφωνα με μια αφηρημένη ιδέα  π.χ. δικαιοσύνης ούτε κυριαρχεί στην κοινωνία μια αφηρημένη ιδέα δικαίου, αλλά καθορίζεται από τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων για την παραγωγή των μέσων ύπαρξής τους.
Η κυρίαρχη λοιπόν τάξη της Δύσης επιδιώκοντας τη συναίνεση των υποτελών τάξεων, επειδή τη συμφέρει περισσότερο για την κερδοφορία της,  χειραγωγεί τον τρόπο που σκέφτονται, ελέγχοντας με  τα μέσα ενημέρωσης τις αφηγήσεις για την πραγματικότητα και  συγχρόνως δίνει το δικό της νόημα σε έννοιες  και υποβάλλει πρότυπα ζωής. Η επικρατούσα έννοια του δικαίου π.χ. θα πρέπει να δικαιώνει επιλογές της άρχουσας τάξης.
        Παράδειγμα για το πώς η υλική πραγματικότητα των συμφερόντων της άρχουσας τάξης αντικατοπτρίζεται στις έννοιες και τη σκέψη μας είναι η τρομοκρατική ενέργεια στην Αυστραλία.  Όλα τα δυτικά μέσα ενημέρωσης επαναλάμβαναν το συγκλονισμό τους από  την επίθεση δυο ενόπλων στον εορτασμό της εβραϊκής Χανουκά στην Αυστραλία σκοτώνοντας δεκαπέντε ανθρώπους και τραυματίζοντας δεκάδες άλλους. Την ίδια στιγμή ελάχιστοι φαίνεται να συγκλονίζονται από τις επιθέσεις του Ισραήλ στη Γάζα παρά την εκεχειρία και τη συνεχιζόμενη δολοφονία αμάχων, και κυρίως παιδιών. Από τις πρώτες στιγμές μετά από αυτήν την επίθεση, οι απολογητές του Ισραήλ, που βρίσκονται στην κυρίαρχη τάξη της Δύσης,  θεώρησαν δεδομένο ότι επρόκειτο για τρομοκρατική ενέργεια σε απάντηση στις γενοκτονικές θηριωδίες του Ισραήλ στη Γάζα, και στη συνέχεια παρουσίασαν ως πρόβλημα τους ανθρώπους που διαμαρτύρονταν ειρηνικά για αυτές τις θηριωδίες. Κατηγορούν λοιπόν για τη βία αυτούς που κρατούν πλακάτα και λένε ότι δεν πρέπει να συμβαίνουν βίαιες σφαγές. Και όλοι αυτοί που διέπραξαν και υποστήριξαν τη γενοκτονία  προσπαθούν τώρα να ισχυριστούν ότι επειδή συνέβη το χτύπημα στην Αυστραλία όλοι πρέπει να σταματήσουν να διαμαρτύρονται για τις θηριωδίες του Ισραήλ. Και είναι αυτό μια κυνική χειραγώγηση που έχει σχεδιαστεί για να προστατεύσει ένα γενοκτονικό κράτος απαρτχάιντ από την κριτική.
           Όλα όμως είναι σε κίνηση, τίποτε δεν είναι οριστικό, αιώνιο ή ιερό. Η παρούσα κατάσταση είναι αυτή που είναι, περιέχει τα απομεινάρια του παρελθόντος που εξαφανίζονται αλλά και τις πρώτες εξελίξεις που υπάρχουν ήδη σε σχέση με αυτό που εμφανίζεται. Γι’ αυτό δεν πρέπει να κρίνουμε τα πράγματα μεμονωμένα, αλλά να τα τοποθετούμε σε μια διαδικασία, κατά την οποία αλλάζουμε τα πράγματα κι αλλάζουμε και οι ίδιοι.  Κι έτσι δεν θα περιμένουμε ούτε σωτήρες, αλλά θα συνειδητοποιούμε γιατί κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος.

