Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

ΕΥΠΙΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΔΑΕΙΣ;

Εορτάζεται μια ακόμα επέτειος της 28ης Οκτωβρίου, έναρξης από τον λαό του αντιφασιστικού του αγώνα, με το φασιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής να φαίνεται πως έχει ριζώσει στο πολιτικό σύστημα. Κι αν βέβαια δεν έχει καταστεί ο αποφασιστικός παράγων στην πολιτική σκηνή αυτό δεν σημαίνει ότι δεν την επηρεάζει ή ότι δεν συντελεί στη διαμόρφωση αυτών των προϋποθέσεων που θα επιβάλλουν, αν χρειαστεί, αυτή ή άλλο φασιστικό μόρφωμα ως εταίρο του πολιτικού συστήματος. Οι αποκαλύψεις και η δημοσιοποίησή τους, παρόλη την υποτονική κάλυψή από τα ΜΜΕ, στη δίκη των κατηγορουμένων μελών της Χρυσής Αυγής για τη δολοφονία του Π. Φύσσα δεν δείχνουν παρά αυτό που είναι, «μια ναζιστική εγκληματική οργάνωση …το μαχαίρι και η σιδερογροθιά του συστήματος που στρέφεται ενάντια στο δίκιο του λαού». Και βέβαια δεν είναι καθόλου τυχαίες οι προκλήσεις της Χρυσής Αυγής προς τον ΚΚΕ, τον κύριο εχθρό του φασισμού, με κατηγορίες εναντίον του για αδιαφάνεια στα οικονομικά του και οι χαρακτηρισμοί της σαν «τα τσιράκια του συστήματος».
         Η Χρυσή Αυγή δεν κάνει τίποτε άλλο παρά σαν γνήσιο φασιστικό μόρφωμα να τρέφει ψεύτικες προσδοκίες στο λαό, προβάλλοντας ένα εθνικό -κοινωνικό κήρυγμα που καταγγέλλει το «σάπιο» κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία γενικά, όχι μόνο την αστική, και τον καπιταλισμό σ’ ένα αφηρημένο και γενικό επίπεδο. Γιατί οι φασίστες δεν κάνουν άλλο παρά να εκμεταλλεύονται επιδέξια την οικονομική κρίση και τον ενστικτώδη και αφηρημένο αντικαπιταλισμό των εξαθλιωμένων εργαζομένων και των κατεστραμμένων μικρομεσαίων στρωμάτων, την αγανάκτηση εναντίον του πολιτικού συστήματος χρησιμοποιώντας τα σκάνδαλα πολιτικών. Μεσοπρόθεσμα αυτή η τακτική αποβλέπει να στραφεί η οργή και η αγανάκτηση των μαζών για την καπιταλιστική κρίση και τη δυστυχία τους κατά του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος και της δημοκρατίας που έχει χρεοκοπήσει στη συνείδηση του λαού, όχι για να την αντικαταστήσουν με ένα πραγματικά δημοκρατικό-λαϊκό σύστημα, αλλά για να καταργηθεί κάθε έννοια δημοκρατικότητας και αντιπροσωπευτικότητας των θεσμών και όλα τα δικαιώματα του λαού. Έτσι η χρεωκοπία του αστικού κοινοβουλευτισμού να μετατραπεί σε απόρριψη του κοινοβουλίου και κάθε δημοκρατίας με την εκμετάλλευση προπαγανδιστικά από τους φασίστες και όλης της γνωστής παθογένειας του αστικού κοινοβουλευτισμού. Κι όταν η εξαθλίωση μονιμοποιηθεί στην πλειοψηφία του λαού οι εργαζόμενες μάζες θα είναι έτοιμες πια να διαλέξουν όχι ανάμεσα σε μια λαϊκή δημοκρατία και την αστική δημοκρατία, αλλά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό, για να διαλέξουν τον δεύτερο, αφού η αστική δημοκρατία θα είναι υπεύθυνη για την φτωχοποίησή τους.
            Και μένει βέβαια η απορία πώς μάζες εργαζομένων, ένα τσιμενταρισμένο 7% προς το παρόν, επιδεικνύουν τέτοια άγνοια για το ίδιο το φασιστικό φαινόμενο, προβάλλουν παιδαριώδη επιχειρήματα για την ανταπόκρισή τους στο φασιστικό λόγο, επικαλούνται τον πατριωτισμό για να δικαιολογήσουν, όταν την ομολογούν, την επιλογή τους ακυρώνοντας την ίδια την ιστορία κι εθελοτυφλώντας σχετικά με το παρελθόν του φασισμού.
