Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

ΠΡΟΣ ΝΕΑ ΠΟΛΩΤΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ;



Εν μέσω δηλώσεων,  αντιφατικών πολλών απ’ αυτών,  για το τι συμφωνήθηκε στο γιουρογκρουπ της 20ης Φεβρουαρίου, δηλώσεων για ανασκευή της θέσης του προέδρου της Ευρωπαϊκής επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ ότι τα μέτρα που συμφωνούνται στο πλαίσιο ενός Μνημονίου δεν είναι υποχρεωτικό να είναι συμβατά με το κοινοτικό κεκτημένο, δηλώσεων απειλητικών ή εθνικιστικών ή ψύχραιμων κλπ.  ένθεν κακείθεν του Αιγαίου  για νησιά του, δηλώσεων του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα για επίσπευση της ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης, βρήκαν χώρο στα ΜΜΕ και ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να προβληθούν και οι απόψεις για έξοδο από ευρώ, με τον Κ. Λαπαβίτσα να παρουσιάζει πρόταση για το εθνικό νόμισμα,  με τέτοιον τρόπο σαν να εφαρμόζεται στην πράξη η προ δεκαπενθημέρου προτροπή του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου Ν. Ξυδάκη πως «δεν πρέπει να υπάρχουν ταμπού όταν κουβεντιάζουμε για τη μοίρα του λαού» αναφερόμενος στο θέμα επιστροφής σε εθνικό νόμισμα.
               Η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, δηλ. έξοδος από την ευρωζώνη, από την αρχή της κρίσης δεν αποκλειόταν ούτε από τμήμα της εγχώριας αστικής τάξης ούτε της ευρωπαϊκής –απλώς αθροίζονται οι συνέπειες κι όσο βγαίνουν μ’  αρνητικό πρόσημο για τα συμφέροντά τους αναβάλλεται. Η προβολή όμως που δίνεται τελευταία σε απόψεις για επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, χωρίς τώρα πια απαραιτήτως να θεωρείται το απόλυτο κακό, πιθανόν να είναι ένδειξη ότι δρομολογείται μεθοδικά, πιστεύοντας πως έχει θωρακιστεί η ΕΕ από τις συνέπειες,  η έξοδός της χώρας από την ευρωζώνη. Μοιάζει μάλιστα όλη αυτή η συζήτηση για επιστροφή στο εθνικό νόμισμα να γίνεται με πρωτοβουλία πολιτικών σχηματισμών και ανθρώπων που αυτοχαρακτηρίζονται αριστεροί, οπότε η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα παίρνει χαρακτηριστικά μιας αγωνιστικής διαδικασίας προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων. Κι έτσι συνεχίζεται ο εγκλωβισμός μας σε ένα φαύλο κύκλο επαναλαμβανόμενων αδιεξόδων χρησιμοποιώντας για την έξοδό μας τα μέσα που η κυρίαρχη τάξη επιτρέπει, στα προνομιακά πεδία που αυτή ελέγχει. Παγιδεύεται το εργατικό κίνημα ενάντια στο κεφάλαιο μεταξύ της αντιδραστικής  «δεξιάς» αστικής τάξης  και της «προοδευτικής αριστερής» πτέρυγάς της –τη βλάπτουν εξ ίσου και οι δυο. Είναι που ο καπιταλισμός στη μακραίωνη ιστορία του κατάφερε να δίνει την εντύπωση πως μπορεί να αντιστέκεται στις επιθέσεις των αντιπάλων του κι ακόμα χειρότερο, ότι καταφέρνει να τους ενσωματώνει, να τους μετατρέπει σε ιδεολογικά στοιχεία της αναπαραγωγής του. Δεν είναι οι σοσιαλδημοκράτες που κατέληξαν να διαχειρίζονται και να διευρύνουν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, δεν είναι οι κομμουνιστικές  χώρες στις οποίες η επανάσταση πέτυχε όπου εγκαθιδρύθηκαν τελικά καπιταλιστικές σχέσεις;
               Και πάλι βρισκόμαστε μπερδεμένοι ανάμεσα σ’ ελπίδες και οράματα και επαναστατικό λόγο που κατάντησαν παραπλανητικά συνθήματα για κατανάλωση, και πώς  να ξεχωρίσει κανείς όλες αυτές τις αυθεντίες που λειτουργούν κάτω από ένα  «επαναστατικό» προσωπείο υποστηρίζοντας καμουφλαρισμένα αντιλήψεις της άρχουσας τάξης; Και χανόμαστε σε αναλύσεις οικονομικές που αλληλοαναιρούνται, χωρίς να μπορούμε να κατανοήσουμε συνολικά την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, μπλοκάροντας σκέψη και δράση.
Κι έτσι,  μετά την άρση, με την διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, της αντίθεσης μνημόνιο-αντιμνημόνιο δημιουργείται ένα νέο πλαίσιο πολωτικής αντιπαράθεσης, ευρώ-δραχμή, για να διαμορφωθεί εκατέρωθεν το κλίμα ενός νέου φανατισμού. Στην ουσία θα λειτουργεί σαν ένας  φτηνός αντιπερισπασμός αποσκοπώντας  να μετατοπίσει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος από την επιβεβλημένη από ΕΕ εξαθλίωση σ’ εκείνην που επιβάλλει η επιλογή της νομισματικής αλλαγής. Μια επιλογή που θα γίνει όμως με τους όρους της ΕΕ και σε χρόνο πρόσφορο για τα συμφέροντά της. Άλλωστε, από την αρχή των μνημονίων η επιλογή των πόλων αντιπαράθεσης ήταν κυρίως καρπός διεργασιών σε επίπεδο κορυφής με τεχνικά χαρακτηριστικά. Περισσότερο έμοιαζε η άρχουσα τάξη να επιλέγει το είδος της  πόλωσης που την ευνοούσε για να μη χάνει το παιχνίδι της εξουσίας,  εγκλωβίζοντας έτσι το όποιο λαϊκό κίνημα στην προοπτική της. Όπως η αντίθεση στο μνημόνιο συσπείρωσε ετερόκλητα πολιτικά σχήματα με προσωπείο κοινωνικού μεταρρυθμιστή, το ίδιο επιδιώκεται με την νέα αντίθεση που έρχεται με τις ευλογίες της άρχουσας τάξης, ευρώ-εθνικό νόμισμα. Και μ’ όλα αυτά χάνεται η πραγματική κοινωνική πόλωση, ανάμεσα στον κεφαλαιοκράτη και εργαζόμενο. Και κάθε φορά η διπολική αντίθεση δεν αγγίζει καθόλου το ζήτημα  της βασικής κοινωνικής αντίθεσης κεφάλαιο-εργασία. Κι όταν ο κομμουνιστικός λόγος το θέτει κατηγορείται από την αριστερή επαναστατικότητα ότι υποκλίνεται στην μικροαστική και αστική ιδεολογία,  υπονομεύοντας τη δυναμική των μαζικών αγώνων με την απροθυμία του να την υπερβεί κι αναβάλλοντας το μετασχηματισμό της κοινωνίας στο απώτατο μέλλον.
Πότε ο κυπριακό, πότε το είδος νομίσματος, πότε οι μορφές πάλης μπαίνουν στο στόχαστρο μιας κριτικής προς το ΚΚΕ εξ αριστερών,  την οποία, διακηρύττεται,   η αγωνία της επαναστατικής προοπτικής εφοδιάζει με επιχειρήματα οικοδομώντας όμως, κριτική στην κριτική, το ιδεολογικό και πολιτικό του αφοπλισμό. Κατηγορείται το ΚΚΕ για ξεκάθαρη ανεπάρκεια και στοχοποιείται ως βασικός παράγοντας της αποδιοργάνωσης, της αδρανοποίησης και της μικρής αποτελεσματικότητας δυνάμεων που διακηρύττουν την στράτευσή τους στον κομμουνισμό. Στην πραγματικότητα, αφού  δεν έγινε κατορθωτή  η σύμπραξη αριστεράς με ΚΚΕ στην προηγούμενη αντίθεση μνημόνιο –αντιμνημόνιο, απαιτείται τώρα, στο όνομα της επανάστασης μάλιστα, να ηγηθεί το ΚΚΕ στη νέα αντίθεση ευρώ –εθνικό νόμισμα, ξεμπερδεύοντας επιτέλους και μ’ αυτό, αφού …ξεκάθαρα ενσωματώνεται κι αυτό  κι ό,τι εκπροσωπεί στο καπιταλιστικό σύστημα.
Και κάπως έτσι η κυρίαρχη τάξη οικειοποείται όλες τις ιδέες που μπορεί να εμπνέουν την εργατική τάξη, ενώ βρίσκει ένα πλήθος δικαιολογίες για να προωθεί ξανά αρχαϊκά συστήματα εκμετάλλευσης με νέο ένδυμα, ακόμα και μαρξιστικό.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ



Στα ψιλά γράμματα της ειδησεογραφίας των ημερών περιλαμβάνεται και η είδηση σχετικά με την εκδήλωση για την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, που διοργάνωσε η Οργάνωση Μελών του ΣΥΡΙΖΑ Γαλατσίου, όπου η  αναπληρώτρια υπουργός Εργασίας, αρμόδια για την καταπολέμηση της ανεργίας, Ράνια Αντωνοπούλου δηλώνει πως ««Η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία δεν είναι μία ακόμη προνοιακή πολιτική για τους ευάλωτους και οικονομικά ασθενέστερους πολίτες, αλλά ένας εναλλακτικός τρόπος να παράγουμε, να εργαζόμαστε και να καταναλώνουμε».
               Ο ορισμός της κοινωνικής οικονομίας δίνεται από τον  νόμο 4019/2011 ως «το σύνολο των οικονομικών, επιχειρηματικών, παραγωγικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, οι οποίες αναλαμβάνονται από νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, των οποίων ο καταστατικός σκοπός είναι η επιδίωξη του συλλογικού οφέλους και η εξυπηρέτηση γενικότερων κοινωνικών συμφερόντων». Είναι τουλάχιστον αντιφατικό να διαβάζεις σε ένα νόμο του 2011, στη αρχή της οικονομικής κρίσης και της συνεπόμενης εξαθλίωσής μας, για επιδίωξη συλλογικού οφέλους και εξυπηρέτηση κοινωνικών συμφερόντων –παρόλη τη διασταλτική ερμηνεία που μπορεί να δώσει σ’ αυτά κανείς- την ίδια στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας βίωνε και βιώνει  φτώχεια κι ανεργία ως αποτελέσματα της εφαρμοζόμενης πολιτικής,  την οποία οι κυβερνώντες θεωρούσαν και θεωρούν απαραίτητη και πάλι για όφελος της κοινωνίας. Και μοιάζει παράδοξο να ορίζεται η κοινωνική οικονομία ως μη κερδοσκοπική δραστηριότητα και να διαφημίζεται ως εναλλακτική πρόταση πάνω στις βάσεις της αλληλεγγύης και συνεργασίας, αλλά και του εθελοντισμού και των δωρεών, μέσα σ’ ένα καπιταλιστικόπεριβάλλον που επιδιώκει το κέρδος και την εκμετάλλευση των εργαζομένων. Και είναι και παραπλανητικό η ευρείακαι επίμονη χρήση λέξεων που έχουν να κάνουν με αλληλεγγύη και συνεργασία, για να ντύνουν διαφορετικές επιδιώξεις, να συγκαλύπτουν πολιτικές, να παρουσιάζουν μια εικονική πραγματικότητα.
               Από τα πρώτα χρόνια εφαρμογής της πολιτικής λιτότητας μέχρι εξαθλίωσης ξεπετάχτηκαν ένα σωρό κοινωνικά ιατρεία, φαρμακεία, παντοπωλεία και διάφορες άλλες μορφές κοινωνικών επιχειρήσεων που διαφημίζουν πως  στηρίζονται στην ομαδικότητα και συνεργασία και ισχυρίζονται πως εκεί βρίσκεται το κλειδί για έξοδο από την κρίση. Και σκέφτεται κανείς πόσο ευέλικτο και πειστικό  έχει γίνει το καπιταλιστικό σύστημα στη δημιουργία παράλληλων εικονικών πραγματικοτήτων. Πιστεύουμε πως σε μια ανταγωνιστική οικονομία που επιβάλλει με τέτοια αναλγησία την εξαθλίωση σε εκατομμύρια ανθρώπους μπορεί να λειτουργήσει μια άλλη αλληλέγγυα οικονομία, όπου ξαφνικά ιεραρχείται ο άνθρωπος και οι ανάγκες του πάνω από τα κεφάλαια και το κέρδος δεν είναι πια προτεραιότητα παρά  μόνο το κοινωνικό όφελος.
 Ανεξάντλητα μοιάζουν τα μέσα και οι τρόποι που εφευρίσκει το πολιτικοοικονομικό σύστημα για να υφαρπάξει αν όχι τη συναίνεση τουλάχιστον την ανοχή των εργαζομένων τροφοδοτώντας τις ελπίδες τους.
Η  κυρίαρχη εξουσία πρόβαλε τη μείωση των δημοσίων δαπανών και του δημόσιου χρέους ως βασική προτεραιότητα για ξεπέρασμα της κρίσης, έτσι ώστε να είναι ευρύτατη η συναίνεση  στην  απόσυρση του κράτους από τομείς παροχής υπηρεσιών κατηγορώντας αυτόν τον ρόλο του ως μια από τις αιτίες της κρίσης που επηρεάζει αρνητικά την οικονομία. Το ίδιο λοιπόν το πολιτικοοικονομικό σύστημα που συρρίκνωσε το κοινωνικό κράτος και κατήργησε κάθε υπηρεσία κοινωνικής ωφελείας δίνει την εντύπωση πως προωθεί μέσα από οργανισμούς κοινωνικής οικονομίας την παροχή αγαθών και υπηρεσιών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ευκαιρίες απασχόλησης, για  διαχείριση της ανεργίας με απασχολουμένους με μισθούς πείνας. Θα πρέπει λοιπόν τώρα να πειστούμε πως αυτός ο τρίτος οικονομικός τομέας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού παρέχει αγαθά και υπηρεσίες για να καλύψει σημαντικά τμήματα του πληθυσμού που υποεξυπηρετούνται.  Και κάπως έτσι αξιοποιώντας την πολιτική της κοινωνικής οικονομίας θα περάσουν στον ιδιωτικό τομέα και όσες κοινωνικές υπηρεσίες δεν έχουν περάσει.
Ταυτόχρονα καθαγιάζεται και η επιχειρηματικότητα μέσα από τις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις που στηρίζονται στην Κοινωνική Οικονομία με ηθικού τύπου κριτήρια, γιατί  το κέρδος τους προκύπτει από δράσεις που εξυπηρετούν αποκλειστικά το κοινωνικό συμφέρον και υποχρεούνται να μοιράζονται ένα σημαντικό μέρος της κερδοφορίας  και του παραγόμενου αποτελέσματος με τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Για την δραστηριοποίηση προς την κοινωνική επιχειρηματικότητα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία το εθνικό ταμείο επιχειρηματικότητας και ανάπτυξης, το πρόγραμμα στήριξης επιχειρηματικότητας του ΕΣΠΑ, τα προγράμματα του ΟΑΕΔ, ο αναπτυξιακός νόμος, οι προγραμματικές συμβάσεις με το δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης κλπ. Δηλ. στην πραγματικότητα πάλι το κράτος θα χρηματοδοτεί τις εταιρείες που θα αναλάβουν κοινωνικές παροχές με στόχο την υποτυπώδη κάλυψη αναγκών των φτωχών και εξαθλιωμένων ομάδων του πληθυσμού.
Ενας φαύλος κύκλος χωρίς τέλος μας παραλύει. Αφού είδαμε στην πράξη πως καμιά εφαρμοζόμενη πολιτική  δεν επεμβαίνει ανασχετικά προς όλες εκείνες τις τάσεις των κεφαλαιοκρατών για αύξηση της εκμετάλλευσης και ενώ ξέρουμε από καιρό πως το πολιτικό παιχνίδι παίζεται ερήμην μας όσο αδρανούμε και ενώ  οι διαδικασίες γίνονται όλο και πιο αυτονομημένες από ό, τι λέμε λαό, παρόλ’ αυτά  δεν παύουμε να ελπίζουμε πως το ίδιο το πολιτικοοικονομικό σύστημα θα δώσει και τη λύση. Κι είναι  αυτή η τροφοδοτούμενη ελπίδα που εμποδίζει την διερεύνηση των αιτίων και μένουμε στη διατύπωση των συμπτωμάτων της κατάστασης που ζούμε. Παραγνωρίζοντας τα συμπτώματα οδηγούμαστε στην παραίτηση κι ενώ υπάρχει η οργή ο αντίπαλος δεν προσδιορίζεται. Όσο το έγκλημα πλεονάζει  τόσο πιο ανίκανοι αισθανόμαστε να το αναχαιτίσουμε, τόσο δεν βλέπουμε καμιά δυνατότητα επέμβασης. Κι ελπίζουμε κι αισιοδοξούμε ότι μπορεί ο ίδιος ο καπιταλισμός που δημιουργεί τα αδιέξοδα να δώσει τις λύσεις και πιστεύουμε ότι μπορεί να προωθούνται από το κεφάλαιο δραστηριότητες χωρίς να επιδιώκεται η κερδοφορία και η εκμετάλλευση των εργαζομένων –σ’ ένα παράλληλο σύμπαν.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΒΑΡΚΙΖΑΣ



Κι έχουν περάσει 72 χρόνια από τη συμφωνία της Βάρκιζας. Μια συμφωνία που κάθε τόσο ανακαλείται κυρίως στη συμβολική της διάσταση για δικαίωση σύγχρονων επιλογών ή εκτόξευση κατηγοριών. Κι η εύκολη αναφορά σ’ αυτήν τις περισσότερες φορές  γίνεται είτε για να απαξιωθεί το κομμουνιστικό κίνημα που η ηγεσία του το προδίδει είτε για να προβληθεί το επαναστατικό αίτημα που η ηγεσία του ΚΚΕ αποδυναμώνει.
Πριν ενάμισι χρόνο, Ιούλιο 2015, όταν παρελάμβανε ο Γ. Κατρούγκαλος το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων από τον Π. Σκουρλέτη θεώρησε υποχρεωμένος να δηλώσει πως η άρτι υπογραφείσα συμφωνία με τους δανειστές «δεν είναι Βάρκιζα γιατί δεν παραδόθηκαν τα όπλα, δηλαδή η εξουσία». Ο Τ. Μπαλτάκος, πρώην γ.γ της κυβέρνησης του Α. Σαμαρά, μετά τις ευρωεκλογές του 2014 και τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, διαβεβαίωνε ότι η αριστερά δεν θα τα καταφέρει όπως δεν τα κατάφερε το ΕΑΜ το 1945, κι ίσως για να γίνει πιο πειστικός επικαλέστηκε τη συμφωνία της Βάρκιζας λέγοντας,  «Θα έχουμε νέα «Συμφωνία της Βάρκιζας». Πάλι θα παραδώσουν τα όπλα».
Κι αν αναφέρονται αυτά τα δυο περιστατικά είναι γιατί ακριβώς είναι χαρακτηριστικά για τον τρόπο που ερμηνεύεται η συμφωνία εκείνη –οι ερμηνείες είναι ενσωματωμένες στις πράξεις τους. Ο μεν  ΣΥΡΙΖΑ θέλει να συνδέει  τη διακυβέρνησή του με την ηρωική εκείνη περίοδο και να θεωρείται συνέχεια εκείνης της επαναστατικής παράδοσης, η μεν  Ν. Δημοκρατία ν’ αναδειχτεί η ανικανότητα ή και δειλία του λαϊκού κινήματος, που ευλόγως το ταυτίζει με το ΣΥΡΙΖΑ.
 Κι αν τόσα χρόνια μετά, εκείνη η δεκαετία επανέρχεται πάλι και πάλι είναι γιατί τότε τέθηκε το σημαντικότερο πολιτικό ζήτημα, το ζήτημα της κατάληψης της  εξουσίας. Κι  επειδή ήταν οι κομμουνιστές που το έθεσαν και πολέμησαν για αλλαγή των συσχετισμών στην εξουσία,  το βαρύ πυροβολικό της επιχειρηματολογίας της αστικής τάξης στρέφεται εναντίον τους. Η αστική τάξη από τη σύγκρουση και καταδίωξη του κομμουνισμού πέρασε στην ανοχή  του ή και  φαινομενικά αποδοχή του στα μεταπολιτευτικά χρόνια, για να περάσει στην εξουδετέρωση με την απαξίωση, συκοφάντηση, διαστρέβλωση. Κι επειδή ο ηρωισμός και ο αγώνας των κομμουνιστών δεν προσφέρεται για την απαξίωσή τους  είναι όμως ό,τι πρέπει για απομυθοποίηση στα πλαίσια της …φρέσκιας ματιάς της ιστορίας, εφευρέθηκε το αντιθετικό ζεύγος ηγεσία και κίνημα,  που υπερβαίνει το ταξικό και σβήνει την αντιπαράθεση κομμουνιστών –αστών.
               Στη συμφωνία της Βάρκιζας με τα εννιά της άρθρα η κυβέρνηση Πλαστήρα που είχε διαδεχτεί εκείνη του Παπανδρέου αναλάμβανε την υποχρέωση της αποκατάστασης  των συνδικαλιστικών ελευθεριών, της ελευθερίας της έκφρασης και του τύπου, του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι καταργώντας κάθε προηγούμενο ανελεύθερο νόμο, της κατάργησης  του στρατιωτικού νόμου, της διεξαγωγής δημοψηφίσματος  για το πολιτειακό, της εκκαθάρισης υπαλλήλων κι ένστολων με κριτήριο και τη συνέργεια με τον εχθρό και την προσχώρηση στη δικτατορία και της παροχής αμνηστίας με την εξαίρεση που περιείχε, των κοινών αδικημάτων κατά ζωής και περιουσίας και της άρνησης παράδοσης των όπλων.
               Πέρα από την κριτική γενικά για την ίδια τη συμφωνία, και ειδικότερα για  την παράδοση των όπλων όπως και την υποχώρηση στο ζήτημα της αμνηστίας, εξ ίσου σημαντικό, και όχι για ιστορικούς λόγους,  είναι εκείνα  τα συμπεράσματα που προκύπτουν και μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση του παρόντος.
               Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι αυτό που προκύπτει από τη διαπίστωση  πως ενώ από τα εννιά άρθρα της συμφωνίας τα δύο που αναφέρονται σε υποχρεώσεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ εφαρμόστηκαν,  από τα υπόλοιπα εφτά άρθρα της συμφωνίας, η οποία αναπτέρωσε αρχικά στο λαό τις ελπίδες για έναν ομαλό πολιτικό βίο, κανένα δεν εφαρμόστηκε από την κυβέρνηση και τις αστικές  δυνάμεις. Αντίθετα, το κράτος και το πολιτικό σύστημα που ανασυγκροτήθηκε μετά τη Βάρκιζα σε συμφωνία με παρακρατικές αντικομμουνιστικές οργανώσεις και έναν τρομοκρατικό μηχανισμό καταστολής και εξόντωσης των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης οργάνωσε ένα όργιο τρομοκρατίας κατά του ΕΑΜ και του ΚΚΕ αδιαφορώντας, και μάλιστα προκλητικά, για τη συμφωνία της Βάρκιζας με την ανοχή και στήριξη των βρετανικών στρατευμάτων κατοχής. Που σημαίνει ότι καμιά συμφωνία δεν έχει σημασία όταν δεν υπάρχει η πολιτική βούληση εφαρμογής της, και στην προκειμένη περίπτωση αναφερόμαστε στο αστικό  ελληνικό κράτος που ανασυγκροτούνταν με τη βοήθεια των Άγγλων.  
Την εποχή εκείνη η πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης και το αστικό καθεστώς με τα έντονα φασιστικά στοιχεία, παρά την παρουσία του αγγλικού στρατού και τη νίκη του Δεκέμβρη, δεν είχαν ακόμα εδραιωθεί και αμφισβητούνταν σοβαρά από το λαό. Αν εφαρμόζονταν λοιπόν η συμφωνία αυτό θα σήμαινε πως θα γινόταν αποδεκτό το ΕΑΜ και το ΚΚΕ στο ίδιο το κράτος, μέσα από την κυριαρχία στις δημοτικές εκλογές, στις συνδικαλιστικές επιλογές, στο δημοψήφισμα αλλά και στις βουλευτικές εκλογές. Η συνθήκη της Βάρκιζας ήταν συμβιβασμός και για την αστική τάξη, που επειδή έβλεπε ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί δεν της επέτρεπαν την απόλυτη κυριαρχία της ήθελε να φανεί διαλλακτική. Για να ποδοπατήσει βέβαια αμέσως μετά την όποια συμφωνία που στεκόταν εμπόδιο στην εξασφάλιση της πολιτικής της κυριαρχίας.
Δεν είναι λοιπόν καθόλου αυτονόητη η σύνδεση της κυριαρχίας της αστικής εξουσίας με την κατοχύρωση των αστικών δημοκρατικών ελευθεριών. Η άρχουσα τάξη μιας καπιταλιστικής χώρας, η οποία σημειωτέον στην περίπτωση της Ελλάδας ήταν εξαρτημένη και υποδεέστερη εντός του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος, αποδέχεται την κατοχύρωση των αστικών δημοκρατικών ελευθεριών όταν σίγουρα έχει εξασφαλίσει τον πλήρη έλεγχο της κρατικής εξουσίας αλλά και την ιδεολογική κυριαρχία της στην κοινωνία. Τότε εκ του ασφαλούς δέχεται και ελεύθερες εκλογές, σίγουρη ότι τα αστικά κόμματα θα πλειοψηφούν.  
Επομένως, το κύριο και βασικό συμπέρασμα είναι πως δεν μπορεί να υπάρξει καμιά εγγύηση εφαρμογής οποιασδήποτε συμφωνίας ανάμεσα στην κυρίαρχη τάξη και τα λαϊκά στρώματα, όταν οι πολιτικοί συσχετισμοί (όπως στη συμφωνία της Βάρκιζας, με την παράδοση των όπλων και τον έλεγχο των σημαντικών οργάνων του κράτους από τις αστικές δυνάμεις και την παρουσία του αγγλικού στρατού) αλλάζουν εις βάρος του λαϊκού κινήματος και δεν μπορεί να επιβάλλει την εφαρμογή της. Και είναι τότε που αποκαλύπτεται πόσο εύθραυστη είναι η συνεργασία στην εξουσία με την κυρίαρχη τάξη στα πλαίσιο ενός ταξικού συμβιβασμού, παρόλα τα φιλολαϊκά χαρακτηριστικά που μπορεί να έχει.  Και πάντα το λαϊκό κίνημα και η ηγεσία του πρέπει να βρίσκονται σε επιφυλακή, ακόμα κι αν φαίνεται πως  οι διεθνείς συνθήκες το ευνοούν, όπως τότε –υπογραφή του Χάρτη του Ατλαντικού, αποφάσεις της Τεχεράνης, συγκρότηση σε Ιταλία και Γαλλία κυβερνήσεων ευρέος δημοκρατικού φάσματος και με τη συμμετοχή κομμουνιστικών κομμάτων, αντιφασιστική νίκη των λαών.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ



Για άλλη μια φορά επαναλαμβάνονται οι ίδιοι εκβιασμοί κι απειλές σχετικά με την επικείμενη αξιολόγηση της εφαρμογής του προγράμματος από τους θεσμούς. Για πολλοστή φορά από την έκβαση της αξιολόγησης εξαρτώνται, κατά πως λέγεται, το μέγεθος των συμβιβασμών της κυβέρνησης, οι πιθανότητες διεξαγωγής εκλογών ή η πραγματοποίηση της συνεχούς απειλής της εξόδου από την ευρωζώνη.
               Και μείς, σ’ ένα μεγάλο ποσοστό,  μετά από επτά σχεδόν χρόνια με μνημόνια, μοιάζει να μην αναζητούμε τις αιτίες για τα δεινά μας, ν’  αδιαφορούμε για την οργάνωση της δράσης μας, (αν και κινητοποιήσεις όπως των αγροτών φαίνεται να διαψεύδουν αυτήν τη διαπίστωση) αρκούμαστε στην εμπειρία μας στο μικρό μας ασφυκτικό κύκλο, συνεχίζοντας να θέτουμε ως θεμέλιο τον καπιταλισμό για όλα τα επιχειρήματα και τις δράσεις που είτε  δικαιώνουν την  κυρίαρχη πολιτική είτε την υποστηρίζουν …κριτικά. Κι αυτό είναι το πρόβλημα:  το ύστατο θεμέλιο για να στηρίξουμε τη σκέψη και τις πράξεις μας δεν θα πρέπει πια να είναι ο καπιταλισμός. Η κομμουνιστική προοπτική θα πρέπει να είναι το θεμέλιο για τη σκέψη και τη δράση μας γιατί:
«…Ο καπιταλισμός τσάκισε και υπερνίκησε τον φεουδαρχισμό. Γιατί δημιούργησε πιο μεγάλες νόρμες στην παραγωγικότητα της δουλειάς, έδωσε τη δυνατότητα στην κοινωνία να έχει ασύγκριτα περισσότερα προϊόντα, παρ’ ό,τι  έδινε το φεουδαρχικό καθεστώς. Γιατί έκανε την κοινωνία πιο πλούσια. Γιατί μπορεί, πρέπει και υποχρεωτικά θα νικήσει ο σοσιαλισμός το καπιταλιστικό σύστημα οικονομίας; Γιατί μπορεί να δώσει ανώτερα πρότυπα δουλειάς, ανώτερη παραγωγικότητα δουλειάς από ό,τι το καπιταλιστικό σύστημα οικονομίας. Γιατί μπορεί να δώσει στην κοινωνία περισσότερα  προϊόντα και μπορεί  να κάνει τη κοινωνία πιο πλούσια, παρά το καπιταλιστικό σύστημα οικονομίας.
Μερικοί νομίζουν πως ο σοσιαλισμός μπορεί να στερεωθεί με μια ωρισμένη υλικά ισοπέδωση των ανθρώπων πάνω στη βάση μιας φτωχικής ζωής. Αυτό δεν είναι σωστό. Αυτό είνε μια μικροαστική αντίληψη για το σοσιαλισμό. Ο σοσιαλισμός πραγματικά μπορεί  να νικήσει μονάχα πάνω  στη βάση της μεγάλης παραγωγικότητας της δουλειάς, πιο μεγάλης από τον καπιταλισμό, πάνω στη βάση της αφθονίας προϊόντων και κάθε λογής ειδών κατανάλωσης, πάνω στη βάση μιας εύπορης και πολιτισμένης ζωής όλων των μελών της κοινωνίας. Μα για να μπορέσει ο σοσιαλισμός να επιτύχει αυτόν του τον σκοπό και να κάνει την σοβιετική μας κοινωνία την πιο εύπορη, είνε απαραίτητο να έχει στη χώρα μια τέτοια παραγωγικότητα της δουλειάς που να ξεπερνάει την παραγωγικότητα  της δουλειάς των πρωτοπόρων καπιταλιστικών χωρών. Χωρίς αυτό δεν μπορούμε ούτε καν να σκεφτόμαστε για αφθονία προϊόντων και κάθε λογής ειδών κατανάλωσης. (…)
Αρχή του σοσιαλισμού είνε ότι στη σοσιαλιστική κοινωνία καθένας εργάζεται ανάλογα με τις ικανότητές του που παίρνει είδη κατανάλωσης όχι ανάλογα με τις ανάγκες του, μα ανάλογα με τη δουλειά που έφτειασε για την κοινωνία. Αυτό σημαίνει, πως το εκπολιτιστικό –τεχνικό επίπεδο της εργατικής τάξης δεν είνε ακόμα όσο πρέπει υψηλό, εξακολουθεί να υπάρχει μια αντίθεση ανάμεσα στη διανοητική και χειρωνακτική  δουλειά, η παραγωγικότητα της δουλειάς δεν είνε ακόμα τόσο υψηλή, ώστε να εξασφαλίζει αφθονία ειδών κατανάλωσης και απ’ αυτό  το λόγο η κοινωνία είνε υποχρεωμένη να διανέμει τα είδη κατανάλωσης όχι ανάλογα με τις ανάγκες των μελών της κοινωνίας, μα  ανάλογα με τη δουλειά που παράγουν αυτά για την κοινωνία.
Ο Κομμουνισμός είνε μια ανώτερη βαθμίδα εξέλιξης. Αρχή του κομμουνισμού είνε, ότι στην κομμουνιστική κοινωνία καθένας εργάζεται ανάλογα με τις ικανότητες του  και παίρνει είδη κατανάλωσης όχι ανάλογα με τη δουλειά κείνη που προσέφερε, μα ανάλογα με τις ανάγκες που έχει ένας εκπολιτισμένος ανεπτυγμένος άνθρωπος. Αυτό σημαίνει, πως το εκπολιτιστικό-τεχνικό επίπεδο της εργατικής τάξης  έγινε αρκετά υψηλό ώστε να εξαλείψει τις βάσεις της αντίθεσης μεταξύ της διανοητικής και χειρωνακτικής δουλειάς, η αντίθεση εξαφανίστηκε κιόλας και η παραγωγικότητα της δουλειάς εξυψώθηκε σε τέτοια υψηλή βαθμίδα, ώστε μπορεί να εξασφαλίσει με πλήρη αφθονία από είδη κατανάλωσης και γι’  αυτό η κοινωνία έχει τη δυνατότητα να διανέμει τα είδη αυτά ανάλογα με τις ανάγκες των μελών της.
Μερικοί νομίζουν ότι η εξάλειψη της αντίθεσης διανοητικής και χειρωνακτικής δουλειάς μπορεί να επιτευχθεί με κάποια εκπολιτιστική –τεχνική ισοπέδωση των δουλευτάδων της διανοητικής και χειρωνακτικής  δουλειάς, πάνω στη βάση υποβιβασμού του εκπολιτιστικού και τεχνικού επιπέδου των μηχανικών και τεχνιτών, των διανοουμένων στο επίπεδο των μεσαίων ειδικευμένων εργατών. Αυτό είνε ολότελα σφαλερό. Έτσι μπορούν να σκέφτονται για τον κομμουνισμό μονάχα οι φλύαροι μικροαστοί. Η εξάλειψη πραγματικά της αντίθεσης ανάμεσα στη διανοητική και χειρωνακτική δουλειά μπορεί να επιτευχθεί μονάχα πάνω στη βάση της ανύψωσης του εκπολιτιστικού –τεχνικού επιπέδου της εργατικής τάξης στο επίπεδο των δουλευτάδων της μηχανο-τεχνικής εργασίας. Θα είτανε γελοίo να σκεφθεί κανείς πως μια τέτοια ανύψωση είνε απραγματοποίητη. Είναι πλέρια πραγματοποιήσιμη μέσα στις συνθήκες του σοβιετικού καθεστώτος, όπου οι παραγωγικές δυνάμεις είνε απελευτερωμένες από τις τις αλυσσίδες του καπιταλισμού, όπου  η δουλειά είνε απελευτερωμένη από την καταπίεση της εκμετάλλευσης, όπου βρίσκεται στην εξουσία η εργατική  τάξη και όπου η νεαρά  γενεά της εργατικής τάξης έχει όλες τις δυνατότητες να εξασφαλίσει στον εαυτό της αρκετή τεχνική μόρφωση. Δεν υπάρχει καμιά βάση για αμφιβολία πως μονάχα  μια τέτοια εκπολιτιστικο –τεχνική άνοδο της εργατικής τάξης μπορεί να ξερριζώσει τη βάση της  αντίθεσης της διανοητικής και χειρωνακτικής δουλειάς, που μονάχα αυτή μπορεί  να εξασφαλίσει την ανώτερη κείνη παραγωγικότητα της δουλειάς και την αφθονία κείνη στα είδη κατανάλωσης, που είνε απαραίτητες για ν΄ αρχίσει το πέρασμα από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό…»
    (Από το λόγο του Ι.  Στάλιν στην πανενωσιακή σύσκεψη των εργατών της βιομηχανίας και μεταφορών στην ΕΣΣΔ, για το κίνημα σταχανόφτσυ, από το Ριζοσπάστη της  5/12/1935)