              

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΣΜΟ

Κι αν σε περιόδους οικονομικής σταθερότητας είναι πιο εύκολο για την  αστική τάξη να διαθέτει τρόπους για να ενσωματώνει  στρώματα εργαζομένων στο σύστημα, σε περιόδους όμως οικονομικής κρίσης ή εμφάνισης μιας έκτακτης κατάστασης αποκαλυπτικής των καπιταλιστικών στόχων είναι που πολλαπλασιάζονται οι αφορμές για τις τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα να παράγουν κινήσεις και να ενστερνιστούν  αντιλήψεις ταξικού σχίσματος. Γιατί πάντα η αντικειμενική πραγματικότητα ασκεί πίεση και δημιουργεί κλίμα που επηρεάζει προς την κατεύθυνση διαμόρφωσης απόψεων ρήξης. Και φαίνεται αυτό στα μπλόκα των γεωργών, που αν και κατά παράδοση συντηρητικοί αντιμετωπίζουν πια με καχυποψία την κυβέρνηση και τα επικοινωνιακά παιχνίδια της, μη θεωρώντας αξιόπιστο ούτε τον πρωθυπουργό που τους καλεί σε συνάντηση, έτσι για …τσάι και συμπάθεια.
       Η  καθημερινή ζωή γεμίζει φόβο και ανησυχία ακόμα και πολλούς παραδοσιακούς μικροαστούς, οι κατ’ ευφημισμό μικρομεσαίοι, που απειλούνται με αφανισμό. Οι  πάλαι ποτέ προοδευτικές δυνάμεις, σοσιαλιστικές, σοσιαλδημοκρατικές ή αριστερές, έχουν μείνει χωρίς πολιτική, και, αφού ούτε να εξισορροπήσουν κάπως τις συνέπειες της καπιταλιστικής επίθεσης δεν προσπαθούν,  έχουν περιορίσει την πολιτική τους στο αίτημα της αντικειμενικής και αξιοκρατικής διαχείρισης των εξουσιαστικών μηχανισμών.  Η αποτυχία τους να αναιρεθεί έστω και κατ’ ελάχιστο η αντεργατική πολιτική έχει σαν συνέπεια  να έρχεται στο προσκήνιο εκείνη η δύναμη που μιλά για ανατροπή του καπιταλισμού, δηλ. η κομμουνιστική. Δεν είναι σύμπτωση ή τυχαίες  επιλογές η ανάδειξη  των ταξικών δυνάμεων που πρόσκεινται  στο ΚΚΕ σε πρώτη δύναμη σε σωματεία, όπως στην Ένωση Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας- Πειραιά ή  ακόμα και στη τριτοβάθμια συνδικαλισιτκή οργάνωση της ΑΔΕΔΥ.
      Η αποτυχία και οι αλλεπάλληλες διαψεύσεις των σοσιαλδημοκρατικών υποσχέσεων ότι μπορεί να υπάρξει ισορροπία ανάμεσα σε μια καπιταλιστική οικονομία και σε ένα κράτος που προσπαθεί να αναιρέσει ορισμένες από τις κοινωνικές ανεπιθύμητες συνέπειές της επανεπιβεβαιώνει το συμπέρασμα ότι η επιβολή εργατικών συμφερόντων στην οικονομία συνεπάγεται την κατάργηση του καπιταλισμού.
       Καθώς βλέπουμε τον καπιταλισμό να αναδιοργανώνει την παραγωγή ακόμα και στον τομέα της γεωργίας, όπου συνεχίζουν να διατηρούνται τα οικογενειακά αγροκτήματα, μετατρέπει και θέλει να μετατρέψει τους πάντες σε μισθωτούς εργάτες. Κι αυτή η κακόμοιρη μικροαστική τάξη, που κολακεύεται να πιστεύει, λόγω της ιδιωτικής της ιδιοκτησίας, ότι μοιάζει με την καπιταλιστική τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής, ενώ μοιάζει και με την εργατική τάξη, αφού επιβιώνει κυρίως από τη δική της εργασία, δεν μπορεί να ξεφύγει από την αστική τάξη ως προς τις σχέσεις και την κοσμοθεωρία της, πάντα με τα όνειρα της κοινωνικής ανέλιξης. 
