Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

ΑΚΟΜΑ ΚΑΤΑΦΥΓΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ;



Κι  επειδή οι  ηγέτες κρατών κι εκκλησιών μ’ αφορμή τις γιορτές παρακαλούν το θεό να δίνει ειρήνη κι ευλογία (Μπ. Ομπάμα) ή προτρέπουν τους πολίτες να σκέφτονται τους ανθρώπους που θα περάσουν τα Χριστούγεννα σε προσφυγικούς καταυλισμούς (Ντ. Κάμερον) ή εύχονται ο Θεός να δώσει ελπίδα σ’  όσους δεν έχουν δουλειά (πάπας Φραγκίσκος), κι επειδή καταφεύγουμε για κάποιο απόθεμα αισιοδοξίας στις θρησκευτικές γιορτές των ημερών κι επειδή η ψυχαναγκαστικά εορταστική ατμόσφαιρα των ημερών αν και  μίζερη θέλει να παρασύρει  σε λησμονιά των προβλημάτων, παρόλο που αυτό  προϋποθέτει έλλειψη μνήμης, υποβάθμιση κριτικής, μια εθελοτυφλία μπρός το παρόν που θα συνεχιστεί και στο αύριο κι επειδή κάπως έτσι « “ο κόσμος των πραγμάτων”  εκμηδενίζεται μέσα στον κόσμο του πνεύματος, μέσα στο Χριστιανισμό» η υπενθύμιση των αιτίων  που βοήθησαν στον θρίαμβο της χριστιανικής θρησκείας από τον Φρ. Ενγκελς ίσως βοηθήσουν να καταλάβουμε τις αιτίες και της δικής μας καταφυγής στην επουράνια παρηγοριά για τις άθλιες κοινωνικές συνθήκες που βιώνουμε.
«Μια θρησκεία που υπόταξε τη Ρωμαϊκή κοσμοαυτοκρατορία και κυριάρχησε 1.800 χρόνια ως τώρα στο μεγαλύτερο τμήμα της πολιτισμένης ανθρωπότητας δε μπορεί να κατανικηθεί με τη δήλωση  ότι είναι ένας  παραλογισμός  συμπλεγμένος με ψεύδη. Κανένας δε μπορεί ν΄ απαλλαγεί απ’ αυτήν πριν να επιτύχει να εξηγήσει την αρχή της και την εξέλιξή της από τις ιστορικές συνθήκες που κάτω από αυτές αναπτύχθηκε  και έφτασε  στην κυριαρχική της θέση. Αυτό ισχύει για το χριστιανισμό. Το πρόβλημα λοιπόν που πρέπει να λυθεί είναι πώς έγινε οι λαϊκές μάζες στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία να φτάνουν να προτιμήσουν αυτό τον παραλογισμό –που πρόσθετα τον κήρυσσαν δούλοι και καταπιεσμένοι- απ’ όλες τις άλλες θρησκείες, ώστε ο φιλόδοξος Κωνσταντίνος τελικά να δει στην αποδοχή αυτής της παράλογης θρησκείας το καλύτερο μέσο ν’  ανυψωθεί στη θέση το μονοκράτορα του ρωμαϊκού κόσμου (…)
Η Ρωμαϊκή κατάχτηση διέλυσε σ’ όλες τις υποταγμένες χώρες, πρώτο, άμεσα, τις προηγούμενες πολιτικές συνθήκες κι ύστερα, έμμεσα, και τις κοινωνικές συνθήκες της ζωής. Πρώτο, υποκαθιστώντας την προηγούμενη οργάνωση κατά τάξεις (εχτός των δούλων) με την απλή διάκριση ανάμεσα σε Ρωμαίους πολίτες και ξένους ή υποτελείς. Δεύτερο, και βασικά, αποσπώντας φόρο υποτελείας στο όνομα του  Ρωμαϊκού κράτους. Αν κάτω από την αυτοκρατορία είχε τεθεί ένα όριο, όσο ήταν δυνατό, για το συμφέρον του κράτους στη δίψα των διοικητών για πλουτισμό, η δίψα αυτή αντικαταστάθηκε από ακόμα  πιο αποτελεσματική και καταπιεστική φορολογία προς όφελος του κρατικού θησαυροφυλακίου, με τρομαχτικά καταστρεπτικό αποτέλεσμα. Τρίτο, η ρωμαϊκή νομοθεσία εφαρμόστηκε τελικά παντού από τους Ρωμαίους δικαστές