Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΜΕΝΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ



 Η απόρριψη από τον υπουργό Δικαιοσύνης Σ. Κοντονή της πρόσκλησης της Εσθονίας, προεδρεύουσας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για συμμετοχή της Γενικής Γραμματείας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε συνέδριο με τίτλο «Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα» προκάλεσε πολλές αντιδράσεις σ’ ένα ανακαινισμένο πεδίο αντιπαράθεσης με την αξιωματική αντιπολίτευση, που φιλοδοξεί να ενισχύσει  ιδεολογικά ένα πλήθος διανοουμένων όλων των ειδών και κατηγοριών –πολλοί από τους οποίους έκαναν καριέρα πουλώντας αριστεροσύνη και ιδεολογία στα χρόνια της μεταπολίτευσης.
 Επιλεκτική μνήμη και ξαναγράψιμο της ιστορίας από τους σημερινούς νικητές, είναι η γιγαντιαία ιδεολογική επίθεση της κυρίαρχης τάξης, που αν στη χώρα μας γίνεται ακόμα  με δειλά βήματα, κι είναι κι αυτός κι ένας λόγος της άρνησης της κυβέρνησης (πέρα βέβαια  από την προσπάθειά της να πείσει για το αριστερό φιλολαϊκό προφίλ της ασκώντας την ίδια  αντιλαϊκή πολιτική) αυτό οφείλεται  στη ματωμένη δεκαετία του ’40 με την ηττημένη επανάσταση και το μετέπειτα καταστροφικό για το λαό μετεμφυλιακό κράτος και την ύπαρξη του ΚΚΕ.
Η εξάρθρωση της ιστορίας που επιχειρείται σε όλη την Ευρώπη θέλει να επιβάλλει τη σύζευξη ναζισμού και κομμουνισμού σαν αντίπαλο ζεύγος προς την αστική δημοκρατία. Η λογική επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται για την εξίσωση κουμμουνισμού-ναζισμού αποδείχνεται κατεξοχήν ευρετική –τα «θύματα του σταλινισμού» ανεβοκατεβαίνουν, το σύμφωνο Ρίμπεντροπ–Μολότωφη αποκομμένο από τα ιστορικά του συμφραζόμενα χρησιμοποιείται ως απόδειξη της συμμαχίας φασισμού και σοσιαλισμού, οι ουκρανοί των SS εκδημοκρατίζονται κλπ. Κι ενώ ο β παγκόσμιος πόλεμος ως στρατιωτική σύγκρουση εναντίον του φασισμού των  Χίτλερ και Μουσολίνι τέλειωσε το 1945, η πολιτική αντίθεση που εξέφραζε είτε την αναγνωρίζουμε  είτε όχι φαίνεται πως δεν έχει τελειώσει. Η προσπάθεια, σε κάθε ευκαιρία επετείου αυτής της σύγκρουσης, τα γεγονότα που μετουσιώνονται παραποιημένα σε αφήγηση να εμπλουτίζονται με μύθους απαξιωτικούς για το σοσιαλιστικό στρατόπεδο είναι ενδεικτική για το σημείο στο οποίο βρίσκεται η συνεχής αυτή πολιτική αντίθεση και το ρόλο του φασισμού στο κυρίαρχο σύστημα. Η θεωρία των δυο άκρων συμβαδίζει με την αντίληψη ότι δεν υπάρχει  εναλλακτική δυνατότητα πέραν της τωρινής τάξης πραγμάτων παρά μόνο προς το χειρότερο.  Το συγκεκριμένο μάλιστα συνέδριο αποκαλύπτει το στόχο της θεωρίας των δυο άκρων, που είναι η απομόνωση του κομμουνισμού –και η σταδιακή υποχώρηση του ναζισμού- σαν ολέθριου κι εγκληματικού συστήματος. Κι έτσι ο φασισμός νομιμοποιείται για να προσφέρει φρούδες ελπίδες στηριγμένες σε εσφαλμένες βάσεις.
