Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ


Κι αν ήρθαν στο προσκήνιο οι συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού ήταν για να μάθουμε για το ναυάγιό τους. Κι ύστερα ξεκίνησε η αναζήτηση υπευθύνων για το ναυάγιο –το βλέμμα στράφηκε από αρκετούς  προς την ελληνική κυβέρνηση και ιδίως στον υπουργό εξωτερικών Ν. Κοτζιά- και συγχρόνως η ανανέωση της αισιοδοξίας για επανεκκίνηση των συνομιλιών.
        Ομολογουμένως κουβάρι μπερδεμένων συμφερόντων το Κυπριακό, δύσκολη η γνώση του στις λεπτομέρειές του,  πολύ περισσότερο η κατανόησή του. Το σύγχρονο πρόβλημα έχει τις ρίζες του στο ανατολικό ζήτημα –το πρόβλημα διανομής των εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που παρήκμαζε, από τις Μεγάλες Δυνάμεις και προς το συμφέρον τους. Ήταν τότε που  η περιοχή της Μ. Ανατολής, όπου τότε και τώρα  διακυβεύονται οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα προσαρτάται στις  δυο παραδοσιακές ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις, τη Γαλλία και Βρετανία. Η Κύπρος από το 1878 με μυστική σύμβαση δινόταν ως εκμίσθωση σε Αγγλία, ενώ το 1914 προσαρτήθηκε στην Βρετανική Αυτοκρατορία. Γι’ αυτό και στις μέρες μας  δεν μπορεί να εξεταστεί μεμονωμένα το Κυπριακό από τα διαδραματιζόμενα στην Μ. Ανατολή και απ’ όλα αυτά τα κρατίδια των αράβων που δημιούργησε στα πρώην εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κυρίως  η βρετανική διπλωματία, και στα οποία,  όταν μετά το Β παγκόσμιο πόλεμο η αγγλογαλλική κυριαρχία στη Μ. Ανατολή αμφισβητήθηκε δυναμικά στα πλαίσια των αντιαποικιακών αγώνων, δόθηκε ανεξαρτησία.
           Ανεξαρτησία, με εγγυήτριες δυνάμεις Ελλάδα, Τουρκία, Μ.Βρετανία, δόθηκε λοιπόν και στην Κύπρο με τις συμφωνίες της Ζυρίχης –Λονδίνου το 1959, της οποίας ο πληθυσμός ήταν 573.566 κάτοικοι, εκ των οποίων 441.656 Έλληνοκύπριοι (77%) και 104.942 (18,3%) Τουρκοκύπριοι και 26.968 (4,7%) λοιποί (Μαρωνίτες, Αρμένιοι). Είχε βέβαια προηγηθεί ο αγώνας των ελληνοκυπρίων που πήρε μορφή όχι αντιαποικιακή αλλά  καθαρά εθνική, με κύριο αίτημα την ένωση. Η τοποθέτηση του αιτήματος της αυτοδιάθεσης ως προεξάρχοντος συνθήματος δεν ετέθη, αφού στον αγώνα ετέθη επικεφαλής ένας ιερωμένος κι ένας αντικομμουνιστής χίτης. Στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, με το ελληνικό κράτος  να έχει βγει μόλις μια πενταετία από τον εμφύλιο με τη βοήθεια του αγγλοαμερικανικού παράγοντα και με έξαρση του εθνικισμού σε αντιδιαστολή με τον κομμουνισμό επόμενο ήταν να επιβληθεί εθνική κινητήρια δύναμη για το  αντάρτικο. Κι έτσι ήταν εύκολο η βρετανική μηχανή του «διαίρει και βασίλευε» που τόσο πολύ είχε καρποφορήσει σε όλη τη μακραίωνη ιστορία της βρετανικής αυτοκρατορίας, να δουλέψει έξυπνα και  στο κυπριακό. Οι βρετανοί ενθάρρυναν τις πρώτες τουρκικές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, σε αντιπερισπασμό προς τις ενωτικές εκδηλώσεις και  καταφέρνουν να διεγείρουν το ενδιαφέρον των τούρκων για την Κύπρο ως ίσων συνεταίρων.
