Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ



 Μια ακόμη επέτειος του ιστορικού ΟΧΙ που γιορτάστηκε στέκεται αφορμή για να αντιληφθούμε πόσο σημαντικός είναι ο τρόπος που μια κοινωνία ξαναβλέπει το παρελθόν της, επειδή ακριβώς το παρόν είναι αποτέλεσμα διαδικασιών του παρελθόντος  και αφετηρία των εξελίξεων του μέλλοντος, ενώ η έκβαση  του αύριο  εξαρτάται από τη δική μας συνειδητή και υπεύθυνη δράση. Γιατί μόνο έτσι θα ανακαλύψουμε τις πολιτικές σκοπιμότητες που εξυπηρετούνται από την χρησιμοποίηση συμβόλων που εκκενώνονται από την ουσία τους, για να θεμελιώσουν την ασκούμενη πολιτική σ’ ένα ιδεολογικό φανταστικό νομιμοποιώντας την στη συνείδησή μας (π.χ. επίσκεψη του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στον Αη Στράτη) ή να  συνειδητοποιήσουμε τους μύθους που οικοδομούνται πάνω στην εθνική ενότητα και λειτουργούν ακόμα συσπειρώνοντας κοινωνικές τάξεις με διαφορετικά συμφέροντα (π.χ. σύγκριση της συγκέντρωση χιλιάδων κόσμου στη στρατιωτική παρέλαση κι αυτών σε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας) Το θέμα λοιπόν το τι συνέβηκε τότε συνεχίζει να είναι καυτό κι όχι αρχειακό. 
               Τι πραγματικά συνέβηκε στην Ελλάδα στα 1941-44; Ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας κατά των γερμανοϊταλών; Ένας αντιφασιστικός αγώνας για την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας;  Μια εμπλοκή της χώρας σ’ ένα παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο που ο αληθινός του χαρακτήρας αποκρύπτεται στις επίσημες ερμηνείες; Ο ελληνικός λαός  σύρθηκε και αυτός στο σφαγείο χωρίς η πάλη  του να οδηγήσει στην πραγματική απελευθέρωση που η απατηλή ιδεολογία τού υποσχόταν με τα εθνικά της προστάγματα; Η κατάληξη ήταν  να μην είναι, παρά τα φαινόμενα, ο φασισμός, ο πραγματικός ηττημένος του β παγκοσμίου πολέμου;
               Δεν είναι λοιπόν τυχαίος ούτε αθώος ο πολιτικός διάλογος και κυρίως αυτός που βαφτίζεται επιστημονικός για τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής,  που μοιάζει μάλλον να λειτουργεί συσκοτιστικά με τις μόνιμες επικαλύψεις και τα αναφυόμενα ψευδοπροβλήματα του. Η αναθεώρηση της ιστορίας που επιχειρείται, εν ονόματι μιας αμφισβητούμενης αντικειμενικότητας, κατά βάθος μοιάζει αν όχι να δικαιώνει, ακόμα, πάντως να δικαιολογεί την άλλη πλευρά, των ναζιστών, δοσιλόγων, εφησυχαζόντων. Κι έτσι π.χ αμφισβητείται  η όποια συμβολή των ανταρτών στην στρατιωτική νίκη των συμμάχων, ή θεωρούνται αιτία των ανήκουστων εγκλημάτων των ναζιστών οι πράξεις αντίστασης των ανταρτών που  τα προκαλούσαν ως αντίποινα κλπ.
        Κι από την άλλη αδυνατώντας να διαμορφωθούν σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους τα  πλαίσια  ανάπτυξης λαϊκών αγώνων στις μέρες μας,  είναι δύσκολο να κατανοηθεί πώς ένα κόμμα ταξικό και διεθνιστικό, το ΚΚΕ, πήρε την πρωτοβουλία για έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο κερδίζοντας την εμπιστοσύνη όχι μόνο της εργατικής τάξης αλλά και της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού εκείνα τα χρόνια.
            Ο β’ παγκόσμιος πόλεμος είναι σίγουρα ιμπεριαλιστικός για την Αγγλία και Γαλλία και τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, των οποίων η άρχουσα τάξη πολεμούσε για να υπερασπιστεί την πολιτική της κυριαρχία και τα ιμπεριαλιστικά-αποικιοκρατικά συμφέροντα και όχι από αντίθεση στα φασιστικά καθεστώτα. Άλλωστε  η Αγγλία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ ενίσχυσαν τη Γερμανία του Χίτλερ να αναπτυχθεί και αδιαφορούσαν με προσχήματα στις επανειλημμένες προτάσεις της ΕΣΣΔ για σύναψη αντιχιτλερικού αμυντικού συμφώνου. Μόνο που ακολουθώντας  μια αφηρημένη απλουστευτική λογική δεν μπορεί να ταυτίζονται χώρες με κάποια πλαίσια δημοκρατικών δικαιωμάτων  κι ελευθεριών με το ναζιστικό και φασιστικό καθεστώς. Ο φασισμός δεν είναι απλώς μια άλλη μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας, είναι  αλλαγή στη μορφή ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Με το φασισμό στην εξουσία δε μένει ούτε ίχνος από τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που έχουν κατακτήσει ιστορικά η εργατική τάξη και οι λαοί απογυμνώνονται από κάθε ανθρώπινο δικαίωμα. Γι’ αυτό και η αναζήτηση αντιχιτλερικών συμμάχων ανεξάρτητα από την ταξική τους τοποθέτηση στις δοσμένες συνθήκες ήταν αναγκαία για τα κομμουνιστικά κόμματα, γνωρίζοντας βέβαια τα όρια αυτών των συμμαχιών.  Ο αγώνας για τις δημοκρατικές ελευθερίες και την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας από την απειλή του φασισμού, στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, συγκεντρώνει και συσπειρώνει  κοινωνικές  και πολιτικές δυνάμεις εναντίον του φασισμού, με προοπτική όμως  ένα μεταβατικό λαϊκό Μέτωπο, που θα επιδιώξει όχι φυσικά την αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας, αλλά μια μεταβατική λαϊκή εξουσία, με την εργατική τάξη ηγετική δύναμη. Κι επειδή στα χρόνια της κατοχής η εθνική ενότητα του ΕΑΜ ήταν ενότητα επιβολής του συνασπισμού εργατών και αγροτών πάνω στην ελληνική κοινωνία και την αστική τάξη, τα εθνικά και ταξικά στοιχεία στην πολιτική του ΚΚΕ  δε βρίσκονταν σε δυσαρμονία. Η προσπάθεια όμως του ΚΚΕ να διαμορφώσει τους καλύτερους δυνατούς όρους, ώστε μετά την απελευθέρωση να κυβερνήσει στα πλαίσια ενός προωθημένου αστικού καθεστώτος και να εφαρμόσει τη Λαοκρατία ή Λαϊκή δημοκρατία ή έστω να είναι ισχυρή πολιτική δύναμη και να επηρεάζει σημαντικά τις εξελίξεις, βρίσκει σθεναρά αντίθετη όχι απλώς την ελληνική αστική τάξη που τόχε βάλει στα πόδια τα δύσκολα χρόνια αλλά  την βρετανική διπλωματία με την οποία συμπράττει. Είναι που  Αγγλία και οι ΗΠΑ, ιμπεριαλιστικές χώρες αλλά με αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, που πολεμούσαν τον Άξονα, επειδή μετά την απελευθέρωση επεδίωκαν φυσικά  να συνεχίσει να υπάρχει και να λειτουργεί το σύστημα του καπιταλισμού και στην Ελλάδα, η ταξική σύσταση του ΕΑΜ τους φόβιζε, γιατί το έβλεπαν σαν απειλή για το αστικό καθεστώς σε περίπτωση που επικρατούσε το ΕΑΜ πολιτικά μετά την απελευθέρωση.
 Και γενικά,  επειδή η  νίκη επί του φασισμού είναι νίκη των λαών που απέβλεπαν με τον αγώνα τους σε κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές, σε συνδυασμό με την αύξηση της δύναμης και του γοήτρου της ΕΣΣΔ, η κυρίαρχη τάξη σφόδρα ανησύχησε  και προσπάθησε μεταπολεμικά να ενισχύσει τις πιο συντηρητικές κι αυταρχικές τάσεις καταπνίγοντας το λαϊκό  κίνημα
         Κι αν τώρα η εξαθλίωση μας δεν έχει όρια είναι γιατί δίνουμε την εντύπωση μιας θεληματικής υποταγής στις αποφάσεις της άρχουσας τάξης και γι’  αυτό ακριβώς δεν φοβούνται να ενισχύονται οι πιο αντιδραστικές δυνάμεις του φασισμού. Γι’ αυτό κι εκείνη η περίοδος του αντιφασιστικού αγώνα  πρέπει να γίνεται σημείο αναφοράς κάθε φορά που οι περιστάσεις μας παρακινούν να συγκεντρωθούμε και να καθορίσουμε τον προσανατολισμό μας και την πορεία που θ’ ακολουθήσουμε, γιατί τότε ο λαός –εργάτες κι αγρότες κυρίως- δεν δίστασε και δεν φοβήθηκε   να αγωνιστεί.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ



Και καθώς τις τελευταίες μέρες κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση κατηγορούν αλλήλους για παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, πρόσφατες η παρελθοντικές, εμφανιζόμενες υπερασπιστές της ανεξαρτησίας της, με αφορμή τις προσφυγές των καναλιών για τις τηλεοπτικές άδειες στο Συμβούλιο της Επικρατείας που θα κρίνει τη συνταγματικότητα του νόμου Παππά, αναδεικνύεται και πάλι η στενή σύνδεση δικαιοσύνης και κράτους. Οι περιπτώσεις, ιδιαίτερα στα χρόνια των μνημονίων, δικαστικών αποφάσεων που πολύ ξεκάθαρα  δείχνουν πως ουσιαστικά το δίκαιο πηγάζει από την κρατική εξουσία, άμεσα ή έμμεσα και προστατεύεται από αυτήν είναι καθοριστικές για την κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει.    
Γενικά, οι αποφάσεις των δικαστηρίων  δεν συγκρούονται μ’  αυτές της πολιτικής ηγεσίας  που είναι  καθοριστικές για την κυριαρχία της. Ακόμα κι αν φαίνεται σε επιμέρους τομείς να μην συμφωνούν, αυτό όμως καθόλου δεν αλλοιώνει την ουσία της κυρίαρχης εξουσίας όπως εκφράζεται και στο δίκαιο.
          Παραδείγματα: Στα χρόνια του μνημονίου συνδικαλιστικές οργανώσεις, κλάδοι εργαζομένων προσέφυγαν στα δικαστήρια ελπίζοντας σε δικαίωσή τους για τις μειώσεις μισθών, συντάξεων κλπ. Επιλεκτικά κάποιες κατηγορίες τα δικαστήρια τις δικαίωναν – π.χ. αμειβόμενοι με ειδικά μισθολόγια όπως είναι δικαστικοί λειτουργοί, ένστολοι όλων των σωμάτων κλπ.
Στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγαν συνταξιούχοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του ΕΤΕΑ κλπ, το οποίο έκρινε Αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τις μειώσεις των κυρίων και επικουρικών συντάξεων του ιδιωτικού τομέα που έγιναν το 2012, ενώ συμβατές με το σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, κρίθηκαν οι περικοπές των συντάξεων που έγιναν κατά τα έτη 2010-2011.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε το μεν πρώτο  Μνημόνιο νόμιμο και συνταγματικό και την κύρωσή του που έγινε με απλή  πλειοψηφία από τη Βουλή  μετά την προσφυγή του Δικηγορικού συλλόγου Αθηνών, της ΑΔΕΔΥ κι άλλων φορέων, ενώ το δεύτερο μνημόνιο έκρινε αντισυνταγματικό μόνο κατά το σκέλος εκείνο με το οποίο καταργείται η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία, ενώ όλα τα άλλα μέτρα που προβλέφθηκαν σε βάρος των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα συνταγματικά, μετά την προσφυγή της ΓΣΕΕ, ΟΤΟΕ και άλλων οργανώσεων.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προχώρησε σε  απόφαση αναστολής εκτέλεσης των αποφάσεων του 29ου Συνεδρίου του Εργατικού Κέντρου Αθήνας (περιλαμβάνεται και η εκλογή των οργάνων διοίκησής του) μετά την κατάθεση ασφαλιστικών μέτρο που κατέθεσε ο  «Σύλλογος Προσωπικού Alpha Bank».
         Επειδή η εμπιστοσύνη στην αμεροληψία της δικαιοσύνης στηρίζεται στην περίφημη ανεξαρτησία τηςέναντι της εκτελεστικής και την νομοθετικής, παρόλο που δεν είναι παρά λειτουργίες της μιας κρατικής εξουσίας, πιστεύουμε πως αρκεί η προσφυγή στη δικαιοσύνη για να διατηρηθούν δικαιώματα που κατακτήθηκαν με αγώνες. Κι έτσι,  με δεδομένη την  αδυναμία  αντιμετώπισης των προβλημάτων της κοινωνίας με  τον αρμόζοντα πολιτικό τρόπο κυριαρχεί η  τάση να ευνοείται το πεδίο της δικαιοσύνης και να εναποτίθεται στο νόμο να βρει τη λύση σε κάθε είδους διαμάχες.  Η ανάπτυξη ενός ηθικιστικού λόγου –αγαπημένο μας θέμα τα σκάνδαλα- σε συνδυασμό με την  κυριαρχία της δικαστικής εξουσίας μπορούν λοιπόν να ερμηνευτούν στα πλαίσια της αποδυνάμωσης της πολιτικής και αγωνιστικής αντιπαράθεσης. Καταλήξαμε λοιπόν να πιστέψουμε ότι πρέπει να ζούμε σε  μια συμφιλιωμένη κοινωνία χωρίς βαθιές διαιρέσεις και ανεξέλεγκτες συγκρούσεις, εγκαταλείψαμε τα ταξικά μας  συμφέροντα ενστερνιζόμενοι την αντίληψη ότι σε μια ευνομούμενη δημοκρατική πολιτεία υπάρχουν μόνο κοινά συμφέροντα, ταυτίζοντας αυτά της κυρίαρχης τάξης με των εργαζομένων, κι έτσι  αμβλύνθηκαν οι πολιτικοί διαχωρισμοί, αναχαιτίστηκε η δυναμική της πολιτικής κι εμποδίστηκε η  διαμόρφωση διακριτών πολιτικών ταυτοτήτων –η συναίνεση επιτεύχτηκε.
           Σε  εποχές κρίσεων, με  αδύναμο το εργατικό κίνημα η προσφυγή στη δικαιοσύνη για δικαίωση αιτημάτων μας, αποκαλύπτει πως πίσω από τη νομική ισοτιμία κρύβεται η πραγματική ανισότητα. Οι ρυθμίσεις ισότητας απέναντι στο νόμο είναι κενές περιεχομένου – π.χ. η επίκληση δημόσιου συμφέροντος  δικαιολογούν περικοπές στις αποδοχές και συντάξεις και αν κρίνονται αντισυνταγματικές οι μειώσεις συντάξεων νομοθετείται ο επαναϋπολογισμός τους και φαίνεται πως τηρείται η νομιμότητα.
          Από τη στιγμή που το δίκαιο δεν είναι παρά μέρος του εποικοδομήματος της κοινωνίας, επηρεάζει και επηρεάζεται από την οικονομική βάση κι επομένως αλληλεπιδρά με τα υπόλοιπα στοιχεία του εποικοδομήματος.  Και  είναι οι  σχέσεις παραγωγής αυτές που αποτελούν τη βάση, το πλαίσιο επομένως που καθορίζεται και το νομικό εποικοδόμημα. Η βούληση  της κυρίαρχης τάξης καθορίζεται από τις υλικές συνθήκες ύπαρξής της και το αστικό δίκαιο δεν είναι παρά «βούληση της αστικής τάξης που έχει αναχθεί σε νόμο». Γι΄ αυτό και δεν είναι περίεργο που αποφάσεις δικαστηρίων που σχετίζονται άμεσα με σημαντικές πολιτικές αποφάσεις ευθυγραμμίζονται μαζί τους τις περισσότερες φορές. Είναι γιατί και οι νόμοι και το δίκαιο συνδέονται με τις επιδιώξεις  της κυρίαρχης αστικής τάξης.
          Κι αν παλιότερα προσφυγές στα δικαστήρια κάποτε μπορεί και να  δικαίωναν ταξικά συμφέροντα εργαζομένων ήταν είτε γιατί στις δοσμένες συνθήκες ήταν συχνά δευτερεύοντα είτε γιατί ο συσχετισμός δυνάμεων –ισχυρό εργατικό κίνημα-  απαιτούσε ευελιξίες προς όφελος  των εργατικών μαζών. Στα χρόνια της εξαθλίωσης γίνεται πια φανερό πως οι ρυθμίσεις ισότητας απέναντι  στο νόμο έχουν υιοθετηθεί για να διευκολύνουν την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης  από την άρχουσα, για να πουλήσει ο εργάτης όσο το δυνατό πιο εύκολα την εργατική του δύναμη και όχι για να μπορέσει να διεκδικήσει τα δικαιώματα του σε ένα δίκαιο δικαστήριο, απαλλαγμένο από τη μεροληπτική ανισότητα που επικρατεί.
             Γι΄ αυτό και δεν είναι περίεργο ούτε συνιστά σκάνδαλο που τα τελευταία χρόνια, και με τη συνδρομή της δικαιοσύνης, το αστικό κράτος απαλλάσσεται από το βάρος των ρυθμίσεων που αφορούσαν τις κοινωνικές κατακτήσεις των κυρίαρχων τάξεων. Ακόμα και η τήρηση της νομιμότητας από την κρατική εξουσία κρίνεται από το συσχετισμό των δυνάμεων. Μ’ ένα αδύναμο εργατικό κίνημα στον εργασιακό τομέα ο ένας ή ο άλλος κανόνας δικαίου είναι δυνατό να μη βρίσκουν εφαρμογή είτε γιατί το κράτος αδιαφορεί είτε γιατί το κράτος ανέχεται είτε γιατί το κράτος το ίδιο δεν το θέτει σε εφαρμογή. Καθιστώντας ανενεργούς στην πράξη νόμους που κατοχύρωναν κατακτήσεις εργαζομένων –ασφάλιση, κατώτατος μισθός κλπ. – υπονομεύονται και καταργούνται αυτές οι κατακτήσεις στο τομέα των εργατικών, κοινωνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων, ακόμα κι αν έχει νομοθετηθεί η προστασία τους.
            Όταν δεν υπάρχει ισχυρό εργατικό κίνημα καμιά προσφυγή στη δικαιοσύνη δεν θα δικαιώσει, στην πράξη,  τον εργαζόμενο.

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ



Η επέτειος, πριν πέντε μέρες, της απελευθέρωσης της πρωτεύουσας  από τους γερμανούς γιορτάστηκε με την καθιερωμένη τελετή στην ακρόπολη, ενώ ο πρωθυπουργός στο μήνυμά του για την επέτειο ξεχωρίζει τη φετινή, γιατί «σήμερα η 12η Οκτωβρίου γιορτάζεται ανοιχτά» επειδή δεν «φοβόμαστε να μιλήσουμε για το παρελθόν». Κι είναι αλήθεια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει προσπαθήσει να αντλήσει κύρος και  αξιοπιστία από το  παρελθόν, ένα παρελθόν ανακατασκευασμένο στα μέτρα του.
Και σ’  αυτό το παρελθόν αναφέρεται και το δημοσίευμα της Εφημερίδας των Συντακτών, της 9ης Οκτωβρίου, «Το φάντασμα της Ιστορίας, Πρώτη φορά Αριστερά» που μας θυμίζει ότι «Για πρώτη φορά υπουργούς της Αριστεράς η Ελλάδα γνώρισε ως γνωστόν το φθινόπωρο του 1944, με τα πέντε χαρτοφυλάκια του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας που σχηματίστηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1944», επιλέγοντας βέβαια να αναφερθεί σε φαινόμενα «σύμφυτα με την άσκηση εξουσίας, όπως η ευνοιοκρατία, ο νεποτισμός ή το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ κομμουνιστικής ηγεσίας και βάσης» με μαρτυρίες από απομνημονεύματα για «συγγενείς και προστατευόμενες», για «συσσίτιο δυο ταχυτήτων» για «διευθυντικά διλήμματα» που αποδεικνύουν την ανικανότητα των «παλαίμαχων επαναστατών» να διαχειριστούν προβλήματα παραγωγής, όπως η διαχείριση ενός εργοστασίου. Και βέβαια σ’ όλο το άρθρο η κατανόηση για όλα αυτά τα προβλήματα συμπεριφοράς που προέκυπταν  εκφράζεται επανειλημμένως, όπως και ο θαυμασμός για τους αγωνιστές της αριστεράς. Είναι που κατά τη διαδικασία της υποδόριας επιβολής μιας νέας εκδοχής του παρελθόντος παραφθείρονται γεγονότα και παραστάσεις μεγεθύνοντας ό,τι μπορεί να τα αμαυρώνει και συνάμα ανασυντίθενται παροχετευόμενα όμως προς τις προοπτικές της κυρίαρχης τάξης.  Παραφθορά από τη μια μεριά υπαγωγή από την άλλη σε προοπτικές και σχέδια που μεταμφιέζονται σε φιλολαϊκά.  Το ανασυντιθέμενο  παρελθόν  δεν είναι τίποτε παραπάνω από σωρεία παραστάσεων που επιδέχονται ηθικού τύπου κρίσεις. Εξαφανίζονται και διαλύονται οι συγκεκριμένες τάξεις και στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, η πάλη τους και η ιστορικότητά τους. Τη θέση της  ταξικής κοινωνικής συνείδησης αντικαθιστά μια απλοϊκή παράσταση του κόσμου, μια αξιολογική διχοτόμηση καλού/κακού, όπου ενώ μεγαλοφώνως ταυτίζεται το καλό με την Αριστερά την ίδια στιγμή υπονομεύεται αυτή η ταύτιση.
Και τι άλλο από υπονόμευση είναι και  όταν  ο Α. Τσίπρας στον εναρκτήριο λόγο του στο 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ μιλά  για την  "Αριστερά που δεν διστάζει να αναλάβει το ιστορικό καθήκον, να σηκώσει στους ώμους της την ευθύνη για την έξοδο από την κρίση με την κοινωνία όρθια», για την αριστερά που πάντα «ο τόπος την καλούσε στα δύσκολα», θέλοντας, ασκώντας την πολιτική της κυρίαρχης τάξης,  να ενσωματώσει την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στη μακρά αγωνιστική παράδοση του επαναστατικού κινήματος της αριστεράς –που είναι όμως το ΚΚΕ που οργανώνει  και καθοδηγεί. Είναι γι’  αυτό που πρέπει να προσεταιριστεί τις  ιστορικές μνήμες του λαϊκού κινήματος που έχουν συνδυαστεί  με τους αγώνες της αριστεράς όλη τη μεταπολεμική περίοδο και τροφοδότησαν μια πολιτική ριζοσπαστικότητα, ώστε  τώρα, στον καιρό της κρίσης, να μην υπάρξει η δυνατότητα να πάρει πιο καθαρά χρώματα και να προοιωνίζεται βαθιούς ιδεολογικούς μετασχηματισμούς που να δικαιώνουν το ΚΚΕ και τις επιλογές του.