       Αυτή η ενδιάμεση και συμπιεσμένη κοινωνική θέση των μικροαστών αποτελεί τη βάση  για τις αμφίθυμες και αντιφατικές συμπεριφορές τους, που θαυμάζουν εξεγερσιακά θεαματικά ξεσπάσματα όταν τους συνθλίβει η καπιταλιστική πραγματικότητα, αλλά δεν διακινδυνεύουν οργάνωση και αντίσταση στην καθημερινότητα της καπιταλιστικής παραγωγής. Είναι αυτοί  που τούτες τις ημέρες ευφραίνονται με τα σώου της Ζωής Κωνσταντοπούλου στην εξεταστική επιτροπή  για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αυτοί που αναρωτιούνται διαρκώς γιατί ο κόσμος δεν εξεγείρεται και απαιτούν απεργίες διαρκείας για τους …άλλους, αυτοί που θέλουν «εδώ και τώρα» χωρίς κόστος ν’ ανατραπούν προς όφελός τους τα πάντα,  αυτοί που δεν σταματούν να θαυμάζουν την Εσπερία με τη νέα της μορφή, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκοντας παρηγοριά στη δυνατότητα καταφυγής σ’ αυτήν, αυτοί που περιορίζουν τις περιβαλλοντικές τους ανησυχίες στη χρήση των πλαστικών καλαμακιών ή στην εκπομπές αερίων από τις αγελάδες. Πνιγμένοι από τη μέτρια πολυτέλειά τους και την αίσθηση ότι τα κατάφεραν, απεγνωσμένα ψάχνουν να βρουν το λάθος στον τρόπο διακυβέρνησης, αναζητώντας αενάως τον έντιμο πολιτικό που θα κάνει το καπιταλισμό να δουλέψει με τον σωστό τρόπο.
      Είναι που η αστική τάξη, κατέχοντας τα μέσα υλικής παραγωγής κυριαρχεί και στα μέσα πνευματικής παραγωγής και διαβρώνει κάθε αντίληψη και σκέψη, ελέγχει κάθε αφήγηση.   Όταν λοιπόν δεν υπάρχει χώρος για ελευθερία και ανεξαρτησία σκέψης για την εργατική τάξη, αυτό σημαίνει ότι οι ιδέες των εργατικών μαζών εξαρτώνται από την άρχουσα τάξη. Ακόμα λοιπόν και η συνεργασία και αλληλεγγύη μεταξύ των εργαζομένων σε διάφορους τομείς βρίσκονται κάτω από το ζυγό του κεφαλαίου. Η αστική ιδεολογία μάλιστα  παρουσιάζει την εξατομίκευση ως ένα μαγικό κλειδί που θα ανοίξει τις πόρτες του παραδείσου της ελευθερίας, χρησιμοποιώντας κενά λόγια για την ελευθερία, για να κρυφτεί η σκληρή πραγματικότητα της αστικής κυριαρχίας.
      Μοιάζει ο εργαζόμενος,  με την αυτοπεποίθηση και την υπερηφάνεια της τάξης του, σε μεγάλο ποσοστό να έχει αντικατασταθεί από έναν μικροαστό, που φοβισμένος μήπως προλεταριοποιηθεί, ονειρεύεται επιτυχημένες επαναστάσεις στις οποίες η συμμετοχή του είναι χωρίς κόστος και χωρίς καμιά διακινδύνευση, γιατί δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη διαστρεβλωμένη άποψή του για την ελευθερία και του φαίνεται  ακόμα και η  αγωνιστική συμμετοχή ενός ατόμου σε μια συλλογικότητα  ως απώλεια της προσωπικής ελευθερίας. Κι όμως ένας αγωνιστής εργαζόμενος νιώθει περήφανος που συμμετέχει σε συλλογική οργάνωση, το σωματείο του, και έχει κοινές ιδέες και στόχους με τους συναγωνιστές του.
       Στην πραγματικότητα, το να αγωνίζεσαι  για έναν σκοπό πρόθυμα, να έχεις έναν δίκαιο και σωστό στόχο, να κάνεις θυσίες για αυτόν τον στόχο ενάντια σε όλες τις δυσκολίες, όλα αυτά αποκαθάρουν  το άτομο από τη ρυπαρότητα του καπιταλισμού, σώζουν τον εγκέφαλο από τη νάρκωση και διευρύνουν την καρδιά του. Το να φτάσουμε σε τέτοιο σημείο δεν σημαίνει απώλεια ελευθερίας, όπως υποτίθεται από τη μικροαστική προσέγγιση, αλλά συνειδητοποίηση ταξική. Μ’ αυτόν τον τρόπο η νωθρότητα και ο εφησυχασμός ξεπερνιούνται, το απελπισμένο συναίσθημα της αδυναμίας για αντίσταση στην καπιταλιστική επίθεση διαλύεται και οι εργαζόμενοι,  αναπτύσσοντας τη ταξική συνείδηση και βιώνοντας την αλληλεγγύη ξαναποκτούν τη χαμένη αξιοπρέπεια και περηφάνεια της τάξης τους.
Η εργατική τάξη μοιάζει να αποκτά και πάλι τη συνείδησή της,  μέσα από τα σωματεία και κάθε είδους αγωνιστικές κινητοποιήσεις, τις περιφρονημένες 24ωρες απεργίες, τις διαμαρτυρίες.

                

 

M
T
G
Η λειτουργία ομιλίας περιορίζεται σε 200 χαρακτήρες