Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ

       Σε μια προχθεσινή  εκπομπή  στη ΝΕΤ, από το  1995, σε επανάληψη,  για την Αλκη Ζέη της σειράς Μονόγραμμα, η συγγραφέας διηγιόταν τη ζωή της που ήταν συγχρόνως κι ένα οδοιπορικό στην νεώτερη ιστορία της Ελλάδας – κατοχή, εμφύλιος, εξορία, προσφυγιά, επαναπατρισμός, χούντα, αυτοεξορία, γυρισμός.
         Είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και  δυο χρόνια μετά το μνημόνιο στη χώρα μας κάποια λόγια  της συγγραφέως αποκτούν άλλο νόημα.
        Επισήμανση πρώτη: αναφερόμενη η συγγραφέας  στην πραγματικότητα που αντίκρισε  όταν έφτασε στην Τασκένδη τονίζει ότι δεν υπήρχε «ούτε μπάνιο ούτε τουαλέτα» και ότι στην αρχή όλες οι δυσκολίες την «παραξένεψαν», έκαναν να «σφιχτεί» η ψυχή της, ενώ αυτή πήγαινε πιστεύοντας ότι θα βρει «έναν επίγειο παράδεισο»
          Επισήμανση δεύτερη:  Αναφερόμενη στη δικτατορία υπογράμμισε ότι αμέσως μετά το πραξικόπημα έπρεπε να φύγει  για τη Γαλλία, γιατί κινδύνευε να πιαστεί, ο Γιώργος    (Σεβαστίκογλου)
        Η Αλκη Ζέη, νέα κοπέλα από αστική οικογένεια δεν ήταν η μόνη που τα χρόνια εκείνα ο πόλεμος και η αντίσταση ριζοσπαστικοποίησε. Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, μικροαστικά και αστικά που είχαν αυτονομηθεί από τα παλιά κόμματα, τα οποία στην ουσία  είχαν επιβάλει τη δικτατορία, ενώ  δεν πρόσφεραν τίποτε  στα δύσκολα χρόνια, έλκονταν από τις επαγγελίες για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές για τις οποίες πρωτίστως μαζί με την εθνική απελευθέρωση αγωνιζόταν το ΕΑΜ. Το πρόγραμμά του και η δράση του ανταποκρίνονται στα αιτήματα μεγάλου  μέρους των λαϊκών και μικροαστικών ομάδων που συνειδητοποιούνται και ριζοσπαστικοποιούνται  όλο και περισσότερο. Στις δυνάμεις αυτές ανήκε ένα μεγάλο μέρος από την πιο συνειδητή ομάδα του ελληνισμού και από το  πιο φωτισμένο  τμήμα του, είτε στην εργατική τάξη είτε στη μεσαία  αστική τάξη είτε στο διανοούμενο και καλλιτεχνικό κόσμο της Ελλάδας.
        Μετά την ήττα του εμφυλίου, αγωνιστές από μικροαστικές οικογένειες ή αστικές, διανοούμενοι, εργάτες ή χωρικοί βρέθηκαν να στοιβάζονται στο τέρμα της … γης, την Τασκένδη.  Κάθε κοινωνική ομάδα, απ΄ αυτές που πήραν μέρος στον αγώνα, διαφορετικά,  με υλικούς όρους, φαντάζονταν  την κοινωνία που θα προέκυπτε από την επανάσταση . Όταν έφτασαν λοιπόν στην ΕΣΣΔ δεν έρχονταν σε μια πραγματική χώρα που  είχε προκύψει  30 χρόνια πριν από μια επανάσταση κι ένα εμφύλιο και αγωνιζόταν μέχρις εσχάτων στα χρόνια του πολέμου, αλλά στην γή της επαγγελίας, που φυσικά δεν ήταν. Ιδιαίτερα οι αγωνιστές που θα προέρχονταν από αστικές οικογένειες θα πρέπει να υπέστησαν το μεγαλύτερο σόκ.
          Σκέφτεται κανείς ότι αν  οι νικητές του εμφυλίου είχαν την τόλμη  να διευρύνουν τα στενά περιθώρια της ηγετικής τάξης του έθνους αποδεχόμενοι πολλούς από τους αγωνιστές, που περισσότερο επιδίωκαν μεταρρυθμίσεις κοινωνικές παρά επαναστατική ανατροπή, και μπορούσαν να ανεχτούν σε ένα ελάχιστο βαθμό κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, τότε ίσως πολλοί από τους αγωνιστές να είχαν ενσωματωθεί στο υπάρχον κοινωνικό σύστημα πολύ πιο νωρίς και ίσως και χωρίς μεγάλες  αλλαγές της κοινωνίας. Η πόλωση που το κυρίαρχο σύστημα  συντηρούσε από δική του ανασφάλεια περιθωριοποίησε έναν ολόκληρο κόσμο που δεν ήταν σίγουρα όλος επαναστατικός.
          Στα σύγχρονα χρόνια το κυρίαρχο σύστημα ενεργεί διαφορετικά. Αισθάνεται πολύ πιο σίγουρο και κάνει το παν για να μην αποκαλυφτεί το βάραθρο που ανοίγεται  ανάμεσα στους απλούς εργαζόμενους, εργάτες, μισθωτούς, και τις κυρίαρχες τάξεις. Συνεχώς το σύστημα δίνει την εντύπωση ότι προσφέρει εναλλακτικές λύσεις στην προσπάθεια να απορροφηθεί η συσσωρευμένη ένταση, ελπίζοντας ότι οι κοινωνικές πιέσεις θα αμβλυνθούν, χωρίς να μετατραπούν σε εκρηκτικά αδιέξοδα.
         Τότε οι κυβερνώντες επεδίωξαν για διάφορους λόγους την ένταση και την εκρηκτική διέξοδο του εμφυλίου, που τελικά περιθωριοποίησε και ως ένα βαθμό και διαταξικά ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Ισως δεν είναι σύμπτωση ότι η γενιά της αντίστασης, που είχε  καταφέρει μετά τον εμφύλιο να αστικοποιηθεί εν τω μεταξύ στο μεγαλύτερο μέρος της,  τον καιρό της χούντας ιδιώτευσε η “αυτοεξορίστηκε”  εκτός αν η ίδια η χούντα για δικούς της λόγους, δεν της το επέτρεπε.    Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια της Ζέη για τον άντρα της Σεβαστίκογλου που έφυγε αμέσως μετά τη χούντα στο Παρίσι.
       Στις μέρες μας, μέχρι και το μνημόνιο, οι κοινωνικές πιέσεις ήταν αρκετά περιορισμένες και η ισορροπία του συστήματος καλά κρατούσε. Κτιζόταν ένα οικονομικό κοινωνικό στρώμα  που τον ευκαιριακό πλουτισμό του πίστευε πως μπορούσε να μετατρέψει σε πολιτική εξουσία, ώστε να παγιώσει τα κεκτημένα του.  Το μνημόνιο ακυρώνει αυτές τις προσδοκίες, όχι όμως και την προσδοκία αυτών των μεσοστρωμάτων  για τη δυνατότητα του συστήματος  να ξαναβρεί τις ισορροπίες του συμπεριλαμβάνοντάς τους.
