Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

ΤΥΧΑΙΑ ΚΑΙ ΕΡΗΜΗΝ ΜΑΣ



Προτάσεις και αναλύσεις που καθορίζουν την πολιτικοοικονομική ζωή της χώρας,  με τον τρόπο και τη μορφή  που διατυπώνονται και δημοσιοποιούνται,  δίνουν την εντύπωση πως δεν διαφοροποιούνται από δόγματα θρησκείας ή διάφορες μορφές υποκειμενικής  εμπειρίας. Κι αυτό, γιατί διαπιστώνουμε ότι  θεωρούνται αυτονόητα ή δεδομένα αυτά που μάλλον εκφράζουν και περιγράφουν τμήματα της πραγματικότητας, ανεξάρτητα από την ολότητα στην οποία εντάσσονται –τον καπιταλισμό- και υποστασιοποιούν υποκειμενικές εμπειρίες, που περισσότερο εξυπηρετούν μια ψυχολογική, κοινωνική ή πολιτική σκοπιμότητα: από το  προεκλογικό του Α. Τσίπρα «εμείς θα χτυπάμε το ζουρνά και οι αγορές θα χορεύουν» μέχρι τις διαβεβαιώσεις του ότι πια δεν υπάρχουν μνημόνιο και τρόικα. Γιατί όλες αυτές οι περιγραφές και αναλύσεις της  κατάστασης, στο εξωτερικό και εσωτερικό, του οικονομικοκοινωνικού συστήματος το αντικατοπτρίζουν και τείνουν να το δικαιώσουν. Κι όσο περνά ο καιρός ακόμα και η όποια κριτική στην ασκούμενη πολιτική περιορίζεται αποδίδοντάς τη εξωχρονική μορφή που αφορά γενικά τη χώρα και όχι συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις. Μέχρι και ο Έλληνας εφοπλιστής, πρόεδρος του Ολυμπιακού και δημοτικός σύμβουλος Πειραιά, Ευάγγελος Μαρινάκης, δηλώνει «Αυτό που έχει σημασία  είναι η χώρα. Αυτό που προέχει είναι η χώρα να παραμείνει στην Ευρώπη, στην ευρωζώνη. Όποιος αγαπάει την Ελλάδα ελπίζει η νέα κυβέρνηση να πετύχει στις διαπραγματεύσεις για την οικονομική διάσωση». Η προώθηση επιμέρους  συμφερόντων καλύπτεται άνετα  πίσω από την επίκληση της έννοιας του γενικού συμφέροντος της χώρας.
               Με αναπαραστάσεις και ομοιώματα στην πολιτικοκοινωνική μας ζωή γίνεται προσπάθεια ν’ αποκρυφτεί η οικονομική πραγματικότητα που την καθορίζει και αποκτώντας αντιϊστορικό χαρακτήρα η πραγματικότητα να μοιάζει πως έχει τη μορφή  μιας τυχαίας διαδοχής γεγονότων, χωρίς λογικό νόημα. Το μνημόνιο λοιπόν είναι μια τυχαία λάθος επιλογή που οι συνέπειες του ήταν οδυνηρές για τα λαϊκά στρώματα εντελώς τυχαία, ενώ τώρα οι εταίροι μας δεν σταματούν να μιλούν για οικονομικά ατυχήματα. Σαν όλες οι ενέργειες, επιλογές, αποφάσεις κλπ. να είναι τρόποι ύπαρξης ενός στατικού και αναλλοίωτου φυσικού  δικαίου, γι’ αυτό και αναμφισβήτητο,  με το οποίο ταυτίζεται το πολιτικοοικονομικό σύστημα. Κι αν γίνονται, ιδιαίτερα από τους αριστερούς του ΣΥΡΙΖΑ,  συνεχείς  αναφορές σε αγωνιστικά παρελθόντα και λαϊκά αιτήματα μ’ έναν αφαιρετικό τρόπο που δεν αναγνωρίζει τον ιστορικοκοινωνικό χαρακτήρα τους, είναι για να  συσκοτίζουν την κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Η  συσχέτιση αφηρημένα και μεμονωμένα δράσεων, ενεργειών, θεσμών με άλλους θεσμούς, με κάποια μεμονωμένα ιστορικά γεγονότα ή με κάποια παροδική κοινωνική ανάγκη μπορεί να οδηγήσει στην αντίληψη της κυκλικής επανάληψης της ιστορίας  ενισχύοντας την αντίληψη ότι όλα αυτά αφορούν φυσικά φαινόμενα –και πώς να τα μεταβάλλεις;
 Πολιτικοί, εφοπλιστές, δημοσιογράφοι, βιομήχανοι, μικροαστοί κλπ. σχεδόν σε μια νύχτα, τη νύχτα των εκλογικών αποτελεσμάτων ίσως,  συνειδητοποίησαν σε αγαστή συμφωνία την ανάγκη για σωτηρία της χώρας μέσω της συμπαράστασης στην κυβέρνηση για τις διαπραγματεύσεις. Κι όλη αυτή η πολιτική που αγκαλιάζει όλες, πλην ΚΚΕ, τις παρατάξεις του κοινοβουλίου, και με έναν έμμεσο τρόπο ακόμα και τη Χρυσή Αυγή που η πρόεδρος της Βουλής δεν χάνει ευκαιρία να ανταποκρίνεται στα αιτήματά των βουλευτών της, δεν εκφράζει παρά την ίδια την κυρίαρχη τάξη που την εξυπηρετεί.  Όλα φέρνουν  τη σφραγίδα του επίπλαστου, και  τα κουρέλια από τα ιδανικά που επικαλούνται,  και η βούληση να υποτάξουν τα λαϊκά στρώματα που περιφρονούν σε μια δήθεν φωτισμένη μικροαστική ελίτ που τα εκπροσωπεί, και ο λεκτικός ριζοσπαστισμός τους, και ο πρακτικός οπορτουνισμός,  και η επιδεικνυόμενη ευαισθησία. ¨Ολες αυτές οι παλινωδίες στην άσκηση της πολιτικής, οι βερμπαλισμοί, οι λεκτικές επιθέσεις κλπ. μοιάζει να είναι μάλλον  η μέθη μιας μικροαστικής στην αντίληψη διανόησης που ανέλαβε κυβερνητικές θέσεις και θεμελιώνει την άσκηση πολιτικής πάνω στον αλαζονικό ατομισμό των μελών της, που γίνονται επιτέλους διαχειριστές της εξουσίας. Και ενώ φαίνονται οι πολιτευτές του ΣΥΡΙΖΑ τόσο αντικληρικοί με τις πολιτικές ορκωμοσίες, τόσο αντισυμβατικοί με τις ενδυματολογικές επιλογές τους δίνοντας την ψευδαίσθηση πως στρέφονται εναντίον του ίδιου του πολιτικοοικονομικού συστήματος  στην πραγματικότητα το δικαιώνουν κρύβοντας τα αδιέξοδά του και προβάλλοντας την ανεκτικότητά του. Μια ανεκτικότητα όπου όλα επιτρέπονται αρκεί να αφήνουν όμως κέρδος. Ολες οι ιδεολογίες και οι τεχνικές εξουσίας γίνονται όψεις του ίδιου νομίσματος, του καπιταλισμού, όψεις ενός κεφαλαιοκρατικού κόσμου και του ορθολογικού παραλογισμού του.
Η για πρώτη φορά κυβέρνηση της Αριστεράς σε σύμπραξη με τους εθνικιστές με λεκτικές αψιμαχίες και πολεμικά ανακοινωθέντα εκδηλώνουν την πρόθεσή τους για προώθηση ενός αφηρημένα γενικού συμφέροντος που βρίσκει την έσχατη εφαρμογή της στο νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση της χαρακτηριζόμενης ανθρωπιστικής κρίσης, εστιάζοντας στα συμπτώματα του προβλήματος τα οποία όλο και θα επανέρχονται δριμύτερα, και όχι στις αιτίες του, τον ίδιο τον καπιταλισμό. Και γι’ αυτό η αντιμετώπιση της φτώχειας, ανεξάρτητα από τη ολότητα στην οποία εντάσσεται, το καπιταλιστικό σύστημα, φτάνει να αποκτά αντιορθολογικό χαρακτήρα. Και για τον ίδιο ακριβώς λόγο ο κομμουνιστικός λόγος απαξιώνεται ή διαστρεβλώνεται τόσο πολύ ώστε ο στοχασμός μας να μη θεμελιώνεται στη συνολική θεώρηση της κοινωνικής πραγματικότητας και να αποτυγχάνει να δοθεί  λογικό νόημα στα επιμέρους γεγονότα. Για να υποταχτούμε στη μοίρα μας –που πολύ ορθολογικά έχουν πάρει, προς όφελός τους, στα χέρια τους οι απανταχού κεφαλαιοκράτες και οι εκπρόσωποί τους –ερήμην μας.

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ



Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας η 8η Μαρτίου και ο πρωθυπουργός  Α. Τσίπρας στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook συνδέει  φωτογραφία μιας νεαρής γυναίκας, με μια ντουντούκα στα χέρια και τη γροθιά της υψωμένη, με μήνυμα για τις καθημερινές μάχες που η γυναίκα δίνει «για να οργανώσει  την υποκειμενικότητά της μέσα σε ένα πατριαρχικά δομημένο κόσμο». Η φωτογραφία που επέλεξε με τη γροθιά υψωμένη παραπέμπει σε αγώνες ταξικούς, το μήνυμά του  όμως περιορίζεται στην καταπίεση τη βασισμένη στο φύλο, στον πατριαρχικά δομημένο κόσμο, επομένως  ανεξάρτητα από άλλες διακρίσεις στην κοινωνία και συνεπώς ο αγώνας ενάντια στις διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο δεν περιλαμβάνουν αναγκαστικά και άλλα ζητήματα.
Κι όμως η γυναικεία καταπίεση συνυπάρχει με την ταξική καταπίεση και  μπορεί να υπήρχε και πριν από τον καπιταλισμό αλλά σ’  αυτόν  πήρε μια ορισμένη μορφή. Εξάλλου  ξέρουμε πια πως η προσπάθεια του φεμινιστικού κινήματος  να συνενώσει τις γυναίκες αποκλειστικά στη βάση του φύλου δεν μπορεί να προσφέρει ολοκληρωμένη απάντηση στο πρόβλημα  της ανισότητας.  Μοιάζει μάλιστα μια μεγάλη ελπίδα να   έχει διαλυθεί, και πολύ πριν από την οικονομική κρίση,  σε πολυάριθμες ήττες και απογοητεύσεις, όταν οι γυναίκες ανακάλυψαν ότι η δουλειά στο εργοστάσιο ή το γραφείο ήταν  μόλις λιγότερο μονότονη από τον οικιακό μόχθο κι ότι τις απειλούσε ο κίνδυνος να τις ασκούν και τις δυο ταυτόχρονα.  Κι επειδή  ο βασικός στόχος των γυναικείων κινημάτων ήταν   ο  περιορισμός της εκμετάλλευσης που οφειλόταν στο  φύλο σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία και η  ένταξη της γυναίκας στην υπάρχουσα δομή της κοινωνίας, την καπιταλιστική, στη βάση της ισότητας με τον άντρα,  και όχι βέβαια η αλλαγή ολόκληρης της κοινωνίας, η εξίσωση με τον άντρα αφορούσε τη συμμετοχή και του όρους της στον εκμεταλλευτικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Κι αυτή η συμμετοχή όμως δεν έκανε τα προβλήματα υπερταξικά όπως τα βλέπει η κυρίαρχη ιδεολογία κι ούτε η αντίθεση άντρα –γυναίκα  είναι έξω από κάθε ιστορικό πλαίσιο. Κι αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στην  εποχή της οικονομικής κρίσης, όπου γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρη η ταξική ανισότητα, εφόσον η γυναίκα της  εργατικής  τάξης αντιμετωπίζει από τη θέση της στην κοινωνία περισσότερα εμπόδια και αντιξοότητες από τη γυναίκα  της αστικής τάξης, ενώ ο βαθμός εκμετάλλευσής της είναι υψηλότερος.  
               Άλλωστε  είναι η ανάπτυξη του καπιταλισμού που οδήγησε στη συμμετοχή της γυναίκας στην παραγωγική εργασία όπου κι αυτή, όπως και ο άντρας, πουλά την εργατική της δύναμη. Γι’ αυτό η  τυπική ισότητα  των δυο φύλων βρίσκεται σε  συμφωνία τις περισσότερες φορές με τις ανάγκες και τις επιλογές της κυρίαρχης τάξης, ενώ  οι ρόλοι που τους αποδίδονται παράγονται μέσα από τους μηχανισμούς  αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας. Έτσι και η χειραφέτηση της γυναίκας όπως διαμορφώνεται σε εικόνα και μήνυμα από τα ΜΜΕ και τη  διαφήμιση, κατευθύνεται από τις επιταγές του δοσμένου τρόπου παραγωγής. Κι είναι αυτά φορείς  συγκεκριμένης ιδεολογίας και δεν αντικατοπτρίζεται απλώς στρεβλωμένα η πραγματικότητα σ’ αυτά. Ο ρόλος τους είναι ενεργητικός και έχουν βασικό μερίδιο στη διαμόρφωση της εικόνας  του κοινωνικού ρόλου της γυναίκας.  Συμμετέχουν στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας για το ποιες διαθέσεις και συμπεριφορές είναι αποδεκτές για τη γυναίκα από την αστική ιδεολογία κι έτσι συνειδητά ή κυρίως ασυνείδητα προσπαθεί να προσαρμοστεί  σ’ αυτούς τους ρόλους που επιβάλλονται από τους μηχανισμούς αυτούς. Προσπαθώντας λοιπόν  το πρόβλημα της διάκρισης με βάση το φύλο  να λυθεί χωρίς καμιά αναφορά στην ταξική  διάρθρωση  της συγκεκριμένης κοινωνίας και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στη δημιουργία νέων στερεοτύπων διαμορφώθηκαν οι νέοι ρόλοι της γυναίκας: εργάζεται και παράγει, κατευθύνει την κατανάλωση, τεκνοποιεί, ανατρέφει και παιδαγωγεί, διευθύνει την οικογένεια, ενδιαφέρεται για την προσωπική της εμφάνιση.
 Κι αυτοί οι  νέοι ρόλοι  και στερεότυπα για την γυναίκα προβάλλονται στον γυναικείο τύπο και τις γυναικείες εκπομπές στα ΜΜΕ. Κι εκεί αναμιγνύονται χωρίς μέτρο και ενδοιασμό το καθημερινό  με το φαντασιακό, τακτοποιούνται τα ειδικά και συμπληρωματικά χαρακτηριστικά της θηλυκότητας, προβάλλεται η σεξουαλικότητα, συγχωνεύεται το κοινότοπο και το εξαιρετικό, το πρακτικό και το ιδεολογικό.  Ένας κόσμος ασαφής, ένα μακιγιάρισμα της πρακτικής καθημερινότητας με το οποίο επιτυγχάνει να τη συσκοτίζει και κυρίως να την εξωραΐζει. Επιβάλλεται κι εδώ μια αυταπάτη. Επικράτηση της εικόνας της πανίσχυρης γυναίκας της μοντέρνας και πρακτικής, παραλλαγή του πανίσχυρου άντρα, λίγο στο πιο συγκεχυμένο βέβαια, με προσθετική αξία την γυναικεία σεξουαλικότητα  που δεν έχει να κάνει με την απελευθέρωση των σεξουαλικών ηθών αλλά με την εμπορευματοποίησή της.
Κι αυτός ο  γυναικείος κόσμος των ΜΜΕ και του περιοδικού τύπου που αποδέχεται  τους πιο παλιούς μύθους και τους πιο πολυμεταχειρισμένους νοηματικούς συμβολισμούς των εποχών  που η γυναίκα υπήρξε κτήμα του άντρα ζει από μια σύγχυση και επιβιώνει μυθοποιώντας την στερημένη και ρακένδυτη καθημερινότητα της γυναίκας, που την πουλά για  επικερδές εμπόρευμα. Κι έτσι  μια τόσο φτιασιδωμένη καθημερινή ζωή γίνεται υποφερτή και το ψευδοκαθημερινό συνδέεται άκοπα κι επιφανειακά  με τα μεγάλα άστατα θέματα της επικαιρότητας, τη μόδα, την τέχνη κλπ. ενώ παράλληλα  επιτρέπει την  απόκλιση από τα πραγματικά προβλήματα της τέχνης, της πολιτικής κλπ Φαντασία και όνειρο  κάνουν υποφερτή  μια ανυπόφορη ζωή κι η ζωή προσλαμβάνει  σημασία που την κάνουν ανεκτή. Και  πώς μετά  η γυναίκα  να δώσει  μάχες για  να οργανώσει την …υποκειμενικότητά της;

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΕΧΘΡΟΙ



Στον εμπλουτισμό του καταλόγου των μεταρρυθμίσεων που επιδιώκει να εφαρμόσει η Ελλάδα έως τα τέλη Απριλίου προχωρά η κυβέρνηση, ενώ καλεί τους «θεσμούς» για να ξεκινήσει η συζήτηση για μια επόμενη συμφωνία. Την πρώτη δόση των 310 εκατ. ευρώ προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) καταβάλλει εμπρόθεσμα η Ελλάδα. Σύσκεψη πραγματοποιείται στο Μέγαρο Μάξιμου υπό τον Αλέξη Τσίπρα με την συμμετοχή του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Γιάννη Δραγασάκη και του υπουργού Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη με αντικείμενο τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας. Η πρόεδρος της Βουλής Ζ. Κωνσταντοπούλου δηλώνει πως «Η ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα δεχθεί να μην υλοποιηθούν οι προεκλογικές δεσμεύσεις του κόμματος». Ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη Γιάννης Πανούσης δηλώνει άγνοια  για την διαταγή του αρμόδιου υποστράτηγου Νίτσα να απελευθερωθούν οι παράνομοι μετανάστες και να μην γίνονται έλεγχοι σε όλους όσους μπαίνουν εντός της ελληνικής επικράτειας χωρίς άδεια. Η αναπληρώτρια υπουργός Οικονομικών Ν. Βαλαβάνη δηλώνει πως η ρύθμιση για τις 100 δόσεις, για την οποία θα καταθέσει εντός των ημερών το αντίστοιχο νομοσχέδιο, δεν μπαίνει σε διαπραγμάτευση στο γιουρογκρουπ.