ενώ το ντόπιο κοινωνικό σύστημα κηρυσσόταν άκυρο στο βαθμό που ήταν  ασυμβίβαστο με τις διατάξεις του ρωμαϊκού δικαίου. Οι τρεις αυτοί μοχλοί αναγκαστικά ανάπτυξαν  μια τρομαχτικά ισοπεδωτική δύναμη, ιδιαίτερα όταν εφαρμόζονταν κάμποσες εκατοντάδες χρόνια σε πληθυσμούς που τα πιο ζωηρά τμήματά τους είτε εξοντώθηκαν ή πιάστηκαν δούλοι σε προηγούμενες μάχες, που συνόδευαν  και συχνά ακολουθούσαν την κατάχτηση. (…) Ο πληθυσμός χωριζόταν ολοένα και πιο σαφέστερα σε τρεις τάξεις, που συγκέντρωναν τα πιο διαφορετικά στοιχεία και εθνικότητες: τους πλούσιους, μαζί και όχι λίγους απελευθερωμένους δούλους, μεγάλους γαιοκτήμονες ή τοκογλύφους ή και τα δυο ταυτόχρονα (…) τους ακτήμονες ελεύθερους ανθρώπους, που στη Ρώμη τους έτρεφε και τους  διασκέδαζε το κράτος (…) Μπροστά στο κράτος, δηλ. τον αυτοκράτορα, οι δυο πρώτες τάξεις, είχαν τόσο λίγα δικαιώματα όσα κι οι δούλοι μπροστά στους αφέντες τους (…) Το στήριγμα της κυβέρνησης ήταν –υλικά, ο στρατός, που ήταν το πιο πολύ στρατός μισθοφόρων ξένων στρατιωτών παρά ο παλιός ρωμαϊκός στρατός των χωρικών, και ηθικά η γενική αντίληψη ότι δεν υπήρχε διέξοδος από την κατάσταση αυτή. ¨Ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν αυτός ή εκείνος ο Καίσαρ, αλλά η αυτοκρατορία, που στηριζόταν στην στρατιωτική κυριαρχία, η αμετάβλητη αναγκαιότητα.(…)
Η γενική απουσία  δικαιοσύνης και η απελπισία για τη δυνατότητα μιας καλύτερης κατάστασης γέννησε μια αντίστοιχη γενική χαλάρωση και αποθάρρυνση(…)
Με τις πολιτικές και κοινωνικές ιδιομορφίες των διαφόρων λαών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καταδικάσθηκαν επίσης σε καταστροφή και οι ξεχωριστές θρησκείες τους. Όλες οι θρησκείες της αρχαιότητας ήταν αυτόματα φυλετικές και αργότερα εθνικές θρησκείες που αναφάνηκαν από τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες των αντίστοιχων λαών και συγχωνεύθηκαν μαζί τους. Εφόσον αυτές στις  βάσεις τους διαλύονταν και οι παραδοσιακές μορφές της κοινωνίας, οι κληρονομικοί πολιτικοί θεσμοί τους και η εθνική τους ανεξαρτησία θρυμματίζονταν, κατέρρεε φυσικά και η αντίστοιχη σ’ αυτά θρησκεία.(…) Από τη  στιγμή  που οι εθνικοί θεοί ήταν ανίκανοι να προστατεύσουν το έθνος τους αντιμετώπιζαν την ίδια τους την καταστροφή. Αυτό που έκαμε η εκλαϊκευμένη φιλοσοφική διαφώτιση –παρολίγο νάλεγα ο Βολταιρισμό- στη Ρώμη και στην Ελλάδα, έκαμε στις επαρχίες η Ρωμαϊκή καταπίεση και η αντικατάσταση ανθρώπων που ήσαν υπερήφανοι για την ελευθερία τους με απελπισμένους υπηκόους και συμφεροντολόγους αλήτες.
Αυτή ήταν η υλική και ηθική κατάσταση. Το παρόν ήταν αβάσταχτο, το μέλλον ακόμα πιο απειλητικό, αν ήταν δυνατό. Δεν υπήρχε διέξοδος. Μόνο απελπισία ή η καταφυγή  στην πιο κοινή αισθησιακή απόλαυση, για όσους μπορούσαν, το λιγότερο, να την αντιμετωπίσουν, κι αυτοί ήταν μια ελάχιστη μειοψηφία. Διαφορετικά, τίποτε παρά μόνο η υποταγή στο αναπόφευκτο.
Όμως σ’ όλες τις τάξεις υπήρχαν αναγκαστικά πολλοί άνθρωποι που αφού παύσανε να ελπίζουν στην υλική σωτηρία, ζητούσαν στη θέση της μια πνευματική σωτηρία, μια παρηγοριά στη συνείδησή τους, για να σωθούν από την έσχατη απελπισία τους.(…) Δεν χρειάζεται να σημειώσουμε ότι η πλειοψηφία εκείνων που εμπιστευόταν σε μια τέτοια παρηγοριά της συνείδησή τους, αυτή τη φυγή από τον εξωτερικό κόσμο στον εσωτερικό βρισκόταν αναγκαστικά ανάμεσα στους δούλους. Ο χριστιανισμός εμφανίστηκε στην ένταση της γενικής οικονομικής, πολιτικής, διανοητικής και ηθικής παρακμής. Βρέθηκε σε αποφασιστική αντίθεση με όλες τις προηγούμενες θρησκείες. Σ’ όλες τις προηγούμενες θρησκείες το κύριο ήταν το τελετουργικό (…) Ο χριστιανισμός δεν γνώρισε τις διακεκριμένες τελετές ούτε κι ακόμα τις θυσίες και λιτανείες του κλασικού κόσμου. ¨Όμως απορρίπτοντας  όλες τις  εθνικές θρησκείες και τις κοινές τελετές τους και απευθυνόμενος σ’  όλους τους λαούς χωρίς διάκριση, έγινε η πρώτη δυνατή παγκόσμια θρησκεία»
 Φρ. Ενγκελς «Ο Μπρούνο Μπάουερ και ο πρώτος χριστιανισμός», μτφ.  Γιάννη Βιστάκη, εκδ. Αναγνωστίδη

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ



Εν μέσω ψηφισμένων κι επικείμενων να ψηφιστούν νομοσχεδίων για εφαρμογή του τρίτου μνημονίου, η επέκταση του Σύμφωνου Συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια που κυριάρχησε το τελευταίο δεκαήμερο παρουσιάστηκε σαν τη λυδία λίθο της ισονομίας και ελευθερίας στο αστικό κράτος, με επικέντρωση της οπτικής στην απόρριψη  οποιασδήποτε κοινωνικής διάκρισης ή ανισότητας που στηρίζεται στο νόμο και άρνηση εκείνης που διακρίνει σ’ αυτό την επιβεβαίωση ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις που προβάλλονται δεν καλύπτονται ούτε αντιστοιχούν στη διάκριση κυρίαρχων και υποτελών τάξεων με βάση την παραγωγική διαδικασία.
               Το ΣΣ πυροδότησε στην  βουλή έντονες λογομαχίες με βρισιές και χυδαιότητες που καμιά άλλη αντιπαράθεση δεν προκάλεσε, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι ο πολιτικός βίος εντός βουλής θέλει να κινείται με βάση αντιθέσεις που απορρέουν από διαφοροποιήσεις που φαίνεται να σχετίζονται με πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, πρότυπα, προσωπικές συμπεριφορές ή επιλογές  κλπ. Όλος αυτός ο καυγάς έγινε για να επιβεβαιωθεί ότι ο πολιτικός βίος δεν θεμελιώνεται στην πάλη των τάξεων και ότι  οι κοινωνικές συγκρούσεις συντελούνται πλέον σε άλλα, πέραν της παραγωγής και του ταξικού κράτους,  πεδία της κοινωνίας και αφορούν στην αποδοχή νέων ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων, που δεν σχετίζονται με την υλική βάση της παραγωγής, αλλά στυλ ζωής, σεξουαλικούς προσανατολισμούς, πολιτισμικές συμπεριφορές κλπ. Όλη αυτή η προοδευτικότητα εξαντλήθηκε σε στόχους αναδιάρθρωσης της κοινωνίας μέσω μεταβολών στο μικροεπίπεδο, στις δομές της καθημερινής ζωής, σε μεταρρυθμίσεις που δεν αφορούν άμεσα την οικονομία ή το κράτος. Μόνο που και ο γάμος και η μορφή της οικογένειας καθορίζονται σε τελευταία ανάλυση  από τις μεταβολές του οικονομικού και κοινωνικού καθεστώτος και αντανακλούν  σε μικρογραφία τις αντιφάσεις της κοινωνικής εξέλιξης. Γι’  αυτό και παλιότερα οι ευκρινείς σχέσεις ιδιοκτησίας είχαν ανάγκη για την υπεράσπισή τους  σ’ ένα ιδεολογικό επίπεδο την ηθικοποίησή τους μέσα από την οικογένεια με τους σεξουαλικούς περιορισμούς κι απαγορεύσεις.
               Στον παγκοσμιοποιημένο  καπιταλισμό η εξασθένηση εκείνων των  οικονομικών, νομικών και θρησκευτικών δεσμών που στερέωναν την οικογένεια, έδωσε την εντύπωση ότι αύξησε  σημαντικά τη βαρύτητα των συναισθηματικών δεσμών, που όμως  έχοντας  κι αυτοί χαρακτήρα παροδικό συνετέλεσαν στην αποδιοργάνωση της περισσότερο παρά στην ανανέωση και ανασυγκρότηση, αποκαλύπτοντας σε ευρεία κλίμακα πως τελικά στο ιδιοκτησιακό δίκαιο στηρίζονται οι πιο ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί.  Εξάλλου η οικογένεια    πια  περιορίζεται στην λειτουργία της διοργάνωσης της οικιακής ζωής,  ενώ η ύπαρξη κοινωνικού κράτους είχε επιτρέψει στην οικογένεια να απαλλαγεί εν μέρει από μια σειρά υποχρεώσεις που είχε στο παρελθόν. Ο  γάμος λοιπόν και η οικογένεια μοιάζει να περιορίζουν το ρόλο τους στις δυτικές κοινωνίες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού που σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της τεχνολογίας (τεχνητή γονιμοποίηση, παρένθετες μητέρες κλπ.) φαίνεται πως στο μέλλον θ’  αλλάξουν μορφή  που θ’ ανταποκρίνεται στις νεές κοινωνικές σχέσεις και νέα ιδεολογήματα για τη νέα μορφή θα επιστρατευθούν για δικαίωση της άρχουσας τάξης.
               Η επέκταση λοιπόν  του συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια ίσως το περισσότερο που θα επηρεάσει θα είναι η σταδιακή αποδοχή και η  φανερή εκδήλωση της ομοφυλόφιλης σεξουαλικότητας και πέρα από καλλιτεχνικοδιανοούμενους ή μεγαλοαστικούς κύκλους. Κι αυτό δεν είναι αρνητικό για την ταξική πάλη, γι’ αυτό και το ΚΚΕ θα έπρεπε να το είχε υπερψηφίσει. Γιατί  όσο περιορίζονται οι  διακρίσεις στο εποικοδόμημα τόσο πιο ξεκάθαρες γίνονται οι διακρίσεις στην υλική βάση, τόσο περισσότερο γίνεται ξεκάθαρο ότι αν  οι βιολογικές διαφορές παράγουν άλλα σύνολα ιδιοτήτων σε σχέση με την κοινωνία, αυτό στην ταξική κοινωνία δεν γίνεται ερήμην των συμφερόντων της άρχουσας τάξης (παράδειγμα η είσοδος της γυναίκας στην αγορά εργασίας και η επακόλουθη χειραφέτησή της). Αν η χειραφέτηση των ομοφυλοφίλων έχει σημασία είναι γιατί ξεσκεπάζοντας μύθους γύρω από τον αντρισμό και τη θηλυκότητα αποκαλύπτει και το ρόλο τους να κρατήσουν τους ανθρώπους στη σωστή τους θέση μέσα στην ταξική κοινωνία.                              
Βέβαια, η  διακομματική υπερψήφιση του Σύμφωνου Συμβίωσης είναι απτό παράδειγμα του συναινετικού και πλήρως αποπολιτικοποιημένου μοντέλου δημοκρατίας και λόγου περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κι επειδή  η συνάρθρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  με το καπιταλισμό  οδηγεί στην εξουδετέρωση του όποιου ριζοσπαστικού  τους δυναμικού, στην τελική αυτά  περιορίζονται στο να παρέχουν  το ηθικό πλαίσιο που χρειάζεται μια τέτοια  πολιτική προκειμένου να στηρίξει  τους ισχυρισμούς της ότι εκπροσωπεί το γενικό συμφέρον πέρα από επιμέρους συμφέροντα ή τάξεις. Όσο για τις  λεκτικές συγκρούσεις στη βουλή, τους  παλαιολιθικά αντιδραστικούς  λόγους αρχιερέων της εκκλησίας αυτά  συνιστούν την αναχρονιστική πλευρά μιας εξουσίας που έχει ξεπεράσει πια, γιατί δεν την εξυπηρετούν, κάποιες απαγορεύσεις. Το δικαίωμα στην σεξουαλική διαφορά, στην ελεύθερη σεξουαλικότητα δεν δείχνει διεκδίκηση ενός ποιοτικού μετασχηματισμού της κοινωνίας που την αφορά στο σύνολό της πέρα από κάθε υποκείμενο ή ιδιαιτερότητα, αν και βέβαια καλύπτει ανάγκες που βγαίνουν από το περιθώριο της ιδιωτικής ζωής και ζητά μια συλλογική ικανοποίηση, αλλά μάλλον μια μετάθεση προβλημάτων στον χώρο του εποικοδομήματος, που η κυρίαρχη εξουσία περισσότερο από ποτέ μπορεί να ελέγχει. Κάτι οι απαγορεύσεις που αίρονται, κάτι ο αναχρονιστικός λόγος της παράπλευρης  εξουσίας που γελοιοποιείται δίνεται η ψευδαίσθηση μιας ελευθερίας που παραχωρεί η εξουσία  για να γίνει τελικά αποδεκτή χωρίς αμφισβητήσεις η  ηγεμονία της άρχουσας τάξης.
Είναι που η αγωνιώδης αναζήτηση νέων πολιτικών υποκειμένων, μη ταξικά προσδιορισμένων, στην οποία για δεκαετίες επιδίδονταν όσοι αριστεροί διακήρυτταν ότι ο κομμουνισμός ξεπεράστηκε ιστορικά μαζί με την εργατική τάξη, είναι που ο μεταμφιεσμένος σε επαναστατικό τελματωμένος ακαδημαϊκός λόγος, είναι που η αμφισβήτηση κυρίαρχων κωδίκων ή συμβόλων καθημερινής ζωής, είναι που η μετατροπή  μειοψηφικών λόγων κοινωνικών κινημάτων σε λόγο εξουσίας άνοιξαν από τη μακρινή δεκαετία της αμφισβήτησης  το δρόμο για μια παραίτηση από ολόκληρο το θεωρητικό οπλοστάσιο του μαρξισμού. Κι έτσι δεκαετίες τώρα να  δοξολογείται δογματικότατα ο αντιδογματισμός με την προβολή  διάφορων πλουραλισμών κι ενίσχυση διάφορων κινημάτων που υπερβαίνουν τις ταξικές διαιρέσεις,  αφήνοντάς μας στην τελική άοπλους και ανάπηρους, χαμένους σε θεωρητικό και πολιτικό τέλμα, ανήμπορους να αγωνιστούμε για ν’  αλλάξουμε τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, ώστε να μη  χάνουμε  την αξιοπρέπειά μας  ακόμα και για ένα πιάτο φαγητό χωρίς διαμαρτυρία.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

ΝΟΜΙΚΕΣ ΗΘΙΚΟΛΟΓΙΕΣ



 Η άσκηση δίωξης από τον εισαγγελέα  πρωτοδικών Ρεθύμνου στον καθηγητή Χ. Ρίχτερ γιατί αναφορές στο βιβλίο του «Η κατάληψη της νήσου Κρήτης» συνιστούν «άρνηση εγκλημάτων του ναζισμού σε βάρος του Κρητικού λαού με εξυβριστικό περιεχόμενο», πυροδότησε συζητήσεις για την ελευθερία έκφρασης, την αντικειμενικότητα του επιστημονικού λόγου και άλλα συναφή που εμπίπτουν στον ορθό πολιτικό λόγο και σκέψη βεβαίως.
Η κινητοποίηση αστυνομικών, γερανού, περιπολικών για τη σύλληψη στη Θεσσαλονίκη  καστανά χωρίς άδεια έδωσε ευκαιρία στους χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης να επιδείξουν όλη την ευαισθησία τους και τον αντιεξουσιασμό τους.
Η κατάθεση στη βουλή του νομοσχεδίου για επέκταση του συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια και η συμφωνία μ’  αυτό τείνει να πάρει χαρακτήρα πιστοποιητικού προοδευτικότητας για κόμματα και άτομα.
               Και είναι αυτά μερικά από τα γεγονότα  της τελευταίας εβδομάδας που επιβεβαιώνουν προσανατολισμούς δεκαετιών της εξουσίας και των πολιτών. Σκόρπια και μεμονωμένα μοιάζουν αντιφατικά μεταξύ τους. Έτσι λοιπόν  η δίωξη κατά του καθηγητή Ρίχτερ γίνεται με βάση άρθρο ενός αντιρατσιστικού νόμου, η σύλληψη  ενός πλανόδιου καστανά γίνεται γιατί αγνόησε το νόμο για έκδοση άδειας μικροπωλητή, το σύμφωνο συμβίωσης επεκτείνεται, και είναι θετικό, και στα ομόφυλα ζευγάρια στα πλαίσια της ισότητας των πολιτών και του σεβασμού της διαφορετικότητας και  ανταποκρίνεται σε αιτήματα ανθρώπων που διαφοροποιούνται ως προς τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Την ίδια στιγμή «φιλτράρονται» οι πρόσφυγες που γίνονται δεκτοί στις χώρες της ΕΕ, όταν καταφέρουν να περάσουν τους φράχτες που κάθε χώρα υψώνει στα σύνορά της και δεν μεταφέρονται με επέμβαση αστυνομικής δύναμης σε γήπεδα και στρατόπεδα, παραβλέπει η πολιτεία τη φοροδιαφυγή που γίνεται από την άρχουσα τάξη, ψηφίζονται στη Βουλή επειγόντως προαπαιτούμενα που οδηγούν σε έτι περαιτέρω εξαθλίωση λαϊκές μάζες που τους αναγνωρίζεται νομική ισότητα αλλά όχι και κοινωνική. Και σ’ όλες τις περιπτώσεις επίκληση στο σεβασμό σε νόμους και κανόνες, που προκαλεί σύγχυση γιατί η εφαρμογή τους στη μια περίπτωση κατοχυρώνει δικαιώματα ενώ στην άλλη καταστρέφει ζωές.
         Στην υπόθεση Ρίχτερ, σκέφτεται κανείς ότι η δίωξη του τελικά θα καταφέρει αυτό που υποτίθεται ήθελε να αποφευχθεί  μ’  αυτήν την ενέργεια, δηλ. την ιδεολογική νομιμοποίηση της συμπεριφοράς των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής. Κι αυτό γιατί με την  ποινικοποίηση διαφορετικών  ερμηνευτικών προσεγγίσεων του ιστορικού παρελθόντος μετατίθεται η διαμάχη στο πεδίο της ελευθερίας της έκφρασης, όπου φυσικά η δικαίωση του γερμανού καθηγητή είναι αυτονόητη, παραμένοντας σε δεύτερο επίπεδο το αντικείμενο της πραγματικής διαμάχης. Κι εξάλλου η εφαρμογή του αρ. 2 του αντιρατσιστικού νόμου, (που αφορά στην ποινικοποίηση ξενόφοβων και ρατσιστικών συμπεριφορών που εκδηλώνονται είτε με την επιδοκιμασία είτε με την κακόβουλη άρνηση και τον ευτελισμό της σημασίας του Ολοκαυτώματος αλλά και τον Γενοκτονιών που έχουν αναγνωριστεί με αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων ή της Βουλής των Ελλήνων,) για να αντιμετωπιστούν απόψεις που απαξιώνουν την λαϊκή αντίσταση, ιδεολογικά νομιμοποιούν το συγκεκριμένο νόμο και κάνουν ευχερέστερη κι εγκυρότερη κάθε μελλοντική του χρήση –σε καιρούς άκραν επικίνδυνους.
            Το ανησυχητικό λοιπόν  σ’  αυτήν την ιστορία είναι η  ενεργοποίηση ενός νόμου, που θεσπίστηκε  μάλιστα  «για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας» και μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά το δοκούν για τη χειραγώγηση των απόψεων ή και απαγόρευση,  για να αναδειχθεί η διαφωνία για την  ερμηνεία του παρελθόντος που επιχειρείται στο βιβλίο βάσει, όπως φαίνεται, συγκεκριμένων  πολιτικών στόχων του παρόντος. Η λογική του συμψηφισμού των γερμανικών φρικαλεοτήτων της εποχής του β παγκοσμίου πολέμου με τις αγριότητες που διαπράχτηκαν και από την πλευρά της λαϊκής αντίστασης εντάσσεται στην προσπάθεια απαξίωσης της τελευταίας και αθώωσης των γερμανών ναζιστών. Χρεώνοντας την εφαρμογή αντιποίνων από τους  γερμανούς κατακτητές στις παραβιάσεις των κανόνων του διεθνούς δικαίου, που βέβαια κάθε φορά θεμελιώνεται και πάνω στα συμφέροντα των εμπολέμων,  από τους αντάρτες, η  τελική παραδοχή είναι ότι και οι δυο πλευρές παρέβησαν το δίκαιο του πολέμου κι ο  εξισωτισμός τους στη διάπραξη εγκλημάτων ταυτίζει θύτες και θύματα. Η αντίσταση ηθικά απαξιώνεται.
             Δεν είναι κάτι καινούργιο η απαξίωση της αντίστασης τα τελευταία χρόνια. Οι συγγραφείς του βιβλίου «εμφύλια πάθη» Ν. Μαραντζίδης και Σ. Καλύβας, σε συνέντευξή τους χαρακτηρίζουν μηδαμινό το  ρόλο της αντίστασης στην εξέλιξη του Β παγκοσμίου πολέμου που  συνέβαλε στην διατήρηση του ηθικού του πληθυσμού, αλλά προβληματίζει το κόστος  σε υλικές καταστροφές και απώλειες ανθρώπινων ζωών, ενώ μεγαλύτερη σημασία για να συγκαταλέγεται η Ελλάδα στο στρατόπεδο των νικητών έπαιξε η στάση του Ι. Μεταξά και του βασιλιά Γεωργίου. Ο λαϊκός παράγοντας  λοιπόν εμφανίζεται αδύναμος να υποστηρίξει τα συμφέροντά του στο περιθώριο της ιστορίας και κάθε αγώνας του καταδικασμένος σε αποτυχία ή σε μια απατηλή και πρόσκαιρη επιτυχία.
          Και κάπως έτσι  παραμορφώνεται η συνείδησή μας και μέσα σ’  όλα αυτά τα γεγονότα και άλλα τόσα, και  η πραγματικότητα συνολικά, ή τουλάχιστον η σύνδεση και συνάφεια των γεγονότων μεταξύ τους,  μας διαφεύγει. Δίνονται ερμηνείες για μικρής εμβέλειας πρακτικές, για τοπικά συμβάντα, για οικογενειακά και κοινοτικά περιβάλλοντα που βέβαια δεν διεκδικούν αναφορές σ’ ένα συνολικό σύστημα ερμηνείας του κόσμου που θέλει και να τον αλλάξει. Είναι όμως το καπιταλιστικό σύστημα  όπου η κυρίαρχη τάξη με  κινητήρια δύναμή το  κέρδος από  την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης μπορεί για να πετύχει τους ταξικούς σκοπούς της να φαίνεται  σε κάποιες πρακτικές της ανεκτική ή «προοδευτική», όταν δεν απειλούνται θεμελιακές αρχές του, την ίδια στιγμή που δεν διστάζει για τα ταξικά της συμφέροντα να ευτελίσει την ανθρώπινη ζωή, και όχι μόνο στον πόλεμο.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

ΟΛΑ ΣΩΣΤΑ (;)



Ειδήσεις από το μέτωπο του προσφυγικού των τελευταίων ημερών:  Ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Τζον Κέρυ  επισκέφτηκε το δίκτυο μεταναστών «Μέλισσα» για να διαπιστώσει τι γίνεται σε εθελοντική βάση για το μεγάλο αυτό πρόβλημα.  Σε επιστολή του στο κολλέγιο επιτρόπων ο Λιθουανός επίτροπος Βιτένις Αντριουκάιτις έφριξε και σοκαρίστηκε για την κατάσταση που επικρατεί στις ελληνικές ακτές  σχετικά με τη διαχείριση των προσφυγικών ροών. Εκρηκτική κατάσταση, και μ’ έναν νεκρό,  στη λωρίδα γης στα σύνορα μας με την ΠΓΔΜ από απελπισμένους ανθρώπους όπου τους  εγκλώβισε το επιλεκτικό κλείσιμο των συνόρων της γείτονας χώρας. Στην κηδεία του ηθοποιού  Μηνά Χατζησάββα υπήρχε «κουμπαράς» όπου μαζεύονταν χρήματα για τους πρόσφυγες.
               Ειδήσεις γεγονότων  που εφόσον θεωρούνται  αποσυνδεδεμένα μεταξύ τους και από τις συνθήκες και τα υποκείμενα που τα δημιουργούν δεν συνιστούν μέρος ενός συστήματος, δεν έχουν μια  συγκεκριμένη αιτία κι ούτε φαίνονται ότι συνδέονται με γενικότερα συμφέροντα στο ατομικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο.
               Είναι που χρόνια τώρα ο κυρίαρχος λόγος έχει απορρίψει τα όποια εννοιολογικά εργαλεία θα μας βοηθούσαν να θέσουμε τα σωστά ερωτήματα  που θα οδηγούσαν στην συνολική  προσέγγιση των κοινωνικοοικονομικών φαινομένων, τα οποία καταλήγουμε να προσεγγίζουμε αναμειγνύοντας  επιλεκτικά διάφορους επιμέρους τομείς –οικονομία, κοινωνία, πολιτική, ηθική κλπ. κι εξαφανίζοντας τα υποκείμενα  των δράσεων, κοινωνικές ομάδες και τάξεις, αντικαθιστώντας τα με απρόσωπες πρακτικές. Αν μάλιστα τα κοινωνικά φαινόμενα έχουν στη βάση τους θεωρήσεις που κατασκευάζονται απλώς για επικοινωνία, τότε δεν είναι παρά θεωρητικές κατασκευές που οδηγούν στον σχετικισμό και άρα  δεν υπάρχει τρόπος να αποφασίσει κανείς αν ένα θεωρητικό κατασκεύασμα είναι πιο σωστό από ένα άλλο. Και φυσικά προκρίνεται αυτό που επιβάλλεται επικοινωνιακά.
Είναι κι αυτός ένας τρόπος για να απορριφτεί  κάθε προσπάθεια επιστημονικής θεμελίωσης ή εξεύρεσης βασικών γενικών αρχών ή νόμων με τη βοήθεια των οποίων θα μπορούσαμε  να εξηγήσουμε διεξοδικά, να προβλέψουμε και να επέμβουμε συνειδητά στο  κοινωνικό γίγνεσθαι στο σύνολό του. Κι έτσι παρουσιάζεται εύθραυστο, χαώδες, ασυνεχές το κοινωνικό γίγνεσθαι κι επομένως μόνο μερική, αποσπασματική, περιορισμένη και παροδική μπορεί να είναι η παρέμβασή μας. Δεν μπορούμε λοιπόν ν’ ανακαλύψουμε τις κινητήριες δυνάμεις και τις βασικές νομοτέλειες της ιστορικής διαδικασίας, αντίθετα η χειραγώγηση και καταπίεση του σύγχρονου ανθρώπου παρουσιάζεται  τόσο απρόσωπη που  είναι αδύνατο να εντοπίσουμε τα συμφέροντα που  συμβάλλουν περισσότερο σ’  αυτή τη χειραγώγηση, δηλ. είναι αδύνατο να εντοπίσουμε τον εχθρό.
Και βέβαια η λογική συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι η απόρριψη του μαρξισμού, σαν βάση της μεθοδολογίας για τη γνωστική δραστηριότητα και την επαναστατική  καθιέρωση νέων μορφών κοινωνικού συστήματος. Κατηγορώντας το σαν ένα κλειστό, ολιστικό θεωρητικό σύστημα που δίνει   έτοιμες λύσεις το χρεώνουν ότι μόνο στο  δογματισμό και αυταρχισμό οδηγεί. Κι έτσι  η απόρριψη, ή το περισσότερο η επιλεκτική χρήση του, μας στερεί από την κατανόηση των γενικών νόμων της ανάπτυξης της κοινωνικής παραγωγής, του μηχανισμού του κεφαλαιοκρατικού  τρόπου παραγωγής, της πηγής  και της ουσίας της εκμετάλλευσης στο καπιταλιστικό σύστημα.
               Από τον κυρίαρχο λόγο τα κοινωνικά φαινόμενα παρουσιάζονται με τέτοιο τρόπο που δεν μας επιτρέπει να εντοπίσουμε τις αιτίες τους, ενώ η ταυτότητά μας θεωρείται, έστω και εν μέρει, αποτέλεσμα απρόσωπων  κοινωνικών πρακτικών που λειτουργούν  σε διάφορα επίπεδα και διάφορους κοινωνικούς χώρους (φύλο, φυλή, οικονομία, ψυχολογία κλπ.) και  οδηγούν στην παθητική κατασκευή  της υποκειμενικότητας. Και μάλιστα οι όποιες κοινωνικές πρακτικές παρουσιάζονται ολότελα ξεκομμένες από συλλογικούς φορείς δράσης, δηλ. δεν σχετίζονται καθόλου με την ταξική πάλη. Και μένει αναπάντητο το ερώτημα γιατί όλο και πιο σημαντικές περιοχές των σύγχρονων κοινωνιών χαρακτηρίζονται όλο και περισσότερο από  κεντρικά ελεγχόμενες οικονομικές, πολιτικές, πολιτιστικές επιλογές κι αποφάσεις που προσπαθούν όχι απλώς να επηρεάσουν αλλά να καθορίσουν τις κοινωνικές εξελίξεις.
   Υλική πραγματικότητα, δρώντα  υποκείμενα, θεωρητικές αναφορές σ’ αυτά συγχωνεύονται κι ενοποιούνται με τη σκέψη να  αναμειγνύει στοιχεία από τη φιλοσοφία, ψυχανάλυση, λογοτεχνία κλπ. άκριτα και χονδροειδώς για να ερμηνεύσει πολιτικοκοινωνικά φαινόμενα. Πολύπλοκα λοιπόν  κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα  εξηγούνται  αναγωγικά και απλουστευτικά  με επιλεκτικές και μπερδεμένες αναφορές στην οικονομία ή στην ψυχολογία αλλά και  στην ηθική ή και στο φύλο κλπ. –και πόσο διαφέρει αυτή η ερμηνεία από τις παλιότερες που εξηγούσαν τα κοινωνικά φαινόμενα  βάσει της έννοιας του φυλετισμού, των ενστίκτων ή και της θεολογίας κλπ. Και όλες οι ερμηνείες δικαιώνουν το μόνιμο και το αναλλοίωτο  στον πυρήνα του  υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος.  Κι όλες οι ερμηνείες συνοδεύονται από έναν σχετικισμό που επιχειρεί να μας πείσει πως κάθε θεωρητικό κατασκεύασμα όσο αλλόκοτο κι αν είναι ή κάθε συμπεριφορά και δράση όσο αντιφατική κι αν είναι, όσο δεν απειλούν τον σκληρό πυρήνα του συστήματος,  είναι τόσο σωστό όσο κάθε άλλο. Και στο τέλος πιστεύουμε πως τα κοινωνικά φαινόμενα δεν είναι παρά συμβολικές κατασκευές κι άρα αρκούν  και οι  συμβολικές δράσεις. Προς δόξαν του υπάρχοντος συστήματος.
¨Όλα σωστά λοιπόν; Η Συρία να βομβαρδίζεται από Ευρώπη και ΗΠΑ που  προσπαθούν να βρουν λύση στο προσφυγικό, να υψώνονται φράχτες στην ΕΕ και  να σοκαρίζεται επίτροπός της για τις άθλιες συνθήκες υποδοχής των προσφύγων, σε κηδεία αξιόλογου ηθοποιού οι δικοί του να ανοίγουν  κουτί για φιλανθρωπία στους πρόσφυγες, κλπ. κλπ.