      Η πόλωση στη δεκαετία του ΄40 κινητοποίησε και ριζοσπαστικοποίησε ακόμα και  αστικά και μικροαστικά στρώματα.  Στις μέρες μας η καλλιέργεια ψευδαισθήσεων από τη μεριά των κυβερνώντων και η δική μας αδυναμία και δειλία ν’ αντικρίσουμε την πραγματικότητα μας οδηγεί στην πλήρη υποταγή στις αποφάσεις τους. 
    Οι μόνες αντιδράσεις από την εργατική τάξη ξεκινούν... η απεργία στη χαλυβουργία συνεχίζει.
        Δεν έχουμε όμως  δώσει σαν σύνολο   οι εργαζόμενοι    κανέναν κοινό αγώνα, ενώ υπάρχει ο  φόβος να  χάσουμε στον ταξικό πόλεμο. Αποδεχτήκαμε την  κοινωνική υποταγή μας στις αποφάσεις των κυβερνώντων, εγχώριων και διεθνών, με αναρίθμητες πράξεις νομιμοφροσύνης που υπογράφουμε κάθε μέρα αποδεχόμενοι νόμους που υπονομεύουν την επιβίωσή μας.
     Η  συνολική συνειδητοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση μας μοιάζει μακρινή ακόμα …

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

ΠΕΡΙ ΠΡΟΦΥΛΑΚΙΣΕΩΣ ΕΦΡΑΙΜ

         Προφυλάκιση για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου του ηγουμένου Εφραίμ,  παραίτηση οικονομικών εισαγγελέων  με καταγγελίες για παρέμβαση στο έργο τους,  χαρακτηρισμός της ενέργειάς τους ως βεβιασμένης και υπερβολικής από τους υπουργούς οικονομικών και δικαιοσύνης Βενιζέλου και Παπαϊωάννου, φέρνουν στο προσκήνιο  το ρόλο της δικαιοσύνης, για να βρει λύσεις σε διαμάχες ακόμα και πολιτικού χαρακτήρα. Το νομικό σύστημα επιφορτίζεται με την ευθύνη διευθέτησης των  πολιτικών σχέσεων.  
         Έχοντας εδώ και χρόνια χάσει μεγάλο μέρος του κύρους της και της αξιοπιστίας της,  η δικαστική  εξουσία προσπαθεί να αποδείξει την αυτονομία της  με αποφάσεις  που στρέφονται εναντίον φυσικών προσώπων  τα οποία παρανόμησαν και  θεωρούνται ότι εκπροσωπούν άρχουσες τάξεις.
         Συγχρόνως,  η δικαστική σφαίρα αποδεικνύεται  το πεδίο που επιτρέπει την έκφραση κοινωνικών  και πολιτικών συγκρούσεων  συγκεκαλυμμένων,  είτε με τη μορφή  σκανδάλων είτε δήθεν μεμονωμένων περιπτώσεων διαπλοκής  κλπ., που αντιμετωπίζονται  απλώς ως νομικές παραβάσεις.
          Αφού στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου τα αδικήματα των πολιτικών  παραγράφηκαν, η δικαιοσύνη  αποδεικνύει την ισχύ της με την απόφαση για προφυλάκιση του Εφραίμ. Την ίδια στιγμή, μ’ αυτή την απόφαση, φαίνεται να  αναδεικνύεται  η αλλαγή ισορροπιών ισχύος  στη χώρα μας.
          Στο μεταπολεμικό κράτος μας,  οι πυλώνες εξουσίας περιλάμβαναν, εκτός από τον στρατό και την αστυνομία, σταθερά την εκκλησία, που αναγνωρίζεται και από την πολιτική εξουσία σαν μια  υπολογίσιμη δύναμη μέχρι και την πρώτη δεκαετία της μεταπολίτευσης. Η εκκλησία λειτουργούσε ενοποιητικά, για να κατασκευαστούν κοινωνικές ισορροπίες και συλλογικότητες που θα επέτρεπαν να λειτουργήσει η έννοια της εθνικής ενότητας πέρα από ταξικές διακρίσεις και διεκδικήσεις.
          Ο Α. Παπανδρέου ενώ στα λόγια αμφισβήτησε την ισχύ της, στην πράξη επεδίωξε ένα συμβιβασμό, όχι εις βάρος της εκκλησίας, ενώ στα χρόνια του «εκσυγχρονισμού» επί πρωθυπουργίας Σημίτη μέσα από ύμνους  προς δόξαν της πολυπολιτισμικότητας, της αυτονομίας των πολιτών, του αυτοκαθορισμού τους, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ. υποβαθμιζόταν  ο ρόλος της  εκκλησίας στην πολιτική ζωή. .
          Συγχρόνως, περιοριζόταν και  η επιρροή της στη διαμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας των μεγάλων λαϊκών στρωμάτων, που παλιότερα καθόριζε και ήλεγχε, τις πιο πολλές φορές με συντηρητικό και οπισθοδρομικό τρόπο. Αυτό που ενδιέφερε τώρα ήταν η δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για εμπόριο, επιχειρήσεις, κυνήγι κέρδους, κατανάλωσης  κλπ. Η επιρροή του lifestyle  μέσα από την τηλεόραση,  τα αντίστοιχου περιεχομένου περιοδικά, ο διαφημιστικής μορφής  πολιτικός λόγος σχεδόν την αντικατέστησαν σ’  ένα μεγάλο βαθμό. Το σύστημα πια δεν την είχε ανάγκη. Η χειραγώγηση και έλεγχος  μπορούσε να γίνει με τα νέα μέσα.
      Το θρησκευτικό πεδίο, που για χρόνια είχε γίνει πρόσφορο έδαφος για να εκφράζονται ακόμα και αντιτιθέμενες πολιτικές τάσεις, δεν θεωρείται πια τόσο  σημαντικό. Η εθνική και θρησκευτική  ομογενοποίηση, τουλάχιστον στα χρόνια της ευμάρειας, ήταν ανεπαρκής και παρωχημένη στη διαμόρφωση ενός κοινωνικού πλαισίου αποδεκτού από όλες τις κοινωνικές  και οικονομικές δυνάμεις.  Η ουδετεροποίηση της θρησκείας  βαίνει ολοένα και αυξανόμενη και συρρικνωμένη στην κατάσταση ενός πολιτισμικού αγαθού, μεταξύ πολλών, αν και σεβαστού
         Η προφυλάκιση του Εφραίμ  φαίνεται να αναδεικνύει  τις νέες ισορροπίες ισχύος που προσπαθούν να επιβληθούν  στον ελλαδικό χώρο. Έχει όμως κανείς την εντύπωση ότι η απόφαση της δικαστικής εξουσίας παραβιάζει απλώς ανοιχτές θύρες.
