Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ



Ο θάνατος του Φιντέλ Κάστρο έδωσε την ευκαιρία στους φανερά αντικομμουνιστές να ξαναθυμηθούν τη μυθολογία για αιμοσταγή κομμουνιστικά καθεστώτα χωρίς ελευθερίες και δικαιώματα και ανάλγητους δικτάτορες, ενώ στους αριστερούς, που με …καλή πρόθεση πιστεύουν πως θα μετασχηματιστεί ο καπιταλισμός από την καλή διάθεση της άρχουσας τάξης, να επιδείξουν την πίστη τους σε μια επανάσταση σαν χειρονομία ηρωική ενάντια  σ’ ένα πνεύμα συντήρησης αποστεωμένο σε μια σειρά λέξεων και δογμάτων, υπόθεση της νιότης που τελειώνει μαζί της (όρα Τσίπρα, Διαμαντοπούλου κλπ.) Σκέφτεται κανείς πως αυτή η αντιμετώπιση, -νοσταλγία για μια επαναστατικότητα που της δίνουν τη μορφή ενός ακίνδυνου φαντάσματος για το καπιταλιστικό σύστημα- καταλήγει πιο εχθρική από δηλώσεις έμπλεες αντικομμουνισμού  και με φανερή την πρόθεση να απαξιώσουν  τον επαναστάτη. Γιατί όλοι ετούτοι δεν θέλουν παρά να οικειοποιηθούν στοιχεία ενός επαναστατικού παρελθόντος δίνοντας την εντύπωση ότι αλλάζουν την πραγματικότητα για να εδραιωθεί ξανά συγκολλημένη και με νέα ιδεολογικά στοιχεία η παλιά τάξη, που ακριβώς ο Κάστρο στην Κούβα ανέτρεψε. Γιατί η επανάσταση στην οποία ηγήθηκε δημιούργησε την   «πρώτη Λαοκρατική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Λατινικής Αμερικής», όπως ο ίδιος ο Κάστρο την χαρακτήρισε, ενώ ο ίδιος είχε δηλώσει «Είμαι μαρξιστής-λενινιστής και θα είμαι μαρξιστής-λενινιστής μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής μου».
               Η προσωπικότητα του Φ. Κάστρο είναι τόσο καταλυτική, μοιάζει τόσο να καθορίζει τα ιστορικά γεγονότα που σε παρασύρει να πιστέψεις ότι αρκεί η βούληση ενός ηγέτη για ν’ αλλάξει η ιστορία. Μόνο που οι άνθρωποι δημιουργούν βέβαια την ιστορία τους, αλλά όχι κάτω από συνθήκες που οι ίδιοι επιλέγουν. Οι υλικές συνθήκες είναι η βάση που δίνει τις δυνατότητες και τα περιθώρια στον άνθρωπο ν’  αλλάξει τη ζωή του –η ιστορία όλων των ως τώρα κοινωνιών είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων κατά τον Μαρξ. Σ’ αυτή την πάλη δρουν ζωντανοί άνθρωποι, άτομα, που καθορίζονται από τις πραγματικότητες, τις αντινομίες και τις δυνατότητες της κοινωνίας, η ανθρώπινη ουσία κατά Μαρξ είναι «το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων». Η προσωπικότητα του ανθρώπου  εξαρτάται και καθορίζεται από συγκεκριμένες ταξικές σχέσεις, είναι προϊόν όχι μόνο των υφιστάμενων σχέσεων, αλλά και ολόκληρης της προηγούμενης ιστορίας, καθώς και της ίδιας της δικής του ανάπτυξης και αυτοσυνείδησης. Όπως η κοινωνία παράγει τον άνθρωπο σαν άνθρωπο με τον ίδιο τρόπο η κοινωνία αυτή παράγεται από τον άνθρωπο. Και οι ηγέτες είναι δημιουργήματα των τάξεων, μαζικών κινημάτων και η προσπάθειά τους περνά μέσα από την συλλογικότητα της τάξης, μέσα από τη δύναμη της οργάνωσης. Χωρίς αυτά και η πιο χαρισματική προσωπικότητα καταλήγει έρμαιο, ισοπεδώνεται και συντρίβεται από τις κοινωνικές συνθήκες. Κανένα άτομο, όσο χαρισματικό κι αν είναι,  δεν έχει δύναμη αν είναι μόνο του.
 Ο Φ. Κάστρο δεν έκανε μόνος του την επανάσταση, μπήκε επικεφαλής των κοινωνικών δυνάμεων, έβλεπε μακριά στο μέλλον. Πίστευε στην επανάσταση. Κι  εδώ παρεμβαίνει ένα βασικό υποκειμενικό στοιχείο, πρόκειται για την πίστη ενός ανθρώπου στην υπόθεση στην οποία έχει αφιερωθεί, που μένει αμείωτη και μετά την αποτυχία. Ακόμα και στην ήττα δεν υποχωρεί, τολμά την πολιτική αντιπαράθεση με τους δικαστές του Μπατίστα στο δικαστήριο του Σαντιάγο, μετά την αποτυχία της εξέγερσης στα 1953, αναπτύσσοντας για υπεράσπισή του το σχέδιο της προσχεδιασμένης εξέγερσης, ξεχειλίζοντας από αισιοδοξία. Κι εκείνα που τότε έμοιαζαν για λόγια του αέρα, ήρθε η επιτυχία της επανάστασης έξι χρόνια αργότερα για να τα δικαιώσουν.
               Τι θα μπορούσε να κάνει ο Φ. Κάστρο αν ο λαός  δεν τον εμπιστεύονταν, δεν αγωνιζόταν μαζί του;
               Η  απόπειρα ανατροπής του Κάστρο  από την ΗΠΑ στα 1961, με την απόβαση από παραστρατιωτική ομάδα υποστηριζόμενη από τη CIA  στον κόλπο των Χοίρων, προέβλεπε και εκ των έσω ανατροπή από τους  διαφωνούντες στο εσωτερικό, που θα ανάγκαζαν τον Κάστρο να αμυνθεί σε δυο μέτωπα. Μόνο που δεν βρέθηκαν οι χιλιάδες διαφωνούντες που οι εισβολείς πίστευαν πως θα κινητοποιήσουν, και η εισβολή κατέληξε σε φιάσκο. Και μετά τη σύλληψή των εισβολέων τους συγκέντρωσε στο μεγάλο αμφιθέατρο του Παλαί ντε Σπορ της Αβάνας, για να συζητήσει μαζί τους μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες τους λόγους του εγχειρήματός τους και τα αίτια της αποτυχίας τους, με διαιτητή το λαό της Κούβας. Κι εκεί περιγράφει το σοσιαλισμό, εξηγεί γιατί ο λαός δεν τους δέχτηκε σαν απελευθερωτές όπως πίστευαν. Απευθύνεται στους αιχμαλώτους εισβολείς.
«Ξέρετε τι σημαίνει σοσιαλισμός; Θέλετε να σας εξηγήσω τι σημαίνει επαναστατική κυβέρνηση; Είναι η κυβέρνηση που επιστρέφει στους εκατό χιλιάδες ακτήμονες, εργάτες γης και κολίγους την ιδιοκτησία της γης, ενώ μέχρι τώρα τη μίσθωναν. Ξέρετε ότι τώρα δε χρειάζεται πια να πληρώνουν; (…) ο ταπεινωμένος αγρότης, ο αγρότης που έδινε τα γουρούνια και τα κοτόπουλα στο χωροφύλακα, και όταν δεν τα ‘βρισκαν τον βασάνιζαν. Και τι δικαιώματα είχαν αυτοί οι αγρότες; Τι δικαιώματα είχαν στη διαχείριση των φυτειών; Κανένα. Ε, λοιπόν θα σας πα κάτι και να το βάλετε καλά στο μυαλό σας: όπου παλιότερα υπήρχε φυτεία με ζαχαροκάλαμα, σήμερα οι εργάτες συγκεντρώνονται και οργανώνουν το συνεταιρισμό. Οι ίδιοι και μόνον αυτοί εκλέγουν τους αρχηγούς τους (…)  Ξέρετε τι υπήρχε στην περιοχή όπου αποβιβαστήκατε; Χιλιάδες οικογένειες. Διακόσια χιλιόμετρα οδικού δικτύου που κατασκεύασε η Επανάσταση! Ξέρετε ότι η επαναστατική κυβέρνηση αποξήρανε το βάλτο Ζαπάτα, ότι μετέτρεψε σε διάστημα μικρότερου του ενός μήνα μια από τις πιο ερημωμένες περιοχές της χώρας μας σε ένα από τα πιο  πολυσύχναστα μέρη; Ξέρετε ότι υπήρχαν διακόσιοι δάσκαλοι που εκπαίδευαν τους αγρότες; Κι εσείς ήρθατε κι αποβιβαστήκατε σε αυτόν τον τόπο; Τι νομίζατε; Ότι οι αγρότες αυτοί θα υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες τον Τόνι Βαρόνα και τον Μίρο Καρντόνα, για να τους χρίσουν γερουσιαστές και βουλευτές; Καταλαβαίνετε τώρα γιατί οι αγρότες δεν μπορούσαν να σας υποδεχτούν με ανοιχτές αγκάλες; Το καταλαβαίνετε, ναι ή όχι;» (από το «Η στρατηγική της δίκης» του Jacques verges)
               Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί μισό και παραπάνω αιώνα στάθηκε όρθια η Κούβα –είναι η πολιτική θέληση ενός ολόκληρου λαού που δεν επιτρέπει να του επιβληθεί απέξω η πολιτική βούληση,  όπου ο εργαζόμενος λειτουργεί ως υποκείμενο πολιτικών συμβάντων και όχι ως αντικείμενο πολιτικής χειραγώγησης. Στο σοσιαλιστικό σύστημα που οικοδομήθηκε στην Κούβα μπορεί η προσωπικότητα του Φιντέλ Κάστρο να ήταν καταλυτική για τη δημιουργία του, η συνέχειά του όμως εξαρτάται από  το βάθεμα του κοινωνικού μετασχηματισμού που δημιουργεί ανθρώπους που εργάζονται γι’  αυτό, διεγείροντας δράσεις και ικανότητες κι όχι καταστέλλοντας τες. Γιατί  πάντα ο εχθρός καραδοκεί προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί και να αξιοποιήσει  εκείνες τις συνθήκες αλλά και τις ικανότητες, τα πάθη και τα συμφέροντα που τον εξυπηρετούν …

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

ΛΑΪΚΙΣΤΕΣ ΗΓΕΤΕΣ



Για βαρύ και δύσκολο αποχαιρετισμό ανάμεσα στους ευρωπαίους ηγέτες και τον αμερικανό πρόεδρο στο Βερολίνο έκαναν λόγο τα μέσα ενημέρωσης, που οφείλεται στην ανασφάλεια και φόβο που προκάλεσε η εκλογή του Ντ. Τραμπ στην Αμερική. Κατά την επίσκεψη του Μπ. Ομπάμα στο Βερολίνο, και η γερμανίδα καγκελάριος τόνισε τους δεσμούς που ενώνουν Γερμανία, Ευρώπη και ΗΠΑ στη βάση κοινών πολιτικών αξιών, ειδικά δε στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ο Μπ. Ομπάμα εστίασε στη σημασία τήρησης των θεμελιωδών αξιών -τον σεβασμό στη Δημοκρατία, την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και το σεβασμό της ελευθερίας. Και δεν ξέχασαν βέβαια να καταφερθούν κατά του λαϊκισμού και εθνικισμού –δεν είναι δυνατή η επιστροφή σε ωμούς εθνικισμούς τονίζει ο Ομπάμα, και στην Ευρώπη υπάρχουν λαϊκιστές πολιτικοί, αλλά και οι ψηφοφόροι επιζητούν «απλοϊκές» λύσεις παρατηρεί η Μέρκελ. Κι έτσι καλλιεργείται ο θαυμασμός και σεβασμός  τους δυο ηγέτες μας, τον απερχόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ και την καγκελάριο της Γερμανίας που αφήνει «στο πόδι του», φύλακα της δημοκρατίας που απειλείται με την εκλογή του Ντ. Τράμπ.
               Εκμεταλλευόμενη η κυρίαρχη εξουσία  την εκλογή του Ντ. Τραμπ θέλει να αποδείξει  με την εκλογή του τη δύναμη της  κοινωνικής βάσης που τον εξέλεξε κι έχει τη δυνατότητα καθορισμού του  πλέγματος της πολιτικής εξουσίας, αποβλέποντας από τη μια  να αναδειχθεί η ύπαρξη και σεβασμός των δημοκρατικών διαδικασιών και από την άλλη η ανωριμότητα, ακόμα κι ανευθυνότητα αυτών που εκλέγουν ανθρώπους επικίνδυνους για τα ανθρώπινα δικαιώματα κι ελευθερίες όπως ο Ντ. Τραμπ. Και βέβαια παρακάμπτεται  πως οι υποψήφιοι πρόεδροι των δυο κομμάτων προωθήθηκαν σ’  αυτήν τη θέση από τα ίδια τα κόμματα, μέσα από τις προκριματικές εκλογικές διαδικασίες και βέβαια με στήριξη και από δωρητές-χορηγούς. Και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ το φιλτράρισμα, για το ποιοι θα εκλεγούν για να διαχειριστούν την εξουσία, έχει γίνει πολύ πριν ανοίξουν οι κάλπες για να ψηφίσει το εκλογικό σώμα. Στις ΗΠΑ δεν υπάρχει ούτε η ψευδαίσθηση της ψήφισης πολιτικών επιλογών που έχουν αναδειχτεί από κινήματα και έχουν αναπτυχτεί σε έστω κι επιφανειακή  ρήξη με την κυρίαρχη εξουσία, σαν κινήματα βάσης και νέας οργάνωσης. Και μοιάζει αφελές ο απερχόμενος πρόεδρος να εκφράζει φόβους για τον επόμενο, όταν για να φτάσει να διεκδικήσει το χρίσμα του προέδρου ένας ολόκληρος μηχανισμός ενός από τα δυο κόμματα τον επέλεξε με όλους τους χρηματοδότες που τον ενίσχυσαν. Και στην εκλογή λοιπόν του Ντ. Τραμπ οι ίδιες δομές εξουσίας εξακολουθούν να λειτουργούν προς το συμφέρον του καθεστώτος. Ακόμα κι όταν η έλξη που αυτό ασκεί έχει αρχίσει να μειώνεται αισθητά, οι δομές και οι νοοτροπίες που έχει διαμορφώσει η κυρίαρχη εξουσία συνεχίζονται και η ισχύς της διατηρείται ακόμα κι αν μοιάζει ν’  αλλάζει μορφή ή εικόνα.
               Είναι λοιπόν περίεργο που η εκλογή του, ενώ μεθοδεύτηκε από το ίδιο το σύστημα, χρεώνεται αποκλειστικά  στο εκλογικό σώμα που επιδιώκει εν ολίγοις «απλοϊκές» λύσεις στα προβλήματά του και παρασύρεται από τον λαϊκισμό. Ο λαϊκισμός για άλλη μια φορά αντιμετωπίζεται από τη σκοπιά του αποκρουστικού και δημαγωγικού, παράδειγμα προς αποφυγή, νοθεύει τον πολιτικό βίο και τις συλλογικές συμπεριφορές αν και φαίνεται σε συνδυασμό με ισχυρή εθνικιστική ιδεολογία να είναι αποτελεσματικός στην πολιτική κινητοποίηση των τεράστιων και άμορφων κατώτερων μεσαίων στρωμάτων.
  Τα τελευταία χρόνια η πλειοψηφία των πολιτικών καταφέρεται εναντίον του λαϊκισμού, ταυτίζοντας αιτήματα λαϊκά με ιδεολογήματα δημαγωγικού τύπου που κερδίζουν την εμπιστοσύνη του λαού, ταυτίζοντας λαϊκισμό με ψευτοϊδεολογία, ώστε με τρόπο ανέξοδο να αποσπάται η ψήφος του. Ηγέτες που επιβάλλουν πολιτικές ερήμην των λαών τους αλλά εξ ονόματός τους και για το …καλό τους θεωρούν το λαϊκισμό προϊόν εξαπάτησης, γιατί ακόμα κι αν τροφοδοτείται από μια πρώτη ύλη λαογενή, όμως δεν ενδιαφέρεται για το μακροπρόθεσμο καλό του λαού. Κι έτσι θεωρούνται ηγέτες που βομβάρδισαν, προκάλεσαν πολέμους κλπ. ή επέβαλλαν οικονομική εξαθλίωση σε εκατομμύρια ανθρώπους πως εξυπηρετούσαν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των λαών. Γι’ αυτό και  πολύ εύκολα κάθε δίκαιο αίτημα των λαϊκών στρωμάτων βαφτίζεται λαϊκισμός, θεωρώντας ανώριμο και αφελή έναν λαό που δεν μπορεί να κατανοήσει το καλό του, που επιδιώκουν, κατά ομολογία τους, οι διαχειριστές της εξουσίας, επειδή ακριβώς  αυτό προϋποθέτει την εξαθλίωσή του ή και την εξαφάνισή του.
           Από την άλλη, όλοι  αυτοί οι ακροδεξιοί ηγέτες που αναδεικνύονται με εκλογές υποκρίνονται τους φιλολαϊκούς και υπόσχονται πολιτικές επιλογές  που υπαγορεύονται από ριζοσπαστικά αιτήματα των λαών τα οποία εκφράζουν αντιλήψεις και αξίες λαϊκής κατασκευής και προέλευσης. Μόνο που σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι λαϊκές προσδοκίες συγχωνεύτηκαν με τις πολιτικές ανάγκες της κυρίαρχης εξουσίας. Και αυτοί  οι πολιτικοί ηγέτες παραμορφώνοντας αυτές τις προσδοκίες και τις λαϊκές παραστάσεις προσφέρουν ένα ψεύτικο είδωλό τους στον κόσμο που τους πιστεύει, το οποίο συντίθεται σύμφωνα με τις προοπτικές των τάξεων που θέλουν να κολακέψουν, στην πραγματικότητα  όμως για να πετύχουν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης που υπηρετούν. Και τελικά όταν το παραμορφωμένο είδωλο των λαϊκών αιτημάτων  επιβάλλεται οι πολιτικοί ηγέτες εκλέγονται.
           Κι όπως οι ακροδεξιοί συγχωνεύουν στο λόγο τους ετερόκλητα στοιχεία λαϊκών παραστάσεων και δανείων από διάφορες ιδεολογίες υποκρινόμενοι τους φιλολαϊκούς, το ίδιο και οι  αυτοχαρακτηριζόμενοι «αριστεροί» επικαλούνται τον αριστερό λόγο, εξ ορισμού τοποθετημένο υπέρ των εκμεταλλευομένων τάξεων, προβάλλουν αναγνωρίσιμα πλαίσια ιδεολογικής αναφοράς που στρέφονται εναντίον των ελίτ και του status quo κερδίζοντας την λαϊκή εμπιστοσύνη. Η ανεπάρκεια και κυρίως απροθυμία των «αριστερών» να υπηρετήσουν στην τελική  τα ταξικά συμφέροντα απαξιώνει τον αριστερό λόγο, ενώ αντίστοιχα η ανάδειξη στην εξουσία ακροδεξιών λαϊκιστών, στα όρια του φασισμού, προλειαίνει το έδαφος για τη φασιστική στροφή, αν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης το απαιτήσουν, με τη λαϊκή  συναίνεση.
               Μ’  αυτήν την έννοια, των παραμορφωμένων λαϊκών αιτημάτων και παραστάσεων,   ο λαϊκισμός συντελεί να λησμονεί η εργατική τάξη  τον εαυτό της και τα συμφέροντά της προσπαθώντας να μοιάσει  στο παραφθαρμένο είδωλο που της προσφέρεται από ηγέτες λαϊκιστές.
           Και κάπως έτσι είναι εύκολο να μετατεθεί η σύγκρουση στο πεδίο του λαϊκισμού, αναζητώντας τα πραγματικά ταξικά συμφέροντα, όπως όμως η άρχουσα τάξη τα προβάλλει κι έχοντας ήδη καταστραφεί κάθε πίστη σ’ έναν ταξικό λόγο και έχοντας νομιμοποιηθεί η εκφορά ρατσιστικού λόγου.
  Και στο μέλλον οι νέες αλλαγές προβλέπεται πως θα πραγματοποιούνται κάτω από την ηγεμονία ενός ακραίου συντηρητισμού και ρατσισμού.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

ΑΣΥΝΔΕΤΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΧΥΜΕΝΑ



Και ζούμε το παράδοξο τη μια μέρα να καλεί  ο πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας Πρ. Παυλόπουλου τον αμερικανό πρόεδρο Μπ. Ομπάμα να μην λησμονήσει την Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση της θητείας του, υπενθυμίζοντας τους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη, «μη λησμονάτε τη χώρα μου»,  και την άλλη ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας να διαβεβαιώνει στη Βουλή, στην ειδική συνεδρίαση της ολομέλειας για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ότι «Κρατούμε το νήμα της εξέγερσης και δημιουργούμε τη νέα Ελλάδα».
               Η κυρίαρχη εξουσία επιβάλλεται και με τη γλώσσα, όπου το νόημα λέξεων και προτάσεων  αναζητείται και σε συσχετισμό με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της. Πρόεδρος της δημοκρατίας και πρωθυπουργός, και όχι μόνο αυτοί, καταποντίζουν  τις έννοιες κάτω από το βάρος των λέξεων που χρησιμοποιούν. Γιατί  οι λέξεις αλλάζουν στο στόμα τους τη  σημασία τους και αρχίζουν να σημαίνουν άλλες έννοιες.   
               Ο Πρ. Παυλόπουλος αυθαίρετα χρησιμοποιώντας το στίχο του Ελύτη για τη  δουλοπρεπή απεύθυνσή του στον αμερικανό πρόεδρο θέλησε συνδέοντας δυο ολότελα διαφορετικές περιοχές αναφοράς –αγώνας κι αυταπάρνηση λαού, επίσκεψη Μπ. Ομπάμα- και με εννοιολογική αλλοίωση του στίχου,  να ενεργοποιήσει για το παρόν συμβάν, την επίσκεψη Ομπάμα και την  αντιμετώπισή της από την ελληνική πολιτεία, μνήμες και συναισθήματα που συνδέονται με τον ιστορικά φορτισμένα στίχο του ποιητή.
 Από την άλλη,  ό,τι λέγεται  από την κυρίαρχη εξουσία για την εξέγερση του πολυτεχνείου δεν κάνει άλλο από το να αποτραβά το βλέμμα από το εστιακό  σημείο της εξέγερσης –και ξεχνιέται το έξω το ΝΑΤΟ, έξω οι Αμερικανοί- και οικειοποιείται τμήματα της πραγματικότητας εκείνης, το αίτημα για δημοκρατία,  επανανοηματοδοτώντας τα.
                 Βέβαια η εξέγερση του Πολυτεχνείου όσο κι αν έχει χαρακτηριστικά που μπορούν να την εντάξουν στις νεανικές εξεγέρσεις των πανεπιστημίων της Αμερικής, του παρισινού Μάη κλπ. που διαμόρφωσε έναν νέο κοινό τόπο, νέο  στερεότυπο στην εικόνα του νέου που αμφισβητεί κι επαναστατεί, η ύπαρξη της δικτατορίας, κατάληξη του μετεμφυλιακού κράτους,  της  έδωσε χαρακτήρα εκρηκτικό που οδήγησε σε μετωπική αντιπαράθεση με την χουντική εξουσία και εξασφάλιζε σε ένα μεγάλο βαθμό και τη λαϊκή συναίνεση. Γι’ αυτό και το  ιδεολογικό περιεχόμενο της εξέγερσης μοιάζει να έχει λιγότερο επηρεαστεί  από ιδέες και θεωρίες εξ Εσπερίας (αντιεξουσιαστικές ιδέες, φεμινιστικές, οικολογικές ιδέες κλπ) και περισσότερο, αν όχι κυρίως, από τις αξίες που η ελληνική αριστερά πρόβαλε μεταπολεμικά και ήταν υπό διωγμό –ανεξαρτησία από ξένα κέντρα, εκδημοκρατισμό, νομιμότητα, ισοπολιτεία, εξασφάλιση επιβίωσης, κλπ.
             Το Πολυτεχνείο όμως χρόνια τώρα χρησιμοποιείται ως  μια βολική αφορμή για να εκθειαστεί η δημοκρατία που βιώνουμε σε αντίθεση με τη χούντα με τα τανκς εκείνης της εποχής, να αναδειχτεί ως συλλογικό υποκείμενο η νεολαία με την πολιτιστική της ομοιομορφία  πέρα από ταξικούς προσδιορισμούς, να εστιαστεί η προσοχή μας σε αιτήματα στο επίπεδο θεσμών και γενεών και όχι τρόπου οργάνωσης της παραγωγής.  
               Η ιστορία λοιπόν για την κυρίαρχη εξουσία γίνεται ένα ελεύθερο παιχνίδι με το παρελθόν. Επιλέγει η κυρίαρχη εξουσία  ό,τι προτιμά απ’ αυτήν και ό,τι τη συμφέρει, ένας ασταμάτητος παραληρηματικός μονόλογος αναθεώρησης του παρελθόντος κατά τη βούλησή της  επικυρώνει τη δημιουργικότητά της σε σχέση με γεγονότα που επειδή «συνέβησαν» δεν αναιρούνται, και  η κατανόησή τους εγγράφεται στο φόντο της κατάτμησης της πραγματικότητας. Κι έτσι μπαίνει  στο περιθώριο η διαλεύκανση των  διαλεκτικών  διασυνδέσεων μεταξύ της πολιτικής των ΗΠΑ στη Μ. Ανατολή, του αραβοϊσραηλινού πολέμου, της δικής μας  δικτατορίας.
 Δεν αναζητούνται ενοποιητική αρχή σε γεγονότα και  λόγια και οι διαλεκτικές διασυνδέσεις μεταξύ όλων των πραγμάτων. Ο όρος κατατεμαχισμός του παρελθόντος καταντά σχεδόν ανεπαρκής, γιατί δεν είναι απλώς ζήτημα διάσπασης μιας ενότητας, αλλά για εμφάνιση αυτού που θα χαρακτηρίζαμε  πολλαπλού μέσα από ασύνδετες σειρές συμβάντων, ειδών λόγου, ταξινομήσεων, τμημάτων της πραγματικότητας. Και δεν είναι, απλώς μια συνύπαρξη πολλαπλών και αλληλοδιαδόχων κόσμων παρά ένας συμφυρμός ασύνδετων και συγκεχυμένων συνόλων και υποσυστημάτων που έχουν χάσει το νόημά τους. Σαν η πραγματικότητα να οργανώνεται έτσι που τα γεγονότα δεν έχουν σχέση το ένα με το άλλο, δεν υπάρχει ενοποιητική αρχή. Κι όμως εμφύλιος και δικτατορία, μεταπολίτευση και οικονομική κατάρρευση για να κατανοηθούν ιστορικά πρέπει να αναζητηθεί το ουσιώδες, αυτό που τα συνδέει κι απορρέει από τον συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής που είναι ο καπιταλιστικός με τα παρεπόμενά του.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΟΠΟΙ



Η εκλογή του Ντ. Τραμπ ως 45ου προέδρου των ΗΠΑ έδωσε την εντύπωση πως αιφνιδίασε την Ευρώπη, που υποκρινόμενη την αθώα εκδηλώνει με ευγένεια τη  ανησυχία της για ανθρωπιστικού  χαρακτήρα προβλήματα που συνδέονται με την επικράτηση του Τραμπ.
            Στη δική μας γωνιά, ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης, σε μια προσπάθεια ενδυνάμωσης της εικόνας της για τον πολιτικό της ρόλο, δίνοντάς του διαστάσεις δυσανάλογες της σημασίας του και ψυχογραφώντας υπουργούς πρώην και νυν, μαζί με τους «αγώνες»  για συγκρότηση του Εθνικού Ραδοτηλεοπτικού Συμβουλίου, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της πλαστής αντιπαλότητας κυβέρνησης αντιπολίτευσης, εξελίχτηκαν  σε μείζονα θέματα.   
           Και κάπου, σαν ψίθυρος, οι συνομιλίες με διακριτικότητα και οι καλοπροαίρετες(;) ελπίδες μας για λύση του κυπριακού μας υπενθυμίζουν το μείζον πρόβλημά μας που θέλουμε να μένει στη σκιά και το περιθώριο ώσπου η έκρηξή του να μας συμπαρασύρει.
               Κι όλες αυτές οι ειδήσεις και η διαχείρισή τους στις κοινωνίες της ευημερούσας δύσης, στις οποίες ξεφυτρώνουν όλο και περισσότερο οικονομικά και εθνικά γκέττο κι ενώ για χιλιάδες εργαζόμενους η ανεργία ή υποαπασχόληση αποτελούν τις μοναδικές εφικτές  προοπτικές κι ενώ πληθαίνουν οι εστίες πολέμου που με την ευγενική χορηγία της δύσης (ΗΠΑ και ΕΕ) δημιουργούνται, δεν δείχνουν παρά πώς  η πολιτική εξουσία συνεχίζει να  είναι και φορέας τελικά μιας ιδεολογίας για την οποία η απόλυτη αξία είναι η «επικοινωνία» που γίνεται αντιληπτή αυτόνομα και ως αυτοσκοπός.
               Και μεις  ψυχανεμιζόμαστε πως οδεύουμε προς νέες κοινωνικές σχέσεις και  νέα κοινωνική οργάνωση, το πραγματικό περιεχόμενο των οποίων παραμένει για μας σκοτεινό και αινιγματικό κι έτσι πορευόμαστε στα σκοτεινά, όμοια τυφλοί, χωρίς να κατανοούμε γεγονότα ούτε να αντιλαμβανόμαστε τις σκοπιμότητες και στο τέλος βρισκόμαστε με υποστηρικτές και συμμάχους που κανονικά καθόλου δεν θα έπρεπε να επιθυμούμε.
               Και ξαναπιάνουμε αναλύσεις επί αναλύσεων για την εκλογή του Τραμπ, ανίχνευση των προθέσεων των εκλογέων του και κινδυνολογίες για την πολιτική που θα εφαρμόσει, ξεχνώντας πως οι εκλογές στις αστικές μας δημοκρατίες ήταν και παραμένουν μια μορφή νομιμοποίησης του συστήματος, μέσω της κινητοποίησης του πληθυσμού  με σκοπό την υποστήριξη του καθεστώτος και την καλλιέργεια  θετικών στάσεων και αντιλήψεων σε σχέση με το πολιτικό σύστημα  και τη θέση των εκλογέων σ’  αυτό, εξασφαλίζοντας συνάμα και την πολιτική σταθερότητα, αξία ανεκτίμητη για όσους κατέχουν πολιτική εξουσία. Εξάλλου το εκλογικό σώμα δεν είναι παρά μια αφαίρεση,  μάλλον ένα στατιστικό σύνολο που δύσκολα μετατρέπεται σε πολιτικό υποκείμενο. Τότε έχουν σημασία για τους εργαζόμενους οι πολιτικές επιλογές μέσω εκλογών, αν πίσω από τη νόμιμη και κοινοβουλευτική δράση υπάρχει η οργάνωση της εργατικής τάξης, έτοιμη να μπει σε ενέργεια μόλις  χρειαστεί. Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι ποσοστώσεις και οι αριθμοί των εκλογών, αν και πολλαπλώς ερμηνευόμενοι, το πολύ να καταδείχνουν την ύπαρξη κοινωνικών εντάσεων και αναγκών –προειδοποίηση για την άρχουσα τάξη. Γι’ αυτό,  επειδή τα αστικά μας καθεστώτα ομνύουν στη δημοκρατία και στον αυξανόμενο ρόλο του απλού ανθρώπου στις κρατικές υποθέσεις κι είναι περήφανα για  τις δυνατότητες που δίνουν στους πολίτες τους να εισβάλλουν στον κλειστό κύκλο των κυβερνώντων, όταν γίνεται αντιληπτή από την άρχουσα τάξη η ύπαρξη μιας γενικής δυσαρέσκειας, που ακόμα δεν είναι απειλητική, δεν προκρίνεται ο αποκλεισμός τους από την πολιτική αλλά εντείνεται η χειραγώγησή τους. Εν πρώτοις, θα πρέπει η διάθεση  και πρόθεση του εκλογικού σώματος να αναγνωριστεί προκειμένου να δαμαστεί καθοδηγώντας το σε ελεγχόμενα μονοπάτια. Δημιουργούνται λοιπόν τέτοιες κοινωνικές και πολιτικές αξίες και θεσμικές πρακτικές που οριοθετούν το πεδίο της πολιτικής διαδικασίας, έτσι ώστε δημοσίως να συζητούνται και να επιλύονται εκείνα τα ζητήματα που είναι ασφαλή για το σύστημα, ενώ τίθενται εκτός πολιτικής άλλα. Μ’ αυτόν τον τρόπο καθορίζονται και ποιες είναι  οι επιτρεπόμενες συγκρούσεις, σε ποιους τομείς επιτρέπεται αγώνας για τη μεταβολή του συσχετισμού των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων. Κι όσο το εκλογικό σώμα  περιορίζει την κριτική του στους θεσμούς εξουσίας του καπιταλιστικού συστήματος, αναζητεί τις αιτίες για την ένδειά του στους τρόπους και την τακτική που ασκείται η αστική κυριαρχία αφήνοντας στο απυρόβλητο την οικονομική δομή τόσο πιο εύκολο για την κυρίαρχη εξουσία να χρησιμοποιεί εμπρηστικότερες ταμπέλες σαν κράχτες για το εκλογικό σώμα που κάθε φορά θα κρύβουν τις πολιτικές που εφαρμόζει η κυρίαρχη τάξη και που μεταστρέφονται τελικά στις πιο αντιδραστικές.
Το εκλογικό λοιπόν σώμα των ΗΠΑ ζητούσε να χτυπηθεί το σύστημα, καληώρα όπως στη χώρα μας, και του προσφέρθηκε η καρικατούρα του αντισυστημικού, με αποκλίσεις από τον ορθό πολιτικό λόγο, την πουριτανική ηθική, το ωραίο της αισθητικής  κλπ. αναστέλλοντας για …την επομένη φορά την όποια αμφισβήτηση του συστήματος. Αν όμως κάτι δείχνουν αυτές οι εκλογές των ΗΠΑ δεν είναι κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που δείχνουν και στην Ευρώπη. Η αστική δημοκρατία υποτάσσεται στην ανάγκη του ιμπεριαλισμού να τσακίσει τις μάζες, και όσο έχει την ικανότητα να τις χειραγωγεί στρέφει τη δυσαρέσκειά τους σε εθνικιστικές και φασίζουσες επιλογές που τις προσφέρει αφειδώς, μέχρις που να αποδειχτεί ανεπαρκής σ’ αυτό το ρόλο και ξεκάθαρα ν’ αντικατασταθεί με τη δικτατορία και το φασισμό.