Ειδήσεις των τελευταίων ημερών από τα έργα και τις ημέρες της «για πρώτη φορά κυβέρνηση της αριστεράς», που υποσχόταν ν’ αλλάξει την ισχύουσα κατάσταση και αντ’ αυτού εμφανίζεται να εφαρμόζει ένα πρόγραμμα απόλυτης αντιφατικότητας και  να εκμεταλλεύεται το ίδιο επικοινωνιακό παιχνίδι γύρω από  πιέσεις, εκβιασμούς και απειλές των ευρωπαίων εταίρων που επαναλαμβάνεται από την εποχή της κυβέρνησης του πρώτου μνημονίου του  Γιώργου Παπανδρέου. Σαν η πολιτική εξουσία να  μην είναι παράγωγο της οικονομικής εξουσίας, σαν η κοινωνία να είναι αυτονομημένη από το οικονομικό σύστημα, σαν όλα να λύνονται με το διάλογο και τη διαπραγμάτευση. Μόνο που εξουσία εννοείται ως οικονομική εξουσία και το  κεφάλαιο είναι που  εξουσιάζει τη ζωντανή εργασία. Όποιος κατέχει τις δυνάμεις παραγωγής αυτός ασκεί εξουσία πάνω στους εργαζόμενους. Η αριστερά όμως του ΣΥΡΙΖΑ έχει αποκοπεί από  όποιες βλέψεις θ΄ αλλάξουν τους ταξικούς συσχετισμούς, άλλωστε ταξική σύγκρουση γι’ αυτήν δεν υπάρχει,  και περιορίζεται σε αναστοχασμούς για το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία. Δεν υπάρχει σύγκρουση με έναν εχθρό  αλλά ένας ανταγωνιστικός διάλογος μεταξύ ισότιμων εταίρων. Κι έτσι πότε εκδηλώνει ο πρωθυπουργός την αγάπη για την Ευρώπη πότε ο υπουργός εξωτερικών  Ν. Κοτζιάς υπενθυμίζει πως τα δυτικά βαλκάνια δεν είναι σταθεροποιημένα, εν είδει επιχειρημάτων σε μια διαπραγμάτευση που μοιάζει να έχει μοναδικό στόχο να πείσει για την επιβράδυνση της εξαθλίωσης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, και σαν εκτελεστική εξουσία, με νομοσχέδια θεραπείας της «ανθρωπιστικής κρίσης»  ή εξαγγελίες για την μετανάστευση συνεχίζει να υποστηρίζει στην πράξη τη διευρυμένη θεωρία της εξουσίας που συμπεριλαμβάνει κοινωνική, πολιτική, πολιτισμική εξουσία, με την οικονομία όμως να παύει να αποτελεί την κεντρική σημασία του όρου εξουσία κι επομένως να χάνεται και από το στόχαστρο στην όποια σύγκρουση. Κι έτσι, όπως κάθε αριστερά που σέβεται τον εαυτό της στη δυτικές δημοκρατίες έχοντας διευρύνει το πεδίο της κριτικής της εξουσίας και σε άλλους μέχρι τώρα απολιτικούς χώρους, η κριτική  θεωρία της πολιτικής άνοιξε  νέους ορίζοντες ατομικής και κοινωνικής εξουσίας σε μια νέα διάσταση του πολιτικού.  Η σύγχρονη αριστερά  κλήθηκε  να ανιχνεύσει εστίες εξουσίας ανθρώπου από άνθρωπο, αυτές  που είναι πολύ πιο κρυμμένες από τη δημόσια πολιτική εξουσία και την οικονομία,  όπως η εξουσία που ασκεί ο  άντρας πάνω στη γυναίκα, ο ντόπιος στο ξένο, ο ειδήμονας στον αδαή, ο ηλικιωμένος στο νέο κλπ.  Μ’  αυτόν τον τρόπο αυτό  που ήταν το υποκείμενο της πολιτικής και της  ιστορίας το προλεταριάτο, διασπάστηκε,  θρυμματίστηκε  στα πλαίσια του πλουραλισμού και της αστικής πολυφωνίας σε μια πολλαπλότητα υποκειμένων που δεν έχει ταξικά γνωρίσματα. Στην μικροπολιτική της καθημερινότητας αναπτύσσεται πια  η θεωρία της κριτικής της εξουσίας. Κι έτσι εγκαταλείπεται το προλεταριάτο ως υποκείμενο της ιστορίας κι αναζητούνται άλλα υποκείμενα της ιστορικής πορείας, νεολαία, περιθωριακές ομάδες, φοιτητές κλπ. Και το κεφάλαιο στο απυρόβλητο πάντα.
Γι’ αυτό και αυτή η αριστερά που διαχειρίζεται από κοινού με το εθνικιστικό ΑΝΕΛ την εκτελεστική εξουσία μάλλον σαν προκατάληψη αντιμετωπίζει πως η  δομή της εξουσίας είναι οικονομική και πως  η βάση των κοινωνικών συγκρούσεων είναι ταξική, όταν μας βαυκαλίζει με παρηγοριές για κατανόηση από τους εταίρους. Γι’ αυτό και τώρα δυσκολεύεται τόσο πολύ να μιλήσει επί του πραγματικού. Μέσα σ’ ελάχιστο διάστημα της έχει απομείνει  μια ψευτολαϊκότητα και μεταμορφώνεται σε ένα είδος φερέφωνου που επαυξάνει κάθε φράση του λαού μεταμορφώνοντάς τη σε πρόταση περισσότερο σε κάποια συνέντευξη παρά  σε κάποιο νομοσχέδιο. Μόνο που ο άνεργος, ο απολυμένος, ο φτωχός  δεν παριστάνουν πως λένε την αλήθεια. Δεν λένε πως είναι η αλήθεια, γιατί η αλήθεια είναι μέσα στην ίδια τους την ύπαρξη. Και γι’ αυτό στο τέλος μοιάζουν υπουργοί και στελέχη να συμπεριφέρονται σαν καιροσκόποι που δεν σταματούν τους ελιγμούς τους, εφόσον προσπαθούν να πείσουν πως  εκφράζουν αυτούς που εν ονόματί τους ασκούν εξουσία, ενώ δρουν σύμφωνα με τα συμφέροντα του κεφαλαίου.
Κι αν ο  διάλογος και η δυνατότητα συνεννόησης έχει γίνει κυρίαρχο στοιχείο της πολιτικής είναι γιατί πρέπει να πειστούμε για τα κοινά συμφέροντα εργαζομένων και καπιταλιστών. Η διάκριση κεφαλαίου και προλεταριάτου να μην  θεωρείται  καθολική αρχή εξηγήσεων των κοινωνικών φαινομένων κι ούτε η πολιτική επικοινωνία ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο να εντάσσεται στο σχήμα φίλος/εχθρός. Ο ΣΥΡΙΖΑ με τα κομμουνιστογενή μάλιστα στελέχη του εγγυάται την αλήθεια αυτών. Κι άντε ύστερα να ξεχωρίσεις φίλους κι εχθρούς, όταν οι ειρηνιστικοί, αρμονιστικοί για συνεννόηση μύθοι της αστικής πολιτικής σκέψης, ενώ υπάρχει  πόλεμος ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, κυριαρχούν κι αποκρύβονται οι ταξικές συγκρούσεις που εξακολουθούν να καθορίζουν την πολιτική ζωή.  

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΕΙΕΣ


Σε συνέντευξή του ο υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης επισημαίνει ότι «αυτό που θέλει ο κόσμος δεν είναι χρήματα ή δουλειές είναι αξιοπρέπεια», ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας μιλώντας στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ αποκαλύπτει σχέδια για ανατροπή της νέας κυβέρνησης από συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης με συνεργασία του Α. Σαμαρά, ενώ ο Π. Λαφαζάνης σε συνέντευξή του ασκεί κριτική στον υπουργό Οικονομικών για τη συμφωνία με τους δανειστές κάνοντας λόγο για «ασάφειες και κρίσιμα προβλήματα του κειμένου» κι επαναλαμβάνει ότι «παρά τη συμφωνία θα εφαρμόσουμε το πρόγραμμά μας». 
        Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί μέσα από ένα περίπλοκο παιχνίδι εξισορροπήσεων εντός και εκτός κόμματος να συμβιβάσει προεκλογικές υποσχέσεις με κυβερνητικές δράσεις, πότε οξύνοντας τους αντιμνημονιακούς τόνους και στοχοποιώντας συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης και εγχώριες πότε υποστέλλοντάς τους. Κι είναι κουραστικό, στην επανάληψή του το ίδιο το προ τριακονταετίας παιχνίδι του ΠΑΣΟΚ, με το φόβητρο της Δεξιάς ή με τις αντικομφορμιστικές φωτοβολίδες, να προσπαθεί ο ΣΥΡΙΖΑ να δημιουργήσει το αναγκαίο ψυχολογικό και πολιτικό κλίμα για οργανική και δυναμική συμπαράσταση από την πλειοψηφία, καλλιεργώντας το μύθο για τις προοδευτικές αριστερές δυνάμεις που αλλάζουν την Ευρώπη. Συγχρόνως, πολιτικές ομάδες και κινήσεις στο ΣΥΡΙΖΑ, από αριστερούς που κάπου κάποτε αναζητούσαν τη σωστή αρίθμηση του δρόμου της αριστεράς για την εξουσία ή παθιάζονταν με τους μύθους του οικολογισμού η και τριτοκοσμισμού ή υποστήριζαν άλλα νέα επαναστατικά υποκείμενα, φαίνεται πια να είναι διαθέσιμοι για το οποιοδήποτε ιδεολογικό και κομματικό βόλεμα κι ας βγάζουν κάποιες κραυγές ακόμα (πβ. Π. Λαφαζάνη) για να πείσουν και να πειστούν ότι καμιά έκπτωση δεν έγινε από τις προεκλογικές εξαγγελίες, αποφεύγοντας να εξηγήσουν πώς θα συμβιβαστεί η εφαρμογή της συμφωνίας με την εφαρμογή του προεκλογικού προγράμματος. Κι αν οι προεκλογικές υποσχέσεις συντέλεσαν στην άθροιση δυσαρεσκειών στο ίδιο ιδεολογικό νεφέλωμα για την υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ, η επιμονή, παρά τη διάψευση της πραγματικότητας, στη διατήρηση του μύθου για τη δυνατότητα, μέσα από τη διαπραγμάτευση, επιβολής κάποιων όρων εκ μέρους της κυβέρνησης, συντηρεί την αυταπάτη της σύμπλευσης όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων με το ΣΥΡΙΖΑ για θετικά αποτελέσματα.     
          Ο λόγος της κυβέρνησης θέλει να μας πείσει για τις πρωτοβουλίες της υπέρ των λαϊκών στρωμάτων που προδιαγράφουν ηγεμονική παρουσία όχι μόνο στην ελληνική αλλά και την ευρωπαϊκή κοινωνία, επιδείχνοντας μερικά κουρέλια από παλιές σημαίες κρυμμένες στην τσέπη σε ακίνδυνες συνεντεύξεις ή σε κεντρικές επιτροπές, θέλοντας να πείσουν οι αριστεροί κυβερνώντες για την ικανότητά τους για διαπραγμάτευση μέχρι σύγκρουσης, για την ανεξαρτησία τους και την ανιδιοτέλειά τους. Κι ενώ οι βουλευτές της συμπολίτευσης περηφανεύονται για το αριστερό ήθος και συμπεριφορά γίνεται αναγκαίο να υπενθυμίζεται από τον πρόεδρό τους ότι οι διεκδικήσεις τους σχετικά με τα βουλευτικά αυτοκίνητα πατά στην πεπατημένη των παραδοσιακών προνομίων της διακυβέρνησης. Έχει κανείς την εντύπωση ότι ούτε καν από φιλοδοξία δεν επικαλούνται σοσιαλισμούς, αριστεροσύνη κλπ. τόσο η φιλοδοξία τους μοιάζει να είναι κοντόφθαλμη, να μην πηγαίνει παραπάνω από την άμεση ωφέλεια και ίσως την επανεκλογή τους. Πολλοί απ’ αυτούς είχαν για χρόνια το ύφος πως πιστεύουν σε μια καινούργια κοινωνία. Μέσα σ’ ένα μήνα μοιάζει πως κάποιοι απ’ αυτούς, που ίσως άλλοτε να το είχαν πιστέψει, στην πραγματικότητα δεν σκέφτονται παρά πώς να ζήσουν από τα ξεφτίδια μιας κοινωνίας που πεθαίνει. Σαν ένας μυωπικός οπορτουνισμός να υπηρετεί έναν ηδονιστικό μηδενισμό. 
                 Τα πάντα μεθοδικά γκρεμίζονται. Σε ένα μόλις μήνα, τις ελπίδες που η ίδια η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ καλλιέργησε για αλλαγή πολιτικής διαδέχτηκε η σταθεροποίηση της ίδιας μνημονιακής πολιτικής με αλλαγμένο όνομα και η ανάκαμψη εκείνων των δυνάμεων υπέρ της καπιταλιστικής διάρθρωσης. Το κυβερνητικό πρόγραμμα στηρίζεται κι αυτό στην προτεραιότητα μιας αναζητούμενης ανάπτυξης για υποτιθέμενη έξοδο από την κρίση, και σ' αυτήν την προοπτική υποτάσσονται οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης της Αριστεράς που συμπίπτουν με εκείνες της προηγούμενης, κυβέρνησης της Δεξιάς. Η προσθετική αξία της τωρινής κυβέρνησης είναι ότι έχει πείσει ένα μεγάλο μέρος, ιδιαίτερα των μεσοστρωμάτων, πως εγκαινιάζεται αλλαγή της πολιτικής προς το συμφέρον τους ακόμα κι όταν υπογράφεται παράταση της συμφωνίας που προεκλογικά είχε καταγγελθεί. Η ιδεολογία και η στρατηγική της «για πρώτη φορά κυβέρνηση της αριστεράς» διαποτίζεται από την προσπάθεια, μέσω υποσχέσεων, αποκατάστασης σχέσεων εκπροσώπησης με τους εργαζομένους, ώστε να αποφευχθεί η οργάνωσή τους για διεκδίκηση των συμφερόντων τους με αγωνιστικές κινητοποιήσεις και να περιοριστούν στην ανάθεση στην ίδια την κυβέρνηση, ώστε να ολοκληρωθεί η σκληρή και παρατεταμένη αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος. Απονευρώνοντας το νόημα του στρατηγικού στόχου, την αναγκαιότητα ταξικής οργάνωσης για αγωνιστικές κινητοποιήσεις με αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα καλλιεργούν τη ματαιότητα και το ευτελισμό τέτοιων αγώνων με αγωνιστικές προσκλήσεις για «ανάσα αξιοπρέπειας» 
                      Κι ίσως δεν υπάρχει πιο ενδεδειγμένος για να ευτελίσει, σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο, την όποια ρήξη με πολιτικές δυνάμεις εγχώριες και ευρωπαϊκές που υπηρετούν την κυρίαρχη τάξη από τον ίδιο τον υπουργό των Οικονομικών τον Γιάννη Βαρουφάκη που άρχισε την επανάσταση από την κατάργηση του δεύτερου ν στο όνομά του, γιατί είχε «αισθητικό πρόβλημα». Στο βιογραφικό του συνωστίζονται συνεντεύξεις επι συνεντεύξεων. Οσο λιγότερα έχει να πεί τόσο μεγαλύτερη η μανία επίδειξης και η μονομανική αναζήτηση μιας άλλης γλώσσας με ρητορικά σχήματα που διανθίζουν την τεχνική γλώσσα και αναδεικνύουν τον ίδιο σε βεντέτα της πολιτικής. Ανάμεσα στην πολιτική και την επικοινωνία, την πραγματικότητα και τα σημεία, τη σκηνοθεσία και τα παρασκήνια, την εξουσία και τη γλώσσα μοιάζει να θέλει να μας πείσει πως δεν υπάρχουν σύνορα που να χωρίζουν το αυθεντικό από το τεχνητό. Μόνο που αυτό που βλέπουμε ένα μήνα τώρα στις τηλεοράσεις και τις πλατείες είναι η πολιτική - θέαμα για κατανάλωση που κρύβει το παρασκήνιο όπου διεξάγεται το ουσιώδες και όπου ο κος Βαρουφάκης και οι συν αυτώ της αριστερής διακυβέρνησης το μόνο ρόλο που έχουν είναι να εξασφαλίσουν το κατάλληλο περιτύλιγμα με μια δόση ονείρου ή ελπίδας για την συνεχιζόμενη καπιταλιστική επίθεση. Και όλα αυτά χωρίς αξιοπρέπεια.