Και είναι κι  αυτό το κεντρικό σύνθημα στο 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, «Με την Αριστερά μπροστά για την Ελλάδα που μας αξίζει. Κοινωνική Δικαιοσύνη -Δημοκρατία -Δίκαιη Ανάπτυξη», που δεν εκφράζει παρά την αγωνιώδη  προσπάθεια του κόμματος να συνεχίσει να πείθει, αλλοιώνοντας  το νόημα που αναδύεται από τη σχέση ανάμεσα στο σύνθημα-κείμενο και στα εξωκειμενικά συμφραζόμενα. Σαν να μην μεσολάβησε η κρίση από την εποχή που   γινόταν ολοένα και πιο αποδεκτό στο κοινωνικό φαντασιακό ότι οι οικονομικές συνθήκες όφειλαν  φυσιολογικά να τείνουν προς μια ορισμένη ισότητα, κατά τα πρότυπα της σοσιαλδημοκρατίας. Μόνο που η κρίση του καπιταλισμού  έδωσε την ώθηση σ’ έναν ακόμα πιο σκληρό ανταγωνισμό που έμελλε να σαρώσει τα όνειρα της ενσωμάτωσης του συνόλου του πληθυσμού  σε μια γενικευμένη μεσαία τάξη με ομαλά αυξανόμενη αγοραστική δύναμη. Και τώρα όλο και ευρύτερα  κοινωνικά στρώματα κατρακυλούν στην αβεβαιότητα, την ανεργία και τη φτώχεια.
               Κι όλα αυτά τα μεγάλα λόγια των «αριστερών» κυβερνώντων, η καπηλεία αγώνων του παρελθόντος αποσκοπούν να δώσουν την εντύπωση ότι εξακολουθούν να διαθέτουν την ικανότητα να αντιστέκονται, όπως έδειχναν όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Και δεν πρόκειται βέβαια για ιδεολογική διάβρωση ενός κόμματος του οποίου οι μόνες σχέσεις με ό,τι θεωρούσαμε  αριστερά είναι της τάξης ενός ονοματικού προσδιορισμού, αλλά για αποκάλυψη του πραγματικού ρόλου του.
               Κι έτσι και με  την αρωγή του ΣΥΡΙΖΑ να σκεφτόμαστε το παρόν μας μέσα στον ιστορικό χρόνο  με τη λογική του  ομοιώματος, ενός κατασκευασμένου ομοιώματος, με τη μετατροπή των παλαιών πραγματικοτήτων σε ένα σύνολο εικόνων που καλλιεργούν ψευδαισθήσεις, με  ρητορικά τεχνάσματα πάνω σε στερεότυπα, καταλύοντας κάθε αίσθηση μέλλοντος και συλλογικού οράματος, κι εγκαταλείποντας κάθε σκέψη μελλοντικής αλλαγής  της κοινωνίας. Όσο  εναργέστερη θα γίνεται η συνειδητοποίηση ότι τα αστικά κόμματα που εκφράζουν την κυρίαρχη τάξη  είναι υπόλογα για την οικονομική  εξαθλίωση και όσο θα συνοδεύεται αυτό από τη συνειδητοποίηση των οξυμένων προβλημάτων και αναγκών μας,  τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος όλα αυτά  να δημιουργήσουν  ένα εκρηκτικό απόθεμα που ο ΣΥΡΙΖΑ ευτελίζοντας τους παρελθοντικούς αγώνες κι απαξιώνοντας κοινωνικά οράματα κάνει ό,τι μπορεί για να μη βρει το δρόμο να εκφραστεί. Κι είναι γι’  αυτό που πολλές φορές ο κυρίαρχος λόγος ταυτίζει ΣΥΡΙΖΑ και κομμουνισμό, για  ν’ απαξιωθεί συλλήβδην το κομμουνιστικό όραμα, ώστε μαζί η απογοήτευση, ο φόβος η ανασφάλεια, η απαξίωση των αγώνων και η έλλειψη εμπιστοσύνης στο κοινωνικό όραμα  μετασχηματισμού της κοινωνίας να εμποδίζουν να βρει το λαϊκό κίνημα  δρόμους πολιτικούς, και να βιώνεται περισσότερο  σαν απωθημένο  παρά σαν εκλογικευμένη πολιτική και ιδεολογική συνείδηση.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ



«Αποκαταστάθηκαν εκατέρωθεν παρεξηγήσεις» ανακοινώνει το γραφείο του πρωθυπουργού  Α. Τσίπρα μετά τη συνάντησή του με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, με αφορμή τη σύγκρουση κυβέρνησης-εκκλησίας  που προκάλεσαν ανακοινώσεις του υπουργού Παιδείας Ν. Φίλη για νέα  αναλυτικά προγράμματα στα Θρησκευτικά.
 Κι αφού έκαναν επίδειξη δύναμης εκκλησία και κυβέρνηση ανεβάζοντας τους τόνους σε έναν διαγωνισμό ρητορικής πειθούς – υπενθύμισε τις ευθύνες της εκκλησίας την περίοδο κατοχής και χούντας ο υπουργός Παιδείας Ν. Φίλης,  αντέκρουσε τις επικρίσεις ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος με επιχειρήματα εν είδει ερωτημάτων που αποδεικνύουν πως η εκκλησία ήταν «συνεπής και αδιάβλητος για την αποστολή της», η αντιπαράθεση έληξε με τον Ιερώνυμο μετά τη συνάντηση με τον πρωθυπουργό να δηλώνει πως «ήρθησαν οι παρεξηγήσεις» και τον Ν. Φίλη να τονίζει πως η κυβέρνηση δεν έχει δογματική αντίληψη κι επιθυμεί το διάλογο με την εκκλησία.  
             Τέτοιου είδους  «κοκορομαχίες» που δεν καταλήγουν πουθενά ανά τακτά χρονικά διαστήματα επαναλαμβάνονται στην πολιτική ζωή της χώρας, που σηματοδοτούν τις προσπάθειες να εισβάλλουν στην καθημερινή μας ζωή, που εξαθλιώνεται συνεχώς, ζητήματα που αν και φαίνονται να αμφισβητούν την ισχύουσα  καπιταλιστική τάξη δεν κάνουν άλλο από το να την υποστηρίζουν. Η αντιπαράθεση που προκλήθηκε από την κυβέρνηση με την εκκλησία μοιάζει να είναι κακή μίμηση της σύγκρουσης μ’ αυτήν προ τριακονταετίας του υπουργού  της «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης του Α. Παπανδρέου Α. Τρίτση  για την εκκλησιαστική περιουσία που δεν κατέληξε πουθενά.  Τώρα το αντικείμενο της αντιπαράθεσης γίνεται το αναλυτικό πρόγραμμα των Θρησκευτικών με την κυβέρνηση να υποχωρεί …συντεταγμένα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Και μένει κυρίαρχος ο λόγος του Ιερώνυμου που  επικρίνει τον «καταρρεύσαντα υπαρκτό σοσιαλισμό» για  «διωγμό της θρησκευτικής πίστης» αλλά  και τα κόμματα  του νεοφιλελεύθερου χώρου, αναδεικνύοντας έτσι την εκκλησία μόνη σταθερά δύναμη «μάνα του λαού μας με ό,τι αυτό σημαίνει».
               Κι επειδή η κοινωνική μας ύπαρξη εμφανίζεται ως μια διαδοχή προβλημάτων που αναφέρονται σε διαφορετικά ζητήματα, τα οποία αποσυνδεδεμένα μεταξύ τους δύσκολα κατανοούμε, το να μπορούμε να τα αντιμετωπίζουμε ιστορικά, να ανακαλύπτουμε  τις ιστορικές ρίζες και συγκρούσεις που έδωσαν στους θεσμούς τη σημερινή μορφή και  λειτουργία τους, θα μας βοηθήσει να  αντιληφθούμε τη σύνδεσή τους και να κατανοήσουμε τη λειτουργία του συστήματος συνολικά. Γι’ αυτό  κι αυτές οι απομιμήσεις συγκρούσεων στο παρόν πρέπει να τις δούμε ως προς τις ιστορικές τους διαστάσεις.
               Αν στη Δύση του Μεσαίωνα η Εκκλησία υπήρξε το κατεξοχήν ηγεμονικό κέντρο, από την αναγέννηση και μετά  διαμορφώνεται το νέο ηγεμονικό κέντρο, το εθνικό και αστικό κράτος, σε πλήρη αντίθεση  με την Εκκλησία, το οποίο επιβάλλει και τους δικούς του όρους, οι οποίοι, πέρα από την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής, στο εποικοδόμημα συνοψίζονται στην εκκοσμίκευση και επικράτηση του Λόγου.
               Την ίδια εποχή στην περιοχή μας η Εκκλησία παραμένει  η κατευθυντήρια δύναμη των χριστιανικών πληθυσμών μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο ρόλος λοιπόν της Ορθόδοξης Εκκλησίας ήταν πολύ σημαντικός στο σχηματισμό και διαμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας των λαών αυτών και για μακρό χρονικό διάστημα πρωταρχικός και με μακροχρόνια επίδραση. Κι αν η ορθόδοξη εκκλησία του μεσαίωνα στην Ανατολή έμεινε πάντα υπό την κηδεμονία του βυζαντινού αυτοκράτορα, η αναγνώριση από το Οθωμανικό κράτος  του Πατριάρχη της Κων/πόλεως  ως αρχηγού και εκπροσώπου όλων των ορθοδόξων συνέβαλε στην αύξηση του κύρους του και στην παγίωσή του ως ηγετική δύναμη που αναγνωρίζεται μάλιστα σαν τέτοια από το σύνολο των μηχανισμών που μεσολαβούν μεταξύ των υποδούλων λαών  και της διοίκησης των οθωμανών. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η  ορθοδοξία παραμένει τίποτε άλλο παρά μια εκκλησία ανεκτή από τον κατακτητή που λογοδοτεί όμως σ’  αυτόν. Κι αν στο κοινωνικό πεδίο οι ανώτεροι κληρικοί ταυτίζονται με τις κυρίαρχες τάξεις της κοινωνίας και του κράτους, ο κατώτερος κλήρος δεν συγκροτείται σε χωριστή κοινωνική τάξη και ταυτίζεται με το λαό του οποίου μιλά τη γλώσσα.  Και η ορθοδοξία συγχέεται περισσότερο από ποτέ με την εθνική ιδέα που την απειλούν  από τη μια  το Ισλάμ  κι από την άλλη η καθολική προπαγάνδα.
  Κι ίσως είναι αυτή μια εξήγηση γιατί η ορθοδοξία έγινε θρήσκευμα περισσότερο λαϊκό και συνδέθηκε τόσο στενά με την εθνική ζωή  αυτών των λαών. Γι’ αυτό και η επιρροή  της ορθοδοξίας στη διαμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας των χριστιανικών λαών της οθωμανικής αυτοκρατορίας υπήρξε βαθιά  και καθοριστική, με δύναμη κάποτε προωθητική και τις περισσότερες φορές συντηρητική κι οπισθοδρομική.
  Στην επανάσταση που το εθνικό κίνημα επηρεασμένο από τη γαλλική επανάσταση παίρνει κι έναν χαρακτήρα φιλελεύθερο, με τις πολιτικές και κοινωνικές ιδέες της αποκτά ένα κοινωνικό περιεχόμενο αντίθετο απ’ αυτό που θα ήθελαν ο ανώτερος κλήρος, η πλειοψηφία Φαναριωτών και κοτζαμπάσηδων να του δώσουν, και γι’ αυτό προκαλεί όχι απλώς τη δυσπιστία τους αλλά και την εχθρότητά τους.
  Στο νεοϊδρυθέν κράτος η εκκλησία δεν χάνει το ηγεμονικό της ρόλο ταυτιζόμενη πάντα με την άρχουσα τάξη,  με μια αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα μέσα στον καπιταλισμό ενεργεί σαν καπιταλιστής. Στη νεώτερη ιστορία, στην Κατοχή και τη χούντα, εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις, η εκκλησία δεν διαχώρισε τη θέση της από την κυρίαρχη εξουσία, όντας μέρος της, χειραγωγώντας μεγάλο μέρος του πληθυσμού, συμμετέχοντας στη λήψη κατασταλτικών μέτρων και μη δείχνοντας καμιά ανοχή σε ιδέες που μιλούν για μετασχηματισμό της κοινωνίας –βεβαίως τις κομμουνιστικές.
  Ταυτιζόμενη λοιπόν με ό,τι πιο αντιδραστικό η εκκλησία, μετά την πτώση της χούντας το επίδοξο εκσυγχρονισμένο καπιταλιστικό μας κράτος θέλοντας να επιδείξει την προοδευτικότητά του και τον εξευρωπαϊσμό του εξαγγέλλει την αποδέσμευσή του απ’ αυτήν που ουδέποτε συντελείται. Είναι που στη χώρα μας με διαφορετική ιστορική πορεία η άρχουσα τάξη είχε ανάγκη την εκκλησία για την επιβολή της, ενώ μεγάλο μέρος των λαϊκών τάξεων  έχοντας τη συνδέσει και  με την εθνική ταυτότητα  δεν απομακρύνονται απ’ αυτήν.  Γι’ αυτό  ακόμα και τώρα η εκκλησία είναι αποτελεσματική στο έργο της,  να βοηθά οι  ιδέες της κυρίαρχης τάξης  να γίνονται κυρίαρχες σ’ όλη την υπόλοιπη κοινωνία. Για μια κυβέρνηση λοιπόν όπως του ΣΥΡΙΖΑ που επιδιώκει τη συναίνεση στις στρατηγικές επιλογές του καπιταλισμού δεν είναι καθόλου επιδιωκόμενο να χάσει έναν τέτοιο αποτελεσματικό σύμμαχο όπως η εκκλησία, όταν μάλιστα σε εποχές κρίσης, με το κομμουνιστικό όραμα κατασυκοφαντημένο, καταφεύγουν πολλοί άνθρωποι στη θρησκεία και τον εθνικισμό.  Για να παίξουν, εκκλησία κι εθνικισμός το ρόλο τροχοπέδης στην ανάπτυξη της απελευθερωτικής πάλης της εργατικής τάξης.