            Η αστική τάξη σε κανονικές ομαλές συνθήκες, όταν δεν απειλείται η πολιτική της κυριαρχία από το κομμουνιστικό κίνημα και μπορεί να κυβερνήσει με την εναλλαγή αστικών κομμάτων στην κυβέρνηση, ενδιαφέρεται και επιδιώκει τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας της και της πολιτικής που εφαρμόζει, αμβλύνοντας μάλιστα τις ταξικές συγκρούσεις. Η νομιμοποίηση μέσα από το σύνταγμα του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος και της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, η νομιμοποίηση της αστικής πολιτικής μέσα από τη βουλή, είναι όρος για την ομαλή λειτουργία του αστικού πολιτεύματος, τη νομιμοποίηση των ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης, την καπιταλιστική εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Ο φασισμός γίνεται η λύση που προκρίνεται από τον καπιταλισμό όταν χρειάζεται έναν τρόπο να ξεπεράσει τις κρίσεις του. 
          Γι’ αυτό και προέχει στο φασιστικό λόγο η κατασυκοφάντηση των κομμουνιστών σαν τσιράκια του συστήματος, με συνεχή αναφορά στα τεκταινόμενα του Μάη του 2010 που «απετράπη» η έφοδος στη βουλή, για να μεταθέσουν τη σύγκρουση στο πεδίο που ευνοεί τον καπιταλισμό, όταν έρχονται στην επιφάνεια επιτακτικά τα διαφορετικά ταξικά συμφέροντα και γίνεται φανερό πως η διατήρηση του καπιταλισμού εξαρτάται από την εξαθλίωση των εργαζομένων. Μπολιάζεται έτσι ο λαός με ιδέες εθνικιστικές για να καταλαγιάσει η ταξική πάλη και γίνεται αποδεκτό από τη μεγάλη πλειοψηφία η χρησιμοποίηση του κράτους σαν μιας πολεμικής μηχανής που αυθαιρετώντας και τρομοκρατώντας θα αγωνιστεί ενάντια σε εσωτερικούς κι εξωτερικούς εχθρούς –στην προκειμένη περίπτωση των κακών καπιταλιστών στο εξωτερικό, των υπηρετών του συστήματος που είναι οι κομμουνιστές στο εσωτερικό. Στη βάση των εμπρηστικών λόγων, που περιλαμβάνει και την ψευδεπίγραφη εναντίωση στον καπιταλισμό, και της συμπεριφοράς μπράβων των μελών της Χ.Α υπάρχει η ιδέα ότι ο φασισμός, εθνικισμό λέει η Χ.Α, θα χαλιναγωγήσει τους καπιταλιστές της Ευρώπης και θα τους υποχρεώσει να σεβαστούν τον ελληνικό λαό. Ο αντιδραστικός και πολλές φορές συγκεκαλυμμένα αντεργατικός λόγος που στηρίζεται στο μύθο της κατάργησης της ταξικής πάλης με την έξαρση, ακόμα και απροκάλυπτα, της βίας και την εφαρμογή πολιτικής της βίας και ισχύος απομακρύνουν την προοπτική του αγώνα για μια κοινωνική ανατροπή προς όφελος των εργαζομένων. 
            ¨Όμως, και η απαξίωση του κομμουνιστικού λόγου σε συνδυασμό με την ιδεολογική σύγχυση και τη χρεοκοπία του γενικώς κι αορίστως αριστερού λόγου που η πολιτική της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ επιφέρει, συντελούν κι αυτά στην καλλιέργεια γόνιμου εδάφους για το φασιστικό λόγο. Το φασισμό τον γεννά το μεγάλο κεφάλαιο κι είναι ουτοπία να πιστεύει κανείς ότι η πολιτική συμπόρευσης με τις επιταγές του μεγάλου κεφαλαίου μπορεί να τον αποτρέψει από τη στιγμή που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Χειροπόδαρα δένεται το εργατικό κίνημα από τη «θεωρία της χρυσής μεσοβέζικης θέσης που προσπαθεί να δικαιολογήσει με μαρξιστικές λέξεις την οπορτουνιστική πράξη». Και όταν σκέφτεται κανείς πως και η ίδια η ιστορία έχει δείξει πως δεν είναι «ο οπορτουνισμός «νόμιμη απόχρωση» ενός ενιαίου κόμματος ξένου προς τις «ακρότητες» και ότι «έχει γίνει ο καλύτερος τρόπος εξαπάτησης των εργατών και το μεγαλύτερο εμπόδιο για το εργατικό κίνημα» δεν μπορεί να χρεώσει στο ΣΥΡΙΖΑ ούτε αφέλεια ούτε ευπιστία. Γι’ αυτό δεν είναι ούτε τυχαίες ή αφελείς οι συνεχείς μεταμορφώσεις του αριστερού ΣΥΡΙΖΑ, οι επανειλημμένες διαψεύσεις υποσχέσεών του και η προσπάθειά του να επιδείξει αριστερό προφίλ με ενδυματολογικές επιλογές και μαρξιστικό λεξιλόγιο υπονομεύοντας ύπουλα και επίμονα την κομμουνιστική προοπτική της κοινωνίας. 
          Πώς τώρα πια στα χρόνια μας μπορεί να δικαιολογείται κανείς για την ευπιστία και άγνοιά του;

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΥ...



Και ξεκίνησε στη βουλή η διαδικασία νομιμοποίησης των ειλημμένων αποφάσεων που έχουν  γίνει αποδεκτές από την κυβέρνηση με την ψήφιση του μνημονίου. Στο επίκεντρο το ασφαλιστικό, για πολλοστή φορά προβάλλεται σαν στόχος ο «εξορθολογισμός» του από τους  κυβερνώντες, ενώ   η αναζήτηση ισοδυνάμων για διάφορα μέτρα όπως για τη μη επιβολή ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση, ο καημός των ΜΜΕ,  μοιάζει να μην καταλήγει πουθενά …σε κουβέντα να βρισκόμαστε.
               Ανάμεσα στις διάφορες τέτοιες κουβέντες κάπου στο διαδίκτυο εντοπίστηκαν κι εκείνες που αφορούσαν στην κατάργηση αδειών των περιπτέρων ή και αύξησης της φορολογίας καπνικών σαν ισοδύναμα μέτρα του τρίτου μνημονίου. Καθώς κανείς αναρωτιέται ποιες …μεγάλες μεταρρυθμίσεις προωθούνται μέσα από τις αλλαγές στη λειτουργία των περιπτέρων, που ήδη ξεκίνησαν από το 2012, καταλήγει πως σπουδαιότερες είναι οι κοινωνικές και οικονομικές σηματοδοτήσεις αυτών των αλλαγών.
Είναι, ή μάλλον ήταν, το περίπτερο θεσμός κοινωνικός –οικονομικός –πολιτικός, και προϋπόθετε την αγαστή συνύπαρξή των τριών αυτών δραστηριοτήτων που οδηγεί μοιραία στη συνηγορία της ισχύουσας τάξης πραγμάτων. Γιατί στις πρώτες βασικές  δομές και λειτουργίες του περιπτέρου ανταποκρινόταν ένα σύστημα οργάνωσης του σαν έννοια, θεσμός και λειτουργία που ήταν σε σχέση  και άμεση εξάρτηση με την κρατική πολιτική, κυρίαρχη και ανάλογη των χρόνων που το δημιούργησε. Κι αντίστοιχα οι τωρινές  αλλαγές σηματοδοτούν τις αλλαγές στο είδος εξάρτησης από την κυρίαρχη πολιτική. Η συρρίκνωσή τους ή  κατάργησή τους και αλλαγή του θεσμικού πλαισίου δεν σηματοδοτεί παρά το τέλος  των υποσχέσεων για μικροαστικά αναπτυξιακά όνειρα, το τέλος του πνεύματος συνεργασίας  πολιτικών και μικροαστικών πόθων.
                Μετά τους βαλκανικούς πολέμους η δημιουργία του περιπτέρου θεσμοθετήθηκε  σαν ανταμοιβή ηθική  και υλική προς τα θύματα  και αναπήρους του πολέμου και των οικογενειών τους. Κι έτσι η ύπαρξη των περιπτέρων συνδέεται  με την κρατική προστασία και μέριμνα, και τις μορφές που αυτή παίρνει, που αυξάνει τον αριθμό τους σε συνάρτηση πάντα  με τις εκάστοτε  πολεμικές συρράξεις και τα διαρκώς αυξανόμενα πλήθη τραυματιών και θυμάτων πολέμου. Στις πρώτες λίστες  τραυματιών –θυμάτων προστίθενται κι αυτές  από την νεώτερη ελληνική ιστορία, των χρόνων ΄40-‘45, ‘45-‘49, των επιχειρήσεων εν Κορέα και εν Κύπρω, με τις επιλογές βέβαια του εκδικητικού μετεμφυλιακού κράτους. Επί ΠΑΣΟΚ οι αποδέκτες της επέκτασης του ευεργετήματος ήταν οι κάθε είδους αποχρώσεων αντιστασιακοί.
            Το περίπτερο μεταπολεμικά γίνεται επίκεντρο  επικοινωνίας και πληροφόρησης. Με την αγορά μιας σοκολάτας ξεκινούσε η εκμάθηση της ανταλλακτικής –εμπορευματικής διαδικασίας και η συνειδητοποίηση της αξίας και του κοινωνικού γοήτρου  του χρήματος από τη μικρή ηλικία. Στάθμιζε και καθόριζε συμπεριφορές με την έκθεση της ζωής μας, με ενδείξεις και αποχρώσεις,  στο κουτσομπολιό, με τη συγκέντρωση πληροφοριών για κάποιο φάκελο στην Ασφάλεια. Κέντρο ανταλλακτικών σχέσεων και αμφισήμαντων πληροφοριών. Ανάμεσα  στην καθημερινότητά μας το περίπτερο μέσα σε αξίες ανταλλακτικές και ανταλλάξιμες, μέσα από διαδικασίες καθημερινές, -τηλεφωνήματα που γίνονταν από κει και συγχρόνως η μεταφορά της  άποψής μας στο αυτί της Ασφάλειας,  οι εφημερίδες που διπλώνονταν με τον τίτλο προς τα μέσα-,  εδραιώνονταν συνήθειες  ικανές  να σακατεύουν  ζωές και συνειδήσεις κι έτσι δεχόμαστε αυτήν την καθημερινή παρέμβαση στη ζωή μας και στον καθορισμό των συνειδήσεών μας   με όσα επέλεξε και διαμόρφωσε η κυρίαρχη  εξουσία μιας αστικής τάξης που ξαναστεκόταν στα πόδια της.
 Το περίπτερο, ένα μικρομπακάλικο, μια μικρογραφία, προγονική σύλληψη της έννοιας των σούπερμάρκετ, απίθανο σε ψιλολόγια, πρακτικό στη δομή και λειτουργικότητά του συντηρεί, χρηματοδοτεί και προσπορίζει ένα σημαντικό αριθμό πολιτών ατόμων ελέω κράτους, πολιτικών μηχανισμών, πολιτειακών θεσμών και προεκλογικών παροχών. Γιατί και για τη μεταπολεμική  Ελλάδα το συνταξιοδοτικό αποτέλεσε σοβαρό  οικονομικό πρόβλημα, πληγή ανοικτή. Και βέβαια και  οι πολεμικές αποζημιώσεις. Ένα οικονομικά αδύναμο κράτος στην υπηρεσία μιας αστικής  τάξης  που μόλις συνερχόταν από το τρόμο  της απώλειας της εξουσίας από τους κομμουνιστές, το μόνο ίσως που θα μπορούσε να παρέχει ήταν, επιλεκτικά,  άδειες λειτουργίες –στις μέρες μας είναι μια κατώτατη σύνταξη αντί για προνοιακό επίδομα.
            Το περίπτερο σαν να αποτυπώνει σε μικρογραφία τη μικροαστική ζωή και τα μικροαστικά όνειρα που καλλιεργήθηκαν μεταπολεμικά με  την αντίστοιχη ταξική διαστρωμάτωση και τις μορφές προσκόλλησης στην κυρίαρχη  εξουσία με τα αντίστοιχα ανταλλάξιμα. Η  φράση που συνδέεται με την διάρκειά και αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του είναι ενδεικτικό της εικόνας που καλλιεργήθηκε να έχει  ο μικροαστός για τον εαυτό του, καταστάλαγμα  σε συσχετισμό με την αναπτυγμένη ατομικότητα της νεοελληνικής αντίληψης, όταν η οικονομία στηριζόταν στη μικροϊδιοκτησία «Γιατί ανθούν τα περίπτερα, γιατί μέσα χωρά μόνο ένας».
 Κι είναι ακριβώς γι’  αυτό που μέσα από τους νόμους, τις παροχές, ανακατανομές που αφορούν στα περίπτερα μπορεί να διακρίνει κανείς τη θλιβερή και τραγική ιστορία  ενός λαού, ηττημένου,  έρμαιο του κρατικού οίκτου και με σαφείς απαιτήσεις ελεημοσύνης και ανταλλαγών, είτε πληροφοριών, είτε αλληλοεκδουλεύσεων, είτε αλληλοεκβιασμών.
Στην πολιτικοοικονομική ιστορία του τόπου, μέχρι τις μέρες μας,  η έννοια  της κρατικής ελεημοσύνης –παροχής κυριαρχεί και πάλι, μετά την εξασθένιση του λαϊκού κινήματος και τη διάλυση του κοινωνικού κράτους  και διαιωνίζεται με διάφορες μορφές – π.χ. εγγυημένο εισόδημα, κάρτα σίτισης κλπ. Και τώρα δεν στεγάζεται πουθενά…

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ



Πέντε χρόνια τα ίδια και τα ίδια από τους κυβερνώντες.
 Πέντε χρόνια τώρα κι αν επαναλαμβάνονται και τα δικά μας λόγια ήταν σε μια προσπάθεια να γίνει η σκέψη μια επιθετική πράξη. Ίσως από πεποίθηση πως το να σκέφτεσαι είναι να προβάλλεις τη σκέψη σου, ακόμα και να την χτυπάς, όσο μπορείς, με ορμή πάνω σ’ έναν άλλο, να τη χτυπάς για να μπει στο κεφάλι του με το καλό, έ και με το κακό.  Να βγουν οι σκέψεις από το λήθαργο τους, το λήθαργο που κοιμίζει πόνους κι αμφιβολίες και τρέφει παραισθήσεις.
               Και η κυβέρνηση της για δεύτερη φορά αριστεράς φιλοδοξεί να διατηρήσει σε ύπνωση τη σκέψη μας επ’  αόριστον.
 Αυτήν τη φορά είναι ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας που διαβεβαιώνει ότι «η βουλή αυτή είναι αυτή που θα σφραγίσει κατά τη διάρκεια της τετραετούς θητείας της  την οριστική έξοδο από την κρίση», συνεχίζοντας σε ρόλο ανυποψίαστου αν και σφόδρα ευαισθητοποιημένου να παρηγορεί με νότες αισιοδοξίας. Είναι ο  υπουργός  οικονομικών Ευ. Τσακαλώτος  ο οποίος υπογραμμίζει πως «βασικός μας στόχος είναι ένα  συλλογικό εγχείρημα όλων μας ή θα καταστραφούμε μαζί ή θα επιτύχουμε μαζί» σε μια προσπάθεια να αποσπάσει τη συναίνεση δια της απειλής. Είναι ο αναπληρωτής υπουργός Τ. Αλεξιάδης που επιμένει να ξεκαθαρίζει ότι «η κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να εφαρμόζει μια σειρά  από μέτρα που δεν είναι στο ιδεολογικό της DNA», για να τους αισθανόμαστε κοντά μας, σαν να είναι παγιδευμένοι κι αυτοί μαζί με μας από υπέρτερες δυνάμεις.
               Πέντε χρόνια επαναλήψεις ίδιων δικαιολογιών, υποσχέσεων, διαβεβαιώσεων, των οποίων αντιλαμβανόμαστε την κενότητα μονάχα όταν έχουμε βιώσει τα αποτελέσματα των ενεργειών των κυβερνώντων, ενώ όσο καιρό βρισκόμαστε στην περιοχή των λόγων συνεχίζουν να τροφοδοτούν τις ψευδαισθήσεις μας. Για να έχουμε  μικρά διαλείμματα, όσο να βγει το κεφάλι μας έξω από το νερό, ίσα για ν’ αναπνεύσουμε και  ν’ αντέξουμε ανανεώνοντας αυταπάτες και παραισθήσεις.  
               Το ζούμε όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για τέτοιους καιρούς και αργούμε να προσαρμοστούμε. Καιρός να αποδεχτούμε ότι αυτό που ζούμε είναι το παρατεταμένο χτύπημα του τέλους των ψευδαισθήσεών μας για τον καπιταλισμό με το ανθρώπινο πρόσωπο και τη δυνατότητά του να μεταλλαχτεί επειδή απλώς το ευχόμαστε. Ο ιδεαλισμός του γραφείου που εμπιστευόταν στην καλή φύση και στην ανθρώπινη πρόοδο που προχωρούσε  δίχως εμπόδια στο ήσυχο δρομάκο της είναι μια φενάκη. Καμιά κοινωνική τάξη δεν αποποιείται τα προνόμιά της εθελοντικά, από καλοσύνη. Κι εμείς υπνωτισμένοι από τις ζαχαρωμένες αναθυμιάσεις προσδοκιών που μας καλλιεργούσαν για αέναη βελτίωση των υλικών όρων ζωής μας ήμασταν τόσο πεπεισμένοι γι’  αυτό  που δεν πήραμε κανένα μέτρο ούτε για άμυνα. Και το κακό είναι πως ενώ μοιάζουμε νικημένοι πριν καν πολεμήσουμε για τη ζωή μας φαίνεται πως αυτό δεν είναι αρκετό για να  ξυπνήσουμε από το λήθαργο.  Καταγγέλλοντας μια αντιφατική και σαθρή κοινωνική πραγματικότητα που τις χαλασμένες κοινωνικές της δομές δημιουργούν και συντηρούν οι σκάρτοι για να υπηρετήσουν  το προσωπικό τους συμφέρον,  βάζουμε όλους τους υπόλοιπους  να είναι θύματα  αυτής της κατάστασης χωρίς να καταλογίζεται ο βαθμός  συμμετοχής τους στη δημιουργία αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας, εκμεταλλευτές κι εκμεταλλευόμενοι μαζί.   
Οι αυτοσχέδιες αντιδράσεις, οι αυθόρμητες επιλογές όλων αυτών των χρόνων δεν αντικαθρεφτίζουν  παρά τους απελπισμένους ελιγμούς μιας κοινωνίας  κάθε φορά που  έρχεται αντιμέτωπη και βιώνει τις κρυφές προθέσεις της άρχουσας τάξεις. Προθέσεις που αποκαλύπτονται στην εφαρμογή τους και ακυρώνουν κάθε πράξη αυθόρμητης και θεαματικής αντίδρασης, που τόσο καλλιέργησε ο ΣΥΡΙΖΑ σαν αντιπολίτευση, που δεν ήταν παρά τακτική της συγκεκριμένης στιγμής, όταν ο λόγος επένδυε με ψευδαισθήσεις τις πράξεις που ακολουθούσαν.
Η σύγκρουση πια μπορεί να εκφραστεί  μόνο με ένα τρόπο, σαν πάλη των εργαζομένων ενάντια στην άρχουσα τάξη και στους όρους που επιβάλλει όχι πια σαν παθητικότητα, αποχώρηση ή απομόνωση. Γιατί καμιά  απουσία ή παθητικότητα δεν οδηγεί  ούτε σε τριγμούς το σύστημα –εδώ εκλέχτηκε να μπει στη βουλή ο Β. Λεβέντης που στα όρια του γελοίου  καταριόταν τους πολιτικούς του αντιπάλους να πάθουν καρκίνο και το πολιτικό σύστημα συνεχίζει να προσποιείται το σοβαρό πυλώνα τον απαραίτητου για τη λειτουργία του πολιτεύματος. Απομόνωση, αποχή, παθητικότητα κλπ. είναι αφέλεια να θεωρούνται τρόποι αντίδρασης που δεν μπορεί να ενσωματωθούν  μέσα στις λειτουργικές διαδικασίες του καπιταλισμού, ενός συστήματος τόσο εύκαμπτου που  έχει την ικανότητα να εντάσσει μέσα στα πλαίσια του ακόμα και να θεσμοποιεί οποιαδήποτε κίνηση που αρχικά αμφισβητεί την κατεστημένη τάξη αλλά δεν απειλεί την ουσία της.
Η ιδεολογική αστική ηγεμονία έχει αποκοιμίσει τη συνείδηση και θέληση για λαϊκή πάλη και σίγουρα οι ιδεολογικές διατριβές και η θεωρητική προπαγάνδα από μόνες τους δεν είναι ικανές να απειλήσουν την εξουσία αν δεν μετασχηματιστούν και σε ενέργειες, ώστε οι καταπιεζόμενες τάξεις να αναγνωρίσουν τις δικές τους πραγματικές ανάγκες που αντιτίθενται μ’ αυτές της άρχουσας τάξης.  Κι ενώ έχει απλωθεί η ανησυχία και υπάρχει μια γενικευμένη αγανάκτηση, όμως ακόμα δεν έχουν μετασχηματιστεί σε θέληση για κοινωνική αλλαγή ούτε καν σε ξεκάθαρη αναγνώριση του εχθρού.
Και ζητούμενο παραμένει η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης στην εργατική τάξη…