Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

     « Μπορούμε μόνοι μας να αναγκαστούμε όμως για να επιβιώσουμε να φύγουμε (από Ε.Ε) αν δούμε ότι πρέπει να πάμε σε μια βίαιη προσαρμογή γιατί πρέπει τις εσωτερικές  πληρωμές μας να τις τακτοποιούμε με βάση τα φορολογικά μας έσοδα. Διότι  μπορεί κάλλιστα να μας πληρώνουν τους τόκους και τα χρεολύσια, για να μην υπάρχει default που θα βλάψει το ευρώ, αλλά να μας αφήσουν στην εσωτερική διαχείριση να καταβυθιστούμε στο άγνωστο»
           Σ΄ αυτές τις  εκλογές δεν μπορούμε να επικαλεστούμε ως ελαφρυντικό την άγνοιά μας η την ικανότητα των πολιτικών να μας ξεγελάσουν. Σ’   αυτήν τη φάση κανένας πολιτικός, που αρθρώνει λόγο πολιτικό ή όχι,   δεν  μπορεί πια να μας ξεγελά. Ο Βενιζέλος με τη συνέντευξη του στο  ΒΗΜΑ της Κυριακής λέει αυτά που πιστεύει, ξέρει και ίσως …θέλει. Και όχι μόνο αυτός, αλλά και όλη η ηγετική ομάδα περί Ν.Δ και ΠΑΣΟΚ αυτά που πιστεύουν, ξέρουν και θέλουν  τα  κάνουν λόγο πολιτικό και ιδεολογικό. Ο Βενιζέλος μ’  αυτή τη συνέντευξη  περιγράφει  ξεκάθαρα, κι ας είναι πάλι με τη μορφή εκβιαστικού διλήμματος, το μέλλον της Ελλάδας. Οσα έγιναν μέχρι τώρα ήταν για να θωρακιστεί το ευρώ, από δώ και πέρα η πορεία μας είναι εσωτερική υπόθεση, της εγχώριας κυρίαρχης τάξης, πορεία προδιαγεγραμμένη εκτός αν ….
        Κοντά τρία χρόνια τώρα  η κρίση έχει αναλυθεί  με όρους αποτελεσμάτων, φαινομένων που γίνονται εμπειρικά  αντιληπτά και στατιστικά μετρήσιμα. Ενώ υπάρχει μια ταύτιση στην περιγραφή της  υπάρχουν μύριες τόσες διαφωνίες για τις κοινωνικές δυναμικές που τη δημιουργούν και τους μηχανισμούς που την αναπαράγουν. Κάποιοι δείχνουν να αγνοούν  τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, τα στοιχεία της σε σχέση με τη συγκεκριμένη κοινωνία και επομένως αγνοούν  και τις αναγκαίες προϋποθέσεις που απαιτούνται για να την υπερβούμε. Τελικά και οι οικονομικές θεωρίες φαίνονται να είναι αμήχανες μπροστά στην κρίση. Όλο το σύστημα μέτρων του φιλελεύθερου ή ακόμα και κεϋνσιανού οπλοστασίου  αποδεικνύεται ανεπαρκές, κι απλώς υπογραμμίζει την προϊούσα ανεπάρκεια της διαχείρισης της οικονομικής κρίσης.  Και ο τεχνοκρατισμός και ο πραγματισμός των οικονομολόγων αδυνατεί να προσφέρει  τις αναγκαίες συνταγές.  Κρύβεται η θεωρητική τους γύμνια  πίσω από  ιδεολογικά κουρέλια και  επιστημονικές φαντασιώσεις, θεωρητικοποιώντας την ανικανότητά τους να διαχειριστούν την κρίση.
         Σ΄ αυτές τις εκλογές  η αριστερά δεν μπορεί να αναδειχθεί σε υπεύθυνο σύμβουλο της κυβερνητικής πολιτικής. Η αριστερά είναι αριστερά  όχι επειδή νοιάζεται να βγάλει  την κοινωνία χωρίς αμυχές από την κρίση της, αλλά ακριβώς επειδή  αποβλέπει στο μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών. Δεν προτίθεται  συνεπώς να δώσει συνταγές  οικονομικής πολιτικής. Προτίθεται να αλλάξει την κοινωνία, αρθρώνοντας  ανατρεπτικό λόγο.  Οι περισσοτεροι από μας  όμως δεν μπορούμε να περιμένουμε. Το αγαπημένο σύνθημά μας δεν είναι «εδώ και τώρα»;   Η οικονομική κρίση όμως  κοντεύει να γίνει για όλους μας   μια υπόθεση ανεξέλεγκτης συλλογικής καταστροφής, μια πράξη διαδοχικών αντιποίνων, μια δύναμη που μας οδηγεί στη χωρίς όρους  και ελπίδες υποταγή σε αποφάσεις  αφανών οικονομικών κέντρων και  μας αναγκάζει να γίνουμε συνυπεύθυνοι και συνένοχοι για οποιαδήποτε απόφαση των κυβερνητών μας. Και γι’ αυτό  εμείς απελπισμένα ζητάμε αποτελεσματικές συνταγές  για το πώς μπορούμε να ξεφύγουμε απ’  αυτό το καθεστώς ομηρίας   … εδώ και τώρα.
       Μέσω των εκλογών  οι περισσότεροι από μας αναζητούμε να αναθέσουμε σε κάποιους που θα κερδίσουν την εμπιστοσύνη μας, χωρίς μεσολάβηση ιδεολογιών και μηχανισμών, την προάσπιση των συμφερόντων μας και δεν βρίσκουμε. Και νιώθουμε απογοητευμένοι που η αριστερά, και ιδιαίτερα η κομμουνιστική, δείχνει να έχει επίγνωση των ορίων της πολιτικής της και μας καλεί σε συστράτευση.
       Οι περισσότεροι όμως από μας έχουμε ξεχάσει πως είναι να μοιράζεσαι κοινές προσδοκίες, ενώ κάποιοι  ποτέ δεν είχαμε όνειρα να αλλάξουμε την κοινωνία,  αλλά το πολύ πολύ να εναρμονιστούμε όλο και περισσότερο με αυτήν ούτε συμμετείχαμε  σε αγώνες  για ένα  κοινό αύριο που θα επιθυμούσαμε. Πως να αντιδράσουμε; Πως να αγωνιστούμε;
       Τα μνημόνια εγκατέστησαν μόνιμα στην κοινωνία   την αβεβαιότητα και το φόβο και  είτε το θέλουμε είτε όχι  όλοι σπρωχνόμαστε μέσα στο πλαίσιο της αναμέτρησης. Ενώ  το μόνο  που οι περισσότεροι ζητάμε είναι να γίνουν τα πράγματα  όπως πριν από την εποχή των μνημονίων… εδώ και τώρα…

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ


          Και καταλήξαμε, με μεθοδικό τρόπο είναι  αλήθεια, ένα μείζον πρόβλημα που έχει να λυθεί στις εκλογές να είναι η ενότητα της αριστεράς και η ικανότητά της να κυβερνήσει.
          Και ο ΣΥΡΙΖΑ, (για ψηφοθηρικούς λόγους;) φαίνεται να παίζει  αυτό το παιχνίδι του κυρίαρχου συστήματος. Με  την πρότασή του για κυβέρνηση, χαρίζοντας μάλιστα πρωθυπουργία στην  Παπαρήγα ή Κουβέλη και με αποδοχή  ακόμα και ψήφου εμπιστοσύνης  από τον Καμμένο, αυτοεμπλέκεται σε επικίνδυνους ακροβατισμούς, αποσυνδέοντας μια κυβέρνηση «πολυσυλλεκτική» από ταξικές διαιρέσεις και αποσαφηνισμένες κοινωνικές ιεραρχήσεις. 
            Ίσως βέβαια,  τελικά, όλη αυτή η συζήτηση για κυβέρνηση της αριστεράς να ανοίγει το δρόμο για αντικατάσταση από το μπλοκ εξουσίας του «αριστερού» ΠΑΣΟΚ με τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ η τη ΔΗΜΑΡ, μια που φαίνεται πως το ΠΑΣΟΚ δεν έχει πια τη δυναμική να χειραγωγεί τις λαϊκές τάξεις, άρα ο ρόλος του συρρικνώνεται.
          Μ’  αυτήν τη στάση του ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι περιπλέκει για την αριστερά, κυρίως τη μη κομμουνιστική,  τα πράγματα, ενώ θα έπρεπε να συγκεντρώνει όλες τις προσπάθειες  στο αληθινό πρόβλημα, τη σχέση της αριστεράς με τη λογική του υπάρχοντος συστήματος.
          Η επικράτηση της αριστεράς   δεν είναι  διαδικασία χειρισμών κορυφής,  αλλά συνολική κίνηση και πάλη των μαζών και του λαϊκού κινήματος. Το βασικό πρόβλημα  εντοπίζεται,  αφενός στον τρόπο της ριζικής απόρριψης των όρων με τους οποίους τίθεται  από το κυρίαρχο σύστημα η κρίση, αφετέρου στην  αναμέτρηση μ’  αυτήν σύμφωνα με τους όρους της αριστεράς, που βέβαια προϋποθέτουν την αμφισβήτηση της λογικής τους καπιταλισμού.
          Πέρυσι, τέτοιο καιρό περίπου είχαμε την αναζήτηση της άμεσης δημοκρατίας στις πλατείες, που με την πρώτη σταγόνα της βροχής χάθηκε στην καταχνιά του χειμώνα.  
          Φέτος, οι εκλογές κοντεύουν να καταλήξουν δημοψήφισμα για την ικανότητα της αριστεράς, και ιδιαίτερα βέβαια της κομμουνιστικής, να κυβερνήσει.
          Μ’ αυτή τη μετάθεση του διακυβεύματος των εκλογών, το κυρίαρχο σύστημα θέλει να αποδείξει την ανικανότητα και αδυναμία των αριστερών να κυβερνήσουν, ώστε ακόμα και οι ψήφοι διαμαρτυρίας να μη στραφούν προς τα εκεί.
            Είναι ξεκάθαρο,  πως καμιά αριστερά, όσο είναι αριστερά και αμφισβητεί την καπιταλιστική λογική,  στο δεδομένο πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να  κυβερνήσει:  Η θα πρέπει να ανατρέψει, ή τουλάχιστο να μετασχηματίσει,   το ίδιο το πολιτικό σύστημα  ή θα πρέπει να αρνηθεί την ταυτότητά της, γιατί το πρόβλημα δεν είναι να θέτεις αριστερά ερωτήματα, αλλά να δίνεις αριστερές απαντήσεις
         Όταν το κυρίαρχο σύστημα βάζει σαν προβληματισμό την ικανότητα της αριστεράς να κυβερνήσει με τους δικούς του  όρους, θέλει να αποδείξει από τη μια  τη δική του δύναμη και ως εκ τούτου   και ανεκτικότητα  και  από την άλλη την ανευθυνότητα της αριστεράς, που δεν τολμά να αναλάβει ευθύνες.  Το κυριότερο όμως είναι ότι εμπλέκοντας σ’  αυτό το παιχνίδι εξουσίας και την αριστερά θέλει να κονιορτοποιήσει  τις ιδέες της, να την αναδείξει αφερέγγυα, ακατάλληλη και ανίκανη να κυβερνήσει.
           Ως υπόθεση εργασίας, οι εκλογές θα μπορούσαν να μετασχηματίσουν το υπάρχον πολιτικό σύστημα, μόνο αν υπήρχε ένα ισχυρό μαζικό  κίνημα, που όρθωνε ένα αυτόνομο λόγο, που είχε διάθεση και δυνατότητα να συγκρουστεί και να δώσει τις δικές του λύσεις στο οικονομικό, το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.  Πιθανόν  τώρα  η δυναμική  να υπάρχει, αλλά δεν φαίνεται ακόμα να οδηγεί στη στράτευση την πλειοψηφία του πληθυσμού, πράγμα που μπορεί να γίνει μέσα από τους πολύμορφους και καθημερινούς αγώνες, πολιτικούς και ιδεολογικούς.
         Μη ξεχνάμε και την τακτική που εφαρμόστηκε από το μπλοκ εξουσίας μετά την απελευθέρωση,  τότε  που υπήρχε ένα τέτοιο κίνημα ισχυρό και μάλιστα ένοπλο.     
        Τις τελευταίες μέρες φαίνεται πως μια ολόκληρη στρατηγική σχεδιάζεται από το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας   και θεμελιώνεται στην ανάγκη  για εφαρμογή της υπέρβασης  των διαχωριστικών  γραμμών, που καταλήγουν σε προτάσεις συμμαχιών και διεκδίκηση μεριδίου κρατικής εξουσίας. Στόχος της   να παρασύρει   στο κάδρο εξουσίας και την αριστερά, ιδιαίτερα την κομμουνιστική,  για να χρεωθεί τις πολλαπλές συνέπειες και αντιφάσεις της οικονομικής κρίσης, που θα την συμπαρασύρουν στην παρακμή,  για να καταρρεύσει η ελπίδα και κάθε προοπτική για αγώνα και αντίσταση.
         Στις εκλογές η ψήφος στην αριστερά, κομμουνιστική και μη, μπορεί να σηματοδοτήσει  και τη δυναμική του λαϊκού κινήματος. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί  όμως καμιά  πρόταση εξουσίας της αριστεράς αν δεν είναι αποφασισμένη να την υποστηρίξει  η μεγάλη πλειοψηφία του λαού.   Σίγουρα, όσο θα βαθαίνει η οικονομική κρίση θα αναδεικνύεται η ταξική σύγκρουση, που πια δεν θα συμβιβάζεται με την καθεστηκυία τάξη. Συγχρόνως όμως  θα σκληραίνει αυτή η σύγκρουση και θα γίνεται συνείδηση σε όλους μας η ανάγκη να στρατευθούμε, εμείς και όχι κάποιοι πληρεξούσιοι.
     Καιρός να διαλύονται οι ψευδαισθήσεις ότι στο τέρμα των λεωφόρων της διαμαρτυρίας είναι η πλάζ.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

ΠΕΡΙ ΕΘΥΝΗΣ

       Και προσπαθούν, εν όψει εκλογών,  να διαμορφωθούν δυο στρατόπεδα με κριτήριο το μνημόνιο: μνημονιακοί – αντιμνημονιακοί. Κι αυτός ο διαχωρισμός να χωρίζει κάθετα την κοινωνία και διαταξιακά - μέχρι που ο  Καμμένος είπε πως θα μπορούσε να συμπράξει με τον ΣΥΡΙΖΑ. Και συνεχώς  όλοι στα ΜΜΕ,  σχεδόν σε διακαναλική συμφωνία, να  ρωτούν και να ξαναρωτούν γιατί δεν ενώνεται η αριστερά, και  να το ρωτούν οι ίδιοι που την απαξιώνουν. Και βεβαίως περίσσεψαν τα παραδείγματα από τον β παγκόσμιο πόλεμο, κάνοντας φυσικά επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας. Και συνεχώς μιλούν για κατοχή, και όλο την   ίδρυση ενός νέου ΕΑΜ ευαγγελίζονται. (Καζάκης, Καμμένος, κλπ)
       Και οι περισσότεροι από μας ζητούμε να ξαναζήσουμε, ίσως και κάπως νοσταλγικά, την πάλη  του ελληνικού λαού, έτσι γενικά και αόριστα, αλλά στο … συμβολικό επίπεδο. Το κοσμοείδωλο που φτιάχνεται έχει διαχρονικότητα και διαταξικότητα – ένας λαός που συνεχώς αντιστέκεται σε ξένη κατοχή.
         Μόνο που αυτή η ανάγνωση της πραγματικότητας είναι πολύ απλή και αρκετά βολική. Δεν βοηθά να κατανοήσουμε την τωρινή  κατάσταση, να αντιληφθούμε τους μηχανισμούς  και τις διαδικασίες διαμόρφωσής της.  Και βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν ερμηνεύει την όλη κατάσταση με όρους ταξικούς, ενώ  η διαχείριση της κρίσης είναι ξεκάθαρα και απόλυτα ταξική. Ετσι γίνεται δύσκολο   να κατανοήσουμε τα ιδιαίτερα συμφέροντα των τάξεων και των ταξικών συγκρούσεων που υποφώσκουν, τον τρόπο και τους όρους  με τους οποίους  συντίθενται  και αποσυντίθενται οι ταξικές συμμαχίες και τα μπλοκ εξουσίας
      Επειδή αναφέρεται πολύ συχνά  ο β παγκόσμιος πόλεμος, η κατοχή  κλπ. μη ξεχνάμε ότι  στον πόλεμο υπήρχε ένας εχθρός, ο ναζισμός,  και όλοι, οι άνθρωποι και οι ιδέες, έπρεπε να συνεργαστούν για την καταστροφή του. Γι’  αυτό εύρισκαν γόνιμο έδαφος οι διαταξικές συνεργασίες και συμμαχίες.  Η σκληρή  ταξική γλώσσα  του μεσοπολέμου, της οικονομικής κρίσης του ΄29 είχε δώσει  τη θέση της στα κοινά συνθήματα και στους ενωτικούς στόχους.   Η  αντιφασιστική  πολιτική  των ενιαίων μετώπων της Αντίστασης  χωρούσε  περίπου όλες τις κοινωνικές τάξεις και όλα τα ιδεώδη της αστικής δημοκρατίας. Ακόμα και τότε όμως  δεν υποχωρούσε   η ταξική σύγκρουση. Ο  ανταγωνισμός, συχνά  ανελέητος, ανάμεσα στα ιδεολογικά ρεύματα και τα επιμέρους συμφέροντα των ταξικών ομάδων, περνούσε μέσα από τα αντιστασιακά σχήματα, όπου και έπαιρνε διάφορες μορφές.
        Η  αναδρομή  σε εκείνους τους αγώνες φαίνεται πως ακριβώς αποβλέπει να τονίσει την  διαταξική ενότητα, παραβλέποντας ότι και τότε  γίνονταν πολλές σκέψεις ανάμεσα στους λαούς για  τη μορφή και την ποιότητα του αυριανού κόσμου. Ποτέ άλλοτε όσο τότε, η ιδέα μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας δε είχε κατακτήσει τόσο  βαθιά τις ψυχές τόσων πολλών  ανθρώπων.  Ακόμα και τα πιο συντηρητικά πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα βρέθηκαν υποχρεωμένα να επικαλεστούν κάποιο σοσιαλιστικό αύριο για να μην αποκοπούν από τις επιθυμίες και τις διαθέσεις των λαών τους.
       Βέβαια,  στο τέλος, στις μέρες μας,  καταλήξαμε όλη αυτή η  συλλογική αναζήτηση  ενός καλύτερου  μέλλοντος να παραχωρήσει  τη θέση της  στην ατομική επιδίωξη ενός λουστραρισμένου μικρόκοσμου, που τελικά πνίγηκε μέσα στα μνημόνια.
        Και τώρα  έρχεται το κυρίαρχο σύστημα και εκμεταλλεύεται όλα εκείνα τα οράματα, χρησιμοποιεί τις αναμνήσεις αγώνων, αποστεωμένες  από το νόημά τους, αποσπασμένες από το ιστορικό τους περίγραμμα, ακριβώς για να εξουδετερώσει και απορροφήσει κάθε αντίδραση.
          Οσο η κρίση  οξύνεται, όχι μόνο με τις αντικειμενικές της διαστάσεις,  αλλά και με τον τρόπο που βιώνεται, τα δυο μεγάλα κόμματα θέλουν να μας πείσουν ότι θα ξαναβρούμε στο έδαφος της επώδυνης πραγματικότητας το δρόμο της σταθερότητας και της ανάπτυξης που εξασφαλίζουν τα μνημόνια.  Καθώς οι  κοινωνικοταξικές αντιθέσεις  οξύνονται και  η μονόπλευρη  λιτότητα προκαλεί οργή, ο φόβος της κυρίαρχης ελίτ   για τις πολιτικές κινητικότητες που μπορεί να επιτρέψουν νέους συσχετισμούς δυνάμεων  εις βάρος της, την  κάνει  να θυμηθεί την ευθύνη της αριστεράς και ένα τμήμα της τουλάχιστον που αυτοαποκαλείται  ακόμα σοσιαλιστικό (ΠΑΣΟΚ) να την προκαλεί να συμμαχήσει μαζί της, σε μια κυβέρνηση που, εφόσον και διότι θα μετέχει η αριστερά, θα είναι εξ ορισμού φιλολαϊκή και σοσιαλιστικών προδιαγραφών. Εξουδετερώνοντάς τη μ’  αυτόν τον τρόπο θα  υποβιβαστεί σε διαχειριστή του συστήματος, όπου όλα τα ελέγχουν άλλοι και αναδεικνύοντας το κυρίαρχο σύστημα ανίκητο και μοναδικό.
        Σχηματοποιώντας: ο αυτονόητος συλλογισμός,  ότι  η δεξιά διαχείριση της κρίσης  από τη Ν.Δ θα είναι κακή, αφού αυτή συντέλεσε στην μεγέθυνσή της και  ότι  το ΠΑΣΟΚ πρόδωσε του οπαδούς του κι αποδείχτηκε  ανίκανο να διαχειριστεί την κρίση, μπορεί να οδηγήσει  μεγάλο τμήμα του πληθυσμού να ξαναθυμηθεί την αριστερά, αν δεν πειστεί από όλες αυτές τις παραφυάδες του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας. Για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο,  μπαίνει σε λειτουργία ένας μηχανισμός από τη μια μετασχηματισμού και παραφθοράς των παραστάσεων που εγγράφηκαν στο λαϊκό υποσυνείδητο από τους παλιούς αγώνες και από την άλλη ανάδειξης της «ανευθυνότητας» της αριστεράς να αναλάβει την ευθύνη της διακυβέρνησης. Και μεγάλο τμήμα του πληθυσμού συνεχίζοντας να πιστεύει και να θέλει η επανάσταση να γίνει στην τηλεόραση και  απλώς να την παρακολουθεί  κατηγορεί την αριστερά για τη στάση της.
       Μια αριστερά σε κυβερνήσεις συνεργασίας ή ανοχής δεν τη χρειάζονται παρά μόνο για να λειτουργήσει στην κατεύθυνση  της κοινωνικοπολιτικής πειθάρχησης  και της παθητικής  προσαρμογής μας χωρίς αντίδραση.
        Η βασική  ευθύνη της αριστεράς είναι να διατυπώνει συγκεκριμένες προτάσεις που θα συνδέουν  την αγωνιστική αντιμετώπιση της κρίσης, σε όλη την πολλαπλότητά της, με την  προοπτική ριζοσπαστικών κοινωνικών μετασχηματισμών. Τα υπόλοιπα είναι δική μας ευθύνη.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

ΦΟΒΗΤΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ


              Από το τέλος   του εμφυλίου μέχρι και την πτώση της δικτατορίας,  η  ζωή στη χώρα μας  ήταν υποταγμένη στους όρους που υπαγόρευε μια ασυμφιλίωτη πολιτική  αντίθεση στην πιο καθαρή,  δυνατή μορφή. Τα αντίπαλα μέτωπα διακλαδίζονταν σ’  ολόκληρο το κοινωνικό σώμα διαχωρίζοντας παντού  τις  αντίπαλες δυνάμεις. Από τη μια μεριά το στρατόπεδο της δεξιάς με το κράτος και το παρακράτος της, που συνέχιζε μονόπλευρα την εμφύλιο, εισχωρούσε παντού, χρωματίζοντας τα πάντα, και εξαντλούσε την εκδικητικότητά του νικητή απέναντι στον νικημένο,  εξορκίζοντας το δικαιολογημένο περασμένο φόβο που δεν έλεγε να μετριαστεί.
           Από την άλλη μεριά, η δημοκρατική  παράταξη που περιλάμβανε κεντρώες δυνάμεις και  αριστερές,  με τις διαιρέσεις, τις διαμάχες και τις διαφωνίες της, με τα διφορούμενα του διμέτωπου, τις λαϊκές αντιστάσεις, την απήχηση και την επιρροή της  πρόβαλλε με τη μια  ή την άλλη μορφή ως κεντρικό και κοινό  αίτημα  τον  πολιτικό εκδημοκρατισμό . Η ίδια η αριστερά(ΕΔΑ), για να αμυνθεί απέναντι σ’  έναν  ισχυρότερο και αδίστακτο αντίπαλο, που επεδίωκε την ολοκληρωτική νίκη, ήταν υποχρεωμένη να επεξεργάζεται κάποια επιμέρους αιτήματα, ν’ αντιστέκεται η να διαμαρτύρεται για τη βία και το σκοταδισμό και κυρίως να αγωνίζεται για την   αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας. Για τις δυνάμεις του κέντρου η λύση αυτού του προβλήματος συνέπιπτε και με την κατάργησή του, όχι βέβαια και για την αριστερά.
            Η δικτατορία μετατόπισε τη διαχωριστική γραμμή, αφού η έλευση των συνταγματαρχών κατάργησε την κυβερνώσα δεξιά (κυβέρνηση Κανελλοπούλου) και έθιξε την εξουσία της, διαχωρίζοντας στα δυο την κυρίαρχη παράταξη. Τώρα το αίτημα για δημοκρατική ομαλότητα έγινε πιο έντονο και αμεσότερο και υιοθετήθηκε και από ένα τμήμα των πολιτικών της δεξιάς. Βέβαια η αριστερά παρέμενε ο αντίπαλος πόλος, αφού δοσίλογοι, χαφιέδες, κομμουνιστοφάγοι κλπ. συγκρότησαν τη νέα εξουσία με κοινή ιδεολογική συνιστώσα το αντικομμουνιστικό μένος. Με τη δικτατορία η  εθνικοφροσύνη χρεοκόπησε σε όλα τα επίπεδα και η αριστερά στα πλαίσια της αντιχουντικής ενότητας, συνέπεια και της ιδεολογίας του αντιφασισμού,  επειδή η πτώση της δικτατορίας συσπείρωνε αντικειμενικά ολόκληρο το φάσμα του πολιτικού κόσμου, βρέθηκε σε συμμαχία με δυνάμεις ακόμα και δεξιές, αλλά αντιχουντικές.
           Με την πτώση της χούντας, ο ολικός πολιτικός αποκλεισμός της αριστεράς από την πολιτική εξουσία αίρεται με τη νομιμοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος.
          Το πέρασμα στον κοινοβουλευτισμό συντελέστηκε ομαλά, σε στενή συνεργασία με τις στρατιωτικές  δυνάμεις και με ξεκάθαρη συμφωνία ότι η διέξοδος θα έχει άρωμα δεξιάς – εγγυητής ο Κ. Καραμανλής.
            Και επτά χρόνια μετά την πτώση της χούντας, το ΠΑΣΟΚ, υιοθετώντας το λόγο της αριστεράς, θα πάρει την εξουσία, συγχωνεύοντας στον πολιτικό του λόγο ετερόκλητα στοιχεία από διάφορες ιδεολογίες, για να καταλήξει η διευρυμένη  δημοκρατική παράταξη να αναφωνήσει ότι ο αγώνας τώρα δικαιώνεται.
              Και ύστερα,  ακολούθησε μια εντυπωσιακή  οικονομική ανάπτυξη. Διευρύνεται το αστικό μέτωπο, καθώς προστίθενται  ορισμένες κατηγορίες νέων μεσοστρωμάτων,  που το ΠΑΣΟΚ έγινε ο κυριότερος  πολιτικός τους εκφραστής και η αποδοχή του οικονομικού μοντέλου, που άφηνε περιθώρια για άσκηση άγριου καταναλωτισμού, γίνεται κοινός παρανομαστής όλου αυτού του κοινωνικού και πολιτικού χώρου.
             Κάπως έτσι  οι αστικές αξίες αναδείχθηκαν  σχεδόν σε καθολικές και συνεπώς τα  περιθώρια για τις όποιες εναλλακτικές κοινωνικές και πολιτικές προτάσεις έγιναν  ασφυχτικά περιορισμένα. Το κυρίαρχο σύστημα είχε τη δυνατότητα ενσωμάτωσης του ανατρεπτικού  λόγου, που, σχεδόν χωρίς αποδέκτη, μετεωριζόταν στη σύνδεσή του με κάποια  κοινωνικά τμήματα, για να χρησιμοποιείται  πολλές φορές  σαν αριστερό συμπλήρωμα στην  κυρίαρχη ιδεολογία ή απλώς σαν ακροαριστερό διακοσμητικό της. Ένα πλήθος από επιμέρους σημαντικές ή ασήμαντες αντιφάσεις, αντιθέσεις ή συγκρούσεις κατά κανόνα παρέμεναν πολιτικά λανθάνουσες, δεν αναδύονταν στην πολιτική σκηνή, περιθωριοποιούνταν, άλλοτε συμπιεσμένες από τους κανόνες του δικομματισμού και άλλοτε λεηλατημένες από την κομματική εκμετάλλευση
         Οι αντιθέσεις βέβαια και οι διαφορές παρέμεναν αλλά η αποδοχή  αυτού του μοντέλου  τις  έκανε αόρατες, καθιστώντας ανύπαρκτη η υποτυπώδη την αντικαπιταλιστική εκδοχή από τη μεγαλύτερη πλειοψηφία.
          Κι ύστερα ήρθε η βαθιά κρίση και τα μνημόνια.
       Και διευρύνθηκε η σύγχυση ανάμεσα σε παρατάξεις και κόμματα και  αυξήθηκε η ευτέλεια ιδεών και  σχέσεων και φανερώθηκε η ιδιοτέλεια που  υποβαστάζει την πολιτική.
           Και το ΠΑΣΟΚ, δια του προέδρου της,  ξαναθυμάται την ευρεία   δημοκρατική παράταξη,   που θα εξασφαλίσει υπεύθυνα τη δημοκρατική ομαλότητα, επισείει τον κίνδυνο  για τον  εκφασισμό της κοινωνίας,  απαξιώνοντας τον λόγο της αριστεράς που δεν οδηγεί σε εφαρμόσιμη πολιτική εξόδου από την κρίση. Η δε  Ν.Δ, επιθυμώντας διακαώς την εξουσία,  δείχνει συμφέροντα που επιθυμούν κυβερνητική αστάθεια, υποστηρίζοντας ότι  αδύναμες κυβερνήσεις επιδιώκουν εκείνοι που  εκφράζουν ένα φαύλο σύστημα.
       Το φόβητρο του μετεμφυλιακού κράτους επιστρέφει  ανεστραμμένα.  Τότε, ο κίνδυνος του κομμουνισμού  δικαιολογούσε τη «δημοκρατική εκτροπή», τώρα  ο κίνδυνος του εκφασισμού κάνει επικίνδυνο τον  κομμουνιστικό λόγο.
    Και στο βάθος ο   πραγματικός   φόβος του κυρίαρχου συστήματος για ανατροπή του.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

ΔΥΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ

« Το Μνημόνιο καλύπτει μια πολύ στενή λωρίδα των πολιτικών που πρέπει να ασκήσει η χώρα….. Λέει το Μνημόνιο για παράδειγμα ποια θα είναι η εξωτερική πολιτική της χώρας;
Εγώ ήμουνα Υπουργός Εθνικής Άμυνας και ήμουνα εναντίον της προσφυγής στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
Ποιος θα κάνει, με λίγα λόγια, από το Μάιο και μετά αυτό που έκανα εγώ από τον Ιούνιο πέρσι μέχρι τώρα, παίρνοντας τη χώρα στους ώμους μου;» Από τη συνέντευξη Βενιζέλου στο MEGA
«Η Ελλάδα θα τα καταφέρει! Χρειάζεται λαό που πιστεύει στον εαυτό του. Και κυβέρνηση που βάζει πάνω απ’ όλα το εθνικό συμφέρον. Που μπορεί να πάρει αποφάσεις και μπορεί να διαπραγματευθεί στο εξωτερικό» Από δήλωση του Σαμαρά

Όταν η αποδοχή των μνημονίων από τα κόμματα εξουσίας, κρίνοντας από τα αποτελέσματα, φαίνεται πως έγινε για να εξυπηρετεί το μεγάλο κεφάλαιο, με όποια μορφή, και όχι το κοινωνικό συμφέρον, είναι αρκετά αντιφατικό προεκλογικά να υποστηρίζεται από τους Σαμαρά και Βενιζέλο ότι οι διαδικασίες που ήδη έχουν δρομολογηθεί μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, μετεκλογικά μπορούν να φέρουν διαφορετικά αποτελέσματα.
Ξαναρχίζει λοιπόν να παίζεται το παλιό παιχνίδι με τους πολιτικούς μας, που στις εκλογές είναι αναγκασμένοι να εμφανίζονται προσηνείς, ήρεμοι, πειστικοί και να υπόσχονται καλύτερες μέρες στο μέλλον. Μόνο που αυτή τη φορά η τοποθέτησή τους στο ζήτημα του διακυβεύματος των εκλογών δεν μπορεί να είναι αθώα ούτε οι ίδιοι οι κυβερνώντες να δηλώνουν άγνοια, όσο κι αν θέλουν να φέρουν το παιχνίδι στα μέτρα τους. Επιμένουν να τονίζουν ότι μόνο κυβέρνηση καλούμαστε να διαλέξουμε, κυβέρνηση ισχυρή και υπεύθυνη, περιορίζοντας έτσι και πάλι το παιχνίδι ανάμεσα στους δυο, ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ και τα παρακλάδια τους, πιστεύοντας ότι κι αυτή τη φορά οι περισσότεροι θα διαλέξουμε με τα ίδια κριτήρια των παλιότερων αναμετρήσεων. Σ’ αυτή τη λογική, στο αυταπόδεικτο ότι η ψήφος υπάρχει αποκλειστικά για την εκλογή κυβέρνησης, ριζώνει η νοοτροπία της χαμένης ψήφου και ο φόβος για ακυβερνησία και έτσι συνεχίζει να επιβιώνει ο δικομματισμός, που στην προκειμένη περίπτωση διευρύνεται σε συγκυβέρνηση.
Τα δυο κόμματα εξουσίας, ενώ στην πραγματικότητα ως προς την ιδεολογία και κοινωνικούς προσανατολισμούς τους είναι ταξικά, θέλουν να εμφανίζονται διαταξικά, πολυσυλλεκτικά, εθνικού ακροατηρίου. Από δίπλα βέβαια και όλα αυτά τα κομματίδια που προέκυψαν από τα σπλάχνα τους και θέλουν να φαίνονται ότι διαφοροποιούνται, δίνοντας την εντύπωση των πολλών επιλογών στους εκλογείς. Παρατηρείται σε όλα αυτά μια ταύτιση προοπτικών και σχεδίων, μια συμπληρωματικότητα στις μεταξύ τους σχέσεις που μετεκλογικά θα επιτρέψει συνεργασίες οι οποίες θα διατηρήσουν το δικομματικό χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος με την ταυτόσημη πολιτική.
Σίγουρα, αυτοί οι εκλογείς που ποτέ δεν εξέλεγαν κυβέρνηση, αλλά την υφίσταντο και την μάχονταν, έχουν τώρα πολλαπλασιαστεί. Και τώρα ξέρουμε ότι η συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ δεν μπορεί να είναι κυβέρνηση των κοινωνικών δυνάμεων με των οποίων τα συμφέροντα οι αριστεροί ταυτίζονται και μόνο χάρις και γι΄ αυτήν την ταύτιση υπάρχουν. Αυτά τα κόμματα λειτουργούν ξεκάθαρα πια ως μηχανισμοί οργάνωσης και ενσωμάτωσης των μαζών σε διαδικασίες που ελέγχονται από την κυρίαρχη τάξη, για να χειραγωγηθούν οι αντιδράσεις τους. Με το δίλημμα, κυβέρνηση και υπευθυνότητα από τη μια χάος και ανευθυνότητα από την άλλη, που προσπαθούν τα κυρίαρχα κόμματα εξουσίας να το κάνουν το επίκεντρο των εκλογών, αντί να καθιστούν εφικτό το ζητούμενο απλώς υποστηρίζουν ότι ζητούν το εφικτό, όπως αυτοί το ορίζουν, και έτσι προσπαθούν να απομονώσουν εκείνες τις δυνάμεις της αριστεράς που δε δέχονται τους ολέθριους εκβιασμούς τους.
Το κυρίαρχο σύστημα είναι ισχυρό, όχι όμως παντοδύναμο ούτε μονοκράτορας. Το ίδιο εν αγνοία του, μέσα στην αυτάρκη αλαζονεία του και σιγουριά του, προκαλεί εκρήξεις αγωνιστικών διεκδικήσεων και ανατροπών στις δομές του που μπορούν να δημιουργήσουν τη δυναμική για να συνειδητοποιήσουν την κατάσταση ευρύτατα τμήματα του πληθυσμού και να μετασχηματιστούν σε δύναμη πολιτική μέσα από τις αγωνιστικές κινητοποιήσεις.
Η εκλογική μάχη δεν είναι παρά μια στιγμή στην πορεία των αγώνων μας, που μπορεί να βοηθήσει στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα στο κοινωνικό σώμα αλλά και στο κυρίαρχο σύστημα.
Γι’ αυτό και στην συγκεκριμένη συγκυρία έχουν πληθύνει αυτοί που δεν διαλέγουν κυβέρνηση, αυτοί που δεν αποδέχονται την αυτονόητη, όπως πιστεύουν οι κυβερνώντες, ερμηνεία των εκλογών και τη σημασία τους που δίνουν οι δυο μεγάλοι, δηλ. κυβέρνηση ή χάος. Έχουν πληθύνει αυτοί που διαλέγουν στρατόπεδο. Αρκεί να αντιληφθούμε ποια είναι αυτά τα στρατόπεδα και ποιοι ανήκουν σε ποιο.
Αυτό που πρέπει να επιδιωχθεί με τις εκλογές από το εκλογικό σώμα είναι η διεύρυνση του πεδίου ιδεολογικής επιρροής της αριστεράς που θα πετύχει την ανάπτυξη του μαζικού κινήματος με όλες τις πολιτικές και ιδεολογικές συνέπειες. Τα στρατόπεδα είναι δυο. Η αριστερά, και μάλιστα η κομμουνιστική, και όλοι οι άλλοι.
Η απόφαση είναι δική μας.

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ


       Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο Ακης Τσοχατζόπουλος μέσω  off shore εταιρειών,  των οποίων ήταν αφανής ιδιοκτήτης, νομιμοποίησε παράνομες αμοιβές που έλαβε ως υπουργός για συμβάσεις προμήθειας οπλικών συστημάτων, διαβάζουμε σε ειδήσεις έντυπες και ηλεκτρονικές. Η σύλληψή  του  και η κράτησή του ανήμερα της προκήρυξης των εκλογών  δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με  σκοπιμότητες της εξουσίας, εκτελεστικής και δικαστικής.
            Όλη η συζήτηση  και η συνεχής καταγγελία για διαφθορά,  η απαίτηση για τιμωρία φαίνεται πως  οδηγεί στην αναζήτηση του αποδιοπομπαίου τράγου, που με το ξορκισμό του θα προσφέρει την αναγκαία κάθαρση   στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα και ιδιαιτέρως στο ΠΑΣΟΚ, του οποίου οι πολιτικές επιλογές της τελευταίας διετίας θεωρούνται απαρχή της οικονομικής εξαθλίωσής μας.
            Όμως αυτή η ιδεολογική χρήση της διαφθοράς πολύ λίγο συμβάλλει στην αποσαφήνιση των σημαντικών  θεωρητικών  και πολιτικών προβλημάτων που υποκρύπτονται. Η συζήτηση πια προσλαμβάνει έντονα  φορμαλιστικές διαστάσεις, πνίγεται στην περιπτωσιολογία με προφανώς ιδεολογικούς  προσδιορισμούς.
            Οι παράνομες δραστηριότητες πολιτικών προσώπων,  στη συγκεκριμένη περίπτωση του Τσοχατζόπουλου, ορίζονται  σε μια σχέση εξωτερικότητας ή παραλληλίας προς κάποιο υποθετικό κανονικό ή τυπικό πρότυπο οικονομικής δραστηριότητας πολιτικών προσώπων. Μάλιστα η νομιμότητα  αυτού του προτύπου προκύπτει από  πολιτικές επιλογές  που έγιναν νόμοι, πολλές φορές ακατανόητοι για τους πολλούς, ενώ η παρανομία προκύπτει από   τα στοιχεία ελέγχου από το κράτος και τους λειτουργούς του. Ο χώρος συνεπώς  της διαφθοράς προκύπτει ως άρνηση της εφαρμογής των ρυθμιστικών νόμων  για τις οικονομικές ή άλλες δραστηριότητες,  που κάθε φορά το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα επιλέγει, αλλά και ως άρνηση  των κρατικών λειτουργών καταγραφής δηλ.  απόκρυψης και αξιολόγησης όλων των πτυχών αυτών των δραστηριοτήτων. 
          Αυτός ο αρνητικός ορισμός της διαφθοράς αποδεικνύει την πολιτική  και θεωρητική ασάφεια του όρου. Πρώτον γιατί το εύρος και  οι μορφές του κρατικού ελέγχου που γίνονται μέσω των οργάνων του είναι ιστορικά προσδιορισμένες, μεταβάλλονται διαχρονικά και προσδιορίζονται από τις εσωτερικές ισορροπίες στο εσωτερικό της εξουσίας. Δεν προκύπτουν  δηλ. από ένα αυστηρά καθορισμένο νοηματικό πρότυπο  που εκφράζεται με συγκεκριμένους νόμους και δεύτερον γιατί  ο ορισμός αυτός της διαφθοράς δεν προκύπτει από την ομαδοποίηση κάποιων κοινών χαρακτηριστικών των οριζομένων ως παράνομες δραστηριότητες, χαρακτηριστικών που  να τις καθιστούν διακριτές από τις λοιπές κατηγορίες οι οποίες θεωρούνται σύννομες και κανονικές. Ο,τι απαξιωτικά από ηθική άποψη ονομάζουμε μίζα, με νόμο μπορεί να πάρει  τη μορφή της νόμιμης προμήθειας.
          Ο κρατικός έλεγχος  επί των δραστηριοτήτων  των φορέων της εξουσίας ταυτίζεται με την αντίστοιχη νομική ρύθμιση που τον επιτρέπει και τον επιβάλλει, αλλά έτσι καταλήγουμε σε αδιέξοδο. Οι νόμοι έχουν γενική εφαρμογή, ισχύουν για κάθε δραστηριότητα, αφήνοντας όμως κενά για συγκεκριμένες δράσεις. Θα πρέπει λοιπόν εξειδικευμένα σε κάθε περίπτωση  να ανατρέξουμε στην εφαρμογή των νομικών κανόνων. Και τότε η διαφθορά προκύπτει ως αποτέλεσμα της μη αποτελεσματικότητας  του ελέγχου  του κρατικού μηχανισμού, ως αρνητικό παράγωγο της δράσης ιστορικά καθορισμένων κρατικών μηχανισμών.
        Αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με προβλήματα άλλης τάξης από εκείνα που προσφέρονται  στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο,  που εστιάζει στην ηθική διάσταση των παρανομούντων προσώπων.  Μας αναγκάζει να θέσουμε τα ερωτήματα της ταξικότητας του κράτους και των τρόπων  με τους οποίους  η ταξικότητα αυτή αναπαράγεται μέσα στους ίδιους τους κρατικούς μηχανισμούς συνθέτοντας την πρόταση της πολιτικής ηγεμονίας και του ελέγχου της από τους πολίτες.  Είναι απαραίτητο λοιπόν να συσχετίζουμε τις οικονομικές συναλλαγές, που στηριζόμενες σε νόμους προκύπτουν από τη δυναμική της καπιταλιστικής λειτουργίας του κράτους εκμεταλλευόμενες  τη στο έπακρό της,   με  αυτές που αποτελούν δραστηριότητες μεμονωμένων ατόμων και φαίνεται, ενώ στην πραγματικότητα είναι συνέπειά τους,  να έρχονται σε  αντίθεση  με τους υπάρχοντες νόμους και το σύστημα για να μη  καταλήγουμε σε εσφαλμένες και ιδεοληπτικές αναγνώσεις της πολιτικής πραγματικότητας, οικοδομώντας τη θεωρία, και περιοριζόμενοι σ’  αυτήν,  περί έντιμων και μη έντιμων πολιτικών.
           Τα προβλήματα διαφθοράς και η όποια πολιτική να αντιμετωπιστούν σημαίνει να εκλείψουν  οι συνθήκες όπου τα δημιουργούν. Είναι προβλήματα κατ’  εξοχήν πολιτικά, των οποίων αναγκαία, αλλά καθόλου ικανή και οπωσδήποτε δευτερεύουσα πλευρά, είναι η τιμωρία των ενόχων. Η διαφθορά  από πολιτικό πρόβλημα μετατρέπεται σε ποινικό και συρρικνώνεται σε ένα έργο τιμωρίας των ενόχων, όποιων ο έλεγχος αποδείξει ως ενόχους. Σ’  αυτή τη διαδικασία  χάνεται κάθε διάσταση που θα αποδείκνυε τις εγγενείς αιτίες που γέννησαν και γεννούν  τα σκάνδαλα, δηλ. τις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύχθηκε και κινήθηκε το πολιτικό μας σύστημα, προβλήματα δομής και λειτουργίας της διοίκησης και του κράτους γενικότερα, προβλήματα νόμων και θεσμών.         
           Στο τέλος θα καταλήξουμε στο κυνήγι του κλέφτη  που θα παίρνει όλο και περισσότερο ένα χαρακτήρα ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μεταξύ πολιτικών αντιπάλων, με βάση τον υπέρτατο νόμο, το δίκαιο του ισχυροτέρου. Ολη αυτή η διαδικασία δεν αποκαλύπτει μόνο μια υποκρισία ως προς το ρόλο των τριών εξουσιών στο πολιτικό μας σύστημα αλλά αναδεικνύει και τον πολιτικαντισμό, την μικροκομματική σκοπιμότητα με τις ιεραρχήσεις, προτεραιότητες και επιδιώξεις  της άρχουσας τάξης όχι μόνο εδώ αλλά και στην Ευρώπη.
         Η διάσταση που δόθηκε στη σύλληψη του Τσοχατζόπουλου είναι μια προσπάθεια να εξισορροπήσουν οι πολιτικοί των κυρίαρχων κομμάτων την καταρράκωση  της αυθεντίας τους στο εκλογικό τους ακροατήριο,  τη διάβρωση της δύναμής τους και της αξιοπιστίας τους με μια γιγαντιαία  επιχείρηση διαφήμισης περί εντιμότητας. Μ’  αυτόν τον τρόπο τα κόμματα εφησυχάζουν  με τις αυταπάτες τους συνεχίζοντας να πιστεύουν  ότι ορίζουν με λανθασμένο τρόπο την πολιτική.