Ο κυρίαρχος λόγος όλο και περισσότεροι αποπνέει κάθε πτυχή των κλασικών φασιστικών ιδεολογημάτων,  ένας αντικομμουνισμός ομολογουμένως τώρα με πιο ραφινάτο τρόπο. Η  επανεδραίωση κι εδώ και στην Ευρώπη  της ακροδεξιάς εκδοχής για το «σιδηρούν παραπέτασμα», η μόνιμη πίστη σ’ έναν ελεύθερο κόσμο, τα γκουλάκ οι κυμαινόμενες εκατόμβες σφαγιασθέντων, η ταπεινότητα των κινήτρων των επαναστατών και η αγριότητά τους  όλο και περισσότερο προβάλλονται στην κυρίαρχη πρόταση του λόγου της εξουσίας,
Με όχημα τα ανθρώπινα δικαιώματα καταδικάζεται κάθε απόπειρα ξεπεράσματος της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής. Τα ανθρώπινα δικαιώματα παρέχουν  το ηθικό πλαίσιο που χρειάζεται μια πολιτική που εξυπηρετεί τα καπιταλιστικά συμφέροντα προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς της ότι εκπροσωπεί το γενικό συμφέρον. Η καπιταλιστική Ευρώπη οριοθετεί το χώρο της και καλλιεργεί την κοινή βούληση των κατοίκων αυτού του χώρου να την υπερασπιστούν ενάντια στον εχθρό που θα ήθελε να επιβουλευθεί την ασφάλεια της, να υπερασπιστούν δηλ.  τον ίδιο τον καπιταλισμό. Οι εχθροί κατασκευάζονται και υποδεικνύονται.  Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός απειλεί το παρόν μας, αλλά και η κομμουνιστική προοπτική απειλεί το μέλλον μας, αν επιμένουμε να πιστεύουμε και να αγωνιζόμαστε γι’  αυτήν.
Κι ενώ  μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ προβάλλονταν ένα συναινετικό και υπεράνω πολιτικών αντιθέσεων μοντέλο δημοκρατίας, όσο η κρίση οξύνεται ξαναγυρνάμε στις πιο ακραίες μορφές ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού, την ίδια στιγμή που μοιάζει αντίπαλος να μην υπάρχει. Κι αναρωτιέται κανείς, με κομμουνιστικά κόμματα ολιγάριθμα ή αδύναμα, με ηττημένη την  κομμουνιστική επανάσταση και διαλυμένο το πρώτο εργατικό κράτος στον κόσμο, για το μέγεθος  του φόβου της άρχουσας τάξης ανά την Ευρώπη, και όχι μόνο, στην προοπτική  όποιας αντίδρασης από τις  εξαθλιωμένες μάζες, για να καταβάλλεται τέτοια προσπάθεια αμαύρωσης της σοσιαλιστικής ιδέας που μπορεί να τις κινητοποιήσει.  
Στην Ελλάδα ο κομμουνισμός ηττήθηκε και μάλιστα στρατιωτικά, κοντά εβδομήντα χρόνια τώρα, ενώ  στην Ευρώπη η αντεπανάσταση νίκησε στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα. Κι είναι εκπληκτικό που αυτή η ήττα επιβεβαιώνεται πάλι και πάλι με συκοφαντίες, προπηλακισμούς και χλεύη. Υπήρξε ένα διάλειμμα στη χώρα μας όταν οι πιο οργισμένοι εχθροί του κομμουνισμού τράβηξαν τόσο το σχοινί που έγιναν από ένα σημείο και πέρα επικίνδυνοι για την ίδια την τάξη που τους εξέθρεψε και υπηρετούσαν.  Κι ήταν τότε, στη μεταπολίτευση, που η διωκόμενη και ηττημένη αριστερά κατάφερε να ξανασηκώσει το κεφάλι σε ένα κίνημα δυναμικό και πρωτοπόρο που το ΠΑΣΟΚ ενσωμάτωσε και διέλυσε.
  Και τώρα τα φαντάσματα του αντικομμουνισμού ξαναγυρίζουν. Και μεις όμως δεν είμαστε πια ανύποπτοι,  χωρίς πολιτικό κριτήριο. Η γνώση του παρελθόντος είναι η σοφία του παρόντος μας. Στο βαθμό λοιπόν που η λέξη αλήθεια συντάσσεται από το στερητικό –α και το ουσιαστικό λήθη, σημαίνει κάτι το οποίο δεν πρέπει να ξεχνιέται, συνδέεται επομένως με το μνημονικό χρέος των ανθρώπων, κι έτσι η αλήθεια  συνάπτει το παρελθόν  με το παρόν και το μέλλον. Κι αυτή τη συλλογική μνήμη του παρελθόντος μας, τη μνήμη των αγώνων  και θυσιών αυτών που αγωνίστηκαν πρέπει να υπερασπιστούμε για να κατανοήσουμε το παρόν μας.   Γι’ αυτό και  είναι στην μνήμη που  επεμβαίνει ο κυρίαρχος ιδεολογικός λόγος  με τις επετείους, που μετατρέποντας τα γεγονότα σε αφήγηση προς όφελος της κυρίαρχης τάξης,  αφαιρεί από τις λαϊκές μάζες το αισθητήριο της πραγματικότητας, το ιδιαίτερο αυτό αισθητήριο που τις έκανε τον ασφαλέστερο κριτή της ιστορίας τους. Και κάπως έτσι να ανεχτούμε  παθητικά την κοινωνική πραγματικότητα χωρίς καμιά αντίσταση, μη κατορθώνοντας να κατανοήσουμε τις βαθιές αιτίες αυτής της κατάστασης των πραγμάτων και τα μέσα για να ξεπεραστεί αυτή η κατάσταση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: