Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΠΝΙΓΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ



Οι συνεχείς απειλές για grexit που ενισχύθηκαν με την απειλή του αποκλεισμού μας από τη Συνθήκη Σένγκεν, τα νεκρά σώματα προσφύγων, που όλο και περισσότερο αυξάνονται,  στη θάλασσα του Αιγαίου, η  απαγόρευση  συγκεντρώσεων και άλλες συναφείς δράσεις και εξαγγελίες της εγχώριας και ευρωπαϊκής εξουσίας προκαλούν διάχυτες αγωνίες και αυξάνουν τις δυνατότητες για εκφοβισμό μας.
               Στην εγχώρια πολιτική σκηνή οι φονικοί ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και τα οικονομικά μονοπώλια εκφράζουν τη βούλησή τους μέσα από εξαγγελίες και δράσεις της εκτελεστικής εξουσίας που ασκείται από την Αριστερά των μνημονίων και των απαγορεύσεων.  Μια διαφημιζόμενη Αριστερά που μόχθησε για να απαξιώσει και στο ιδεολογικό επίπεδο τα ιδεώδη της κοινωνικής  αντίστασης, τις αξίες της κοινωνικής πάλης, το στόχο του κοινωνικού μετασχηματισμού, το όραμα της αυριανής κοινωνίας και για  να μονιμοποιήσει αυτήν την αίσθηση πως τίποτε δεν αλλάζει σε όλους αυτούς που υποφέρουν,  απελπίζονται και υποτάσσονται
Στο μικρόκοσμό μας  ο ιμπεριαλισμός επανέρχεται γιατί πια βιώνουμε άμεσα τις συνέπειές του.  Έχει  δημοκρατικό ένδυμα, Ευρωπαϊκή Ένωση, με άλλοθι το ιδεολόγημα της προώθησης της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς και της δημοκρατίας και την υπόσχεση της απελευθέρωσης των ατόμων μέσω της γενικευμένης  ελεύθερης οικονομίας. Μόνο που η απελευθέρωση  εμπορευμάτων, κεφαλαίων, υπηρεσιών  είναι επιλογή των πολυεθνικών, των δυνάμεων εκείνων που στηρίζουν το κεφάλαιο και  στην πραγματικότητα υποτάσσεται η ζωή με όλες της τις εκφάνσεις  στην παμφάγο ελεύθερη αγορά που την  ευτελίζει.
Για χρόνια νανουριζόμαστε με τον πολιτικό μύθο της Ευρώπης που  στηριζόταν στο απολίτικο τρίπτυχο ειρήνη, ασφάλεια, ευημερία. Η Ευρώπη θεωρούνταν χώρος ανοχής, ανεκτικότητας και ευημερίας. Η Ευρώπη ισχυριζόταν ότι αποδέχεται τον πολυπολιτισμό, με πολλές ομάδες με διαφορετικές γλώσσες και πολιτισμό να ζουν στον ίδιο χώρο, μόνο που  την εισβολή των ξένων την αποδεχόμαστε μόνο αν μπορούμε να τους εκμεταλλευτούμε σαν φτηνό εργατικό δυναμικό αλλά τους απωθούμε  ως ισότιμους πολίτες.  Και επιστέγασμα αυτών των ιδεολογημάτων ήταν ο ανθρωπισμός, γενικά και αόριστα, κάτι σαν θρησκευτικό υποκατάστατο ο οποίος δεσμεύει περισσότερο σε  λεκτικό επίπεδο, ενώ όλες οι συζητήσεις γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα γίνονται σε πολιτικό κενό.   
Κι ύστερα ήρθε η κρίση για να απογυμνώσει την Ευρώπη από τα ιδεολογήματα στα οποία στήριζε την υπεροχή της. Αν και πάντα όλες οι εκφάνσεις της κοινωνικοπολιτικής ζωής φυσικά συνδέονταν με  την οικονομία, αυτό ήθελε η κυρίαρχη εξουσία να γίνεται καλυμμένα και όχι ξεκάθαρα, γιατί έτσι μπορούσε να φαίνεται ότι ταυτίζονται τα δικά της συμφέροντα με τα γενικά. Τώρα όμως όλο και περισσότερο γίνεται εμφανής η αρχή της ωφελιμότητας για την κυρίαρχη τάξη που είχε διεισδύσει σε όλα. Στη σκέψη μας, το λόγο μας, τον πολιτισμό μας, την πολιτική. Δεν μπορούσαμε, και εν πολλοίς συνεχίζουμε να μη μπορούμε,  να διαχωρίσουμε το  δικό μας συμφέρον από της κυρίαρχης τάξης. Γι’ αυτό και  η καταναγκαστική πίεση της κρίσης με την αύξηση του  φόβου και της ανασφάλειας φαίνεται πως προλαβαίνει κάθε αντίσταση πριν οργανωθεί και προκαλεί βαθιά συντηρητικά συναισθήματα σε μεγάλο μέρος του  πληθυσμού, φέρνοντας στην επιφάνεια τη λανθάνουσα προδιάθεση για  κάθε προκατάληψη, ενώ και η φασιστική εναλλακτική λύση κερδίζει τη συγκατάθεση μέρους του  κόσμου.  Γι’ αυτό και αποθρασύνθηκε στη Δανία η βουλή της να εγκρίνει νόμο για την κατάσχεση των χρημάτων και όσων πολύτιμων έχουν στην κατοχή τους οι μετανάστες που ζητούν άσυλο στη σκανδιναβική χώρα, με τη Νορβηγία να φαίνεται να ακολουθεί.
Βέβαια, ο κυρίαρχος λόγος της Ευρώπης και τώρα με τη κρίση και με το προσφυγικό συνεχίζει να θέλει να δείξει ότι δεν περιθωριοποιείται ούτε ο ορθός λόγος ούτε βέβαια ο ανθρωπισμός της. Κι ενώ καταπολεμάται  κάθε μορφή εθνικισμού για να επιτύχει η οικονομική ένωση της Ευρώπης, από την άλλη  κλείνονται τα σύνορά της απέναντι στους διάφορους εισβολείς που προσπαθούν να διεισδύσουν σ΄αυτήν, και στην πράξη ο μύθος του ουμανισμού της Ευρώπης ξεχνιέται. Παρόλ’ αυτά ακόμα και  τώρα υποστηρίζεται πως ό,τι κάνει η Ευρώπη είναι ορθολογικό και ανθρωπιστικό, ό,τι επιθυμούν ή φοβούνται οι άλλοι είναι ανορθολογικό, απορριπτέο πρέπει να εξαφανιστεί. Μόνο που η έσχατη συνέπεια του ευρωπαϊκού ορθολογισμού, στην υπηρεσία της αστικής τάξης και της κυριαρχίας της, ήταν τα  ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωση που μοιάζει να λησμονούνται οι αιτίες δημιουργίας τους. Και γι’  αυτό και προτάσεις όπως της προέδρου του αντιμεταναστευτικού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία να γίνεται χρήση όπλων προκειμένου να εμποδιστούν πρόσφυγες και μετανάστες να εισέλθουν στην γερμανική επικράτεια ακόμα κι αν τώρα  θεωρείται ακραία άποψη ή προκαλεί σάλο δεν σημαίνει ότι δεν θα υιοθετηθεί ή δεν υιοθετείται έστω κεκαλυμμένα ακόμα και τώρα.
Κι αν επαίρεται για την δημοκρατία της  η Ευρώπη, αυτή είναι συνεπής με τη λογική του επιχειρήματος της ανωτερότητας του πολιτισμού της  προς τον οποίο θα πρέπει να συμφωνήσουν να προσαρμοστούν  οι υπόλοιποι, να εξανθρωπιστούν δηλ. στο πρότυπο ανθρώπου  της Δύσης που ενσαρκώνει η ίδια. Μοιάζει για τους πολίτες της Ευρώπης δελεαστικό να εμφανίζονται ηθικά ανώτεροι οι ευρωπαίοι,  γιατί έτσι  ο ρατσισμός είναι πιο εύκολο να καταγγέλλεται  σε άλλα μέρη ή να χρεώνεται σε άλλους παρά να τον αντιμετωπίζουν οι ίδιοι στα δικά τους μέρη. Και περισσεύουν έτσι οι ηθικές καταδίκες που παίρνουν τη θέση της πολιτικής ανάλυσης.
Επιπλέον γίνονται προσπάθειες διαρκείς τα τελευταία χρόνια και η ίδια η κρατική εξουσία να αποδεσμευτεί από τους επαχθείς γι’  αυτήν καταναγκασμούς της νομιμοποίησης και συγχρόνως και η πολιτική συνείδηση του κόσμου να απομονωθεί από κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Σ’ αυτά τα πλαίσια εντάσσεται ακόμα και η απαγόρευση διαδηλώσεων ή και η καλλιέργεια του ενδεχόμενου εξωτερικής απειλής. Αυτή η εξωτερική απειλή σ’ όλη την Ευρώπη παίρνει τη μορφή του τρομοκράτη ή του μετανάστη, όταν δεν ταυτίζονται αυτά τα δυο, που επιβουλεύονται την ασφάλεια του ευρωπαϊκού χώρου. Μόνο που αυτές οι χώρες από τις οποίες προέρχονται όλες τους ήταν και είναι τμήμα της δυτικής καπιταλιστικής εξέλιξης και της δυτικής ευημερίας, ήταν και είναι τμήμα ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών της δύσης. Δεν γίνονται όλοι αυτοί πρόσφυγες ή μετανάστες τυχαία,  από ιστορικό ατύχημα.
Το παραμύθι της Ευρώπης των λαών και της αλληλεγγύης αποδεικνύεται πως δεν έχει και πολύ σχέση με την πραγματικότητα όταν διακυβεύονται συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Οι ρίζες της κρίσης βρίσκονται στο οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού που όμως  δεν αμφισβητείται στην ενοποιημένη Ευρώπη, αφού η ελεύθερη οικονομία της αγοράς είναι ο «ιδρυτικός» μύθος της ενοποίησής της.
Τσαλαπατώντας τα οράματα γενεών επιδιώκεται  να κλονιστεί κάθε πίστη σε μια άλλη κοινωνία χωρίς κυνήγι του κέρδους και η διάθεση να παλέψει κανείς γι’  αυτό. Κι έτσι οι  αξίες  με βάση τις οποίες κινούμαστε και παράγουμε  τις αναζητήσεις μας να παραμένουν  καθαρά αναπτυξιακές, ποσοτικές, καταναλωτικές δηλ. δικαίωσης του καπιταλισμού, και να μην  εγγράφεται καν στο ιδεολογικό επίπεδο το ζήτημα της πάλης των τάξεων και του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ



Οι κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό κλιμακώνονται όλο και περισσότερο:  Τρακτέρ των αγροτών στους δρόμους, διαμαρτυρία  στην Αθήνα των ελεύθερων επαγγελματιών, συλλαλητήρια  από το ΠΑΜΕ το Σάββατο, γενική απεργία στις 4 Φεβρουαρίου κλπ. Στη δε Βουλή η στάση του αναπληρωτή υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Μ. Μπόλαρη, που από τη μια υπερασπίζεται την ασκούμενη αγροτική πολιτική και από την άλλη υπερασπίζεται τις κινητοποιήσεις των αγροτών αρκεί βέβαια να μην «εκφεύγουν από το Σύνταγμα και τη νομιμότητα» είναι χαρακτηριστική για τις πρακτικές που ο ΣΥΡΙΖΑ εντός κι εκτός Βουλής ακολουθεί. Μ’  ένα επίπλαστο φιλολαϊκό πρόσωπο  που στηρίζεται σε αριστερή φρασεολογία, με ψευτομειλίχια καμώματα φιλοδοξεί να ελέγξει τις κινητοποιήσεις  εξαπατώντας για τις προοπτική των πολιτικών επιλογών του.
 Και τον καιρό που  ήταν στην αντιπολίτευση και στο διάστημα  που ασκεί κυβερνητική εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να αποσπάσει και να καρπωθεί τη λαϊκή συναίνεση που μεταφράστηκε σε ψήφο, για να εφαρμόσει αλλά και να νομιμοποιήσει και ιδεολογικά την πολιτική της άρχουσας τάξης. Εκφράζει ακριβώς αυτόν τον οπορτουνισμό που λέει ο Λένιν «Στη χρεοκοπία της Β Διεθνούς», πως «γεννήθηκε μέσα σε δεκαετίες από τις ιδιομορφίες μιας εποχής  ανάπτυξης  του καπιταλισμού, όπου η σχετικά ειρηνική και πολιτισμένη ζωή ενός στρώματος προνομιούχων εργατών «αστοποιούσε» αυτούς τους εργάτες, τους έδινε ορισμένα ψίχουλα από τα κέρδη του δικού τους, του εθνικού κεφαλαίου και τους αποσπούσε από τις συμφορές, από τα βάσανα κα τις επαναστατικές διαθέσεις της μάζας, που ήταν καταδικασμένη στην καταστροφή  και στην εξαθλίωση (…)». Είναι όλοι αυτοί από τους εργαζόμενους που στον καιρό των μνημονίων απογοητευμένοι από το ΠΑΣΟΚ ανέδειξαν σε κυβερνητική δύναμη το ΣΥΡΙΖΑ και τώρα έρχεται το ασφαλιστικό να τους προσγειώσει στην πραγματικότητα. Είναι η  απογοητευμένη μάζα των μισθωτών  σύγχρονων  κοινωνικών κατηγοριών της παραγωγής, της επιστήμης και των υπηρεσιών, που πίστεψαν ότι ανήκουν στα πιο δυναμικά και υπό ανάπτυξη κοινωνικά στρώματα του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας που υποκύπτοντας συνειδητά  στη συνειδητά από την εξουσία  καλλιεργούμενη προοπτική της βελτίωσης της κοινωνικής τους θέσης αναζητούσαν διέξοδο για την κατάστασή τους σε όποιον τους την υποσχόταν. Τώρα με το ασφαλιστικό όμως, που διαλύει και τα τελευταία υπολείμματα από τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος,  προσπαθώντας  ν’  αντιδράσουν με τις πορείες και τις διαμαρτυρίες, ίσως η νέα κοινωνική πραγματικότητα που τους αποκαλύπτεται να συντελέσει στη διαμόρφωση ταξικής συνείδησης, ώστε οι πράξεις όλων αυτών των κοινωνικών στρωμάτων που πλήττονται  να μην αντιβαίνουν στα πραγματικά  ταξικά τους συμφέροντα.
Χρόνια ολόκληρα γινόταν προσπάθειες, που απέδωσαν, να εκφυλιστεί και να εξασθενίσει η συνδικαλιστική πάλη έτσι που να μην οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις παραμένοντας κάτω από τον έλεγχο της εξουσίας. Χρόνια ολόκληρα κυριάρχησαν αντιλήψεις όπου αυτό που ονομάστηκε νέο και θα αντικαθιστούσε το παλιό δεν εννοούνταν  παρά σαν ξεπέρασμα της αντιπαλότητας των κοινωνικών τάξεων και της ερμηνείας της ιστορίας με βάση του υλικούς όρους παραγωγής με ζητούμενο μια κοινωνία πολιτών, όπου ο καθένας θα λειτουργούσε με κριτήρια προσωπικής ευθύνης για  αναγνώριση και ανάδειξη. Περιορίσαμε τα περιθώρια παρέμβασής μας στα κοινωνικά πράγματα στο σύνολο των αποτελεσμάτων που επιφέρουν η σκέψη μας και δράση μας στο μικρόκοσμό μας σαν εκφάνσεις του τρόπου ζωής που φτιάχνουμε με  τον εαυτό μας, για τον εαυτό μας, αποτραβηγμένοι στη θαλπωρή του δήθεν αυτόνομου προσωπικού  κόσμου του καθενός μας. Βλέποντας τα πάντα εντελώς υποκειμενικά περιχαρακωμένοι στον μικρόκοσμό μας τεκμηριώνουμε οτιδήποτε αντλώντας από καθαρά προσωπικές εμπειρίες με την τάση μάλιστα να τις ανάγουμε σε κανόνες γενικής εφαρμογής και τώρα που παραβιάζεται και καταστρέφεται ο μικρόκοσμός μας προσπαθούμε, στην καλύτερη περίπτωση, να ξαναβρούμε τις συλλογικότητές μας.
Η  απαξίωση των ταξικών μορφών πάλης μας αφόπλισε και τώρα ψάχνουμε το βηματισμό μας. Κι αν η  αποσυνδικαλιστοποίηση  ξεκίνησε σαν μια εκδήλωσης της αποστροφής των εργαζομένων για  τη ρεφορμιστική πολιτική συνδικάτων που ενισχύθηκε από την κυρίαρχη εξουσία,  κατέληξε σε γενίκευση αυτής της αποστροφής. Και τελικά  εξελίχτηκε σε αμφισβήτηση της αναγκαιότητας του συνδικαλισμού που την ενίσχυσε το καθεστώς της πλήρους εργασιακής ανασφάλειας και της μερικής απασχόλησης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να λειτουργήσει ο παραδοσιακός συνδικαλισμός και η συλλογική διεκδίκηση. Κι έτσι η ανασφάλεια λειτουργεί εξατομικευτικά  και η αποσυνδικαλιστοποίηση καταλήγει σε άρνηση κάθε συλλογικότητας με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να αντιμετωπίζουν τις επιθέσεις της εργοδοσίας ατομικά.
Ενδεικτικές της σημασίας της ταξικής συλλογικότητας σε δυο εποχές με απόσταση σχεδόν 40 χρόνων  είναι  δυο ταινίες, μια ελληνική, το «βαρύ πεπόνι», σε μια εποχή πολιτικοποίησης και ανόδου του εργατικού κινήματος, και μια γαλλική «δυο μέρες και μια νύχτα» στην Ευρώπη της κρίσης και της απολιτικοποίησης.  Στην πρώτη ο επαρχιώτης που θέλει να κάνει δική του δουλειά στην Αθήνα αλλά αποτυγχάνει και η προσγείωση  στην πραγματικότητα και η  ταξική του ένταξη ως μέλος συνδικάτου που τον μεταμορφώνει σε συνειδητοποιημένο άνθρωπο. Στη δεύτερη, τη γαλλική ταινία, η πρωταγωνίστρια προσωπικά  ικετεύει με αξιοπρέπεια τους συναδέλφους της να μη δεχτούν το μπόνους και την απολύσουν και στο τέλος η ικανοποίησή της αντλείται μάλλον από τη δική της στάση της άρνησης να μην ανανεωθεί η σύμβαση συναδέλφου για να προσληφθεί αυτή στη θέση του. Ούτε λόγος για συλλογική αντίδραση στις αποφάσεις του εργοδότη. Μια κοινωνία πλήρους εξατομίκευσης και διαρκούς σύγκρουσης  όλων με όλους. Απομένει η αξιοπρέπεια της προσωπικής μας στάσης και, στην καλύτερη περίπτωση, η μετατροπή της ήττας στην περηφάνια της προσωπικής επιλογής. Μόνο που οι όποιοι μοναχικοί αγώνες ακολουθούν μια σισύφεια πορεία που δεν απειλεί κανένα παρά μόνο  απογοητεύει και αποθαρρύνει
 Γι’ αυτό και το έργο του ΚΚΕ είναι τόσο καθοριστικό, όχι μόνο για την οργάνωση αγώνων μαζικών και ταξικών, για να μη μένουν αυτοί στο επίπεδο  των απομονωμένων, περιορισμένης οπτικής και  λογικής κινήσεων, αλλά και  να συσπειρώνουν ευρύτερα στρώματα εργαζομένων με πολιτική προοπτική.  Γιατί σε κάθε αγώνα δεν πρέπει να λείπει η πολιτική συνείδηση, η προσπάθεια για συνολική αντιμετώπιση των πολιτικών της αστικής εξουσίας.  

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΡΧΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Οι διαμαρτυρίες των «γραβατωμένων», γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών κλπ. για το ασφαλιστικό και το σκίτσο του Charlie Hebdo με το σώμα, σε μικρογροφία, του μικρού Αϊλάν που ξέβρασε η θάλασσα του Αιγαίου και την απεικόνιση του μέλλοντός του, αν ζούσε, που θα ήταν το κυνήγι για βιασμό γυναικών της Γερμανίας, κι αν μοιάζουν ανόμοια περιστατικά σε διαφορετικούς τόπους όμως βάζουν το λιθαράκι τους στον καθαγιασμό της αστικής δημοκρατίας στην Ευρώπη που προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης και του συνέρχεσθαι αποκρύπτοντας μια πραγματικότητα που γίνεται έτσι θολά αντιληπτή. 
         Διαμαρτυρίες αρκετά όψιμες, σχεδόν προσωπικά προς τον υπουργό εργασίας αν λάβουμε υπόψη τα …σχολικά συνθήματα (κάτσε καλά Κατρούγκαλε), επαγγελματικών ομάδων που φτάνοντας η κρίση στην αυλή τους αιτούνται διαφορετική αντιμετώπιση από την κυβέρνηση, κυνισμός που θεωρείται σάτιρα με αφορμή καθυστερημένες νεφελώδεις καταγγελίες για μαζικές σεξουαλικές παρενοχλήσεις από αλλοδαπούς την πρωτοχρονιά σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εφαρμόζουν στην πράξη μορφές ελευθερίας που ο καπιταλισμός επιτρέπει. 
        Η «φωτισμένη» ελίτ της κυρίαρχης τάξης σε στενή σχέση με την πολιτική ηγεσία διαμορφώνει …οράματα για το μέλλον της κοινωνίας κι ευνοεί διεκδικήσεις που στη συνέχεια θα στηρίξουν το αστικό κράτος στην άσκηση της εξουσίας του. Από τη στιγμή όμως που η αστική ιδεολογία έχει εδραιωθεί, οι φωνές διαμαρτυρίας στα πλαίσια του καπιταλισμού για περισσότερα δικαιώματα, ελευθερία και ανθρωπισμό φθάνουν πια αργά, τη στιγμή που δεν έχουν πια ουσιαστική σημασία. Η εξουσία ήδη βρίσκεται πέρα από αυτές τις διαμαρτυρίες –στον έλεγχο της σκέψης και δράσης μας, στην εισαγωγή του πληθυσμού εντός νέων κοινωνικών σχηματισμών, πέρα από κοινωνικές τάξεις, στην υποδόρια εξάπλωση του ρατσισμού. Η αστική εξουσία συνεχίζει να καθορίζει και να οριοθετεί αλλά με μια ρητορική για ελευθερία που ταυτίζεται με την ελεγχόμενη εξατομίκευση ζωών. Φαινομενικά περιορίζονται οι κανονιστικές ρυθμίσεις και η πειθάρχηση με την διαβεβαίωση για εξουδετέρωση ενός συνολικού σχεδιασμού και μιας συγκεντρωμένης εξουσίας, κρύβοντας τα πολλά είδη επιμέρους σχεδιασμών, που ακολουθούν όμως την ίδια βασική αρχή και σκοπεύοντας στη διάσωση της ανώνυμης εξουσίας του οικονομικού συστήματος –του καπιταλισμού. 
         Κι αν είναι σημαντικό το σκίτσο του γαλλικού περιοδικού είναι γιατί συμπυκνώνει την κυρίαρχη ιδεολογία και τον τρόπο που αυτή λειτουργεί στη χειραγώγηση συνειδήσεων, δημιουργώντας μια εικόνα θεωρητική για τον πρόσφυγα που τον ταυτίζει με απειλή. Είναι που όταν αυξάνονται οι μη ελέγξιμες συνθήκες στη ζωή μας αυτός ο φόβος για τον διαφορετικό άγνωστο γίνεται πιο έντονος και τότε η κυρίαρχη εξουσία μπορεί πιο εύκολα να τον χειριστεί προς όφελός της. Ούτε χρόνος δεν πέρασε από το «je suis Charlie» και από τις κραυγές για την ελευθερία έκφρασης περάσαμε εύκολα στον κυνισμό και το σαρκασμό των αδυνάτων, πάντα στο όνομα της διαφύλαξης της ελευθερίας του δυτικού τρόπου ζωής που απειλείται από τον ξένο πρόσφυγα, θεωρώντας τον πως προέκυψε από το πουθενά. Στοχοποιείται μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων πως δεν μπορεί να ενσωματωθεί στην ορθολογική τάξη της αστικής κοινωνίας. 
     Το σκίτσο βρίσκεται σε άμεση ανταπόκριση με το πνεύμα της πραγματικότητας που υπερασπίζεται και δεν έχει καμιά σχέση με ελευθερίες ούτε με στηλίτευση και έλεγχο του κοινωνικού συστήματος. Είναι μια συνειδητή και σκόπιμη λοιδορία προσώπων για να πειστούμε πως στάθηκαν ανάξιοι της συμπαράστασής μας προκαλώντας μας γι’ αυτό απέχθεια και αγανάκτηση. Γι’ αυτή τη λοιδορία χρησιμοποιούνται κάποιες σταθερές ηθικού περιεχομένου, τις οποίες τις αποδέχονται όλοι στο θεωρητικό επίπεδο και ο αναγνώστης της σάτιρας τις αναγνωρίζει ενώ το αντικείμενο της σάτιρας τις παραβιάζει. Η εικονογράφηση του υποτιθέμενου μέλλοντος του μικρού πρόσφυγα που ξέβρασε η θάλασσα αντιστρέφει το συμβολισμό της φωτογραφίας του άψυχου κορμιού που πριν μερικούς μήνες κυριάρχησε στα ΜΜΕ, δικαιολογεί την ολιγωρία μας αν όχι και τη σκληρότητα μας (οι κακοί πρόσφυγες που βιάζουν τις ανυπεράσπιστες γυναίκες μας) απενοχοποιεί το ρατσισμό μας. Το σκίτσο εμπεριέχει την προβολή του πολιτικοκοινωνικού μοντέλου της κυρίαρχης εξουσίας που πια δεν μπορεί να κρύψει το ρατσισμό του και τον αποκλεισμό. ΄Ολος ο κόσμος ανήκει στον καπιταλισμό, δεν υπάρχει χώρος για τους αποκλεισμένους απ’ αυτόν. 
         Οι υπόλοιποι πιστεύαμε πως μπορούσαμε, ως απελευθερωμένα και ορθολογικά άτομα, ελεύθεροι να παίρνουμε αποφάσεις στο δικό μας τομέα, υποσύστημα του όλου πολυπλοκότερου συστήματος που ανήκουμε, μέχρι που το προσχέδιο του ασφαλιστικού και από προνομιούχες κοινωνικές ομάδες σχεδιάζει να περιορίσει την ελευθερία τους με τον οικονομικό τους ακρωτηριασμό. Ενώσεις λοιπόν γιατρών, δημοσιογράφων, δικηγόρων κλπ. στα χρόνια της κρίσης απουσίαζαν από ταξικές διεκδικήσεις και κατέφευγαν σε δικαστήρια και διαπραγματεύσεις για να περιορίσουν τις συνέπειες της κρίσης στα επαγγέλματά τους, πιστεύοντας στην φαινομενική αύξηση της ελευθερίας που τους αποδέσμευε από παλιές κανονιστικές αρχές, ώστε να αντλούν ανενόχλητα τα οφέλη του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Θεωρώντας, και όχι μόνο αυτοί, πως οι βασικές κατηγορίες του μαρξισμού όπως οι κοινωνικές τάξεις έχουν χάσει το πρακτικό περιεχόμενό τους διέπλασαν νέες ατομικές ταυτότητες, με τα περισσότερα συντεχνιακά τους σωματεία να υλοποιούν με το αζημίωτο τις επιλογές της εξουσίας, και με την πεποίθηση πως είναι οι επιλογές τους και όχι η κοινωνική τους τάξη που διαμορφώνουν τη ζωή τους πίστευαν πως οι ζωές τους είναι αρκούντως ικανοποιητικές με τους όρους του καπιταλισμού, σίγουρες πως έχουν ξεπεράσει το στάδιο όπου ακόμα διακυβεύεται το πραγματικό ψωμί για να συντηρηθούν.
           Κι αυτές οι αυταπάτες με το ασφαλιστικό αρχίζουν να διαλύονται, ιδιαίτερα για τους οικονομικά ασθενέστερους απ’ αυτούς. Κι ίσως είναι πια καιρός να γίνει αντιληπτό ότι πέρασε ο καιρός που ποντάραμε σε μια κοινωνία συναίνεσης και χαλάρωσης και πως η σιγουριά η βασισμένη στην αδιαφορία και τη συμφωνία επι του ελαχίστου δυνατού κοινωνικού συμβολαίου υπήρξε απατηλή. 
Ακόμα υπερασπιζόμαστε τον καπιταλισμό;

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

ΣΥΝΕΧΗΣ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ



Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ προσπαθεί να πείσει με κάθε τρόπο πως το νέο Ασφαλιστικό που προτείνει δεν θα οδηγήσει σε καμία μείωση των συντάξεων, αλλά κι αν περιορίζεται η δημοσιονομική δαπάνη  αυτό πως δεν γίνεται εις βάρος των πιο αδυνάμων. Και για να το πετύχει δεν χρησιμοποιεί άλλα μέσα –αυτή η αυτοδιαφημιζόμενη κυβέρνηση της αριστεράς- απ’  αυτά των προηγούμενων κυβερνήσεων: Βία και πειθώ.
 Ξύλο και χημικά στους διαδηλωτές του ΠΑΜΕ για το ασφαλιστικό από τη μια, διαβεβαιώσεις από την άλλη ότι  θα προστατευτούν οι επικουρικές,  ότι είναι εγγυημένο το ύψος των παλιών συντάξεων, ότι κι αν  οι εισφορές για τους αγρότες  είναι ιδιαίτερα υψηλές  θα συζητηθεί η ελάφρυνσή τους  όταν βελτιωθεί η εισπραξιμότητα  και άλλα τόσα.  
 Κι όλ’ αυτά  εντάσσονται στο ίδιο σύστημα της γενικής χειραγώγησης μας. Το οποίο δεν αποσκοπεί μόνο να επιβάλει ψεύτικη συνείδηση στις παραστάσεις  μας  για τον εαυτό μας  και τον κόσμο, αλλά ιδιαίτερα και πριν απ’ όλα να μειώνει συνεχώς την ικανότητα διάκρισης της αλήθειας απ’ το ψέμα, της πραγματικότητας από την αναπαράστασή της  και να  εγκαθιστά τη μαζική αδιαφορία και μοιρολατρία  και  το απαθές ενδιαφέρον για τη γνώση της αλήθειας και της έλλειψής της, του καλού και του κακού. Και όλα αυτά  στο όνομα μιας αριστεράς που θέλει την μεταρρύθμιση του συστήματος, μόνο που η μεταρρύθμιση  από τη φύση της σκοπεύει στη συντήρηση του μεταρρυθμιζόμενου μηχανισμού δηλ. του ίδιου του καπιταλισμού.
 Κι αφού μετά τους πρώτους μήνες θεατρικής αντίστασης απέδειξε η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ το ανέφικτο της άμβλυνσης  των χειρότερων συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης κι αφού γελοιοποίησε και διαστρέβλωσε όσο μπορούσε τη σημασία της "αριστεράς"  είναι πια πειστική η προτροπή για ανοχή όλων αυτών των δεινών, γιατί η αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος αναγκαστικά συνεπάγεται σκληρότητες, παραλογισμούς και πράγματα που μπορούν να φαίνονται αδικίες. Το σημαντικότερο όμως είναι η ελπίδα και η εμπιστοσύνη όπως τόνισε ο υπουργός Εργασίας  Γ. Κατρούγκαλος αναφερόμενος βέβαια στο ασφαλιστικό.
               Την καθημερινότητά μας  την έχει διαβρώσει αυτό το σύστημα γενικής χειραγώγησης, υλικής και ιδεολογικής, που με την ένδεια μας εξουδετερώνει ενώ ανυψώνει σε κυρίαρχη κατηγορία τη γενική ισοπέδωση όλων σε εμπόρευμα. Την αξία όλων την  καθορίζει η τυφλή κίνηση της αγοράς κι όλα εμφανίζονται υποπροϊόντα μιας οικονομικής διαδικασίας. Κι όμως  αυτό που εμφανίζεται για λογικό είναι στην πραγματικότητα τόσο παράλογο!
Ενώ ζούμε σε μια εποχή υπαρκτής αφθονίας συνεχίζει το πρόσχημα  των ελλείψεων, που μπορούσε να ήταν μια πιστευτή δικαιολογία για την οικονομία του 19ου αιώνα, να χρησιμοποιείται συνεχώς, παρόλο που  η αναπτυγμένη τεχνολογία δημιουργεί τα μέσα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Μόνο που τώρα  μιλάμε για έλλειψη ρευστότητας, έλλειψη χρημάτων, και όχι στον ίδιο βαθμό για έλλειψη των ίδιων των προϊόντων. Είναι που κάτω από τους οικονομικούς νόμους του καπιταλισμού το προϊόν της εργασίας υπάρχει για να πουληθεί και όχι για να χρησιμοποιηθεί. Είναι δηλ. ένα αντικείμενο για πούλημα που καθορίζει πια τη φύση και τους σκοπούς της ανθρώπινης δραστηριότητας, έτσι που τα υλικά που έπρεπε να εξυπηρετούν  τη ζωή φτάνουν τώρα να κυβερνούν το περιεχόμενο και το σκοπό της. Και το χειρότερο είναι πως κι οι νόμοι του καπιταλισμού, αφότου άρχισαν να λειτουργούν, μοιάζει να λειτουργούν τόσο ανεξάρτητα από την ανθρώπινη πρόθεση και τον έλεγχο, που τώρα αυτή η ανεξέλεγκτη οικονομία ελέγχει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, την κατανομή των οικονομικών πόρων και πάνω απ’ όλα τη διάθεση και την κατανάλωσή τους. Αγνοώντας με ποιον τρόπο οι λειτουργίες των νόμων του καπιταλισμού οδηγούν σε αδιέξοδα και αποδίδοντας τα σε προσωπικές ή κοινωνικές κακίες, είναι εύκολο αυτοί οι  νόμοι να παρουσιάζονται σαν αναλλοίωτοι νόμοι της φύσης, ενώ δεν είναι παρά μόνο του καπιταλιστικού συστήματος. Κι έτσι πιστεύουμε πως ο καπιταλισμός μπορεί να διατηρηθεί αρκεί να απαλειφθούν όλα τα κακά του,  γιατί δεν κατανοούμε ότι αυτά είναι σύμφυτα μ’  αυτόν.
 Όλοι μας δεν γινόμαστε μέσα σ’  αυτόν παρά αγοραστές ή πωλητές. Είναι το χρήμα, η ανταλλακτική αξία,  που γίνεται η υπέρτατη αξία και η δύναμη που διαμορφώνει τη ζωή μας. Μοναδικός μας σκοπός γίνεται ν’ αποκτήσουμε για λογαριασμό μας όλα όσα μπορούμε. Κυρίαρχη κινητήρια δύναμη είναι η απόκτηση χρήματος και θεωρούμε απολύτως φυσικό  ελάχιστοι άνθρωποι να οικειοποιούνται και να αποκτούν  έλεγχο πάνω στα μέσα παραγωγής αφήνοντας τη μεγάλη μάζα δίχως ακόμα και τα απαραίτητα για επιβίωση. Και το τερατώδες είναι ότι η πλειοψηφία, κι απ’ αυτούς ακόμα που είναι στα όρια της εξαθλίωσης, δεν μπορούν να διανοηθούν κάποιον άλλο τρόπο  για να επιτευχθεί η παραγωγή  κάποιου αγαθού, είτε φαγητό είτε ρούχα είτε σπίτια είτε οτιδήποτε είναι αυτό, αν δεν αποτελεί μια κερδοφόρα επιχείρηση  κάποιου που επενδύει σ’  αυτήν χρήματα. Πέφτοντας σ’  αυτήν την πλάνη κι οι εξαθλιωμένοι μιας πλούσιας οικονομίας λατρεύουμε τα ίδια φετιχ με τα αφεντικά μας, αποδεχόμαστε τον απάνθρωπο ανταγωνισμό που πιέζει φριχτά τους αδύνατους, υποτασσόμαστε στους νόμους του καπιταλισμού που αποκαλύπτονται καταστροφικοί.
Κι έτσι αποκτούν έπαρση πολλοί απ’  αυτούς που έχουν δουλειά  για τις ικανότητές τους οι οποίες τους την εξασφάλισαν. Κι έτσι γεμίζουν με βεβαιότητα πολλοί  απ’  αυτούς που η μείωση των εισοδημάτων τους  περιόρισε ή και εξαφάνισε τα μέσα για μίμηση μεγαλοαστικής ζωής, ότι τα  λαμόγια φταίνε για την οικονομική κατάρρευση. Κι έτσι ανανεώνεται η αυταπάτη πολλών απ’ αυτούς που η καθημερινότητά τους  διασώζεται, έστω με περικοπές, για την υπομονή κι εργατικότητα που τους την εξασφαλίζει.
¨Οσο όμως κι αν έχει συκοφαντηθεί υπάρχει η κομμουνιστική προοπτική μιας άλλης κοινωνίας, που η δική μας δράση, η διαμαρτυρία του ΠΑΜΕ για το ασφαλιστικό είναι μια τέτοια,  μπορεί να πραγματοποιήσει. Αρκεί να μη συνεχίσουμε η πλειοψηφία να υποτασσόμαστε  και να ανεχόμαστε όλα αυτά τα δεινά του καπιταλισμού, ελπίζοντας σε αυτόματη αποκατάσταση μιας ισορροπίας του προς όφελός μας,   που δεν υπάρχει.