         Στο κυπριακό δεν χαράχτηκε καμιά στρατηγική με τους ανάλογους χειρισμούς για τη δημιουργία μιας συμπαγούς απελευθερωτικής, αντιαποικιακής, αντιιμπεριαλιστικής  πορείας κι ίσως σ’ αυτήν την απουσία καλούμαστε να αναζητήσουμε όλα τα δεινά και τις συμφορές που επακολούθησαν. Και είναι η ανερμάτιστη εθνική πολιτική που  τις  σκανδαλώδεις ιμπεριαλιστικές  παρεμβάσεις και επεμβάσεις στη  δραματική πορεία του κυπριακού τις στηρίζει και τις δρομολογεί. Κι έτσι έφτασε να γίνει αποδεκτή  η περιορισμένη ανεξαρτησία της συμφωνίας της Ζυρίχης, θνησιγενής από τα γεννοφάσκια της, που εξασφάλιζε όμως τις Περιοχές Κυρίαρχων Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλιας υπό Βρετανική διαχείριση ως Βρετανικό Υπερπόντιο Εδαφος, στα όρια των οποίων σταμάτησε και η τουρκική επέλαση του 1974. Μέχρι το 1974 έμοιαζε η ασκούμενη ελληνική πολιτική από τη μια σε διεθνές επίπεδο να προσπαθεί να κατοχυρώσει την υπόσταση της ενιαίας και αδέσμευτης Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ ταυτόχρονα από την άλλη την υπονόμευε  στο εσωτερικό της Κύπρου ταλανίζοντας του κατοίκους της και χύνοντας διαρκώς νερό στο μύλο του τούρκικου επεκτατισμού και διευκολύνοντας τις ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις. Μέχρι που  κάτω από το πρόσχημα της ένωσης  εξυφάνθηκε η συνωμοσία της διχοτόμησης της Κύπρου. Το 1974 η λαίλαιπα της χούντας ξέσπασε με το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, και μετά λίγες μέρες  οι επεκτατιστές τούρκοι εισβολής  καμία δυσκολία δεν συνάντησαν στην κατάκτηση του μισού νησιού σε δυο φάσεις, με τις ΗΠΑ και Μ. Βρετανία σε ρόλο  σχεδόν έκπληκτου παρατηρητή.
          Κι έκτοτε μαζεύουμε ψηφίσματα του ΟΗΕ, τα στρατεύματα κατοχής παραμένουν, και η Βόρειος Κύπρος έχει ανακηρυχτεί εδώ και τριάντα χρόνια ανεξάρτητο τουρκοκυπριακό κράτος. Και δώδεκα χρόνια μετά την τελευταία προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού που ναυάγησε, νέα προσπάθεια πλησιάζει σχεδόν στη λύση μέχρι που ναυαγεί κι αυτή –προσωρινά λένε.
               Από τα κόμματα της  Ελλάδας, το ΚΚΕ, που τοποθετείται ξεκάθαρα εναντίον της λύσης που μεθοδεύεται υποστηρίζοντας ότι η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία θα είναι επίφαση ομοσπονδίας που οδηγεί στη διχοτόμηση κι έρχεται σε αντίθεση με το ΑΚΕΛ που υποστηρίζει τη δημιουργία ομόσπονδου κράτους στην Κύπρο με τις προϋποθέσεις που προτείνονται για «συνιστώντα» κράτη, κατηγορείται για μεταστροφή της θέσης του  για το Κυπριακό και  ότι συγκλίνει με εθνικιστικές αντιλήψεις. Στην κριτική εξ αριστερών εφαρμόζεται η θεωρία των δυο άκρων, κατηγορώντας για εθνικισμό το ΚΚΕ κι εμμέσως συμφωνία του με σωβινιστικές πολιτικές,  για να αναδειχθεί πως η προτεινόμενη λύση είναι η μόνη εφικτή που αποτρέπει τη διχοτόμηση κι ευνοεί το σύνολο ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, παρακάμπτοντας  ότι η προτεινόμενη λύση προωθείται απ’  αυτούς ακριβώς που έχουν δημιουργήσει το πρόβλημα.
