Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

ΝΕΕΣ ΣΗΜΑΣΙΕΣ



Και η κυβέρνηση χαρακτηρίζει για επίτευγμα της συμφωνίας τον διαχωρισμό της δανειακής σύμβασης από το μνημόνιο, μιλά για  πρόγραμμα και όχι μνημόνια, αναφέρεται σε θεσμούς και όχι σε τρόϊκα προσπαθώντας να πείσει για την επιτυχία της τους εντός και εκτός  του ΣΥΡΙΖΑ και της συγκυβέρνησης. Και μένει ν’  αναρωτιέται κανείς για τη λογική βάση  των αντιδράσεων που προκάλεσε αυτή η συμφωνία, που έγινε στο γιούρογκρουπ, και η  λίστα των μεταρρυθμίσεων που έστειλε ο υπουργός Οικονομικών όπως του ζητήθηκε. Σαν όλα να συμβαίνουν σε  ένα παράλληλο σύμπαν από όπου η κοινή λογική έχει μεταναστεύσει.
      Όλα αυτά τα χρόνια μια νέα αντίληψη επιβλήθηκε σαν αντίληψη της πραγματικότητας δημιουργώντας μια νέα βάση, όπου εμφανίζονται σε γλωσσικό επίπεδο νέες σημασίες που πηγάζουν από μια πεντακάθαρη πρακτική σε πολιτικοοικονομικό επίπεδο η οποία δικαιώνει τις επιλογές της άρχουσας τάξης. Η εισβολή ψευδών σημασιών που παγίωσε αλλαγές και στο επίπεδο της γλώσσας, σχηματίζοντας μια ψευδοβάση η οποία εδράζεται σε μια κατά το δοκούν της κυρίαρχης ιδεολογίας  ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας είναι ένα φαινόμενο που έχει ξεκινήσει κάποιες δεκαετίες. Από την εποχή που το ΠΑΣΟΚ σφετεριζόταν τους αγώνες των κομμουνιστών της ματωμένης δεκαετίας του ’40 νέες σημασίες μπήκαν στο λεξικό και εντάσσονταν στο λεξιλόγιο επιφέροντας ένα θεαματικό μετασχηματισμό στη γλώσσα της εξουσίας που επεκτείνονταν και στην καθημερινότητα κι  ενώ ορίζονταν από την αλλοίωση της πραγματικότητας  συγχρόνως συντελούσαν σ’ αυτήν την αλλοίωση.  Οι παλιές σημασίες  έμειναν χωρίς αντικείμενο και οι υπάρχουσες λέξεις που τις εκφράζουν έχασαν την οποιαδήποτε σχέση μαζί τους. Το κυριότερο χαρακτηριστικό  της γλώσσας γίνεται η ασάφεια, σχηματίζοντας μια ψευδοβάση που χαρακτηρίζεται από μια ψευδή ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Ποια σημασία αποκτούν λέξεις όπως η αλλαγή, η αντίσταση, ο σοσιαλισμός …
 Κι απ’ αυτόν τον μετασχηματισμό της σημασίας των λέξεων, που πηγάζει από  καθαρά εξωγλωσσικούς παράγοντες, φτάσαμε τώρα σ’ ένα  στάδιο της γλωσσικής έκφρασης με την αποκλειστική εμφάνιση ψευδών, θεαματικών μεταφυσικών στοιχείων σ’ αυτή. Καταλήγει η γλώσσα να εκφράζει το μη υπαρκτό, το ψευδές και είναι ενδεικτική της υποταγής της νόησης σε μια ερμηνεία της πραγματικότητας που δεν υπάρχει. Χάσαμε σε όλα τα επίπεδα  το χώρο των αληθινών σημασιών, γιατί η αληθινή γλωσσική έκφραση  δεν αποτελεί τίποτε άλλο  πέρα από την έκφραση της αντίληψης που έχουμε για τον κόσμο. Οι προτάσεις που εκφέρονται δεν χαρακτηρίζονται από αυτονομία στο σημασιολογικό επίπεδο. Η σημασία τους καθορίζεται  από τη σχέση τους  με τον άπειρο αριθμό των προτάσεων που είναι σε θέση το ίδιο  μυαλό να δημιουργήσει από τη γενικότερη πραγματικότητα, και η πολλαπλότητα των σημασιών που επιλέγεται είναι ενδεικτική της αντίληψης που έχουμε για την πραγματικότητα. Η λειτουργία διαχωρισμού της πραγματικότητας από την γλωσσική της έκφραση δουλεύει ασταμάτητα το σχέδιο των αντεστραμμένων πραγματικοτήτων της κοινωνικής πραγματικότητας, δίνοντας στην κοινωνία ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες της ταξικής εξουσίας  το κατάλληλο μοντέλο ζωής. Κι έτσι η αντεστραμμένη πραγματικότητα πυροδοτεί δράσεις που της αρμόζουν, δράσεις και ενέργειες για ψευδοομοιώματα της πραγματικότητας που μας επιβάλλονται σαν θέαμα και εκφράζονται με τη γλώσσα σαν τη μόνη πραγματικότητα και δεν καταλήγουμε πουθενά παρά σε μια κυκλική δράση μέσα στην πραγματικότητα του κενού, σε  αιτήσεις συγγνώμης για συνέργεια σε ψευδαισθήσεις.
Η γλώσσα της κυρίαρχης εξουσίας πέτυχε την καθολική της κυριαρχία σε κάθε ανθρώπινο βίωμα, στο σύνολο της σκέψης και της δράσης μας, αντικατέστησε  το θεό των χριστιανών που στη φεουδαρχία ταύτιζε την εκπλήρωση της προσωπικής ζωής με τη συμμετοχή στο παιχνίδι της άρχουσας τάξης γύρω από την πίστη σε μια ανώτερη δύναμη που την καταξίωνε. Κι εμείς γίναμε προσκυνητές του εμπορεύματος και της αστικής σκέψης και ξέρουμε να μιλάμε μόνο τη γλώσσα  που ο αστικός λόγος, σαν λόγος της πραγματικότητας,  επέβαλλε. Η εισβολή της κυρίαρχης σκέψης στην ίδια τη νόησή μας επιζητώντας μ’  αυτόν τον τρόπο την αφομοίωση μαζί της αναστέλλει κάθε ρήξη μαζί της, ορίζοντας σαν σημαντικό  σημείο αναφοράς εκείνο που είναι σημαντικό για την ίδια. Μιλώντας την κυρίαρχη γλώσσα κινούμαστε μέσα στη κυρίαρχη λογική, μέσα στις αντεστραμμένες πραγματικότητες του κόσμου, θεωρώντας τη ψευδή πραγματικότητα σαν δεδομένη πραγματικότητα.
Κι είναι κυρίως  ο προοδευτικός χαρακτηριζόμενος λόγος, ο αριστερός λόγος αμφισβήτησης  κάποιας μερικότητας της κοινωνικής πραγματικότητας που, υποκρινόμενος τον επαναστατικό, δημιούργησε  μια πλαστή πραγματικότητα κι επιδόθηκε σε μια προσπάθεια εξουδετέρωσης κάθε αγώνα ανατροπής της πραγματικής βάσης αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας που είναι ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της παραγωγής.
Και αφού κατηγορήσαμε τον κομμουνιστικό λόγο για ξύλινο και  παρωχημένο πέφτουμε από τα σύννεφα γιατί η ΕΕ δεν υποχώρησε στα χάπενινγκ των συλλαλητηρίων, τα ειρωνικά επιφωνήματα, τα χαλαρά φορεμένα πουκάμισα του υπουργού των Οικονομικών που βρίσκουν τη λογική τους έκφραση σε λέξεις όπως αξιοπρέπεια, αντίσταση, αλληλεγγύη, αριστερά,  επανάσταση…
 Γιατί  η γλώσσα που εκφράζει την ψευδή πραγματικότητα είναι για να μας παραπλανά, για να βαυκαλιζόμαστε με την επιφανειακή –φαινομενική σύγκρουση και να θεωρούμε παρωχημένη τη βασική σύγκρουση κι αντίθεση, την ταξική, πάνω στην οποία ο λόγος του ΚΚΕ στηρίζεται για να ερμηνεύσει την κοινωνική πραγματικότητα. Κι αυτό που δεν κατανοούμε είναι και ότι ο κυρίαρχος λόγος  πάνω σ’  αυτήν την αντίθεση οργανώνεται που όμως θέλει επιμελώς να κρύψει. Γι’  αυτό τελικά δεν κατανοούμε τίποτε και καταλήγουμε τόσο αδαείς όσο ο χωρικός του Μεσαίωνα που περίμενε το θαύμα από το Θεό. Εμείς το περιμένουμε από την καλή πρόθεση αυτών που ονομάζουμε  εταίρους, ποιών όμως, γιατί καθότι αριστεροί ορθολογιστές σε θαύματα του θεού δεν πιστεύουμε.

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΕΤΑΙΡΩΝ



Οι μεταβολές που έχουν γίνει την τελευταία πενταετία στην ΕΕ και τη χώρα μας τόσο απότομα και ταχύτατα διαδέχονται η μια την άλλη και με τέτοιες αντιθέσεις, ώστε αισθάνεται κανείς δύσκολο να διεισδύσει σε όλες τις αφανείς  αιτίες που ενεργούν κάτω από τα φαινόμενα τα οποία  εμφανίζουν μεγάλες αντιθέσεις, όταν  επιμένει να πιστεύει ότι η ειρήνευση, συνεργασία και αλληλεξάρτηση είναι ο  ιδρυτικός μύθος της Ενωμένης Ευρώπης. Η πεποίθηση ότι η πολιτική προσδιορίζεται με την αρχή της διαπραγματευσιμότητας  και του διαλόγου και ότι στην Ενωμένη Ευρώπη παζαρεύουν εταίροι μας κάνει να αναζητούμε για να αξιολογήσουμε ποιες από τις μεταβολές ή μεταρρυθμίσεις έκαναν μεγαλύτερο κακό και υπήρξαν καταλύτες για την εξαθλίωσή μας για να τις βελτιώσουμε ή να περιορίσουμε τις συνέπειές τους.
 Μ'  αυτό το σκεπτικό, το μεγάλο πρόβλημα  εντοπίζεται στο δημοκρατικό έλλειμμα που  σημαδεύει την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, που έχει  ως αποτέλεσμα τη μονοδιάστατη οικοδόμηση της Ευρώπης στη βάση οικονομικών δεικτών. Κι έτσι  στη ρητορική αριστερών κομμάτων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζεται σαν στρέβλωση η σύνδεση του χρηματιστικού και πολυεθνικού κεφαλαίου και η διαπλοκή  με κέντρα εξουσίας, με μέσα μαζικής πληροφόρησης που επιβάλλει στρατηγικούς προσανατολισμούς, πέρα και πάνω από κάθε έλεγχο, πέρα και πάνω από τους δημοκρατικούς θεσμούς. Ο ΣΥΡΙΖΑ και σαν αντιπολίτευση και σαν κυβέρνηση προωθεί  αυτήν την αντίληψη, στην οποία εσχάτως  προσχώρησαν και οι υπόλοιποι, ότι δηλ. η αιτία της εξαθλίωσης μας είναι η αντίθεση που αναπτύσσεται ανάμεσα  στους δημοκρατικούς θεσμούς και την πολιτική δράση από τη μια και σε ξένα  συμφέροντα και ιδεοληψίες πολιτικών από την άλλη που λειτουργούν  πάνω από δημοκρατικούς θεσμούς  επιδιώκοντας  τον ασφυκτικό περιορισμό και τον εκφυλισμό της πολιτικής χωρίς κοινωνική ευαισθησία.
Στα πλαίσια μιας τέτοιας αντίληψης τα αποτελέσματα του γιούρογκρουπ της Παρασκευής εύλογο ήταν να χαιρετιστούν από τον πρωθυπουργό Α. Τσίπρα σαν μια «αλλαγή πορείας εντός της Ευρωζώνης» η οποία έδειξε ότι αποτελεί πεδίο διαπραγμάτευσης και αμοιβαία βιώσιμων συμβιβασμών και όχι πεδίο εξόντωσης, υποταγής και τυφλής τιμωρίας. Δηλ. ό,τι αποφασίστηκε και πρέπει να εκτελεστεί εμφανίζεται σαν αποτέλεσμα κοινής διαπραγμάτευσης. Η  κυβέρνηση με μια εσωπολιτική ρητορική προσπαθεί να μας υπνωτίσει εκθειάζοντας τη δύναμη των εκλογικού αποτελέσματος και τις συγκεντρώσεις υποστήριξης  στις διαπραγματεύσεις την ίδια στιγμή  που σιωπηρώς για τις λαϊκές τάξεις ισχύει η μαφιόζικη αρχή της υποταγής ώστε μέσω αυτής της υποταγής να εξασφαλίζεται η προστασία για την επιβίωσή τους. Οι ταξικές διαιρέσεις οξύνονται.
Κι έτσι με την αμέριστη συμμετοχή  της «για πρώτη φορά κυβέρνηση της Αριστεράς» ο καπιταλισμός βγαίνει και πάλι  από το κάδρο της κριτικής. Σε όλο πια το πολιτικό φάσμα της χώρας, και όχι μόνο, με εξαίρεση το ΚΚΕ, κυριαρχεί η αντίληψη ότι η ελεύθερη οικονομία της αγοράς είναι η επιστημονικά επικυρωμένη και πολιτικά επιβαλλόμενη αρχή πάνω στην οποία συγκροτείται η ενοποίηση της Ευρώπης. Όλα τα κράτη υποχρεώνονται πολιτικά και νομικά να υλοποιήσουν  αυτό το ιδανικό της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς και να απαλείψουν όλα τα δυσλειτουργικά  στοιχεία, και τα οποία είναι όσα ευνοούν τα συμφέροντα των εργαζομένων,  της κοινωνικής τους πολιτικής που εμποδίζουν την υλοποίηση αυτού του ύψιστου ιδανικού. Όλα τα κόμματα εξουσίας, του ΣΥΡΙΖΑ βέβαια περιλαμβανομένου, χρησιμοποιούν το κράτος, που προπαγανδίζεται ως κάτι ουδέτερο, και τους αντίστοιχους θεσμούς του για να εξυπηρετήσουν και προστατέψουν το κεφάλαιο, που μ’ αυτόν τον τρόπο νομιμοποιείται η δράση του στη συνείδηση μεγάλου μέρους των εργαζομένων.
 Αφού προσωποποιήθηκε, και από το ΣΥΡΙΖΑ όσο ήταν στην αντιπολίτευση, ο εχθρός στο δίδυμο Μέρκελ και Σόϊμπλε, τώρα πια γίνεται λόγος μόνο για διαπραγματευόμενους εταίρους και  για τη δυνατότητα μέσω διαπραγματεύσεων όλοι να βγουν κερδισμένοι.  Αφού εφαρμόστηκαν την προηγούμενη πενταετία οι πολιτικές εκείνες που ευνοούσαν το κεφάλαιο για να ξεπεράσει την κρίση του, περνάμε τώρα  σ’ ένα δεύτερο στάδιο κατά το οποίο θα πρέπει να σταθεροποιηθεί η αποδοχή αυτών των πολιτικών. Γι’  αυτό προωθήθηκε η ώθηση των μαζών  στον αγώνα για μια νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία που να περιλαμβάνει αριστερές δυνάμεις ακόμα  και κομμουνιστικά κόμματα. Η διέξοδος του έστω και ισχνού εργατικού κινήματος έπρεπε να δρομολογηθεί  έξω από χώρους δουλειάς και μαζικούς χώρους, μέσα στο κοινοβούλιο για να προωθηθεί  ο έλεγχος των αντικαπιταλιστικών  εργατικών αγώνων και η μετάφρασή τους σε εκλογική νίκη. Το πολιτικό σύστημα ευνοούσε  να επιβάλλει όχι μόνο η ευρύτερη αποκαλούμενη αριστερά αλλά και το κομμουνιστικό κόμμα  για  στρατηγικό στόχο την ανάληψη διακυβέρνησης, στα πλαίσια του καπιταλισμού,  με απώτερο στόχο την αναγκαία μετεξέλιξη τους  σε κυβερνητικό κόμμα αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων για να δημιουργηθούν νέες σχέσεις κόμματος και εργατικού κινήματος. Κι έτσι να μετατραπεί και το Κομμουνιστικό Κόμμα σε γενικό επιτελείο που η δράση του να αποσκοπεί στη σύνθεση της ευρύτερης κοινωνικής συναίνεσης της πλειοψηφίας του λαού, στη βάση μιας συμφωνίας όπου θα γίνεται αποδεκτό ότι ταυτίζονται λαϊκά και καπιταλιστικά συμφέροντα.
Η αναφορά του πρωθυπουργού  στο μήνυμά του για τα αποτελέσματα του γιουρογκρουπ «στην καθοριστική υποστήριξη του ελληνικού λαού", που βοήθησε να κρατήσουν την  «Ελλάδα αξιοπρεπή και όρθια» μοιάζει περισσότερο υπενθύμιση στα κέντρα εξουσίας για τη δυνατότητα της «για πρώτη φορά κυβέρνησης της Αριστεράς» να ελέγξει  και να προσανατολίσει  το λαϊκό   κίνημα επ’ ωφελεία του κεφαλαίου, παρά θωπεία του λαού. Συγχρόνως, η κομμουνιστογενής προέλευση πολλών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ τους επιτρέπει να επικαλούνται τους αγώνες των κομμουνιστών δίνοντας ηθικό κύρος σε κινήσεις συνδιαλλαγής και πλήρους υποταγής  στο κεφάλαιο και υποκατάστασης των ταξικών αγώνων από τη διαπραγμάτευση που καταλήγει σε λεκτικούς ακροβατισμούς.
Και τα εκβιαστικά διλήμματα επανέρχονται με άλλη μορφή, βάζοντας στο κάδρο την επικράτηση της Χρυσής Αυγής  σε περίπτωση αποτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ και θεωρώντας υπεύθυνο για όλα το Κομμουνιστικό Κόμμα. Γιατί όσο οι συνέπειες της κρίσης είναι πιο σκληρές για τις λαϊκές τάξεις  τόσο η ταξική διαίρεση θα γίνεται πιο έντονη, τόσο πιο επιτακτική ανάγκη θα είναι για την κυρίαρχη τάξη να αποτρέψει την οργάνωση τους, για την αποφυγή με κάθε τρόπο της αποφασιστικής σύγκρουσης με την καπιταλιστική εξουσία. Επομένως θα πρέπει πάση θυσία το ΚΚΕ να αποδυναμώνεται συνεχώς. Και τα εξ οικείων βέλη, ιδίως κομμουνιστογενών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, θεωρούνται από την κυρίαρχη εξουσία ότι είναι πιο αποτελεσματικά γι’  αυτό τον σκοπό.  

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

ΖΗΤΙΑΝΕΥΟΝΤΑΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ



Για μια ανάσα αξιοπρέπειας βαφτίστηκαν τα συλλαλητήρια  που έγιναν την ημέρα του Γιουρογκρουπ κι επαναλήφτηκαν την Κυριακή, τα οποία καταγράφηκαν από τα ΜΜΕ σαν μια πρωτόγνωρη στιγμή εθνικής ενότητας και περηφάνειας.
Ούτε μήνας από τις τελευταίες εκλογές και η πολιτική ζωή κινείται σε μια αρμονική ενότητα που επεκτείνεται και σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, μοναδική προϋπόθεση η προς την πατρίδα αγάπη. Κανείς, εκτός του ΚΚΕ, δεν αναζητά μια πειστική ερμηνεία των πολιτικών εξελίξεων και μένει στο περιθώριο, με την απαξίωση του ΚΚΕ και την εξουδετέρωση έτσι του λόγου του,  μια αποτελεσματική κριτική της κυβερνητικής πολιτικής. Η πρωτοβουλία της νέας κυβέρνησης για νέα διαπραγμάτευση με τους εταίρους πήρε θεαματικά θεατρικές διαστάσεις και η αλήθεια είναι ότι παράγει σημαντικά αποτελέσματα στη σημερινή φάση, που δεν είναι άλλη από τη χειραγώγηση της δυναμικής του λαϊκού παράγοντα που στρεβλά αναγνωρίζει στους ελιγμούς και μεταστροφές της νέας κυβέρνησης διεκδικήσεις δικών του συμφερόντων.
 Όλη αυτή την εβδομάδα έγιναν ξεκάθαρα τα όρια  των διαπραγματεύσεων και των αλλαγών στις συνθήκες που μπορεί να παρακαλέσει  τους εταίρους η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία καθορίζονται από τα δομικά χαρακτηριστικά της ΕΕ και της πολιτικής εξουσίας του αστικού κράτους. Η στρατηγική της «για πρώτη φορά κυβέρνησης της Αριστεράς» επαγγέλλεται αλλαγή πολιτικής μέσα από την ΕΕ και με κέντρο το αστικό κράτος και την πολιτική του εξουσία, χωρίς σε καμιά περίπτωση να εγγράφεται στον ορίζοντα καμιά ανατροπή των δομικών χαρακτηριστικών ούτε του κράτους ούτε πολύ περισσότερο της ΕΕ και της νομιμότητάς τους. Όλη η εξαγγελλόμενη πολιτική στηρίζεται στο αίτημα για κατανόηση της ανθρωπιστικής κρίσης στην Ελλάδα χρησιμοποιώντας σαν εργαλεία ανάλυσης  της πολιτικοοικονομικής πραγματικότητας το συναίσθημα ή  την ηθική. Δίνεται έτσι η εντύπωση μιας αντικειμενικότητας  υπερταξικής, που έχει τις ρίζες της  στην τάση εκείνη που ευνόητα μα λανθασμένα θεωρεί ότι ορισμένες άσχημες συνθήκες ζωής  και δουλειάς πρέπει να χτυπηθούν όπου κι αν εκδηλώνονται στο όνομα των απόλυτων  δικαιωμάτων του ανθρώπου. Μόνο που δεν είναι κάποια ανθρώπινη φύση γενική κι αόριστη που δεινοπαθεί αλλά ένας ιστορικά καθοριζόμενος από τις κοινωνικές του σχέσεις άνθρωπος. Αν μιλάμε για τα αναλλοίωτα δικαιώματα της ανθρώπινης φύσης τότε όχι μόνο ο εργαζόμενος  αντικειμενοποιείται σε μοντέλο της ανθρώπινης φύσης πάνω στο οποίο  μια συγκεκριμένη πολιτική εξασκεί βία, αλλά και αυτή η κριτική ενάντια της  δεν έχει για στόχο παρά μόνο κάποια επιβλαβή χαρακτηριστικά της. Η πολιτική της «για πρώτη φορά κυβέρνησης της αριστεράς» ασκείται με όρους φιλανθρωπίας. Στηρίζεται στην καλή προαίρεση των εταίρων και προσπαθεί να απαλύνει, κατά περίπτωση, κάποια από τα συμπτώματα της καπιταλιστικής επίθεσης. Και τη φιλανθρωπία ποτέ   ο καπιταλισμός δεν την αρνήθηκε, αφού κάθε άλλο παρά τον απειλεί.
 Και  η διαφημιζόμενη αλλαγή στην πολιτική της νέας κυβέρνησης έναντι της ΕΕ εντάσσεται στο εσωτερικό των στρατηγικών διαχείρισης της καπιταλιστικής εξουσίας, καθόσον η ΕΕ δεν λειτουργεί  παρά σαν πολιτική συμπύκνωση αυτής της  εξουσίας και είναι ένα από τα κέντρα άσκησής της.  Γιατί πια η καπιταλιστική εξουσία οργανώνεται και ασκείται όχι μόνο με βάση το αστικό κράτος αλλά και υπερεθνικές ενώσεις όπως η ΕΕ. Η «για πρώτη φορά κυβέρνηση της Αριστεράς» εγγράφεται λοιπόν στο εσωτερικό μιας συνέχειας, δηλ. του αστικού κράτους, ενός εμφανιζόμενου σαν  αποπολιτικοποιημένου κράτους που συμμετέχει και εφαρμόζει αποφάσεις οργάνων της ΕΕ η οποία  εμφανίζεται σαν θεσμική ενσάρκωση του κοινού συμφέροντος των ευρωπαίων πολιτών. Οι όποιες θεσμικές αλλαγές, που υπήρξαν προεκλογικές υποσχέσεις και στο βαθμό που υλοποιηθούν, προσπαθούν να ανακατανέμουν τους συσχετισμούς ανάμεσα σε δρώσες κοινωνικές δυνάμεις, χωρίς να αμφισβητήσουν τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές. Συγχρόνως έχει αρχίσει θεαματικά και ταχύτατα να οικοδομείται μια νέα  μορφή συναίνεσης των υποτελών τάξεων, με ραχοκοκαλιά τη μεσαία, προς την εξουσία, καθώς η κυβερνητική πολιτική διαφημίζει πως θα επεμβαίνει  ανασχετικά προς όλες τις τάσεις  των καπιταλιστών  για αύξηση της  εκμετάλλευσης. Η «για πρώτη φορά κυβέρνηση της αριστεράς» φιλοδοξεί μια  διαχείριση  της εξουσίας που αναδιοργανώνει τις σχέσεις εξουσίας –λαϊκών τάξεων, δηλ. που ετοιμάζει το έδαφος για διαχείριση της δυναμικής του λαϊκού κινήματος για να ελεγχθεί πριν ανδρωθεί,  επιχειρώντας να το εντάξει στην προοπτική ανάκαμψης του καπιταλισμού με μέσο τη διαβεβαίωση της αναστολής μέτρων οικονομικών εις βάρος του. Έχουμε  να κάνουμε με μια υπαρκτή, αν και είναι στρεβλή γιατί δεν προωθεί πραγματικά λαϊκά συμφέροντα, σχέση εκπροσώπησης  και αναγνώρισης της δυναμικής του λαϊκού κινήματος στη στρατηγική της κυβέρνησης.
Και εμείς εσωτερικεύοντας την κυρίαρχη ιδεολογία που εμπλουτίζεται από καιρό σε καιρό και από επαναστατικούς όρους δημιουργούμε ψευδή συνείδηση της πραγματικότητας και πλημμυρίζουμε πλατείες για άλλη μια φορά υποστηρίζοντας την «για πρώτη φορά κυβέρνηση της αριστεράς» που διαπραγματεύεται το ποσόν των δόσεων της καπιταλιστικής επίθεσης,  ζητιανεύοντας ανάσα αξιοπρέπειας.

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΕΙΣ



Προσομοίωση ορίζεται, κατά τα  λεξικά, ότι είναι η αναπαράσταση μιας διεργασίας με τη βοήθεια ενός μοντέλου, που μπορεί να είναι οικονομικότερη, ταχύτερη, λιγότερο επικίνδυνη ή περισσότερο προσιτή.
 Τις τελευταίες μέρες, από τις εκλογές και μετά, είναι σαν να  ζούμε σε ένα σύστημα προσομοίωσης αγωνιστικών δράσεων και ρήξεων. Μόνο που  αυτή η προσομοίωση μιμείται τη συμπεριφορά αυτού που αναπαριστά όχι τόσο για να εξοικειωθούμε με τα χαρακτηριστικά του όσο για να πειστούμε για τη δυνατότητα επανάληψής τους, ως προς την επιτυχία του τελικού στόχου μόνο. Μόνο που ιδεολογίες και βασικές κατηγορίες όπου θεμελιώνονταν οι κυριότερες επιλογές, όπως εργατικό κίνημα και εργοδοσία, καπιταλισμός και σοσιαλισμός, σοσιαλισμός και κομμουνισμός, καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής,  κλπ. έχουν γίνει πια ανενεργείς, σαν να έχουν χάσει το νόημά τους. Ακόμα λοιπόν  κι αν κάποια γεγονότα, όπως η ανάδειξη από της εκλογές «για πρώτη φορά κυβέρνηση της Αριστεράς», μοιάζει να τα ξαναφέρνουν στο προσκήνιο φαίνονται περιχαρακωμένα από την κυρίαρχη ιδεολογία και αλλοιωμένα από τη γενική αδράνεια και την αίσθηση ότι παρευρισκόμαστε σε μια παράσταση που δεν θα πρέπει να ενέχει προσωπικούς κινδύνους. Η τελεολογία προηγείται της ανάλυσης και οι εξαγγελίες των κυβερνώντων και οι δράσεις των κυβερνωμένων συμπίπτουν στα ίδια πλαίσια, της απόσυρσης από το πραγματικό, αισιοδοξώντας για το επιτυχές αποτέλεσμα εντός ενός κοινωνικού κενού. Και τελικά αυτή η αναπαράσταση όχι μόνο αυτονομείται από την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά το κυριότερο την  διαστρεβλώνει θραύοντάς τη σε ατομικές δράσεις και επιλογές, σε καλές προθέσεις και συναισθηματικές εκδηλώσεις.
               Από την ομιλία του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα μέχρι τις συγκεντρώσεις υποστήριξης της κυβερνητικής πολιτικής η κατάφαση  στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη και τη δεδομένη κατανομή των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων μοιάζει δεδομένη. Όταν στις προγραμματικές δηλώσεις του ο πρωθυπουργός βαφτίζει κοινωνικό τον ρόλο των τραπεζών ότι θα πρέπει να  «υπηρετούν οικονομία, ανάπτυξη και επενδύσεις όχι τα συμφέροντα» δεν διαχωρίζεται καθόλου από την κυρίαρχη ιδεολογία,  που προσπαθώντας να διατηρήσει την κυριαρχία της ισχυρίζεται πως τα δικά της συμφέροντα ταυτίζονται με τα συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας, μετατρέποντας την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης σε δόγμα της αρμονίας των συμφερόντων. Συμπληρωματικά, και ο υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης σε όλους τους τόνους επαναλαμβάνει «Συζήτηση και διαβούλευση, όπως κάνουμε πάντα στην ευρωπαϊκή οικογένεια» μένοντας έτσι και πάλι στο σκοτάδι η ανάλυση των γεγονότων, η ανάλυση των αιτιών και αποτελεσμάτων, σαν όλα να είναι θέμα εκπόνησης ιδανικών σχεδίων που θα ικανοποιούν τους πάντες.
            Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης κατάφορτες από ιδεαλιστικές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας απευθύνονται κυρίως στο θυμικό των μεσοστρωμάτων, στοχεύοντας τώρα όχι στο φόβο που έχει πια  εξαντληθεί η επιρροή του πέντε χρόνια τώρα, όσο στην ελπίδα και την αισιοδοξία. Η υπόσχεση για μια καλύτερη κοινωνική πραγματικότητα συνδέεται με την ανασύσταση ενός ένδοξου παρελθόντος αντίστασης και αγώνος σε ένα λεκτικό όμως επίπεδο. Η ίδια η δομή της ΕΕ είναι αθώα, η ευθύνη αποδίδεται σε επιλογές που προέκυψαν από ατομικές προτιμήσεις του ενός ή άλλου πολιτικού που προήλθαν με τη σειρά τους από κακούς οικονομικούς υπολογισμούς και μικροσυμφέροντα. Η αναφορά στα κοινωνικά φαινόμενα καταλήγει ένα παιχνίδι με τη συγκίνηση, τις καλές προθέσεις και τις σωστές επιλογές. Δανειζόμαστε μάλιστα εικόνες ή σύμβολα από ιστορικές αναφορές του παρελθόντος οι οποίες ξαναγράφονται για πολιτικούς λόγους ξεθωριάζοντας την αίσθηση ιστορικότητας και εξέλιξης στην κοινωνία, σαν να ζούμε σε ένα διαρκές παρόν. ¨Ολο αυτό το «κακό» μένει χωρίς ρίζες, μετατρέπεται σε δύναμη ανεξέλεγκτη που αδυνατεί κανείς να βρει μια λύση, είναι κάτι μοιραίο και όχι αποτέλεσμα των κοινωνικών νόμων και γι’  αυτό απομένει μόνο η σταυροφορία  ενάντιά του.
               Γι’  αυτό και δεν έχει σημασία  η γνησιότητα της συγκίνησης του πρωθυπουργού όταν διαβεβαιώνει στις προγραμματικές του δηλώσεις ότι «Δεν πρόκειται να διαπραγματευτούμε την περηφάνεια και την αξιοπρέπεια αυτού του λαού. Αυτά είναι ιερές και αδιαπραγμάτευτες αξίες. Είμαστε σάρκα από τη σάρκα αυτού του λαού, θα τον υπηρετήσουμε μέχρι τέλους».  Το συναίσθημα και η συγκίνηση επιφέρει μια ενότητα στο τι βλέπουμε και ποθούμε σαν θεατές, αποσυνδέοντας την κοινωνική πραγματικότητα από τον τρόπο παραγωγής και τις ταξικές σχέσεις, αλλά ο ταξικός διαχωρισμός στην πραγματική ζωή παραμένει.  Το βασικό  λοιπό είναι να μη στερηθούμε εκείνα τα εργαλεία της σκέψης που θα μας επιτρέπουν να ερμηνεύσουμε τον κόσμο για να τον αλλάξουμε.