Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ΚΑΜΙΑ ΑΙΣΧΥΝΗ



Στην Ευρώπη, σε  βίντεο στο διαδίκτυο φαίνεται νεαρός  πρόσφυγας να κλαίει κατεβαίνοντας από το λεωφορείο στο Κλάουζνιτς  της Σαξωνίας καθώς διαδηλωτές απέξω φωνάζουν εναντίον των προσφύγων, ενώ επισήμως η καγκελάριος της Γερμανίας διατηρώντας την εικόνα της καλόκαρδης καγκελαρίου που είναι εναντίον των φραχτών ή της ανάλγητης συμπεριφοράς προς μετανάστες μαζί με τον τούρκο πρωθυπουργό επεξεργάστηκαν το σχέδιο για εμπλοκή του ΝΑΤΟ  στις προσπάθειες μείωσης των προσφυγικών ροών, αφήνοντας στο μισοσκόταδο τον τρόπο με το οποίο αυτό θα γίνει. Εξάλλου και  το κλείσιμο συνόρων για τους πρόσφυγες αφήνεται σε άλλες χώρες.
Στον τόπο μας, σε ειδήσεις των ημερών μαθαίνουμε για την επικείμενη αποφυλάκιση του δολοφόνου του Π. Φύσσα, Ρουπακιά, ενώ η δίκη του που χάνεται στις υποσημειώσεις της επικαιρότητας δεν λέει να τελειώσει. Συγχρόνως, το κυρίαρχο πολιτικό κατεστημένο καταδικάζει  τις τραμπούκικες  ενέργειες της Χρυσής Αυγής, χωρίς να ξεχνά όμως να εξαντλεί τη δημοκρατική του ευαισθησία έτσι που μάλλον να εδραιώνεται πολιτικά η ύπαρξή της και ο φασισμός να μην πολυσυνδέεται  μ’ αυτήν και τις ενέργειές της.
               Κι εμείς, κάτοικοι Ελλάδας και λοιπών ευρωπαϊκών χωρών,  στα όρια της αποβλάκωσης που προήλθε  από τα διάφορα κηρύγματα ανάλογα προσανατολισμένα προς ιδεαλιστικούς στόχους –δικαιώματα, ελευθερία, δημοκρατία και άλλα ηχηρά, προσπεράσαμε  ολοταχώς και εσκεμμένως  τις φρικαλεότητες του περίφημου ευρωπαϊκού πολιτισμού που συνοψίζονται στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση επιχρισμένη με φτηνές, όπως αποδεικνύεται, υποσχέσεις ευημερίας και δημοκρατικότητας επινοήθηκε για να ακρωτηριάσει ζωές λαών, να κάμψει αντιστάσεις στο φασισμό και μακριά από το παρελθόν να φαίνεται ότι  οδηγεί  σε άλλους προσανατολισμούς, -ειρήνη, ασφάλεια, ευημερία- που δεν δημιουργούν αναστολές και ανακόπτουν πορείες. ¨Ολες οι παλιές φρικαλεότητες αποδόθηκαν στους ναζί, σαν οι ναζί να ήρθαν από το πουθενά και με την ήττα της Γερμανίας εξαφανίστηκαν στην ανυπαρξία.
   Κι όσο τα παλιά ερείπια εξαφανίζονταν τόσο πιο αισθητή γινόταν η νέα εποχή ευημερίας και η αυταπάτη ότι θα ήταν δυνατό να οικοδομηθεί πάνω στα ίδια παλιά θεμέλια, καπιταλισμό,  νέα ζωή. Όλοι διαβεβαίωναν για τους εαυτούς τους το αντιφασιστικό τους φρόνημα, ακόμη κι αυτοί που δεν αγωνίστηκαν γι’  αυτό, και εκ των υστέρων θριάμβευε ο καθυστερημένος αντιφασισμός, προσαρμοσμένος βέβαια στη θεωρία των δύο άκρων, καθώς εμφανιζόταν σε καιρούς όπου η προσαρμοστικότητα έδινε κι έπαιρνε. Η ευρωπαϊκή ρητορική αντλούσε από τη λέξη ελευθερία, δημοκρατία κλπ. ώσπου αυτές να αδειάσουν εντελώς από νόημα, ώστε  αλαζονικά να προσπεραστεί το παρελθόν. Κι αφού εξάντλησε την ευαισθησία της  στις τεχνικές λεπτομέρειες των φρικαλεοτήτων,  σε εκφράσεις μετανοίας, σε ρητορική αλληλεγγύης, σε λέξεις συμπαράστασης, η αμετακίνητη επιδίωξη συγκεκριμένων στόχων, τόσο ίδιων με πριν εβδομήντα χρόνια, διπλοαμπαρώνει τα σύνορα της ευημερίας κλείνοντας απέξω  τους κατατρεγμένους και πρόσφυγες. 
Στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης οι λαοί της νιώθουν τη δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που γίνεται πια αντιληπτό ότι ενώθηκε σε μια κοινή αγορά για να εξυπηρετηθεί  αποτελεσματικότερα το μεγάλο κεφάλαιο που περιλαμβάνει σ’  αυτήν τη φάση πέρα από τη λιτότητα και την απόφαση του οργανωμένου αποκλεισμού από την Ευρώπη όλων αυτών των κατατρεγμένων του δυτικού ιμπεριαλισμού και των κλώνων του,  από τις τρίτες χώρες της  Ασίας και Αφρικής. Κι αυτή η Ευρώπη φοβίζει και δείχνει ότι ο ναζισμός ούτε τυχαίος ούτε συγκυριακός ήταν. Μια Ευρώπη που όλο και περισσότερο θυμίζει τον εφιάλτη του φασισμού και  τίποτε, ούτε το πιο ειδυλλιακά χρωματισμένο κοσμοπολιτικό συναίσθημα ούτε οι διαβεβαιώσεις υστερογενούς καλοσύνης είναι σε θέση να ακυρώσουν ότι Γερμανοί είχαν την εμπειρία  ως δράστες και ότι Ευρωπαίοι ανέχονταν τη δράση τους για το οργανωμένο έγκλημα των ναζιστικών στρατοπέδων που μοιάζει να αναβιώνουν. Είτε το θέλουμε είτε όχι το Αουσβιτς ανήκει στην ευρωπαϊκή ιστορία, είναι αναπόσπαστο στοιχείο της. Είναι το έγκλημα που εκτόξευσε στον κόσμο η ναζιστική Γερμανία και το ανέχτηκε η υπόλοιπη Ευρώπη. Κι ακόμα κι αν την καταισχύνη γι’  αυτό το αίσχος απώθησε ο κυρίαρχος ευρωπαϊκός λόγος αυτό είναι μια πραγματικότητα και δεν θα πάψει ποτέ  να αποτελεί παρόν.
               Κι αυτό το αίσχος τώρα με τους πρόσφυγες αποδείχνει μεγαλοπρεπώς την δημοκρατική Ευρώπη ως χίμαιρα, στο βάθος ουδέν νεότερο, μόνο τα παλιά σε βελτιωμένη και πιο φιλάνθρωπη,  μέχρις στιγμής, έκδοση. Και δεν είναι κάτι που ξεκίνησε τώρα. Τώρα πια όμως με τη χρόνια προπόνηση και τη ραγδαία αύξηση των προσφύγων μεταβάλλεται η συγκεκαλυμμένη εχθρότητα σε βία. Το παρελθόν μιας Ευρώπης αφιλόξενης, βίαιης μας χτυπά φιλικά στον ώμο αποδεχόμενοι ως δράστες, συνοδοιπόροι  και σιωπηρή πλειοψηφία τη βία  που στηρίζει την οικονομία της με τις αποικίες ή τις πολυεθνικές επιχειρήσεις. Κι ας μη μιλάμε για ευρωπαϊκές αξίες όταν αυτό που ισχύει είναι ένας οπορτουνισμός αξιών, ανάλογα με την ευκαιρία επιλέγουμε την ανάλογη αξία. Η αξία που προέχει και στη βάση της οποίας ενεργούμε είναι τι είναι οικονομικά συμφέρον σε μια κοινωνία της αγοράς, όπου πεθαίνει όποιος περισσεύει.
Κι αν η κυρίαρχη τάξη φιλοδόξησε να μετατρέψει την  Ευρώπη από γεωγραφικό χώρο σε   πολιτικό όρο με τις δικές του αξίες, είναι γιατί δεν είχε καμιά αισχύνη που αυτές οι αξίες έχουν τη σφραγίδα των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, που δεν είναι παρελθόν. Καμιά αισχύνη δεν υπάρχει  για τις  ταπεινώσεις, τις ντροπές και εξευτελισμούς, τις  δουλικές και ταπεινωτικές εξ ανάγκης συμπεριφορές προσφύγων και μεταναστών που αποτελειώνουν τη συντριβή  ακόμα και των πιο περήφανων ψυχών. Καμιά αισχύνη για όλους αυτούς τους πρόσφυγες που τους σαρώνουν τη ζωή οι χείμαρροι του πολέμου, που περνούν όλους τους αποτρόπαιους σταθμούς της εξόδου προς τη δύση, του φριχτούς εξευτελισμούς που επιφυλάσσει η φιλοξενία της Ευρώπης στα ανθρώπινα αυτά κοπάδια, που θέλει να τα εκμεταλλευτεί, να τα σπρώξει μέσα στο βάραθρο κι ύστερα να τα εγκαταλείψει, μετά τον απερίγραπτο ξεπεσμό της ζωής. Και καμιά αισχύνη και για τις δικές μας ζωές, ακρωτηριασμένες κι εξαθλιωμένες, που ζούμε στην Ευρώπη.
              

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΦΟΒΟΥΣ



Απειλές για κλείσιμο των βορείων συνόρων στη χώρα μας για περιορισμό της ροής των προσφύγων και διαβεβαιώσεις για τη δυνατότητα διαχείρισης αυτής της απειλής από υπουργούς, όπως ο αναπληρωτής υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Γ. Μουζάλας, υποστήριξη από την κυβέρνηση της απόφασης για ανάπτυξη νατοϊκών δυνάμεων στο Αιγαίο για την αντιμετώπιση του ζητήματος των προσφύγων, μάλιστα ο υπουργός Άμυνας Πάνος Καμμένος αφιέρωσε αυτήν την απόφαση στους σκοτωμένους αξιωματικούς που επέβαιναν στο ελικόπτερο του πολεμικού ναυτικού που συντρίφτηκε, συγκρούσεις MAT με κατοίκους περιοχών (Κω, Διαβατά) όπου ξεκίνησαν εργασίες για κατασκευή hotspot, κάποιες από τις ειδήσεις τελευταίων ημερών μαζί με το μαζικό συλλαλητήριο αγροτών κι άλλων εργαζομένων στο Σύνταγμα και τον παραπλανητικό λόγο της κυβέρνησης σε πολλά επίπεδα.
               Και τι απομένει να σχολιάσει κανείς για χιλιοστή φορά; Τον κυνισμό στις πολιτικές αποφάσεις, την περιφρόνηση των αδυνάτων, του ανθρώπινου πόνου, των πιο ιερών αισθημάτων, την εκμετάλλευση κοινωνικών οραμάτων, την καταπίεση των συνειδήσεων, την ανανδρία μπροστά στην κοινή γνώμη φοβισμένων προβάτων που μεταμφιέζονται σε πολιτικούς,  με σκοπό να κρατούν άβουλη τη  μάζα να μην  ξέρει τη δύναμή της και να  αφήνεται να την οδηγεί όπου θέλει μια φούχτα ανθρώπων που το κέρδος είναι σκοπός ζωής; Μια φούχτα άνθρωποι που κρύβουν το πρόσωπό τους πίσω από  ένα κοπάδι μασκοφόρων που τους υπηρετεί, κι είναι πολιτικοί, διανοούμενοι, τεχνοκράτες κλπ, ένα σκυλολόι  που αδειάζει τις τσέπες του κόσμου πίσω από την πλάτη του απειλώντας και τη ζωή του, που φαντάζεται πως μας αποζημιώνει κάνοντας γαργάρες με ξεθυμασμένες λέξεις, δημοκρατία, ελευθερία, δικαιώματα και άλλα συναφή. Κι έτσι μοιάζουν να είναι τόσο πολλοί! Ο πιο άνανδρος τύραννος είναι ένα εκατομμύριο άνανδροι μαζί. Και μας αλυσοδένουν ενώ  μας λένε πως είμαστε ο κυρίαρχος λαός  κι εμείς τους πιστεύουμε υπακούοντάς τους, και μας διαθέτουν όπως θέλουν σαν ζώα σε πλειστηριασμό.
              Εξι χρόνια τώρα αναζητούμε τις γνώμες ειδικών να μάθουμε και να καταλάβουμε τι γίνεται και ρημάζει η ζωή μας, με τον καπιταλισμό στο απυρόβλητο, κι αναβάλλουμε την αντίδρασή μας και υποχωρούμε  στις διεκδικήσεις μας. Λες και είμαστε υποχρεωμένοι ν’ αναβάλλουμε  πάντοτε για την επόμενη κάθε μας πράξη αντίστασης και διεκδίκησης μέχρι που  αναβάλλοντας από τη μια μέρα στην άλλη να φτάσουμε στην τελευταία μας  μέρα εξαχρειωμένοι κι  εξευτελισμένοι. Και όχι δεν αρκεί απλώς να επικρίνουμε, να  καταγγέλλουμε ή να εξοργιζόμαστε, να ευσπλαχνιζόμαστε και να ελεούμε οι αναξιοπαθούντες τους εξαθλιωμένους. Ήδη το έχουμε βιώσει, λίγο ή πολύ οι περισσότεροι έχουμε αποχτήσει αυτήν την εμπειρία που αναφέρει ο Μπ. Μπρέχτ «η οργή, όπως και ο οίκτος, είναι κάτι το ποσοτικό, κάτι που υπάρχει σε τούτη ή σ’ εκείνη την ποσότητα και μπορεί να εξαντληθεί. Και το χειρότερο είναι ότι εξαντλούνται στο μέτρο που γίνονται πιο αναγκαία. Κάποιοι σύντροφοι  μου είπαν: ¨Όταν αναφέραμε για  πρώτη φορά ότι σφάζουν τους φίλους μας ακούστηκαν κραυγές φρίκης και υπήρξε μεγάλη βοήθεια.  ΄Υστερα σφάχτηκαν εκατοντάδες. Αλλά μόλις σφάχτηκαν  χιλιάδες και η σφαγή δεν τέλειωνε, απλώθηκε σιωπή και η βοήθεια λιγόστεψε. Ετσι είναι: “Όταν σωρεύονται τα εγκλήματα γίνονται αθέατα. Όταν τα βάσανα γίνονται ανυπόφορα δεν ακούγονται πια οι κραυγές. Βασανίζουν έναν άνθρωπο κι ο θεατής λιποθυμάει. Αυτό είναι φυσικό. Σαν πλεονάσει το έγκλημα κα πέφτει σαν τη βροχή, τότε κανείς δεν φωνάζει, σταματήστε”»
               Σήμερα η λαίλαπα φυσάει, ο κόσμος μας γίνεται ερείπια. Από το ένα λεπτό στο άλλο το ετοιμόρροπο οικοδόμημα, ο καπιταλισμός που συνεχώς τον αιμοδοτούμε,  μπορεί να σωριαστεί πάνω μας. Και δεν θέλουμε να το πιστέψουμε και συνεχίζουμε τις αυταπάτες μας, ζούμε στο χείλος της αβύσσου και υποκρινόμαστε πως τίποτε δεν άλλαξε. Κι όμως το ξέρουμε πως η καταστροφή έχει μόνο αναβληθεί. Μερικά χρόνια κέρδος όμως δεν είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Ο κόσμος έχει λεηλατηθεί από τη Λογική και το Δίκαιο της άρχουσας τάξης με τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις της.  Στις καλές εποχές η όποια αμφιβολία μπορούσε και συμβιβαζόταν, συμφιλιωνόταν με τη λογική και τη ζωή, προσαρμοζόταν μια χαρά με το ζήσε τη ζωή σου άνετα. Μόνο που η τωρινή αμφιβολία  δεν μπορεί παρά να είναι ένας τυφώνας από εξαθλίωση και κυνισμό που σαρώνει τα πάντα. Και αν πολλοί από μας συνεχίζουμε να διατηρούμε την ταξική μας βεβαιότητα και  αλαζονεία, αλαζονεία μικροαστού,  βρωμισμένη, τσαλακωμένη, φθαρμένη αυτή δεν θα μας βοηθήσει ούτε καν στην επιβίωση. Μείωση συντάξεων, πλειστηριασμοί, αύξηση εισφορών και φόρων –ποιος μικροαστός εξαιρείται;
               Κι αν ακόμα πιστεύουμε πως δεν είμαστε γεννημένοι για τέτοιους καιρούς, πως ζώντας κάτω από μια τάξη  και μέσα στα πλαίσιά της δεν μπορούμε  παρά μόνο να  την επικρίνουμε, αλλά πρέπει να πειθαρχούμε, η ίδια η πραγματικότητα πια δεν μας επιτρέπει ούτε να επαναπαυθούμε, έστω εξαθλιωμένοι,  στη βαριά, μαλακιά, ζεστή αηδιαστική ατμόσφαιρα σαπισμένων προσδοκιών.
               Είναι που πια, χωρίς αμφιβολία, ο πόλεμος έχει έρθει, έχει έρθει …εκεί πέρα βέβαια, μόνο που  αυτό το εκεί πέρα δεν είναι τόσο μακριά. Ακόμα κι αν εμείς το βλέπουμε σαν σκηνικό σε δεύτερο πλάνο. Και είναι αλήθεια, θα μπορούσε, αν δεν βιώναμε προσφυγική κρίση, να θεωρηθεί ένα είδος αλατοπίπερου κι αυτός. Κι ίσως γι’  αυτό είναι δυνατό ακόμα να προβάλλεται ένας βερμπαλιστικός ανθρωπισμός, γιομάτος ακαθόριστο οίκτο, άτονη ειδυλλιακή  πίστη για τα καλά αισθήματα όχι μόνο του φτωχού λαού, αλλά εν γένει του ανθρώπου. Ένας  ιδεαλισμός του γραφείου που εμπιστεύεται την καλή φύση, την ανθρώπινη πρόοδο που προχωρά χωρίς  εμπόδια στο ήσυχο δρομάκι της, τη σοφία των γεγονότων ακόμα και του πολέμου και της ήττας των …άλλων, για να πραγματοποιηθεί χωρίς πολλές προσπάθειες δικές μας ο καπιταλιστικός  εκσυγχρονισμός της ανθρωπότητας.
Ακόμα και τώρα κανείς δεν πιστεύει στην σοβαρότητα της απειλής. Δεν βλέπουμε την όψη του κόσμου που αλλάζει. Με περιπολίες και  φράχτες η δημοκρατική Ευρώπη νομίζει  πως θα περιορίσει έξω από την αυλή της  το σεισμό που η καπιταλιστική δύση προκάλεσε. Ότι το γκρέμισμα θα περιοριστεί εκεί πέρα, δεν θα μετατοπιστεί ο άνεμος να διαλύσει σε κουρέλια και τα δικά της σπίτια, ότι τα κοπάδια των ξετρελαμένων ανθρώπων που τριγυρνούν και χτυπιούνται από δω κι από κει θα μείνουν μακριά της. Κι εμείς μέσα στις αυταπάτες μας δεν βλέπουμε πως  η κυρίαρχη τάξη στο «εκεί πέρα» φαίνεται να περιλαμβάνει και τη χώρα μας.
 Μόνο που  οι χιλιάδες εργαζόμενοι κι αγρότες που διαδήλωναν τις τελευταίες μέρες στο Σύνταγμα, όπως κι αυτοί στην απεργία της 4ης Φεβρουαρίου, όπως και όλοι αυτοί που στις επόμενες απεργίες και κινητοποιήσεις θα συμμετέχουν ενεργά  όλο και περισσότεροι δεν επαναπαύονται, οργανώνονται,  αγωνίζονται και μπορούν όλα να τα αλλάξουν.

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ



Επειδή κάποιες αλιεύσεις στο διαδίκτυο είναι ενδεικτικές  των θέσεων της διανόησης   όπως  η αποδοκιμασία της αυριανής απεργίας  εμμέσως στο Facebook με ευφυολογήματα που προτρέποντας σε  απεργία από το νοικοκυριό τις  γυναίκες επιδοκιμάζεται από καθηγητές (Στ. Καλύβας) που αναλώνουν το χρόνο τους να αποδείξουν «επιστημονικά» τον ολέθριο ρόλο του ΚΚΕ στον εμφύλιο πόλεμο, όπως  ο έμμεσος χλευασμός για τις επιπτώσεις στη λειτουργία διαφόρων υπηρεσιών της αυριανής απεργίας που επιδοκιμάζεται από συγγραφείς (Π. Τατσόπουλος), κι επειδή μέρες τώρα διανοούμενοι στο  πανεπιστήμιο, θέατρο κλπ. διασταυρώνουν  τα πνευματικά τους ξίφη σχετικά με το ανεβοκατέβασμα της παράστασης στο Εθνικό θέατρο  «Η ισορροπία του NASH» κι επειδή γενικά όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης η πλειοψηφία των εγχώριων διανοούμενων συμφωνεί ότι εντοπίζεται η κρίση  στο εποικοδόμημα της μεταπολιτευτικής κοινωνίας, γιατί βέβαια η κρίση είναι πνευματική, η εισήγηση του Μπ. Μπρεχτ στο συνέδριο των Συγγραφέων για την υπεράσπιση της Κουλτούρας μπροστά στην άνοδο του φασισμού, στο Παρίσι στις 21 Ιουνίου 1935, δεν έχει χάσει τίποτε από την επικαιρότητά της.
«(…)Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να εμποδίσουμε τον άνθρωπο να αποστρέφει το πρόσωπο από τις φρικαλεότητες; Γιατί το αποστρέφει; Το αποστρέφει γιατί δεν  βλέπει καμιά δυνατότητα επέμβασής του. Ο άνθρωπος δεν χρονοτριβεί στον πόνο  κάποιου άλλου, όταν δεν μπορεί  να τον βοηθήσει. Μπορεί κανείς να  αντέξει το χτύπημα  όταν ξέρει πότε θα πέσει, που θα πέσει και γιατί, κα ποιο σκοπό θα πέσει. Κι όταν μπορεί  ν’ αντέξει κάποιος το χτύπημα όταν υπάρχει μια τέτοια  δυνατότητα, έστω και ισχνή, τότε μπορεί να έχει κανείς οίκτο για το θύμα. Μπορεί, βέβαια να έχει και χωρίς αυτό, αλλά όχι για πολύν καιρό και πάντως όχι για τόσον πολύ, ώστε να γιάνουν οι πληγές του θύματος.
Γιατί λοιπόν το χτύπημα; Γιατί αποβάλλεται η κουλτούρα όπως η σαβούρα από το πλοίο, αυτά τα υπολείμματα της κουλτούρας που μας απόμειναν; Γιατί η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, των πιο πολλών ανθρώπων, φτώχυνε έτσι, απογυμνώθηκε, μισοκαταστράφηκε η καταστράφηκε ολότελα;
Μερικοί από μας δίνουν  μια απάντηση. Λένε: από ωμότητα. Πιστεύουν ότι ζούμε ένα τρομερό ξέσπασμα, σ’ ένα μεγάλο, όλο και μεγαλύτερο, τμήμα της ανθρωπότητας, ένα φριχτό φαινόμενο, χωρίς διαπιστώσιμες αιτίες, που παρουσιάζεται ξαφνικά, ίσως, ας ελπίσουμε, πάλι ξαφνικά θα εξαφανιστεί, ένα βίαιο ξέσπασμα μιας μακρόχρονα καταπιεσμένης ή ναρκωμένης βαρβαρότητας, ενστικτώδικης φύσης.
Αυτοί που απαντάνε έτσι(…) το νιώθουν κι οι ίδιοι ότι είναι απαράδεκτο να κατατάσσουμε την ωμότητα στο φυσικά φαινόμενα, στις ακατανίκητες δυνάμεις του Κακού. Μιλάνε για παραμελημένη διαπαιδαγώγηση του ανθρώπινου γένους. Κάτι τι παραλείφθηκε ή στη βιασύνη δεν ολοκληρώθηκε. Πρέπει να επανορθώσουμε τώρα. Πρέπει  στην ωμότητα να αντιτάξουμε την καλοσύνη, λένε. Πρέπει να επικαλεστούμε τις μεγάλες λέξεις, τους εξορκισμούς, που βοηθήσανε κι άλλοτε, τις αθάνατες έννοιες: ελευθερία, αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, που η αποτελεσματικότητα τους είναι ιστορικά δοκιμασμένη. Τι έγινε; Στην παρατήρηση ότι είναι ωμός, ο φασισμός απαντάει εξυμνώντας φανατικά την ωμότητα. Στη μομφή ότι είναι φανατικός, απαντάει με επαίνους του φανατισμού. Στην κατηγορία ότι τραυματίζει τη λογική προχωρεί με άνεση στην καταδίκης της λογικής.
Και ο φασισμός βρίσκει την παιδεία παραμελημένη. Αναμένει πολλά από τον επηρεασμό της σκέψης και την εμπέδωση των αισθημάτων.(…)
Τι γίνεται με τα δικά μας ιδανικά; Ακόμα κι εκείνοι από μας  που θεωρούν την ωμότητα, τη βαρβαρότητα, σαν το βασικότερο κακό, μιλάνε, καθώς είδαμε μόνο για αγωγή, μόνο για επέμβαση στα πνεύματα –πάντως για καμιά άλλη επέμβαση. Μιλάνε για καλλιέργεια καλοσύνης. ¨Όμως η καλοσύνη δεν  γεννιέται από το αίτημα  για καλοσύνη, καλοσύνη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα και τις χείριστες, έτσι όπως η ωμότητα δεν γεννιέται από ωμότητα.
Εγώ δεν πιστεύω  στην ωμότητα για την ωμότητα απλώς. Πρέπει να προασπίσουμε την ανθρωπότητα από την κατηγορία ότι είναι ανάλγητη όσο κι αν αυτό δεν αποτελεί εύκολη δουλειά (…) Η ωμότητα δεν γεννιέται από ωμότητα, αλλά από τις μπίζνες που χωρίς αυτή θα ήταν αδύνατες. (…)
Ας μην εκτεθούμε και μεις στη μομφή ότι απευθύνουμε και μεις εκκλήσεις στους ανθρώπους να κάνουν υπεράνθρωπες πράξεις, δηλ. να υπομείνουν με αρετή τρομερές συνθήκες, οι οποίες βέβαια  μπορούν ν’ αλλάξουν, αλλά δεν πρόκειται ν’  αλλάξουν. Ας μη μιλάμε μόνο για κουλτούρα!
Οίκτο για την κουλτούρα, αλλά οίκτο πριν απ’ όλα, για τους ανθρώπους. Η κουλτούρα θα σωθεί αν σωθούν οι άνθρωποι. Ας μην παρασυρθούμε στον ισχυρισμό ότι οι άνθρωποι  υπάρχουν για την κουλτούρα κι όχι η κουλτούρα για τους ανθρώπους(…)
Σύντροφοι, ας μελετήσουμε τις  ρίζες του κακού! Μια διδασκαλία που επεκτείνεται όλο και σε μεγαλύτερες ανθρώπινες μάζες του νεαρού ακόμα  πλανήτη μας, διδάσκει ότι οι ρίζες όλων των  κακών βρίσκονται στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Η διδασκαλία αυτή, όπως  όλες οι μεγάλες διδασκαλίες, συγκινεί εκείνες τις ανθρώπινες μάζες οι οποίες υποφέρουν περισσότερο από τις υπάρχουσες σχέσεις ιδιοκτησίας και τις βάρβαρες μεθόδους με τις οποίες οι σχέσεις αυτές προασπίζονται. (…)
Πολλοί από μας τους συγγραφείς που πληροφορούμαστε τις φρικαλεότητες του φασισμού κι αγανακτούμε μ’ αυτές, δεν κατάλαβαν ακόμα αυτή τη διδασκαλία, δεν ανακάλυψαν ακόμα τις ρίζες της ωμότητας. Διατρέχουν ακόμα τον κίνδυνο  να θεωρήσουν ότι οι θηριωδίες του φασισμού δεν είναι απαραίτητες. Εμμένουν σταθερά στις συνθήκες ιδιοκτησίας, γιατί πιστεύουν ότι για την υπεράσπισή τους δεν είναι αναγκαίες οι θηριωδίες του φασισμού. Όμως για τη διατήρηση των σχέσεων ιδιοκτησίας που κυριαρχούν, αυτές οι θηριωδίες είναι αναγκαίες. Σ’ αυτό δεν ψεύδονται οι φασίστες, σ’ αυτό λένε την αλήθεια. Εκείνοι από τους φίλους μας που φρίττουν  με τις θηριωδίες του φασισμού, αλλά θέλουν  να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας ή παραμένουν αδιάφοροι ως προς την διατήρησή τους ή όχι, δεν μπορούν να οδηγήσουν με σθένος και με διάρκεια τον αγώνα κατά  της τόσο εξαπλούμενης βαρβαρότητας, γιατί δεν βοηθάν να γίνουν γνωστές και να επικρατήσουν οι κοινωνικές εκείνες συνθήκες που καθιστούν περιττή  τη βαρβαρότητα. Εκείνοι όμως  που ερευνούν  για τις ρίζες του κακού, προσέκρουσαν  στις σχέσεις ιδιοκτησίας, κατέβηκαν πολύ βαθύτερα, μέσα από μια κόλαση θηριωδίας που βρίσκεται ακόμα πιο βαθιά, ώσπου  έφτασαν εκεί όπου ένα ελάχιστο τμήμα της ανθρωπότητας, έχει εγκαταστήσει την αδυσώπητη κυριαρχία του. Την έχει εγκαταστήσει στην ατομική ιδιοκτησία, που χρησιμεύει στην εκμετάλλευση των συνανθρώπων, και που την υποστηρίζει με νύχια και με δόντια, θυσιάζοντας μια κουλτούρα που δεν προσφέρεται  πια προς υπεράσπισή του ή δεν είναι κατάλληλη πια γι’ αυτή θυσιάζοντας κυριολεκτικά όλους τους νόμους της ανθρώπινης συμβίωσης για τους οποίους η ανθρωπότητα αγωνίστηκε πολύν καιρό με θάρρος απελπισμένα(…)
    Κι επειδή «Η οργή υπάρχει, ο αντίπαλος  προσδιορίστηκε» θα πρέπει να τον πολεμήσουμε  για  να τον νικήσουμε. Και η απεργία είναι το πιο βασικό όπλο μας. Γι’  αυτό η αυριανή κινητοποίηση θα πρέπει να είναι μαζική -
                      [Από  περιοδικό ΠΟΛΙΤΗΣ του 1985, σε μετάφραση  Π. Σκούφη]