          Και όσο δύσκολο κι αν είναι να κατανοηθεί το Κυπριακό δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς ποια ευνοϊκή για τον κυπριακό λαό λύση κατοχυρώνει  το υπάρχον επίπεδο συσχετισμού  των δυνάμεων απάντων των εμπλεκομένων, που δεν περιορίζονται μόνο στις εγγυήτριες δυνάμεις.  Κι αν γίνεται κατανοητό γιατί η κυρίαρχη τάξη της Ελλάδας και Κύπρου σ’  αυτήν την αρνητική συγκυρία σπεύδει για λύση του κυπριακού, -προσπαθώντας να κρατήσει τα προσχήματα υπεράσπισης συμφερόντων που βαφτίζει εθνικά- είναι δύσκολο να κατανοηθούν οι αιτίες που θα πρέπει να συνηγορήσουν σ’  αυτήν όσοι υπερασπίζονται λαϊκά συμφέροντα.
           Κι αν τα ερωτήματα μοιάζουν απλοϊκά δεν παύουν να προβληματίζουν:  Γιατί τώρα μετά από 42 χρόνια αναζήτησης βιώσιμης λύσης του Κυπριακού και διατήρησης του status quo που δημιουργήθηκε από την εισβολή των Τούρκων στο νησί οι διπλωματικές προσπάθειες είναι από μόνες τους ικανές να αλλάξουν το δυσμενή για τον ελληνοκυπριακό παράγοντα συσχετισμό δυνάμεων στο νησί,  γιατί κατηγορείται όποιος δεν συμφωνεί με τη λύση που μεθοδεύεται ως σωβινιστής –με κύριο αποδέκτη του χαρακτηρισμού αυτού το ΚΚΕ- γιατί διαχωρίζεται το είδος της λύσης που προωθείται από τη διεθνή συγκυρία και τα αλληλένδετα θέματα της Μ. Ανατολής και των ενεργειακών πόρων και γιατί προβάλλεται η δυνατότητα επίτευξης λύσης ευνοϊκής για την κυπριακή εργατική τάξη όταν αυτή  αναζητείται ως προς την ταξική συνειδητοποίηση. Αυτή τη συσχέτιση δεν έχει πρόβλημα να αναδείξει  ο υπουργός   εξωτερικών της Μ.  Βρετανίας Μπ. Τζόνσον σε συνέντευξή του κατά την επίσκεψή του στην Λευκωσία,  όταν δηλώνει «πιστεύουμε ότι είναι λογικό η συζήτηση να βλέπει τη μεγαλύτερη εικόνα και να εξετάζει το ευρύτερο πλαίσιο του σημερινού περιβάλλοντος ασφάλειας στην περιοχή».
         Ο πόλεμος και οι εντάσεις στην περιοχή παρέχουν οπωσδήποτε βάση για κάθε λογής υποθέσεις σχετικά με τα ιμπεριαλιστικά σχέδια  των ΗΠΑ, ΕΕ, Μ. Βρετανίας και ο όποιος ρεαλισμός και υποχωρητικότητα προς την κατεύθυνση των παρουσιαζόμενων ως εφικτών λύσεων, δεν μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη πως ο συσχετισμός δυνάμεων επιτρέπει την πρόσθεση τόσης δόσης «μαξιμαλισμού» στις απαιτήσεις των πιο ισχυρών εμπλεκομένων ώστε η αποδοχή τους να είναι αρχή για νέα δεινά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: