Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

«ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ, ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ»



Οι κοκορομαχίες ανάμεσα σε κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση σχετικά με την δεύτερη αξιολόγηση του τρίτου πακέτου …διάσωσης της  ελληνικής οικονομίας καλά κρατούν, παρόλο που όλο και περισσότερο γίνεται εμφανής η άνευ περιεχομένου λεκτική σύγκρουσή τους, αφού  ούτε η κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση αμφισβητούν την εφαρμογή επιβαλλόμενων από ΕΕ και ΔΝΤ μεταρρυθμίσεων που συνθλίβουν τη ζωή των εργαζομένων. Και  όλες αυτές οι πολιτικές, κι εδώ και σ’ άλλες χώρες,  ενδύονται το μανδύα της επιστημονικότητας, με προβλέψεις που διαψεύδονται κι εκτιμήσεις που αλληλοαναιρούνται. Π.χ. Οι εκτιμήσεις κομισιον για το πρωτογενές πλεόνασμα, ότι θα επιτευχθεί ο στόχος του 1,75% και 3,5% για τα έτη 2017 και 2018, ενώ το ΔΝΤ το αμφισβητεί. Η ακόμα και η διάψευση των οικονομολόγων σχετικά με το βαθμό επιδείνωσης της κατάστασης της βρετανικής οικονομίας λόγω του Brexit.  
Για την αξία όλων αυτών των αναλύσεων, εκτιμήσεων, προβλέψεων  κλπ. των οικονομολόγων ο λόγος του Μαρξ συνεχίζει να είναι διαφωτιστικός  για την κατανόησή τους.
«(...)Οι οικονομολόγοι έχουν ένα ξεχωριστό τρόπο ενέργειας. Για τους οικονομολόγους δεν υπάρχουν παρά μονάχα δυο λογιών θεσμοί, οι τεχνητοί κι οι φυσικοί. ΟΙ φεουδαλικοί θεσμοί είναι τεχνητοί, ενώ οι θεσμοί της αστικής τάξης είναι φυσικοί. Οι οικονομολόγοι μοιάζουν σε τούτο με τους θεολόγους, που κι αυτοί αναγνωρίζουν δυο λογιών θρησκείες. Κάθε θρησκεία, έξω από τη δική τους, είναι δημιούργημα των ανθρώπων, ενώ η δική τους είναι αποκάλυψη του Θείου Λόγου (Εκπορεύεται απ’ τον Θείο Λόγο)
               Όταν λένε οι οικονομολόγοι πως οι σύγχρονες σχέσεις –οι σχέσεις της αστικής παραγωγής- είναι φυσικές, θέλουν να πουν (υπονοούν) πως είναι οι σχέσεις που μέσα σ’ αυτές δημιουργείται ο πλούτος κι αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις, σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Οι σχέσεις λοιπόν αυτές, είναι οι ίδιοι οι φυσικοί νόμοι, ανεξάρτητοι απ’ την επίδραση του χρόνου. Είναι οι αιώνιοι νόμοι που πρέπει να κυβερνούν πάντα την κοινωνία. Υπήρξε λοιπόν η ιστορία, μα δεν υπάρχει πια. Υπήρξε η ιστορία, γιατί υπήρξαν οι φεουδαρχικοί θεσμοί και γιατί, μέσα στους φεουδαρχικούς θεσμούς βρίσκουμε ολότελα διαφορετικές παραγωγικές σχέσεις από κείνες της αστικής κοινωνίας, που οι οικονομολόγοι θέλουν να παρουσιάσουν σα φυσικές και συνακόλουθα αιώνιες.(…)
               Η αστική τάξη κάνει την εμφάνισή της μ’ ένα προλεταριάτο που κι αυτό είναι απομεινάρι του προλεταριάτου των φεουδαρχικών χρόνων. Στην πορεία της ιστορικής της  ανάπτυξης, η αστική τάξη αναπτύσσει αναγκαστικά τον ανταγωνιστικό της χαρακτήρα, που στα πρώτα της βήματα, συμβαίνει νάναι περισσότερο ή λιγότερο μασκαρεμένος, που βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση. Στο βαθμό που η αστική τάξης αναπτύσσεται, αναπτύσσεται μέσα στα σπλάχνα  της ένα καινούργιο προλεταριάτο, ένα σύγχρονο προλεταριάτο: αναπτύσσεται μια πάλη  ανάμεσα στην προλεταριακή και στην αστική τάξη, πάλη που πριν να την αισθανθούν, τη διακρίνουν, τη σταθμίσουν, την καταλάβουν, την ομολογήσουν και την αναγνωρίσουν επίσημα και δημόσια κι οι δυο πλευρές, δεν εκδηλώνεται παρά με  μερικές και στιγμιαίες συγκρούσεις, με καταστροφικά γεγονότα. Από μια άλλη πλευρά, αν κι όλα τα μέλη της σύγχρονης αστικής τάξης έχουν το ίδιο συμφέρον μια και σχηματίζουν μια τάξη που βρίσκεται αντιμέτωπη με μιαν άλλη, έχουν ωστόσο κι αντίθετα, ανταγωνιζόμενα συμφέροντα, έτσι που βρίσκονται τούτα τα μέλη αντιμέτωπα μ’ εκείνα. Τούτη η αντίθεση των συμφερόντων ξεπηγάζει απ’ τις οικονομικές συνθήκες της αστικής τους ζωής.  Από μέρα σε μέρα, γίνεται λοιπόν όλο και πιο πολύ ολοφάνερο πως οι οικονομικές σχέσεις, που μέσα σ’ αυτές κινείται και δρα η αστική τάξη, δεν έχουν έναν ενιαίο, απλό χαρακτήρα, μα διπλοπρόσωπο χαρακτήρα. Πώς μέσα στις ίδιες τούτες σχέσεις που παράγεται ο πλούτος, δημιουργείται επίσης και η αθλιότητα. Πώς μέσα στις ίδιες τούτες σχέσεις που υπάρχει ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, υπάρχει και μια δύναμη που παράγει καταπίεση. Πώς τούτες οι σχέσεις δημιουργούν τον αστικό πλούτο δηλ. τον πλούτο της αστικής τάξης, εκμηδενίζοντας ολοένα τον πλούτο των μελών που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της τάξης, και δημιουργώντας απ’ αυτά τα μέλη ένα καθημερινά αυξανόμενο προλεταριάτο. Όσο πιο πολύ έρχεται στο φως της μέρας ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας, τόσο πιο πολύ οι οικονομολόγοι, οι επιστημονικοί αντιπρόσωποι της αστικής παραγωγής, έρχονται σε σύγκρουση με την ίδια τους τη θεωρία: σχηματίζονται διάφορες σχολές.
               Έχουμε τους μοιρολάτρες οικονομολόγους που στη θεωρία τους δείχνουν τόση αδιαφορία   γι’  αυτά που ονομάζουν τα μειονεκτήματα της αστικής παραγωγής, όσο κι οι ίδιοι οι αστοί είναι αδιάφοροι στην πράξη για τα βάσανα των προλετάριων που τους βοηθάνε ν’ αποχτήσουν πλούτη. Σ’ αυτή τη μοιρολατρική σχολή υπάρχουν κλασικοί και ρωμαντικοί. Οι κλασικοί, όπως ο Αναμ Σμιθ κι ο Ρικάρντο, που αντιπροσωπεύουν μιαν αστική τάξη που παλεύει ακόμα με τ’ απομεινάρια της φεουδαρχικής κοινωνίας αγωνίζονται να ξεκαθαρίσουν τις οικονομικές σχέσεις απ’ τις φεουδαρχικές μουτζούρες, ν’ αυξήσουν τις παραγωγικές δυνάμεις και να δώσουν στη βιομηχανία και το εμπόριο μιαν καινούργια ορμή. Το προλεταριάτο που παίρνει μέρος σ’ αυτή την πάλη, απορροφημένο σε τούτη την πυρετώδικη απασχόληση δεν έχει παρά παροδικά, τυχαία βάσανα που και το ίδιο τα βλέπει σαν τέτοια. Οι οικονομολόγοι όπως ο Ανταμ Σμιθ κι ο Ρικάρντο, που είναι οι ιστορικοί αυτής της εποχής, δεν έχουν άλλη αποστολή παρά να δείξουν, πώς αποχτιέται ο πλούτος μέσα στις σχέσεις της αστικής παραγωγής, να διατυπώσουν αυτές τις σχέσεις σε κατηγορίες, σε νόμους και να δείξουν πόσο αυτοί οι νόμοι, οι κατηγορίες είναι για την παραγωγή των αγαθών ανώτερες απ΄ τις κατηγορίες  και τους νόμους της φεουδαρχικής κοινωνίας. Η αθλιότητα δεν είναι στα μάτια τους παρά η οδύνη που συντροφεύει κάθε γέννα τόσο στη φύση όσο και στη βιομηχανία.
               Οι ρωμαντικοί ανήκουν στην εποχή μας, εποχή που η αστική βρίσκεται σ’ άμεση αντίθεση με το προλεταριάτο: εποχή που η αθλιότητα γεννιέται σε τόσο μεγάλη αφθονία όσο κι ο πλούτος. Οι οικονομολόγοι ποζάρουν τότε σα μοιρολάτρες μπλαζέ (βαριεστημένοι από κάθε λογής κατάχρηση) που, απ’ το ύψος της θέσης τους, ρίχνουν μιαν αλαζονική ματιά, γιομάτη περιφρόνηση, πάνω στους ανθρώπους –ατμομηχανές που φτιάχνουν τα πλούτη(…)
               Έρχεται ύστερα η ανθρωπιστική σχολή, που παίρνει κατάκαρδα την κακή πλευρά των σημερινών παραγωγικών σχέσεων. Τούτη δω η σχολή, για νάχει αναπαυμένη τη συνείδηση, βάνει τα δυνατά της να συγκαλύψει, όσο είναι βολετό, τις πραγματικές αντιθέσεις. Θρηνολογάει ειλικρινά για την αγωνιώδικη θέση του προλεταριάτου, για τον ξέφρενο συναγωνισμό των αστών μεταξύ τους. Ορμηνεύει τους εργάτες νάναι λιγόφαγοι, να δουλεύουν περισσότερο και να κάνουν λίγα παιδιά. Κάνει συστάσεις στους αστούς να βάλλουν στην παραγωγή μια συνετή ορμή. Ολάκερη η θεωρία τούτης της σχολής στηρίζεται πάνω σ’ ατέλειωτες διακρίσεις ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, ανάμεσα στις αρχές και τα’ αποτελέσματα, την ιδέα και την εφαρμογή, το περιεχόμενο και τη μορφή, την ουσία και την πραγματικότητα, το δίκιο κι αυτό που γίνεται, την καλή και την κακή πλευρά.
               Η φιλανθρωπική σχολή είναι βελτιωμένη έκδοση της ανθρωπιστικής σχολής. Αρνιέται την αναγκαιότητα του ανταγωνισμού. Θέλει να κάμει όλους τους ανθρώπους αστούς. Θέλει να πραγματοποιήσει τη θεωρία στο σημείο  που ξεχωρίζει από την πράξη και δεν κλείνει μέσα της ανταγωνισμό.
               Δεν χρειάζεται να το πούμε πως στη θεωρία είναι εύκολο να κάμει κανένας αφαίρεση των αντιφάσεων που συναντάει, κάθε στιγμή, στην πραγματικότητα. Οι φιλάνθρωποι θέλουν λοιπόν να διατηρήσουν τις κατηγορίες που εκφράζουν τις αστικές σχέσεις χωρίς νάχουν τον ανταγωνισμό που τις συνθέτει και που είναι αξεχώριστες απ’ αυτές. Στοχάζονται στα σοβαρά πως πολεμάνε την αστική πραχτική κι είναι περισσότερο αστοί από τους άλλους (…)»
(Κ. Μαρξ «Η αθλιότητα της φιλοσφίας», εκδ. Γερ. Αναγνωστίδη)

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ



Και μιμούμενη τα παγκόσμια φόρα, η ντόπια ελίτ την προηγούμενη εβδομάδα οργάνωσε το δικό της οικονομικό φόρουμ για δεύτερη φορά στους Δελφούς. Η  επιλογή του τόπου κραυγαλέα  συμβολική στην απλοϊκότητά της –ο επίτροπος Δ. Αβραμόπουλος δεν παρέλειψε στην ομιλία του τη σύνδεσή του με τη Δελφική Αμφικτυωνία- και τα θέματά του τα συνήθη των καιρών, ανάπτυξη, μετανάστευση, το μέλλον της ΕΕ, λαϊκισμός,  κλπ με  την οπτική την κυρίαρχης τάξης, που επαληθεύει τις ενέργειές της. Είναι κι αυτός ένας τρόπος η ντόπια ελίτ να ενισχύσει τη μεγάλη ιδέα που έχει για τις ενέργειές της και φυσικά τον εαυτό της, δημιουργώντας εκείνα τα μέσα που θα προβάλλουν τη δραστηριότητά της σαν ωφέλιμη και σπουδαία.
Κι αν η διανόηση εστίαζε στο εποικοδόμημα, με την Ε. Αρβελέρ να υποστηρίζει πως «η Ευρώπη είναι ηθικό δίδαγμα και ηθική οντότητα», με τον Β. Καραποστόλη καθηγητή του Πανεπιστηµίου Αθηνών να χρεώνει, κατά το δελτίο τύπου, το πρόβλημα της κρίσης στην απουσία του μοχθείν, εντοπίζοντας στην «αποστροφή των νέων απέναντι στην κοπιώδη προσπάθεια» την απουσία της ανάπτυξης, είναι όμως αυτό που ειπώθηκε, με αρκετή κυνικότητα,  από τον πρώην πρωθυπουργό Κ. Σημίτη, στα πλαίσια συνομιλίας του με το δημοσιογράφο Π. Τσίμα, η  πιο συμπυκνωμένη και εύστοχη  μεταφορική  περιγραφή της ασκούμενης πολιτικής της κυρίαρχης τάξης στην χώρα μας: «Το ερώτημα αν αντέχει η χώρα την επιλογή της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να τεθεί. Είναι τόσο άσχετο με την πραγματικότητα, όσο και το ερώτημα αν αντέχει ο άνθρωπος τη ζωή. Την ζει ή αυτοκτονεί».
Εν πρώτοις, ο αναλογικός συλλογισμός του Κ. Σημίτη σχετικά την ένταξη στην ΕΕ και την αντοχή στη ζωή, πέρα από την προσπάθεια φυσικοποίησης μιας πολιτικής επιλογής ενέχει και μια απειλή που φανερώνει την αναλγησία της κυρίαρχης τάξης. Συγχρόνως, στο λόγο του εμφανιζόμενου ως  πραγματιστή πρώην πρωθυπουργού εισάγεται η μεταφυσική για να δικαιώσει πολιτικές επιλογές. Σαν να μην έχει καμιά σημασία ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής που προσδιορίζει και την γενική διαδικασία της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής. Ταυτίζει πολιτικές επιλογές με υπαρξιακά προβλήματα –ατυχέστατος, το λιγότερο, ο παραλληλισμός ζωής και ένταξης στην ΕΕ, αλλά ενδεικτικός της αντίληψης της κυρίαρχης τάξης. Η ένταξη  στην ΕΕ αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν φυσικό φαινόμενο, όχι σαν επιλογή συγκεκριμένων ανθρώπων σε συγκεκριμένη περίοδο και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Σε μια ένωση κρατών όπου θριαμβεύει ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της παραγωγής το να αγνοεί κανείς ότι είναι η καπιταλιστική βάση με τις δικές της ανάγκες που εγκαλεί τους κυβερνώντες σε μονοσήμαντες επιλογές μόνο σκοπιμότητα υποκρύπτει. Γιατί ακριβώς η προσαρμογή στις ανάγκες του καπιταλισμού είναι η αιτία που επιβάλλει όλες αυτές τις ανάλγητες πολιτικές από όσους τον διαχειρίζονται και όχι υπερκόσμιες δυνάμεις.
Κι έχει αλήθεια ενδιαφέρον πώς τα ίδια τα γεγονότα παρουσιάζονται έτσι που να αποτελούν παιδαγωγικό μύθο. Παρουσιάζονται τα κακουργήματα ενός πολύ συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής ως έκφραση μιας αιώνιας ουσίας, που οι δικές μας παραλείψεις ή δράσεις τη στρέφουν εναντίον μας, όπως π.χ. η ραστώνη που επιδεικνύουμε είναι η αιτία της καταδίκης μας σε μια εξαθλιωμένη ζωή. Κι είναι αυτή η συνειδητοποίηση που γίνεται αντικείμενο  ηθικής διδασκαλίας για  ξεπέρασμα της οκνηρίας, αύξηση της εργατικότητας, ένταση της επινοητικότητας κλπ.  Γι’ αυτό και η απόδοση ηθικών χαρακτηριστικών στην ένωση των ευρωπαϊκών κρατών δεν είναι καθόλου …ιδεαλιστική ή αφελής. Αντίθετα έτσι συσκοτίζεται η κυριαρχία του τρόπου παραγωγής της υλικής ζωής πάνω στην εξέλιξη της κοινωνικής ζωής, την πολιτική και πνευματική. Κι αυτό σημαίνει αδυναμία των εργαζομένων να συλλάβουν αυτή τη διαδικασία και να πιστέψουν στις δυνατότητές τους να την αλλάξουν προς δικό τους όφελος.
Συνέδρια, φόρα, οικονομικές αναλύσεις δεν αμφισβητούν την καπιταλιστική λογική και θέλουν να αποδείξουν πως δεν χρειάζεται να επιδιώξει κανείς ριζικές ανατροπές στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και σχέσεων εργασίας, αλλά αρκεί να παραμένει  όρθια η βασική αρχή –καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της παραγωγής- που βοηθούμενη από μικρές διορθωτικές κινήσεις θα οδηγήσει στην επίλυση όλων των προβλημάτων. Κι αν σ’  αυτά τα φόρα οι συμμετέχοντες δίνουν την εντύπωση  πως σκέπτονται και ομιλούν με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης είναι για να μας πείσουν πως  η ανισότητα, η φτώχεια, η αβεβαιότητα, το περιθώριο, η πείνα ή η απελπισία δεν μπορούν να θεμελιώσουν συγκεκριμένες αλληλέγγυες παρεμβάσεις παρά μόνο σε επίπεδο φιλανθρωπίας. Ενώ στην πραγματικότητα η πείνα, η φτώχεια και η αβεβαιότητα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αλλιώς παρά με άμεσες μορφές ανακατανομής εισοδήματος.  Όλοι λοιπόν  οι προβληματισμοί για το δέον, όλα τα θεσμικά διλήμματα, όλες οι αξίες, κάθε πρόταγμα κοινωνικής δικαιοσύνης που μπορεί να επικαλούνται, επί της ουσίας  καταργούνται ως πολιτικά διακυβεύματα και δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο της πολιτικής σκέψης και δράσης όταν αναστέλλουν τη μεγιστοποίηση του κέρδους.

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

ΤΑΞΙΚΟ ΜΙΣΟΣ



Σχετικά με το   τραγικό δυστύχημα που προκάλεσε η Πόρσε, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έκαναν εντύπωση σχόλια που μαζί με λόγια καλοκάγαθα και παρηγορητικά για τα θύματα περιλάμβαναν κατάρες κι αναθέματα για τον κάτοχο της Πόρσε, έκφραση πίκρας, ακόμα και μίσους που πυροδοτούσε η οικονομική κατάσταση του κατόχου του αυτοκινήτου. Σαν όλοι οι δυστυχισμένοι άνθρωποι να ένιωθαν πως η πίστωση από παράπονα κι απογοητεύσεις, πένθη και πίκρες, που η τελευταία επταετία της οικονομικής εξαθλίωσης τους είχε ανοίξει, έπρεπε τώρα να πληρωθεί. Όλα αυτά τα πικρόχολα, πολλά απ’  αυτά γεμάτα μίσος, σχόλια έδειχναν σαν να ανακάλυψαν ξαφνικά  όλοι αυτοί οι συντάκτες των σχολίων πού κρυβόταν ο οφειλέτης του λογαριασμού από πόνο και δυστυχία. Ο κάτοχος της Πόρσε πλήρωνε σε μνησικακία το μερίδιό του για την εξαθλίωση των εργαζομένων. Σε πολλά σχόλια έμοιαζε να μην υπάρχει καμιά λύπηση για τη δική του δυστυχία κι όλα αυτά τα σχόλια άφηναν μια γεύση πίκρας και  ξεραϊλας, το μίσος και η μνησικακία πηγμένα στην καρδιά μας. Σε πολλά σχόλια αναδύονταν σχεδόν μια χαρά για τη δυστυχία των κοινωνικά προνομιούχων. Παρακολουθώντας με φθόνο την προνομιούχα τάξη να χαίρεται τα καλά της σαν να περιμέναμε τη θανατερή κατάληξη για να νιώσουμε κι ανακουφισμένοι που ακόμα και οι προνομιούχοι μπορεί να γίνουν δυστυχείς. Και την ίδια στιγμή αυτά τα γεμάτα μίσος σχόλια αποδείκνυαν αυτό που σε όλους τους τόνους αποσιωπάται και αποκρύπτεται, ότι υπάρχει ταξικό μίσος. Πίσω απ’  αυτά τα σχόλια διακρίνονταν μια ολόκληρη τάξη που πεθαίνοντας σιγά σιγά, αποδεκατισμένη και καταστραμμένη  από τη  συγκεκαλυμμένη χρεωκοπία των φτωχικών της οικονομιών και  από τους μισθούς πείνας που σαν ξεροκόμματο οι κοινωνικά προνομιούχοι της πέταγαν,  εξέφραζε σχεδόν τη χαρά της, έστω και συγκεκαλυμμένα, για τον πόνο τους.
                 Και συγχρόνως αυτά τα σχόλια  δεν ήταν παρά μια θλιβερή υπόμνηση για το βαθμό ταξικής συνειδητοποίησης μεγάλου αριθμού εργαζομένων. Όχι, δεν υπήρχε ταξική συνείδηση πίσω από το μίσος και τον φθόνο για τους πλούσιους εκμεταλλευτές της εργατικής δύναμης ούτε αποκαλύπτονταν ικανότητα εκτίμησης της κατάστασης με σαφήνεια και ρεαλιστικότητα ή βαθύτερης κατανόησης της απειλητικής κατάστασης που ζούμε. Στη δουλειά μας ή στην ανεργία μας η συσσώρευση των πιο παράλογων πραγμάτων και αντιφάσεων, η διεύρυνση του χάσματος αξιοπιστίας στη διακυβέρνηση από την  άρχουσα τάξη δεν μοιάζει να συμβάλουν καθόλου στη διαύγεια της σκέψης μας, στην εδραίωση της πίστης για ριζική οικονομική και κοινωνική μεταβολή με τη δική μας δράση. Μοιάζει στην σκέψη μας να επικρατεί το χάος ενός παραστρατημένου πνεύματος που το τροφοδοτεί η έσχατη απελπισία και η βίαιη αγανάκτηση. Φυλακισμένοι σ’ αυτή την σκοτεινή φυλακή των ενστίκτων και συναισθημάτων, χωρίς ελπίδα, μοιάζει μόνο μια κοινή μανία να μας ενώνει, το μίσος εναντίον των κοινωνικά προνομιούχων που πνίγουν τη ζωή μας. Χωρίς συνειδητοποίηση των δικών μας ιδιαίτερων, αντικειμενικά καθορισμένων θεμελιακών συμφερόντων, των διαφορών μας, των αντιθέσεών μας ή και σύμπτωσης τους με τα συμφέροντα άλλων τάξεων, μένουμε στην έκφραση συναισθημάτων και οργής, ανίκανοι να προβάλλουμε τη δική μας κοινωνικοπολιτική οπτική. Ενάμιση αιώνα μετά τον Μαρξ και όλη αυτή η μάζα των εργαζομένων, με ευέλικτα ωράρια και μισθούς πείνας, ενώ είναι μια τάξη σε σχέση με το κεφάλαιο δεν είναι ακόμα για τον ίδιο τον εαυτό της. Αυτό το μίσος που σε πολλά σχόλια ξεχείλιζε ήταν έκφραση ενός τμήματος μιας τάξης που υπάρχει αντικειμενικά ως τάξη «καθ’ εαυτήν», που όμως η υποκειμενική της διαμόρφωση σε «τάξη δι’ εαυτήν» μοιάζει να μην έχει συντελεσθεί.
               Είναι που η στρεβλή απεικόνιση της κοινωνικής πραγματικότητας με τον αστικό τρόπο προσέγγισης  εξουδετερώνει κάθε προσπάθεια  ερμηνείας της με όρους ταξικής σύγκρουσης αντιτιθέμενων συμφερόντων κι επομένως ακυρώνει ως μάταιο  κάθε αγώνα  για μετασχηματισμό της κοινωνίας. Κι όμως είναι μέσα στον ταξικό αγώνα, με όλες τις μορφές του,  είναι μέσα από την οργάνωση στο δικό τους κόμμα, το κομμουνιστικό, που οπλισμένοι  με την επιστημονική γνώση των ταξικών τους συμφερόντων οι εργαζόμενοι συσπειρώνονται και συγκροτούνται ως τάξη δι’ εαυτήν. Γι’ αυτό και όλη η απαξίωση για  κάθε αγωνιστική κινητοποίηση, γι’ αυτό για άλλη μια φορά και όλες αυτές οι δηλώσεις για την απεργία, αυτή τη φορά στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κ. Μητσοτάκης παίρνει αφορμή απ’ αυτή την απεργία για να απαιτήσει αλλαγή συνδικαλιστικού νόμου στο θέμα της απεργίας, ενώ η κυβέρνηση βρίσκει πάλι  την ευκαιρία να παραπλανήσει, καθώς  στα λόγια  παρουσιάζεται συνήγορος  των λαϊκών αγώνων, όταν ακριβώς μεθοδεύει με τους εκπροσώπους του κεφαλαίου, θεσμοί ή τρόικα κι αν ονομάζονται, την καταστολή τους.
            Κι όταν το ταξικό μίσος δεν εκφράζεται με αγώνες και διεκδικήσεις, αλλά με συναισθηματικές εξάρσεις, που περισσότερο ακολουθούν ανεξέλεγκτα ένστικτα, σε συγκεκριμένα πρόσωπα,  αυτό δεν είναι παρά μια συνέπεια  της καπιταλιστικής αποσύνθεσης που αγκαλιάζει το σύνολο και φυσικά και την εργατική τάξη. Ακόμα κι όταν αγκαλιάζουμε νέα ιδανικά και ξανοιγόμαστε σε νέους δρόμους δεν είναι δυνατό  παρά να σέρνουμε μαζί μας επιβιώσεις αυτού του κόσμου, πόσο μάλλον όταν δεν βάζουμε μπροστά μας σκοπούς διαφορετικούς, δεν ερμηνεύουμε ορθολογικά την πραγματικότητα και επικαλούμαστε μεσσιανικές λύσεις. ¨Οσοι το θάνατο του γιού του ιδιοκτήτη των καταστημάτων jumbo Γ. Βακάκη το είδαν ως μια δίκαιη τιμωρία ενός ανάλγητου επιχειρηματία συγχέουν μια συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα, που δεν κατανοούν ότι οι  άνθρωποι διαμορφώνουν, με την πίστη σε μια ανώτατη εξωλογική αρχή που αναλαμβάνει να δράσει προς όφελός τους στο υπαρξιακό πεδίο, επιβάλλοντας την επιθυμητή δικαιοσύνη. Ψευδαισθήσεις και φαντασιοπληξίες ενάμιση αιώνα μετά τον Μαρξ!
     «Η κατάργηση της θρησκείας σαν φανταστικής ευτυχίας του λαού  χρειάζεται για την πραγματική ευτυχία του λαού. Το αίτημα της εγκατάλειψης των φαντασιοπληξιών για την κατάστασή του, είναι το αίτημα της εγκατάλειψης μιας κατάστασης που χρειάζεται φαντασιοπληξίες.» (Κ.Μαρξ «Κριτική της φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ», εκδ. Αναγνωστίδη)