       Το παιχνίδι των ισορροπιών όμως  δεν κρίνεται πια  στο επίπεδο του ντόπιου κρατικού μηχανισμού, αλλά του υπέρτατου οικονομικού συντονιστή  που ακούει στο όνομα αγορές, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Οίκοι αξιολόγησης κλπ.
        Η διαμάχη  που εκφράζεται μέσα από αντιθέσεις επίπεδες, αταξικές συνεχίζουν προσχηματικά μια σύγκρουση της οποίας τα χαρακτηριστικά ανήκουν σε άλλες εποχές και καταστάσεις, όχι  αυτήν που βιώνουμε τώρα.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ

       Παραμονή Χριστουγέννων 2011.
       Σκηνή 1η :  Σε εμπορικό δρόμο, μια νοικοκυρεμένα ντυμένη γυναίκα γύρω στα 60 απλώνει και δεν απλώνει το χέρι για ελεημοσύνη, μουρμουρίζοντας κάτι για λογαριασμό απλήρωτο…
         Σκήνή 2η : Σε παραδιπλανό εμπορικό δρόμο μια γυναίκα κοντά 35 χρονών, που η εμφάνιση και το ντύσιμό της δεν διαφέρει σε τίποτε από τις χιλιάδες γυναίκες της ηλικίας της που δουλεύουν σε  διάφορα καταστήματα, με συστολή σου ζητά να της αγοράσεις  οτιδήποτε θέλεις από το σούπερ μάρκετ
        Σκηνή 3η: Εξω από πρατήριο ψωμιού μια γιαγιά  ψευτοπουλά στυλό και ζητά να της πάρεις  ένα καρβέλι ψωμί, γιατί έχει και εγγόνι στο σπίτι
        Σκηνή 4η: Εξω από   σούπερ μάρκετ μια καλοντυμένη κυρία ζητά με χίλιες συγγνώμες μερικά ευρώ, ούτε πέντε, για να μπορέσει να συμπληρώσει το ποσόν για τα τρόφιμα που θέλει να αγοράσει
       Σκηνή 5η : ……..
       Σκηνή 6η:    …….
          Ατέλειωτα τέτοια περιστατικά σε μια χώρα που  οι  κυβερνώντες της  υποκρίνονται τους ηγέτες της και  σωτήρες της αδιαφορώντας για  το λαό της.
        Η επικράτηση της κοινωνικής συμπεριφοράς, που κυριάρχησε  χρόνια τώρα,  με καθαρά ωφελιμιστικό και ατομιστικό χαρακτήρα,  επινόησε εξαίρετες μεθόδους για να αποδυναμώνεται και να υπονομεύεται  κάθε έκφρασης αλληλεγγύης που δεν παίρνει  τη νέα μορφή φιλανθρωπίας. Η φιλανθρωπία στον καιρό της ευμάρειας έγινε μπίζνες, έπαιρνε μορφές φιλανθρωπικών τηλεοπτικών μαραθώνιων,  στον καιρό της κρίσης περιορίζεται στην ελεημοσύνη.
       Οι ελεημοσύνες, οι αγαθοεργίες κατευθύνονται σε θύματα της οικονομικής κρίσης, η οποία  ταυτίζεται με χτύπημα ακατανόητο της μοίρας, που όλοι μαζί δεν καταφέραμε  να αποτρέψουμε. Η δυστυχία είναι μεγάλη, δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα την νικήσουμε, αλλά πρέπει να είμαστε αποτελεσματικοί και πρακτικοί σ’ αυτόν τον μικρό  χώρο που ζούμε. Η κάθαρση από τον πόνο επιχειρείται μέσα από τη φιλάνθρωπη δωρεά.
      Ούτε λόγος βέβαια για αγώνα και ένταξη, για όραμα μιας ιδανικής κοινωνίας αλλά μόνο για προσφορά και υποστήριξη. Αυτό που ζητείται είναι οι πλούσιοι ή τουλάχιστον αυτοί που βρίσκονται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση, να μεταχειρίζονται τους φτωχούς με ευσπλαχνία.
        Αιώνες όμως τώρα έχει αποδειχτεί ότι η χριστιανική ευσπλαχνία είναι κάτι παραπάνω από άχρηστη ως τρόπος ανακούφισης της φτώχειας, αλλά υποστηρίζεται, ιδιαίτερα από τους κρατούντες, γιατί πάντα θεωρούνταν ένα μέσο προστασίας από τον κίνδυνο διεκδίκησης  δικαιωμάτων  από τους απόκληρους, οι οποίοι έτσι περιορίζονταν να θεωρούν ως μόνο τους δικαίωμα τα ψίχουλα που θα τους έριχναν οι πλούσιοι.  Οι κρατούντες δεν σταματούν να προπαγανδίζουν ασυστόλως, σε  μια εποχή αφθονίας που την περιόρισαν στους λίγους,  τις αρχές της λιτότητας, αυτοβοήθειας και συνεχούς αυτοβελτίωσης.
        Σχεδόν  το σύνολο της κοινωνίας μας  βυθίζεται στην ηττοπάθεια, έτσι καθώς βρίσκεται αντιμέτωπο με μια οικονομική καταστροφή που αρνείται να καταλάβει, έτσι που αργά αλλά σταθερά πέφτει στην ένδεια και στην ανέχεια και πολλοί βυθίζονται στην άβυσσο της επινόησης τεχνασμάτων πρόσφορων μόνο  για εφήμερη και στοιχειώδη επιβίωση.     Η οικονομική καταστροφή του λαού είναι μια γιγαντιαία διεργασία απόλυτου ταξικού διαχωρισμού, που σπρώχνει τους φτωχούς εργαζόμενους σε αχανή τέλματα αθλιότητας.
          Και κοντά σ’ αυτά διαπιστώνεται και η αύξηση της εγκληματικότητας και η διαφθορά των νέων φτωχών, που θα βαίνει αυξανόμενη, όσο κι αν εκθειάζεται η αξιοπρέπεια των φτωχών που θα πρέπει στωικά να  αποδεχτούν τη μοίρα τους. Η αύξηση της  εγκληματικότητας και της αναίτια συχνά βίας πολλές φορές θα είναι ένα είδος τυφλής προσωπικής αντίδρασης. Πολλές φορές θα είναι προσπάθειες των ανθρώπων  να ξεφύγουν από τη μοίρα του φτωχού, να μην την αποδεχτούν ή να την λησμονήσουν.
        Οσο θα αποστρέφουμε το βλέμμα μας από την κοινή μας «μοίρα» και θα αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε τις αιτίες της θα μένουμε απαθείς απέναντι στις δυνατότητες της συλλογικής δράσης.
       Το εργατικό κίνημα όμως μπορεί να δώσει απάντηση στην κραυγή διαμαρτυρίας του φτωχού, που δεν είναι απλά μια συλλογική αντίσταση κατά της αφόρητης δεινοπάθειας, αλλά η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης.
     Δεν είμαστε αντιμέτωποι, όπως στις ελληνικές ταινίες του  ’60 που υποκρίνονταν τις αθώες, ο φτωχός και ο πλούσιος. Ξεκάθαρη υπόσταση αποκτούν και πάλι οι δυο συγκεκριμένες τάξεις, η εργατική και η τάξη των καπιταλιστών, με όποια μορφή.
      Ας συνειδητοποιήσουμε  ότι κανείς δεν θα εξασφαλίζει ή διατηρεί πια αξιοπρεπή εργασία απλώς και μόνο με περιστασιακή διαμαρτυρία. Οι 55 μέρες απεργίας στην ελληνική χαλυβουργία αναδεικνύουν στην πράξη τα σημαντικότερα όπλα του συλλογικού ταξικού αγώνα, την αλληλεγγύη και την απεργία - με την οργάνωση και την πειθαρχία που προϋποθέτει.
      Απαιτείται  συνεχής επαγρύπνηση, οργάνωση και δράση. Καιρός να ξαναμπεί στο προσκήνιο  η εργατική τάξη ως δρων υποκείμενο και όχι  απλώς ως πάσχον «αντικείμενο».
      Καλημέρα προλεταριάτο

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

ΠΕΡΙ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

       Βιώνοντας τις  ολέθριες συνέπειες  της  κυβερνητικής απόφασης  της 23ης  Απριλίου του 2010, όταν  σχεδόν θριαμβικά ο Γ. Παπανδρέου ανακοίνωσε από το Καστελλόριζο «ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης», ή αλλιώς μνημόνιο,  σχεδόν δυο χρόνια τώρα, πολλές φωνές ακούγονται για  σύμπραξη των αντιμνημονιακών δυνάμεων, και ιδιαίτερα των δυνάμεων της αριστεράς, για ανατροπή αυτής της πολιτικής. Τονίζεται  πως είναι επιτακτική η ανάγκη της ένωσης όλων των αριστερών τάσεων, γιατί αυτό που προέχει είναι η οργάνωση της         αντίστασης του λαού ενάντια  στη λαίλαπα του μνημονίου.
             Το αίτημα για σύμπραξη   φαίνεται να μην  εμφανίζεται με όρους αντιπαλότητας προς την κομμουνιστική αριστερά, αν και ξεπηδάει περισσότερο από τους κόλπους της υπόλοιπης αριστεράς. Το ΚΚΕ διεκδικώντας την κυριαρχία στον αριστερό χώρο βλέπει με καχυποψία αυτό το αίτημα, και υποψιάζεται  ότι  επιδιώκεται  να το συμπαρασύρουν προς την κατεύθυνση διαφορετικών   πολιτικών αναζητήσεων, που θέλουν να το  εκτρέψουν από την πιο στοιχειώδη αφετηρία του, που είναι η αλλαγή της κοινωνίας, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός.
         Από την άλλη, ο   βαθύς προβληματισμός  όχι μόνο για τη μορφή της αντίστασης αλλά και για τους στόχους της, που δεν μπορεί να περιορίζεται απλώς στην απόρριψη και κατάργηση των δανειακών συμβάσεων του ελληνικού κράτους, δεν  φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τη μη κομμουνιστική αριστερά.
         Πάντως, είναι βάσιμος ο φόβος μήπως   η συνένωση όλων των αντιμνημονιακών κινημάτων, και ιδιαίτερα των αριστερών, με μόνη κοινή πλατφόρμα την αντίδραση στα μνημόνια,  χωρίς αμφισβήτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οδηγήσει πάλι από άλλους δρόμους στην παραδοχή των καπιταλιστικών αναγκών και στις μονοσήμαντες πολιτικές επιλογές που προσαρμόζονται στη λογική της αγοράς και τελικά του κεφαλαίου.     
           Η προσαρμογή όμως  στις ανάγκες του καπιταλισμού είναι η αιτία που επιβάλλει «πολιτικές μνημονίου» σε όσους τον διαχειρίζονται. Αυτό δε σημαίνει ότι  ακόμα και στην περίπτωση ανάληψης εξουσίας από ένα κομμουνιστικό κόμμα θα καταργηθούν δια μιας οι κεφαλαιοκρατικές παραγωγικές σχέσεις, σίγουρα όμως δεν θα θεωρείται   ότι η ανοχή στους νόμους αυτών των σχέσεων  είναι μια σοσιαλιστική πολιτική, αλλά ένα αναγκαίο στάδιο που με την πολιτική του και τον αγώνα του επιδιώκει  να συμβάλλει  στο ξεπέρασμά του.
        Τούτη την εποχή, που πίσω από πατριωτικές κορώνες κρύβεται η ταξική σύγκρουση,  είναι απαραίτητη η προβολή της κομμουνιστικής ιδεολογίας και ως εκ τούτου η διατήρηση και προβολή του κομμουνιστικού κόμματος, με όλες τις αγκυλώσεις η αδυναμίες που  μπορεί να το χαρακτηρίζουν.
      Η σύγκρουση είναι ταξική  και θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τη φθίνουσα σημασία του εθνικού κοινωνικού σχηματισμού σ’ αυτή τη σύγκρουση. Οι αντιθέσεις  μεταξύ εθνικών κοινωνιών αναδεικνύονται και χρησιμοποιούνται περισσότερο για να αποτρέψουν την  ταξική αλληλεγγύη μεταξύ των λαών.
       Αλλωστε, ο σχηματισμός μιας ενοποιημένης  διεθνούς οικονομίας, που τα τελευταία είκοσι χρόνια επεδίωξε να στηριχθεί στην ομογενοποίηση των διαφορετικών κοινωνικών σχηματισμών και κατέστησε δυνατή την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, ισχυροποίησε τη θέση του κεφαλαίου  απέναντι στο διεθνές εργατικό κίνημα.
        Ετσι,  η αδυναμία μας ν’ αναγνωρίσουμε ταξικές αντιθέσεις στην πολιτική του μνημονίου και ο φόβος μας για το μέλλον, που δεν ελέγχουμε αλλά πιστέψαμε πως με τις ενέργειές μας υπονομεύσαμε, καθόρισαν ως ένα βαθμό τον μοιρολατρικό τρόπο που αποδεχτήκαμε το μνημόνιο.
        Εξάλλου, η ψαλίδα των κοινωνικών τάξεων, που πλήττει το μνημόνιο, είναι αρκετά μεγάλη, αλλά οι επιπτώσεις του δεν είναι ισοδύναμες για όλες τις τάξεις. Προβάλλοντας  στις αντιδράσεις μας τη διαταξική ενότητα απέναντι στο μνημόνιο, που το επέβαλλαν οι "εταίροι" μας, δίνεται η δυνατότητα για σύνθεση των συμφερόντων  των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, για να παραχθεί μια συμπαγής πολιτική δραστηριότητα, που το αποτέλεσμά της δεν θα είναι το βάθεμα των ταξικών σχέσεων αλλά μάλλον η κλιμάκωση των διαφορών  μεταξύ των δυο αντίπαλων   πολιτικών σχηματισμών, μνημονιακών –αντιμνημονιακών, που θα τέμνουν οριζόντια τις  κοινωνικές τάξεις. Η σύμπραξη  όμως των διαφόρων τάσεων της αριστεράς θα πρέπει να γίνει για να αναδείξει τον ταξικό χαρακτήρα της σύγκρουσης και όχι τον διαταξικό της χαρακτήρα.
         Επιπλέον, η  επιδίωξη των κομμουνιστών για  συμμαχίες  με άλλες πολιτικές δυνάμεις, για να μπορούν να συνδιαμορφώσουν και επηρεάσουν την  γενικότερη πολιτική,  θα πρέπει να είναι αυτονόητη, αρκεί να μη επιδιώξουν την ιδεολογική και οργανωτική αφομοίωσή τους απ’ αυτές.
         Ο ρόλος ενός κομμουνιστικού κόμματος πάει πιο πέρα από την εκάστοτε συγκυρία και σε τέτοιες συμμαχίες  είναι πολύτιμη η επίγνωση που μπορεί να έχει το κομμουνιστικό κόμμα  του πραγματικού χαρακτήρα του κάθε ιστορικού,  συγκεκριμένου σταδίου  και η ικανότητά του να επιδιώκει μαζί με τις κυριαρχούμενες τάξεις την ανατροπή του. Ακόμα και η διατήρηση του τίτλου  είναι σημαντική, γιατί υποδηλώνει αναζητήσεις  που αφορούν στην αλλαγή της κοινωνίας με αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων, δηλ. την κατάργηση της  ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής.
       Η οικοδόμηση λοιπόν  συμμαχίας μεταξύ  των αριστερών κομμάτων και κινημάτων απαιτεί εφόδια για να είναι αποτελεσματική. Απαραίτητο είναι η οριοθέτηση  και η αποσαφήνιση του ιδεολογικού και πολιτικού χώρου  που θα εκφράζεται μ’ αυτή τη συμμαχία,  χωρίς να εγκαταλειφθεί η βασική προβληματική που αφορά στην  αλλαγή της κοινωνίας, αλλά αντίθετα θα πρέπει χαράσσεται  η συνολική στρατηγική για το σοσιαλισμό και την κοινωνία.  
      Και μη ξεχνάμε ότι   υπάρχουν ένα σωρό τάσεις στο πλαίσιο  των γενικών παραδοχών της αριστεράς, που είναι σίγουρο πως θα καταστήσουν εύθραυστες  τέτοιες συμμαχίες.
        Πολύς κόσμος, που  απαιτεί συμμαχία όλων αυτών των  αντιμνημονιακών δυνάμεων μάλλον σαν αντανάκλαση της συναίνεσης που έχει επιτευχθεί στο άλλο στρατόπεδο, προβάλλει σαν αιτία  τον κατακερματισμό των αριστερών δυνάμεων  για την αποδυναμωμένη λαϊκή αντίδραση.
       Μόνο που η σχέση ανάμεσα στα κόμματα η πολιτικούς σχηματισμούς και λαϊκές  τάξεις κάθε άλλο παρά γραμμική είναι. Τα κόμματα και οι οργανώσεις   πρέπει να  εξασφαλίζουν  ενότητα στόχων και δράσης στο λαϊκό κίνημα προσδίδοναντας στις ενέργειές του οργανωμένο χαρακτήρα,  συγχρόνως όμως  με την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος  αναπτύσσονται και οι ίδιοι οι πολιτικοί  σχηματισμοί που εκφράζουν την εργατική τάξη.

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΥ;

         Στη χώρα  μας, μετά το μνημόνιο, διαπιστώνεται η αύξηση διαφόρων οργανώσεων  είτε νέας μορφής, όπως οι Μη κυβερνητικές, είτε παλιάς, όπως των φιλοπτώχων ταμείων.
          Το βέβαιο είναι ότι γίνεται πια ολοφάνερη η υποχώρηση  από το κεκτημένο του κοινωνικού κράτους  και την παλινδρόμηση σε μια προγενέστερη λογική, αυτή της   φιλανθρωπίας.    
           Η φιλανθρωπία  όμως στηρίζεται περισσότερο σε φυσικές  προδιαθέσεις και ενέργειες καλής θέλησης, παρά σε πολιτικές δεσμεύσεις στη βάση σταθερών αρχών και αξιών. Δεν θεωρείται πια ότι η βοήθεια από το κράτος σε ανήμπορους  υπαγορεύεται από πολιτική υποχρέωση, αλλά αυτές οι δράσεις  καταβάλλεται προσπάθεια  να θεωρηθούν  ότι είναι μια δωρεά και όχι μια οφειλή και  γι’ αυτό τείνουν να πάρουν το χαρακτήρα της ελεημοσύνης.
           Την τελευταία ιδίως δεκαετία άρχισε να αμφισβητείται η ιδέα πως όλος ο πληθυσμός υπόκειται δυνητικά σε κινδύνους και ατυχίες της ζωής και γι΄  αυτό η κοινωνία αναλαμβάνει το κόστος ιατρικής και ασφαλιστικής κάλυψης του καθενός.
          Άλλωστε, η ιδέα ότι το κράτος πρόνοιας λειτουργούσε, στην πράξη, κυρίως ως μηχανισμός αναπλήρωσης  εισοδήματος με εξισωτικές πολιτικές, που  ο καθένας μπορούσε να εκμεταλλευτεί με απάτες, και ισοπέδωνε τους  άξιους,  προβάλλεται συνεχώς και έτσι απαξιώνεται το κράτος πρόνοιας, χρόνια τώρα.
           Την ίδια στιγμή γινόταν και  κριτική  στο κοινωνικό κράτος, πως  δεν είχε ως στρατηγική επιλογή την προσπάθεια κοινωνικής ένταξης και αύξησης της απασχόλησης, αλλά περιοριζόταν σε επιδοματικές πολιτικές, οι οποίες συχνά αποδεικνύονταν αντιφατικές, στο βαθμό που διαιώνιζαν αντί να αίρουν τον κοινωνικό  αποκλεισμό. Η κριτική αυτή ούτε πριν το μνημόνιο ούτε φυσικά τώρα  οδηγούσε σε μια πιο αποτελεσματική πολιτική στον τομέα αυτό, αλλά στην  ανάθεση αυτών των δράσεων σε άλλες οργανώσεις, αρκετά νεφελώδεις.
          Ιδιαίτερα τα   τελευταία δυο χρόνια, δεν  περιορίζεται πια στα λόγια η οπισθοχώρηση από τις αρχές άσκησης κοινωνικής πολιτικής, αλλά με πρόσχημα την οικονομική κρίση  ολοταχώς οδεύουμε σε πλήρη κατάργηση του καθήκοντος της  καθολικής κοινωνικής προστασίας εκ μέρους του κράτους. 
         Το κράτος πια περιορίζεται να εμφανίζεται σαν ένα πρόσωπο φιλεύσπλαχνο κι ακόμα ευσυγκίνητο που προσπαθεί, λόγω της καλής του θέλησης και παρά την οικονομική κρίση,  να κάνει και κάποιες αγαθοεργές πράξεις, και μάλιστα με ένα τρόπο επιλεκτικό και συγκυριακό. Τονίζοντας  η άρχουσα τάξη,   σε όλους τους τόνους,  την τραγικότητα του δημοσιονομικού προβλήματος δικαιολογεί την ελλιπή χρηματοδότηση της  κοινωνικής πολιτικής.
         Και το πιο τραγικό είναι ότι η πλειονότητα της κοινωνίας  αρχίζουμε να θεωρούμε αντικείμενο διαπραγμάτευσης τη χρηματοδότηση της κοινωνικής πολιτικής του κράτους, έχοντας εσωτερικεύσει και αποδεχτεί   την ιδεολογική αμφισβήτηση για τον καθολικό χαρακτήρα  της κρατικής παρέμβασης και για τη νομιμοποιητική δύναμη  της έννοιας της αλληλεγγύης και των κοινωνικών δικαιωμάτων.
         Επιμένουμε μάλιστα  να περιθωριοποιούμε την πολιτική και ιδεολογική οπτική, να αποδεχόμαστε τη φιλανθρωπία ως το κύριο μέσο επίλυσης των κοινωνικών προβλημάτων, επαναφέροντας έτσι στο προσκήνιο την αγαθοεργία.
         Επικροτούμε λοιπόν  ιδιωτικού τύπου φιλάνθρωπες πρωτοβουλίες, εν μέρει θέαμα, εν μέρει έρανος ενορίας, που δεν θα πρέπει να  γίνονται μάλιστα αντικείμενο ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και που   έρχονται να υποκαταστήσουν το κράτος πρόνοιας που διαλύεται.
       Στα χρόνια μάλιστα  του μνημονίου η διάρρηξη  της σχέσης ασφάλισης και αλληλεγγύης   είναι γεγονός. Η ιδέα της ατομικής  ευθύνης που χρόνια τώρα καλλιεργείται έχει κερδίσει κατά κράτος.
               Κι έτσι πολλαπλασιάζονται οι διάφορες μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και φυσικά και οι παραδοσιακές φιλάνθρωπες, οι οποίες βέβαια δεν έχουν καμιά υποχρέωση, και ούτε και απαιτείται από κανέναν, να συνοδεύουν την όποια βοήθεια  με μια προοπτική σύντομης επανένταξης των εξαθλιωμένων  στον κοινωνικό ιστό.  Με αυτή του είδους τη φιλανθρωπία έχουμε έναν ακόμα ριζικότερο διαχωρισμό οικονομικής και κοινωνικής σφαίρας και φαινομενικά  πλήρη απουσία της πολιτικής. Οι φιλάνθρωπες δράσεις οφείλουν να είναι έξω από κάθε ιδεολογική θεώρηση. Ολα είνα θέμα ατομικής πρωτοβουλίας και καλής θέλησης.
         Οι εκκλήσεις  λοιπόν από κάθε είδος κρατούντων να επιδείξουμε την κοινωνική   μας ευαισθησία στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους, προσφέροντας ελεημοσύνες, τι άλλο δείχνουν παρά την προσπάθειά τους να διαχωρίσουν την ανέχεια και την εξαθλίωση από κάθε πολιτικοοικονομική αιτία,  εστιάζοντας σε ατομικές πρωτοβουλίες  ;
             Η αύξηση    των συσστίων, εράνων  κλπ. για άστεγους, άνεργους αποδεικνύουν την χρεωκοπία του κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Είναι ψεύτικες λύσεις, πολλές απ΄ αυτές βαθύτατα φαύλες, που περισσότερο μάλλον ενισχύουν αυτό το σύστημα και την ιδεολογία του, οξύνοντας μάλιστα αντικειμενικά το πρόβλημα της φτώχειας. Ετσι εκθειάζεται το άτομο και διδάσκεται η απομυθοποίηση των ιδεολογιών και της πολιτικής ως μακροκοινωνικών λύσεων,  δεν αμφισβητούνται τα θεμέλια της κοινωνικής τάξης ούτε κρίνονται οι πολιτικές επιλογές των κρατούντων.      
            Επιστρέφουν λοιπόν  ξανά   οι κυρίες της  φιλοπτώχου και οι ιδιωτικοί φιλανθρωπικοί οργανισμοί,  για να "παλέψουν" ενάντια στην αθλιότητα του κόσμου, υποκαθιστώντας τοπικά και χρονικά το κράτος;   Επικρατεί  πια η κοινωνική μοιρολατρία;
        Η ταξική αλληλεγγύη να είναι η δική μας συνειδητή απάντηση

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΠΟΘΟΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

         Στο ΒΗΜΑ  της Κυριακής ο Πρετεντέρης  θεωρεί τις συνταγές που εφαρμόζει στην Ελλάδα το ΔΝΤ κατάλληλες για το Τρίτο Κόσμο, που πριν όμως τις επιβάλλουν «εκεί τουλάχιστον έπαιρναν τα μέτρα τους: ξεκινούσαν πάντα από  το πραξικόπημα! Καλώς ή κακώς, στην Ελλάδα έχουμε ακόμη δημοκρατία»
        Στο “επταήμερο του Διόδωρου”, πάλι στο Βήμα, ο Ψυχογιός που προπαγανδίζει υπέρ του Παπαδήμου με φαινομενική απλοϊκότητα, «διαχύθηκε το γούρι του σε όλη την Ευρώπη» όπως ισχυρίζεται, καταφέρεται εναντίον των κομμάτων.
      Και σε άλλη σελίδα της ίδιας εφημερίδας ο τίτλος σαν να έρχεται από το παρελθόν «τα συσσίτια επιστρέφουν στα σχολεία»
      Την ίδια στιγμή στο ρ/σ flash, σε σημερινό  πρωινό δελτίο ειδήσεων,  γίνεται  λόγος για την  γενική  απεργία στο Θριάσιο, χωρίς καμιά αναφορά στη μεγάλη απεργία στη χαλυβουργία.
        Ειδήσεις και σχόλια που νομίζεις πως έρχονται από το παρελθόν.
         Ξαναγυρνάμε στη μετεμφυλιοπολεμική  περίοδο που επιδιωκόταν η μεταβολή της πλειοψηφίας της  κοινωνίας σε άμορφη και εξαχρειωμένη μάζα.  Τότε, η φαινομενικά επικρατούσα ιδεολογία δικαίωνε  υποτιθέμενα πατροπαράδοτα ελληνοχριστιανικά ιδεολογήματα ενώ  τώρα απροκαλύπτα  δικαιώνεται η συσσώρευση του κεφαλαίου με την αποθέωση του κέρδους. Και μάλιστα θέλουν να εκμαιεύσουν και τη συναίνεσή μας σ’ αυτό.
         Η μείωση μισθών και ημερομισθίων, με την παράλληλη  εκρηκτική  αύξηση της ανεργίας, έχουν στόχο, δηλωμένο σε πολλούς τόνους άλλωστε,  τη μείωση του κόστους παραγωγής, δηλ. την  αύξηση  των κερδών των κεφαλαιούχων που θα επικρατήσουν. Η λογική του ατομικού κέρδους και της εκμετάλλευσης θα φτάσει στις ακρότατες συνέπειές της.
         Με τη συγκρότηση της κυβέρνησης Παπαδήμου και τις επαγγελίες για αποτελεσματικότητα, μέσα σε μια κατάσταση προϊούσας παρακμής.  βρήκε πρόσφορο έδαφος και πολλούς οπαδούς το αίτημα για κυβέρνηση από ειδήμονες, τεχνοκράτες και υποτιθέμενους άφθαρτους. Άλλωστε  η επαγγελία της σωτηρίας  της οικονομίας, παρά τις ασάφειές της η μάλλον χάρη σ’  αυτές, προσπαθεί να στηριχτεί  στις νέες ανομοιογενείς συσπειρώσεις πολιτών που  εκφράζονται με  τη δημοσκοπική επιδοκιμασία του εγχειρήματος.
        Το γνωρίζουν  οι κυρίαρχες τάξεις ότι τα πραξικοπήματα με τάνκς  στους δρόμους είναι  παλαιάς κοπής και γι΄ αυτό τα εκσυγχρονίζουν. Ο Πρετεντέρης εμμέσως το ομολογεί. Όπως στη δεκαετία του ’60 το στρατιωτικό πραξικόπημα προηγήθηκε των εκλογών, αφού όμως με τα Ιουλιανά δημιουργήθηκε το κλίμα για να το υποδεχτεί, έτσι και τώρα, με το πρώτο μνημόνιο δημιουργήθηκε το κλίμα για υποδοχή ενός εκσυγχρονισμένου πραξικοπήματος,  το οποίο δεν είναι βέβαιο ότι  η κυβέρνηση Παπαδήμου  δεν είναι απλώς ο πρόλογος.
       Δεν έχει πια καμιά σημασία να απαιτείται από την κυβέρνηση ή τους «επαΐοντες» περισσότερη ή λιγότερη ενημέρωση για την πορεία της οικονομίας. Δεν έχει νόημα να καταγινόμαστε με ελλείμματα, επαχθή δάνεια, δίκαια ή άδικα φορολογικά  ή άλλα μέτρα. Δεν οδηγεί πουθενά να  αποδεχόμαστε προσχηματικούς διαλόγους για να διαμορφωθούν δήθεν προτάσεις για την κρίση.   Κι’ αυτό, γιατί αποδείχθηκε ότι όλες οι προσπάθειες εδώ και δυο χρόνια δικαιολόγησης της  οικονομικής πολιτικής ήταν απλώς δημαγωγικοί πομφόλυγες,  για να μας πείσουν για την αναγκαιότητά της, ώστε να την αποδεχθούμε αναντίρρητα, ενώ ο πραγματικός της στόχος ήταν ακριβώς αυτά που βιώνουμε τώρα.
       Επομένως η αντίδρασή μας πρέπει να είναι γενικευμένη και ταξική, αρκεί να πειστούμε όλοι οι εργαζόμενοι ότι δεν ανήκουμε στην τάξη των προνομιούχων κι ούτε υπάρχει πιθανότητα να ενταχτούμε ποτέ σ’ αυτή.
         Δυο χρόνια τώρα χονδροειδή ψέματα, προκατασκευασμένοι  πολιτικοί διάλογοι, δουλοπρεπείς παροχές  προς την εξουσία, ντόπια και ευρωπαϊκή, εντείνονται και ενθαρρύνονται καθημερινά, μόνο και μόνο για να μπορούμε ακόμα να διατηρούμε ελπίδες για την αποτελεσματικότητα των ενεργειών τους  και να απελπιζόμαστε για τις δικές μας δυνατότητες.
        Το ΒΗΜΑ, μέσα από τα γραπτά των συνεργατών του, αποκαλύπτει τους ευσεβείς πόθους της άρχουσας τάξης και διαγράφει, με διακριτικότητα ακόμα,  σκηνές από το μέλλον μας.
         Η αστική δημοκρατία πνέει τα λοίσθια και ετοιμάζεται η αντικατάστασή της από πιο εύκολα διαχειρίσιμο, για την κυρίαρχη οικονομικοπολιτική τάξη,  πολιτικό καθεστώς, που θα μπορεί να καταστέλλει η να υπονομεύει άμεσα τις όποιες αντιδράσεις θα πυροδοτήσει η έκρηξη της φτώχειας.
       Η φιλανθρωπία, η ελεημοσύνη, που θα βαφτιστεί κοινωνική αλληλεγγύη, θα είναι ένα από τα μέσα για να μας καθησυχάζουν ναρκώνοντάς μας, ώστε να μη διεκδικούμε και αγωνιζόμαστε.  Η ιδέα της φιλανθρωπίας  έχει σαν στόχο να κάνει κοινωνικά πιο ανεκτή  την εξάπλωση της ανεργίας και της φτώχειας, που θεωρούνται οι αναπόφευκτες συνέπειες του σεβασμού των νόμων της αγοράς, οι οποίοι προπαγανδίζονται ότι  θα μας «σώσουν».
        Θέλουν να ξεχάσουμε ότι οι κατακτήσεις των εργαζομένων ήταν αποτέλεσμα αγώνων   και όχι φιλάνθρωπων παραχωρήσεων από την εξουσία.
     Η μόνη πολιτική που μπορεί να είναι προς το συμφέρον μας είναι της αντίθεσης και της αντίστασης στην κυρίαρχη εξουσία.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

ΚΟΥΒΑΡΙ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ


             Η δημοκρατία στον μεταπολεμικό κόσμο ήταν το κύριο ανταλλακτικό εμπόρευμα της Δύσης, που στον καιρό  όμως της κρίσης κατάντησε κι αυτή εκπεσμένη χρηματιστηριακή αξία για την οποία  σχεδόν κανείς δεν νοιάζεται.
            Βιώνουμε αυτή την κατάσταση, της φθαρμένης αστικής δημοκρατίας, εδώ και ενάμιση χρόνο. Συνειδητοποιούμε ότι  αν θέλουμε δημοκρατία, μ’ αυτήν την μορφή που λειτουργούσε στα μεταπολιτευτικά χρόνια,  χρειαζόμαστε  χρήματα, αλλά  όποιος χρειάζεται χρήματα πρέπει  πια ξεκάθαρα να πουλήσει τη δημοκρατία του και την ελευθερία του.
           Σε όλους τους τόνους  επαναλαμβάνεται η αναγκαιότητα περιορισμού των πολιτικών επιλογών και δράσης των ντόπιων κυβερνώντων  σε πλαίσια που δεν θα θίξουν τα συμφέροντα των δανειστών μας,  στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται το ενδιαφέρον για δημοκρατικά δικαιώματα.
             Θέμα συνείδησης  και πολιτικής ηθικής  για τους κυβερνώντες  μας φυσικά και δεν μπαίνει.  Ισα ίσα ο κυνισμός τους  έφτασε σε σημείο να παραδέχονται σχεδόν ότι η συνείδησή τους  αποδείχνει την ελευθερία της με το δικαίωμά της να εξαγοράζεται. Εξάλλου,  μ’  όλες τις ενέργειές τους δείχνουν ότι  τους είναι αρκετό να θέλουν εκείνο για  το οποίοι τους χρειάζονται στην εξουσία.  Και το θέλουν. Αρκεί να τους  πουν ποιο είναι αυτό, για να αναπτύξουν  επιχειρήματα. Και δεν τους απομένει παρά να τα κάνουν  ηχηρά. Όλα  τα δίνουν για την εξουσία.
               Όταν όμως φτάσουν στην εξουσία και την αποχτήσουν οι κάθε είδους κυβερνώντες μας  θα πρέπει και να την κρατήσουν. Και βέβαια  δεν είναι ούτε τότε που πρέπει να υπολογίσει κανείς πως θ’ απαλλαγούν από το κουβάρι της συνδιαλλαγής που χρειάστηκαν για την αναρρίχηση. Θα μένουν εκεί για πάντα, μπλεγμένοι  σαν τις μύγες μες στον ιστό της αράχνης. Όλοι πιάνονται σ’ αυτόν- επιχειρηματίες, τραπεζίτες, πολιτικοί κλπ. Ο ένας εξαρτάται από τον άλλο. Ο οικονομικός φαταλισμός διέπει τα πάντα, κυριαρχεί στα πάντα.
              Εξάλλου η ίδια η Ευρώπη ανερυθριάστως αποκαλύπτει με τις αποφάσεις του γαλλογερμανικού άξονα την περιφρόνηση στη δημοκρατία, ακόμα και στη μορφή που μέχρι πριν λίγο καιρό  υποστήριζε. Κατάντησε η Ευρώπη μια ψευτοδημοκρατία που έχει μαντρώσει τους λαούς της μέσα στο μαντρί του φιλελευθερισμού και σαν κοπάδια  θα τους αφήσει να πεθαίνουν από την πείνα, χωρίς να τους επιτρέπει  να βγουν απ΄ αυτό, περιμένοντας την ώρα που θα τους διαθέσει  αυτή όπως θέλει, για πόλεμο ή για ειρήνη για το δουλική εκμετάλλευση η το σφαγείο.
         Η διεθνής του χρήματος, που εκμεταλλεύεται τους λαούς, συνεχίζει να τους βαυκαλίζει με τις ηχηρές ιδέες της ελευθερίας και δημοκρατίας. Καλύτεροι σύμμαχοι της σ’ αυτό από τον τύπο και τα ΜΜΕ δεν  βρίσκονται.
          Άλλωστε,   κάθε είδους ανεξαρτησίας στον τύπο, τα ΜΜΕ αποκαλύπτεται ξεκάθαρα πως έχει χαθεί. Οσοι ξέρουν να διαβάζουν και να ακούν το καταλαβαίνουν.  Όλα τα ΜΜΕ είναι ένα κουβάρι συμβιβασμών. Κολακεύουν το σημερινό και τον αυριανό κυρίαρχο. Και δεν ξεχνούν να ομνύουν στην αγία δημοκρατία και τα ιερά δικαιώματα του ανθρώπου.
            Στον καιρό της ευμάρειας υπήρχε η πολυτέλεια να αφήνονται  πολλοί  να εκφράζονται ελεύθερα, όχι  όμως χωρίς να αυτοπεριορίζονται,  ώστε  κάθε ενέργειά τους να καταλήγει  ακίνδυνη, για να μην  υπάρχει η παραμικρή παρέκκλιση από το δρόμο που χάραξαν κυρίαρχα κέντρα εξουσίας. Είχαν την ελευθερία να διατυπώνουν  τα ιδεαλιστικά κηρύγματά τους, αρκεί να είχαν  γενικό χαρακτήρα, σε τίποτε και σε κανένα  συγκεκριμένα.  Όλα ένα κουβάρι.
               Ακόμα  κι αν πριν τη κρίση υπήρχαν, είτε στην πολιτική είτε στα ΜΜΕ, κάποιοι τίμιοι, χωρίς χαρακτήρα όμως, που δέχονταν  να παίξουν εκ του φυσικού το ρόλο των ιδεαλιστών  στις επιχειρήσεις των ΜΜΕ ή στο πολιτικό παιχνίδι, για να τραβήξουν πελατεία, ακόμα κι αν οι ίδιοι δεν λέγανε ψέματα, λειτουργούσαν όμως σαν  δόλωμα που ψάρευαν    πελατεία  στα θολά νερά και πιθανόν να προσπαθούσαν  να ξεχάσουν  το ταπεινωτικό  αυτό λειτούργημα.  Ήταν εύκολο  τότε να δικαιολογούνται πως δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο, έπρεπε να ζήσουν κι αυτοί, που αλλού να πήγαιναν; Έπειθαν  τον εαυτό τους πως επιτελούσαν  ένα έργο ιερό.
                  Μόνο που στις κοινωνίες μας η όποια ελευθερία συμπλέκεται άμεσα και τελεσίδικα με τον πλούτο. Μόνο ένας πλούσιος θα μπορούσε χωρίς να  περάσει από κανένα ζυγό να θέλει να εκφράζει την ελεύθερη σκέψη του πάνω σε θέματα που αγγίζουν από κοντά τα σημερινά ενδιαφέροντα. Αλλα φυσικά οι πλούσιοι έχουν  πολλά άλλα καλύτερα να κάνουν από το να υπονομεύουν  το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, αποκαλύπτοντας από τι είναι φτιαγμένος ο πλούτος του
                 Το μνημόνιο προκάλεσε τη μεγάλη ρήξη, ακόμα κι αν δεν θέλουμε να την αναγνωρίσουμε. Οσο περνά ο καιρός το ρήγμα θα μεγαλώνει ανάμεσα σ’ αυτούς που προλεταριοποιούνται και σ’ αυτούς που θα εκμεταλλεύονται ετούτη τη διαδικασία, άξιοι φύλακες των συμφερόντων των κυρίαρχων τάξεων. Και η ανάγκη για ξεκαθάρισμα συμφερόντων θα γίνεται επιτακτική.
                  Οι όποιες αποφάσεις των διαφόρων Συνόδων Κορυφής  δεν επιβεβαιώνουν παρά τις ατέλειωτες προσπάθειες των κυρίαρχων οικονομικών κέντρων να  μπλοκάρουν τα  δικά μας μονοπάτια ελευθερίας.  Ακόμα και οι διαφωνίες τους δεν θα ανακουφίσουν τα δικά μας βάρη, παρά μόνο αν τις εκμεταλλευτούμε για το δικό μας όφελος.
                     Ολοι αυτοί οι κυβερνώντες απαιτούν από μας νομιμότητα, που οι ίδιοι καθόλου δεν υπολογίζουν, αφαιρώντας μας πίστη και ενεργητικότητα με κίνδυνο να καταλήξουμε οι φοβισμένοι υποστηριχτές της παλιάς τάξης που καταρρέει.
            Ο καιρός που αναγκαστικά  θα πρέπει ο καθένας να διαλέξει στρατόπεδο δεν απέχει και πολύ.