Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

ΥΠΕΡ ΠΑΝΤΩΝ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑ

Δύο μήνες  μετά  τη σταδιακή άρση των μέτρων καραντίνας και το σταδιακό άνοιγμα των συνόρων  για υποδοχή τουριστών, τα κρούσματα κορωνοϊού ακολουθούν ανοδική πορεία και  η κυβέρνηση με πρόστιμα και στοχοποιώντας την ανευθυνότητά μας προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημόσια υγεία και την οικονομία, για να μην χαθούν κέρδη από επιχειρήσεις και  επιχειρηματίες Και καθώς κλιμακώνεται η αύξηση των κρουσμάτων κλιμακώνονται οι προβληματισμοί  και οι ανησυχίες για τον βαθμό ανταπόκρισης του συστήματος Υγείας, ενώ οι πληροφορίες για την επάρκειά του είναι ελάχιστες και συγκεχυμένες.  Το ίδιο και με τους όρους υγιεινής  στους χώρους δουλειάς, με τα μέτρα αποφυγής συνωστισμού στα Μέσα μαζικής μεταφοράς κλπ.
       Αντίθετα, δεν σταμάτησε όλους αυτούς τους μήνες, μετά το κλείδωμα, η κυβέρνηση, συνεπικουρούμενη και από τα ΜΜΕ, να επαίρεται για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας και να αυτοθαυμάζεται, προβαίνοντας σε ενέργειες άρσης περιοριστικών μέτρων με το ρυθμό και την έκταση που θα ευνοούσαν αυτούς που επιμένουν και σ’ αυτές τις συνθήκες να εξασφαλίζουν τα κέρδη τους. Η αύξηση της πληρότητας των πλοίων κατά 80-85% που ανακοινώθηκε, ενώ αυξάνονται τα κρούσματα, είναι ένα παράδειγμα στα πλαίσια αυτής της πολιτικής επιλογής.
 Εστιάζεται όλη η προσοχή στην οικονομία, για την ακρίβεια στην εξασφάλιση κερδών ακόμα και εις βάρος της ανθρώπινης ζωής. Και μοιάζει βολικό η επιστροφή της πραγματικής οικονομίας στην ύφεση, με μείωση της παραγωγής και αύξηση της ανεργίας, να χρεώνεται στον εξωγενή παράγοντα της πανδημίας, αφού είθισται να αποδίδονται οι κρίσεις του καπιταλισμού σε εξωτερικούς παράγοντες. Βέβαια, πιο προσεκτικές αναλύσεις επισημαίνουν πως και σ’ όλο τον καπιταλιστικό κόσμο, και στη χώρα μας, η πανδημία ήταν απλά η θρυαλίδα  που επιτάχυνε την έκρηξη των προϋπάρχοντων προβλημάτων της καπιταλιστικής συσσώρευσης.
Πριν την  οικονομική κρίση του 2008 στα καπιταλιστικά κράτη είχε προηγηθεί μια περίοδος οικονομικής ευφορίας που στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό στη λειτουργία πλασματικού κεφαλαίου, με τα ευφάνταστα τραπεζικά και χρηματιστηριακά προϊόντα. Το καπιταλιστικό σύστημα προσπάθησε να ξεπεράσει αυτή την κρίση, εγκαταλείποντας το νεοφιλελεύθερο δόγμα ότι η αγορά εξισορροπείται αυτομάτως και προσφεύγοντας στον κρατικό παρεμβατισμό. Ο τελευταίος έχει εκδηλωθεί τόσο με τη χαλαρή νομισματική πολιτική, δηλαδή τη μείωση των επιτοκίων και την αύξηση της προσφοράς χρήματος, όσο και με την εκτεταμένη δημοσιονομική πολιτική, δηλ. την αύξηση των δημόσιων δαπανών και των επενδύσεων. Κι ύστερα η δημοσιονομική λιτότητα επανήλθε καθώς τα δημοσιονομικά ελλείμματα, προκειμένου να υποστηριχθεί η καπιταλιστική κερδοφορία, είχαν αυξηθεί. Η χαλαρή νομισματική πολιτική συνεχίζεται μέχρι σήμερα και έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της. Μετά  την πρακτική μηδενισμού των επιτοκίων, ξεκίνησαν κι άλλες νομισματικές πολιτικές,  όπως να υιοθετούνται και  τα αρνητικά επιτόκια, να χρησιμοποιείται η ποσοτική χαλάρωση κλπ. Το αποτέλεσμα ήταν μια εντελώς παράδοξη κατάσταση, όπου το δημόσιο και ιδιωτικό δημόσιο χρέος να αυξάνεται, ο λόγος του χρέους προς το παγκόσμιο ΑΕΠ να  έχει εκτοξευθεί στο 322%, μαζί με τις  χρηματιστηριακές αγορές  που αυξάνονταν συνεχώς Κι αυτό σημαίνει πως αυξάνονται οι προσδοκίες για καλύτερες μελλοντικές οικονομικές αποδόσεις ή ορθότερα, με τη μαρξιστική οπτική, αυξάνεται η προσδοκία για άντληση υπεραξίας και επομένως αύξησης των κερδών. Γι’ αυτό και στην  πραγματική οικονομία που αφορά τους ανθρώπους που παράγουν τον πλούτο δεν φαίνεται καμιά βελτίωση. Γι’ αυτό, στον καπιταλισμό, τομείς όπως η υγεία ενδιαφέρουν μόνο στον βαθμό που μπορεί να προκύψει κερδοφορία. Και γι’ αυτό σε καιρό υγειονομικών κρίσεων, όπως η πανδημία, η αντιμετώπισή τους με τα κριτήρια του καπιταλισμού μπορεί να είναι ολέθρια.
               Για το καπιταλιστικό σύστημα υπάρχει μια αντιφατική σχέση μεταξύ των υγειονομικών μέτρων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση της κρίσης της υγείας και των οικονομικών τους επιπτώσεων, ιδίως σε περιόδους οικονομικής αστάθειας. Γιατί τα όποια μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας έχουν υψηλό οικονομικό κόστος κι έτσι, για να μην περιοριστεί η  κερδοφορία, λαμβάνονται μέτρα εις βάρος των εργαζομένων που επιδεινώνουν όμως την ύφεση. Επειδή λοιπόν η κατανάλωση μειώνεται, καθώς το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται, είναι επόμενο η φθίνουσα παραγωγή να μην βρίσκει επαρκείς αγοραστές. Φαύλος κύκλος
         Συνεπώς,  η όποια ανάλυση της κατάστασης δεν μπορεί να αγνοεί την πολιτική και οικονομική διάσταση του προβλήματος, και ειδικότερα το γεγονός ότι τα διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά συστήματα έχουν διαφορετικές ικανότητες για την αντιμετώπιση αυτών των επιδημιών
               Μια καπιταλιστική οικονομία μπορεί να αντέξει μια μικρότερη περίοδο διακοπής, όπως έγινε την άνοιξη, της οικονομίας σε σύγκριση με μια σοσιαλιστική οικονομία ή ακόμα και τον κρατικό καπιταλισμό. Ο βασικός λόγος είναι ότι οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις λειτουργούν για κέρδος, αλλιώς δεν έχουν λόγο να υπάρξουν. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να λειτουργούν σε επίπεδο κόστους παραγωγής και επιπλέον με απώλειες. Εκτός αν κάποιος άλλος τους επιδοτεί να συνεχίσουν να λειτουργούν. Κι εδώ έρχεται αρωγός το καπιταλιστικό κράτος που οι αυτόκλητοι φιλελεύθεροι στον καιρό της ευμάρειας το ξορκίζουν, μόνο όμως για το σκέλος υποστήριξης δημόσιων αγαθών όπως η υγεία. Ποτέ όμως δεν αρνούνται, αντίθετα, όλοι οι μεγαλόσχημοι απαιτούν και σπεύδουν για  τις επιδοτήσεις από τη φορολόγηση των εργαζομένων. Το καπιταλιστικό κράτος  με τη φορολογία των εργαζομένων, αναλαμβάνει ένα μέρος του φορτίου των ιδιωτικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων και ως εκ τούτου επιδοτεί ουσιαστικά την επιβίωσή τους υπό συνθήκες οικονομικής πίεσης.
 Στον αντίποδα, μια σοσιαλιστική οικονομία μπορεί να επιβιώσει χωρίς να επιτύχει πλεόνασμα, δηλ. κέρδη απλά καλύπτοντας το κόστος παραγωγής. Για τους ίδιους λόγους μπορεί να επιβιώσει ακόμη περισσότερο με οικονομικές απώλειες. Επομένως, τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα που βασίζονται σε έναν τομέα δημόσιας υγείας είναι καλύτερα σε θέση να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της επιδημίας.
Σε ένα σύστημα που η βασική του ανησυχία είναι πώς θα αντιμετωπιστούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το χρέος, αφού  καταφέρει να χειραγωγήσει ή να καταστείλει την οργή των εργαζομένων για τις συνέπειες της αδιαφορίας του για την  ίδια του τη ζωή, θα μετατοπίσει το κέντρο βάρος προς δραστικές δομικές αλλαγές για να καλύψει τις απώλειες από την επιδημία και να αποκαταστήσει την καπιταλιστική κερδοφορία και συσσώρευση.
Κι επομένως είναι προφανές πως για  το εργατικό δυναμικό, αυτό το «νέο καινούριο φυσιολογικό» που προσπαθεί να επιβάλει το κεφάλαιο αντιπροσωπεύει ένα ακόμα πιο δυστοπικό μέλλον από την ίδια την επιδημία του κορωναϊού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: