Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ 1ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ



Την 1η Νομεβρίου στις 12 το μεσημέρι στην Αθήνα θα πραγματοποιηθεί το πανελλήνιο  πανεργατικό συλλαλητήριο που οργανώνει το ΠΑΜΕ.
               Είναι χιλιοειπωμένες οι διαπιστώσεις για την άγρια επίθεση που δέχονται εδώ και μια πενταετία σχεδόν οι εργαζόμενοι. Ποτέ πριν μεταπολιτευτικά  οι εργαζόμενοι δεν εξαναγκάστηκαν να πληρώσουν  τόσο για την κρίση που  επιβλήθηκε σ’  αυτούς. Και ποτέ πριν δεν ήταν τόσο αναγκαίο να αγωνιστούν όσο σήμερα. Για την παγκόσμια  επίθεση που έχει εξαπολυθεί εναντίον του κόσμου της εργασίας και των δικαιωμάτων  που κατέκτησαν οι εργαζόμενοι ο μόνος δρόμος εξόδου είναι οι μαχητικοί αγώνες, η δουλειά σε ταξικά συνδικάτα και η στερεή πολιτική οργάνωση των λαϊκών στρωμάτων. Ώστε να αντλούν οι εργαζόμενοι  δύναμη μέσα από τη συλλογική δραστηριότητά τους, να μάθουν να μένουν σταθεροί στον αγώνα για μεγάλη χρονική περίοδο. Βαθιές αλλαγές δεν συμβαίνουν μέσα σε μια νύχτα. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια κοινωνική αλλαγή.  
               Σε τελική  ανάλυση δεν απομένει παρά ένας μόνος δρόμος. Μετά τις υποχωρήσεις και διαπραγματεύσεις  σχετικά με τα εργατικά συμφέροντα  όπως ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές ομάδες  ασπάζονται  από κοινού με τις κυρίαρχες τάξεις, που κατέληξαν στην εξαθλίωση του μεγαλύτερου τμήματος των λαϊκών τάξεων, δεν απομένει παρά ο μαχητικός αγώνας για την ανατροπή της εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής τάξης  πραγμάτων.
               Κι αν η ιμπεριαλιστική ταξική κυριαρχία έχει βρει ανάμεσα στην μικροαστική  και μεσοαστική τάξη μια πτέρυγα υποστήριξης για την εντεινόμενη επίθεσή της  καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις  για γρήγορη και πιο ανώδυνη έξοδο από την κρίση με αντάλλαγμα την εξασφάλιση τουλάχιστον της ανοχής της, η πραγματικότητα έρχεται να τις διαλύσει.  Χρόνια ανοχής, αναμονής, υπομονής, αυταπατών κι υποσχέσεων  καταλήγουν και πάλι σε νέα μνημόνια, όποια ονομασία κι αν έχουν, χωρίς εργασία, περίθαλψη, ασφάλεια ακόμα και για τα μεσαία στρώματα που κρατούν την αναπνοή τους περιμένοντας βελτίωση της ζωής τους …που δεν έρχεται. 
               Ψευτοσοσιαλιστές, ρεφορμιστές, επαναστάτες και ων ουκ έστι αριθμός  ομάδες και κλίκες παρουσιάζουν τους εαυτούς τους σαν εκπροσώπους των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων που ξέρουν να συμβιβάζουν τα πάντα στον κόσμο με φράσεις στρωτές και «εντελώς μαρξιστικές». «Στα λόγια σοσιαλισμός και επαναστατικότητα για το λαό, για τη μάζα, για τους εργάτες. Στην πράξη όμως προσχώρηση στην αστική τάξη σε στιγμές σοβαρής κρίσης». «Μέσα στα εργατικά συνδικάτα οι οπορτουνιστές τη στιγμή της κρίσης αποδείχτηκαν ο πυρήνας των στοιχείων που πέρασαν με το μέρος της αστικής τάξης».  Και πριν την κρίση είχε ωριμάσει «ένα ολόκληρο κοινωνικό στρώμα από κοινοβουλευτικούς άνδρες, δημοσιογράφους, καλαμαράδες του εργατικού κινήματος, προνομιούχους υπαλλήλους  και ορισμένες ομάδες του προλεταριάτου, στρώμα που αναπτύχθηκε σαν ένα σώμα μαζί με την εθνική του αστική τάξη και το οποίο ήξερε να το αξιολογήσει πλήρως και να το «προσαρμόσει» στον εαυτό της αυτή η αστική τάξη». Η κρίση που ξέσπασε έδειξε ότι δεν ήταν αρκετή, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια, για να σαρώσει τις συμβατικότητες, να αποκαλύψει «το απόστημα που ήταν από  καιρό πια ώριμο» και να δείξει «τον οπορτουνισμό στον αληθινό του  ρόλο, ρόλο συμμάχου της αστικής τάξης». (Β. Ι. Λένιν: «Η χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς»)
               Και πάλι θα υπάρξουν δικαιολογίες για τη μη συμμετοχή σε ένα συλλαλητήριο που διατρανώνει την αποφασιστικότητα  των εργαζομένων να μην υποκύψουν στις ειλημμένες αποφάσεις των κέντρων εξουσίας για την εξασφάλιση των συμφερόντων τους. Είτε γιατί δεν είναι αρκούντως επαναστατική πράξη είτε γιατί είναι μια μάταιη χωρίς αποτέλεσμα κινητοποίηση είτε γιατί απλούστατα την οργανώνει το ΠΑΜΕ, δηλ. το ΚΚΕ που βρίσκεται στον κόσμο του. Αυτές οι αντιδράσεις κι αντιρρήσεις δεν είναι κάτι καινούργιο.
«Για τους μαρξιστές θεωρητικά είναι πέρα για πέρα διαπιστωμένο –και  η πείρα όλων των ευρωπαϊκών επαναστάσεων και επαναστατικών κινημάτων το έχει επιβεβαιώσει απόλυτα –ότι ο μικροϊδιοκτήτης, ο μικρονοικοκύρης (…) που στον καπιταλισμό  υφίσταται μια μόνιμη  καταπίεση και πολύ συχνά δοκιμάζει μια αφάνταστα απότομη και γρήγορη χειροτέρευση της ζωής του και καταστροφή, περνά εύκολα σε άκρα επαναστατικότητα, δεν είναι όμως ικανός  να δείξει αντοχή, οργανωτικό πνεύμα, πειθαρχία και σταθερότητα. Ο «μανιασμένος" από τις φρικωδίες του καπιταλισμού μικροαστός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, που όπως και ο αναρχισμός  χαρακτηρίζει όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Η αστάθεια μιας τέτοιας επαναστατικότητας, η στειρότητά της, η ιδιότητά της να μετατρέπεται γρήγορα σε υποταγή, σε απάθεια, σε φαντασιοπληξία, ακόμα και σε «μανιασμένο» ενθουσιασμό για το ένα ή το άλλο αστικό ρεύμα της «μόδας» -όλα αυτά είναι πασίγνωστα. (…)» (Β Ι. Λένιν «ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού»)
Οι κινητοποιήσεις, οι συλλογικές αντιδράσεις, η οργάνωση, όλα  συντείνουν σ’ έναν στόχο: να περάσει το εργατικό κίνημα από την κατάσταση της παθητικής άμυνας σε μια κατάσταση ενεργητικής αντίστασης, πράγμα που θα μετατρέψει την εργατική τάξη από αντικείμενο σε υποκείμενο, για να οικοδομηθεί ένα γνήσιο  εργατικό κίνημα, και να καταδειχθεί  η  κεντρικότητα της εργατικής τάξης και της ανάγκης ανεξαρτησίας από την αστική  πολιτική  και επιρροή. Η συσπείρωση όλων των εργαζομένων κάτω από την προοπτική του αγώνα και της αντίστασης, καλλιεργεί  τη συνείδηση ότι κανείς δεν είναι μόνος του απέναντι στο πρόβλημά του. Οι όροι για την ανατροπή αυτής της τάξης πραγμάτων δημιουργούνται μέσα από την προσπάθεια οικοδόμησης  του εργατικού κινήματος και τις μάχες που αυτό δίνει για να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της καπιταλιστικής επίθεσης στους  εργαζομένους Και γι’  αυτό είναι αναγκαία η ύπαρξη του Κομμουνιστικού κόμματος για να συνενώσει και οργανώσει την εργατική τάξη στην πάλη για τα συμφέροντά της, εξασφαλίζοντας ενότητα στόχων, βούλησης και δράσης.
 Ο δρόμος είναι δύσκολος.
«Οποιος όμως θα έβαζε με το νου του να σοφιστεί για τους εργάτες  μια συνταγή που θα τους έδινε λύσεις έτοιμες προκαταβολικά για όλες τις περιπτώσεις της ζωής ή που θα υποσχόταν ότι στην πολιτική του επαναστατικού  προλεταριάτου δε θα υπάρχει καμιά δυσκολία και καμιά περίπλοκη κατάσταση, θα ήταν απλούστατα τσαρλατάνος»  (Β Ι. Λένιν «Ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού»)

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

ΕΡΜΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ



Ο  πρωθυπουργός αποδίδοντας στο μήνυμά του για την επέτειο του ΟΧΙ τιμές στους «ήρωες που δεν δίστασαν να προσφέρουν ακόμη και τη ζωή τους για την ελευθερία, τη δημοκρατία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια» και θεωρώντας  ότι «το έπος του ’40,… εμπνέει και διδάσκει» για να «αντλήσουμε διδάγματα ενότητας και συστράτευσης στην τελευταία μάχη για την έξοδο της πατρίδας μας από τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής ιστορίας μας» χρησιμοποιεί αυτήν την επέτειο, με το συγκινησιακό φορτίο που κουβαλά,  για να δικαιώσει την πολιτική και τις επιλογές του και να στηρίξει την απαίτησή του για  συναίνεση σ’  αυτές. Ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ βλέπει ότι αποτελούν «η 28η Οκτώβρη του 1940 και το έπος της Αντίστασης τη μεγαλύτερη απόδειξη της δύναμης που έχει ο λαός, όταν οργανώνεται και παλεύει για τα δικαιώματά και για την ανεξαρτησία του» υπονοώντας ότι μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ  στη σημερινή συγκυρία  είναι που θα  παλέψει ο λαός για να ξανααποκτήσει δικαιώματα και ανεξαρτησία.
      Το παρελθόν ερμηνεύεται, ή παρερμηνεύεται,  κάτω από το πρίσμα του παρόντος. Χρησιμοποιείται για τη συναγωγή  συμπερασμάτων και  τη διατύπωση κρίσεων  τέτοιων που ευνοεί αναλόγως αυτούς που τα εκφέρουν και τα χρησιμοποιούν. Η αναφορά στο ΟΧΙ και τον νικηφόρο αγώνα εναντίον των Ιταλών χρησιμοποιείται ως πρότυπο εθνικού αγώνα, μ’ ενωμένους όλους τους έλληνες, για να δικαιώνει επιλογές που γίνονται  και επικαλούνται εθνική συναίνεση, (Ν.Δ) αλλά και  για να συντηρείται, με ένα δημαγωγικό τρόπο, η προσδοκία για τη δύναμη του λαϊκού παράγοντα σ’ ένα φανταστικό σύμπαν (ΣΥΡΙΖΑ).            
  Τα ιστορικά βέβαια γεγονότα δεν μπορούν να αλλάξουν. Η απόρριψη του ιταλικού τελεσίγραφου από τον Ι. Μεταξά και η κήρυξη πολέμου είναι γεγονός. Η αναζήτηση όμως των αιτίων και η συσχέτιση τους το  φωτίζουν διαφορετικά και  του δίνουν άλλη  διάσταση.
          Στην ομιλία του Ι. Μεταξά στους εκδότες και αρχισυντάκτες του αθηναϊκού τύπου στις 30 Οκτωβρίου 1940 εκφράζει το φόβο του ότι αν δεν στρεφόταν  ενάντια στην ιταλική επίθεση δεν θα μπορούσε να αποφύγει τη συρρίκνωση της Ελλάδας και τη διαίρεσή της, πράγμα που θα έστρεφε τον ελληνικό λαό εναντίον της κυβέρνησής του που θα έπαιρνε μια τέτοια απόφαση. «Tο Έθνος ουδέποτε θα συνεχώρει εις τόν Βασιλέα και την Εθνικήν Κυβέρνησιν της 4ης Αυγούστου, τοιαύτην πολιτικήν». Αυτό που πρωτίστως τον ενδιέφερε ήταν να διατηρήσει το καθεστώς του και γι’  αυτό αρνήθηκε την απελευθέρωση των φυλακισμένων κομμουνιστών για να πολεμήσουν. Η πολιτική ισορροπίας που προσπαθούσε να εφαρμόσει ανάμεσα στη Γερμανία και τη Μ. Βρετανία με την προσδοκία ότι θα αποσοβηθεί η ιταλική απειλή με τη βοήθεια της Γερμανίας, οδήγησε τον ελληνικό λαό στην καταστροφή. Δεν είναι μόνο ότι επικρατούσε ηττοπάθεια  στις ανώτατες στρατιωτικές υπηρεσίες είναι που και ο Μεταξάς  ακολουθώντας γερμανική συμβουλή ούτε επιστράτευση έγκαιρα  έκανε ούτε πήρε άλλα μέτρα στην Ηπειρο. Τελικά η απόκρουση την ιταλικής επίθεσης έγινε εξαιτίας της μαζικής κινητοποίησης ολόκληρου του λαού.
          Ο πόλεμος και η μετέπειτα κατοχή άλλαξαν άρδην το πολιτικοκοινωνικό σκηνικό. Η πολιτική διαμάχη  στην πραγματικότητα μέχρι τότε περιοριζόταν ανάμεσα σε ανταγωνιστικά αστικά συμφέροντα και η αντιπαλότητα για μοναρχία ή δημοκρατία  περισσότερο δήλωνε την κυριαρχία  της μιας ή της άλλης ομάδας της κυρίαρχης τάξης.  Μ’  αφορμή τον πόλεμο η πλειονότητα του λαού έπαψε να είναι κομπάρσος στις πολιτικές εξελίξεις. Αντιθέτως είναι στην κατοχή που εξερράγησαν οι ταξικές αντιθέσεις κι έκαναν πρωταγωνιστή τον λαό, που απελευθερωμένος από τις καταπιέσεις που επέβαλλε το πολιτικό κατεστημένο απέκτησε, σ’ ένα μεγάλο μέρος, ταξική συνείδηση. Συγχρόνως αποκαλύφτηκε και ο ρόλος  του πολιτικού κατεστημένου τόσο με την κυβέρνηση συνεργασίας με τους κατακτητές στην Αθήνα όσο και με την εξόριστη κυβέρνηση που είχε προσκολληθεί στην προστάτιδα δύναμη Μ. Βρετανία που της πρόσφερε την υποστήριξή της. Ο πόλεμος λοιπόν και η κατοχή έβαλαν σε ενέργεια τη διαδικασία  σταδιακής αφύπνισης των λαϊκών τάξεων που συνειδητοποίησαν την πραγματική τους ταυτότητα με τη συμμετοχή τους στη αντιστασιακή οργάνωση του ΕΑΜ. Γιατί είναι το κόμμα της εργατικής τάξης, το ΚΚΕ,   που παίρνει την πρωτοβουλία στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, ενώ συγχρόνως επαγγέλλεται πολιτικές και κοινωνικές  μεταβολές.
          Στις μέρες μας, απλοϊκά  ερμηνευτικά σχήματα, με αιχμή του δόρατος την ενότητα  ολόκληρου του έθνους, και αφελείς προβληματισμοί  για τις αιτίες της παλλαϊκής αντίσταση των χρόνων εκείνων αναπτύσσονται για να ερμηνευτούν σύγχρονες καταστάσεις. Στην κακοδαιμονία μας και τη διχόνοια χρεώνονται τόσο η εμφύλια σύρραξη τότε όσο και η τωρινή μας αδράνεια. Στη σκιά μένουν οι συγκρούσεις ιδεολογιών, πολιτικών και κοινωνικών επιλογών που εκφράζουν αντιτιθέμενα  ταξικά συμφέροντα.
             Κι αν στις μέρες μας η βαθιά οικονομική κρίση δεν υπήρξε καταλύτης για σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική είναι γιατί  έχει προηγηθεί η προσχώρηση  από μεγάλο μέρος των λαϊκών μαζών σε επιβεβλημένα από την κυρίαρχη εξουσία πρότυπα που  εγκλωβίζουν την όποια αντίσταση  σε αιτήματα για ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων  και ηθικοποίηση της πολιτικής ζωής,  με προσδοκίες για έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Κι αν στην κατοχή η αντιφασιστική  πολιτική των ενιαίων μετώπων της αντίστασης μπορούσε να χωρέσει κι άλλες, εκτός από τις λαϊκές,  κοινωνικές τάξεις και ιδεώδη της αστικής δημοκρατίας, παίρνοντας βέβαια σε κάθε χώρα διαφορετικές μορφές οι συμμαχίες που προέκυπταν, στα χρόνια μας ο ανταγωνισμός, αν και υπόγειος και μάλλον ανέκφραστος,  είναι ανελέητος ανάμεσα στις αντιτιθέμενες τάξεις,  τα επιμέρους συμφέροντα  των ταξικών ομάδων, τα  ιδεολογικά  ρεύματα. Κι επειδή αυτή η αναμέτρηση περιορίζεται σε οικονομικό περισσότερο επίπεδο με την κυρίαρχη πολιτική να συνεχίζει   να επικαλείται την ευημερία των ανθρώπων και  τα δημοκρατικά δικαιώματα  για να μη αποκοπεί από τις επιθυμίες των λαϊκών τάξεων, τελικά καταφέρνει να  τις εγκλωβίζει στις επιλογές της. Συγχρόνως, με  τη συνεχή ιδεολογική προπαγάνδα της ταύτισης φασισμού και κομμουνισμού, που απροκάλυπτα πια  είναι η κυρίαρχη ιδεολογία της ΕΕ, ο  κομμουνισμός επιχειρείται να πάψει να αποτελεί  την απελευθερωτική προοπτική της εργαζομένης ανθρωπότητας.
          Αβεβαιότητα κα φόβος  κυριαρχεί στις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων της Ευρώπης χωρίς να χρειαστεί να βομβαρδιστούν, τουλάχιστον όλοι,  όπως στον β παγκόσμιο πόλεμο. Εβδομήντα σχεδόν χρόνια από το τέλος εκείνου του πολέμου οι λαοί έχουν οδηγηθεί μέσα από ψευδαισθήσεις που καλλιεργήθηκαν και προσδοκίες που ενισχύθηκαν, στη χωρίς όρους  και ελπίδες υποταγή στην κυρίαρχη πολιτική, νιώθοντας συνυπεύθυνοι και συνένοχοι για τις επιλογές και αποφάσεις των κυβερνώντων.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

ΗΘΙΚΑ ΚΑΙ ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΑ



Κοντά πέντε χρόνια τώρα έχουμε πειστεί ότι η οικονομική κρίση που μας μαστίζει είναι θέμα μεταρρυθμίσεων, εις βάρος πάντοτε του κόσμου της εργασίας,   να ξεπεραστεί για να πετύχουμε πλεονάσματα και μηδενικά ελλείμματα για βελτίωση της ζωής μας. Και η κρίση όλο τελειώνει και όλο και σταθεροποιείται.  Εκεί λοιπόν που ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς  καλλιεργούσε τις ελπίδες για αποπομπή του ΔΝΤ νωρίτερα από τη χώρα, σαν απόδειξη της βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης, με την  πτώση του χρηματιστηρίου και την εκτίναξη του επιτοκίου του δεκαετούς ομολόγου   στα ύψη, περιορίστηκε σε συμφωνία για «προληπτική γραμμή στήριξης». Συγχρόνως  οι ανησυχίες της ΕΕ για την κατάσταση της οικονομίας και της απασχόλησης εξακολουθούν, με τις χώρες του ζώνης του ευρώ να  εμφανίζονται διχασμένες ως προς τον δρόμο που οδηγεί στην ανάπτυξη και ανάκαμψη της οικονομίας.  Ενώ ο  ΣΥΡΙΖΑ με ένα νεφελώδες λόγο εν ολίγοις εντοπίζει το πρόβλημα στην αλλαγή πολιτικής λιτότητας για την Ευρώπη με ένα βιώσιμο σχέδιο που θα είναι ωφέλιμο για όλους  τους λαούς και χρηματοδότηση της ανάπτυξης που θα είναι το τέλος της κρίσης.
Οικονομικές θεωρίες, οικονομολόγοι και πολιτικοί  χρόνια τώρα προτείνουν στρατηγικές και χειρισμούς για αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που οι κυρίαρχες απόψεις γι’  αυτήν είναι είτε ότι φταίει ο κρατικός παρεμβατισμός  και τα κρατικά ελλείμματα είτε αντίθετα η εγκατάλειψη των πολιτικών του κρατικού παρεμβατισμού και η υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Κι επειδή και στις δυο περιπτώσεις το πρόβλημα δεν εντοπίζεται  στον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, το καπιταλιστικό σύστημα δεν αμφισβητείται κι επομένως  ούτε αναζητείται η λύση για τα προβλήματα που αυτό γεννά στην ανατροπή του. Κι έτσι αναλύονται, με πολλές λεπτομέρειες μάλιστα, ορισμένες πτυχές της κατάστασης αφήνεται όμως στην άκρη ο πυρήνας των αιτίων που την προκάλεσε.   Σαν να οικοδομείται ο κόσμος μόνο στη σκέψη τους, ενώ  «οι οικονομικές κατηγορίες δεν είναι παρά οι θεωρητικές εκφράσεις,  αφαιρέσεις των κοινωνικών σχέσεων της παραγωγής», όπως επισημαίνει στην «αθλιότητα της φιλοσοφίας» ο Κ. Μαρξ.
               Κι αν πρέπει να αποδεικνύεται το αδιέξοδο όλων αυτών των λύσεων ή προσδοκιών για την οικονομική κρίση είναι γιατί καλλιεργώντας φρούδες ελπίδες οδηγείται σε πλήρη αποπροσανατολισμό το εργατικό κίνημα, που όλο περιμένει τη σωτηρία πότε από τον Σαμαρά πότε από τον Τσίπρα. Και γίνεται κατανοητός  για άλλη μια φορά ο τρόπος που απέρριψε ο Κ. Μαρξ το έργο του Προυντόν «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας», ξεκαθαρίζοντας τους λογαριασμούς του και με την ουτοπική  σοσιαλιστική παράδοση. Δεν αντιμετωπίζεται η πολιτική οικονομία σαν θρησκεία, αφαιρετικά και ιδεαλιστικά, ούτε η ιστορία είναι διαδοχή ιδεών, για να αρκούμαστε σε ηθικές καταγγελίες του νεοφιλελευθερισμού, της παγκοσμιοποίησης ή  της «αλλοτριωμένης» κοινωνίας, ούτε μεταβάλλεται   ένα οικονομικό γεγονός  επειδή βρίσκεται σε αντίφαση με το ηθικό αίσθημα.  Τα πάντα κινούνται μέσα από τη διαλεκτική και ανταγωνιστική σχέση  κεφαλαίου και εργατικής τάξης
«Οι οικονομολόγοι περιγράφουν τις σχέσεις της αστικής παραγωγής, τον καταμερισμό της εργασίας, την πίστη, το νόμισμα κλπ. σαν σταθερές αναλλοίωτες και αιώνιες κατηγορίες (…) Οι οικονομολόγοι μας εξηγούν πώς παράγουμε μέσα σε τούτες τις δοσμένες σχέσεις, μα κείνο που δεν μας εξηγούν είναι πώς δημιουργούνται οι σχέσεις αυτές, δηλαδή δε μας εξηγούν την ιστορική πορεία που τις έκαμε να γεννηθούν(…)
Οι κοινωνικές σχέσεις  είναι σφιχτοδεμένες με τις παραγωγικές δυνάμεις. Αποχτώντας καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις, οι άνθρωποι  αλλάζουν τον τρόπο παραγωγής τους. Κι αλλάζοντας  τον τρόπο  παραγωγής, τον τρόπο να κερδίζουν  τη ζωή τους, αλλάζουν όλες τις κοινωνικές τους σχέσεις. Ο χερόμυλος  θα σας δώσει την κοινωνία με το χωροδεσπότη (τον αφέντη). Ο ατμόμυλος την κοινωνία με τη βιομηχανική κεφαλαιοκρατία.
Οι ίδιοι οι άνθρωποι που δημιουργούν τις κοινωνικές σχέσεις, σύμφωνα με την παραγωγικότητά τους σε υλικά αγαθά, δημιουργούν το ίδιο και τις αρχές, τις ιδέες, τις κατηγορίες, σύμφωνα με τις κοινωνικές τους σχέσεις.
Ετσι αυτές οι ιδέες, αυτές οι κατηγορίες είναι τόσο λίγο αιώνιες όσο κι οι σχέσεις που εκφράζουν. Είναι ιστορικά και μεταβατικά δημιουργήματα (προϊόντα)
Υπάρχει μια αέναη κίνηση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ανατροπής των κοινωνικών σχέσεων, σχηματισμού των ιδεών. Δεν υπάρχει ακινησία παρά με την αφαίρεση της κίνησης –mors immortalis (θάνατος αθανάτου)(…)
Οι οικονομολόγοι έχουν ένα ξεχωριστό τρόπο ενέργειας. Για τους οικονομολόγους δεν υπάρχουν παρά μονάχα δυο λογιών θεσμοί, οι τεχνητοί κι οι φυσικοί (…) Όταν λένε, οι οικονομολόγοι, πως οι σύγχρονες σχέσεις – οι σχέσεις της αστικής παραγωγής –είναι  φυσικές, θέλουν να  πουν πως είναι  οι σχέσεις που μέσα σ’  αυτές δημιουργείται ο πλούτος κι αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Οι σχέσεις λοιπόν αυτές, είναι οι ίδιοι  οι φυσικοί νόμου, ανεξάρτητα απ’  την επίδραση του χρόνου. Είναι οι αιώνιοι νόμοι που πρέπει να κυβερνούν πάντα την κοινωνία. Υπήρξε λοιπόν η ιστορία, μα δεν υπάρχει πια. Υπήρξε η ιστορία γιατί υπήρξαν οι φεουδαρχικοί θεσμό και γιατί μέσα στους φεουδαρχικούς θεσμούς, βρίσκουμε ολότελα διαφορετικές παραγωγικές σχέσεις από εκείνες της αστικής κοινωνίας, που οι οικονομολόγοι θέλουν να παρουσιάσουν σα φυσικές και συνακόλουθα αιώνιες(…)» 
  (Κ. Μαρξ «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας», εκδ. Αναγνωστίδη, μτφ. Γ. Δεληγιάννη-  Αναστασιάδη)

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

ΖΩΗ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ



Η δημοσιοποίηση  του προβλήματος στέγης της τετραμελούς οικογένειας η οποία τις τελευταίες 15 μέρες ζούσε στο παλιό της αυτοκίνητο από εφημερίδα και πρωινή τηλεοπτική εκπομπή προκάλεσε την κινητοποίηση πολλών ανθρώπων και μάλιστα ένας συνταξιούχος πρόσφερε και σπίτι για στέγαση της οικογένειας. Η παρουσιάστρια της πρωινής εκπομπής Πόπη Τσαπανίδου δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη συγκίνησή της και αναρωτιόταν γιατί δεν δίνεται  το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που είναι γι’  αυτούς τους απόρους και γιατί θα έπρεπε να βγουν στα κανάλια για βοηθηθούν, ενώ ομολογούσε ότι ντρέπεται που γίνεται από την τηλεόραση ο χειρισμός τέτοιων θεμάτων.
               Κι είναι  αυτός ο τρόπος θέασης της πραγματικότητας  που επικρατεί. Ποτέ δεν βλέπουμε τη συνολική εικόνα, ψηφίδες της μόνο  μας δίνονται που σπάνια συνδέονται μεταξύ τους για να αποκτήσουμε γνώση της συνολικής εικόνας των κοινωνικών φαινομένων. Είναι που η τρέχουσα δημοσιογραφία και  πολιτική δεν εγκαταλείπουν ούτε στιγμή την προσπάθεια για διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης  εστιάζοντας σε μια κοινωνική ηθική που τροφοδοτείται  είτε με νέα σύμβολα είτε ανανεώνοντας τα παλιά. Ο προσανατολισμός  του ενδιαφέροντος στην προσωποποίηση και εξατομίκευση κοινωνικών προβλημάτων εύκολα πυροδοτεί την κοινωνική ευαισθησία για προσφορά βοήθειας στον παθόντα αποσυνδέοντας τα όμως από μακροκοινωνικές λύσεις, χωρίς να διατυπώνονται ούτε καν ερωτήματα που να αμφισβητούν ορισμένα θεσμικά, κοινωνικά ή και πολιτικά αυτονόητα, χωρίς να έχουμε καθαρή εικόνα για τη συνολική εικόνα. Βέβαια,  το τηλεοπτικό  δελτίο ειδήσεων φορές φορές  θυμίζει ενημερωτικό δελτίο ενορίας,  (ο ΣΚΑΙ ιδιαίτερα πρωτοστατεί) με  το πρόγραμμα των φιλανθρωπικών εκδηλώσεων να  είναι πιο γεμάτο από το  πρόγραμμα των διαμαρτυριών που ανακοινώνονται  κι αυτό στηρίζεται στο σκεπτικό ότι σε μια επείγουσα κατάσταση όπως αυτή που βιώνουμε ο στόχος είναι να επιτευχθούν άμεσα αποτελέσματα σε συγκεκριμένες καταστάσεις εδώ και τώρα. Και κάπως έτσι διαλυμένοι συναισθηματικά από τη θέα περιπτώσεων εξαθλίωσης ούτε που αναρωτιόμαστε για την αποτελεσματικότητα τέτοιων φιλάνθρωπων δράσεων όταν οι περιπτώσεις ανέχειας δεν είναι μεμονωμένες εξαιρέσεις αλλά κανόνας.
               Η προβολή μάλιστα  περιπτώσεων οικονομικής εξαθλίωσης με ένα μελοδραματικό τρόπο στοχεύει κατευθείαν στη συγκίνηση και στην πλήρη παγίδευσή μας σ’  αυτή την οπτική του κόσμου, με  απλοποίηση σχέσεων και καταστάσεων, απόκρυψη  κοινωνικών αντιφάσεων, οικονομικών αιτιών. Κι έτσι  επιτυγχάνεται  η  παγίδευσή μας  σε μια προμελετημένη  συγκινησιακή ροή, αφού πρώτα  αποκοιμίζεται η κρίση μας με ενέσεις τραγικοφανών εικόνων. Μια απροσδιορίστου  προέλευσης λοιπόν αδικία θα πρέπει να αποκατασταθεί με τη συνδρομή θεατών αλλά και κυβερνώντων, κι έτσι ο αδικημένος και καταφρονεμένος να δικαιωθεί  με ένα ευτυχισμένο τέλος. Αυτή η μονοσήμαντη οπτική ακουμπά πάνω σε παραδομένους ηθικούς κανόνες  για δίκαιο και άδικο που θέλει μάλιστα να προσδίδει και τελεολογικό χαρακτήρα σε τέτοιες τραγικές περιπτώσεις εξαθλίωσης, χωρίς στην πραγματικότητα να αμφισβητείται η υπάρχουσα  κοινωνική τάξη πραγμάτων.(Το πολύ πολύ να απαιτείται βοήθημα για να μη βρίσκεται στους δρόμους μια οικογένεια)  Κι είναι  αυτό το ηθικό περίβλημα που αποτελεί και  το σημείο επαφής  με τον κόσμο των ψευδαισθήσεών μας για αποκατάσταση της  αδικίας.  Η εμμονή στο κύρος ανεξάρτητων ηθικών αρχών συνιστά  και τον τρόπο που τέτοια περιστατικά προβαλλόμενα από την τηλεόραση εξαπατούν την πραγματικότητα. Τέτοια περιστατικά απολιθώνουν την πραγματικότητα σε προκαθορισμένη  κοσμοθεωρία απαράβατων νόμων που μας φέρνει πίσω στο 19ο αιώνα με τον ουτοπικό σοσιαλισμό, όταν θεωρούνταν, όπως λέει ο Φρ. Εγνγκελς,  ότι ήταν καθήκον της λογικής να εξαλείψει τις καταχρήσεις της κοινωνίας και πίστευαν ότι «χρειαζόταν  να εφευρεθεί ένα καινούργιο, τελειότερο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης, που να επιβληθεί απ' έξω στην κοινωνία, με την προπαγάνδα και, όπου ήταν δυνατό, με το παράδειγμα, με πειραματικά μοντέλα».
 Κι έτσι μαθαίνουμε στη διαστρέβλωση της κοινωνικής πραγματικότητας που σχεδόν μας επιβάλλει ένα κυνήγι ουτοπίας. Αυτή η μελοδραματική αντιμετώπιση της πραγματικότητας, είτε συνοδεύεται με δάκρυα είτε με υπερβολικές ή και πομπώδεις  εκφράσεις,  δημιουργεί ένα σωρό μύθους που  καθιστούν απρόσιτη  την κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας και οδηγεί σε μια προσωποκεντρική  προσέγγισή της. Συντελεί στο  να βιώνουμε τον κόσμο δια μέσου μιας μη κριτικής ιδεολογίας κρατώντας μας επ’  αόριστον δέσμιους σ’  αυτήν.
Αυτός ο μελοδραματισμός δεν είναι διαφορετικός από κείνον στις ταινίες του ’60, τα ριάλιτι του Μικρούτσικου, τις τηλεοπτικές κοινωνικές ιστορίες της Χατζηβασιλείου. Κάθε φορά προσαρμόζεται στις συνθήκες και στο καινούργιοι ήθος που η ιστορική συγκυρία προσδιορίζει. Το δίκαιο και το άδικο, το καλό και το κακό θα είναι το  ηθικό δίλημμα  που θα παραμείνει. Κι έτσι θα διατηρείται  το κλειστό κύκλωμα αναπαραγωγής  της ουτοπικής και πάντα χαμένης προσδοκίας για κοινωνική δικαιοσύνη έξω από χώρο και χρόνο και η δημιουργία της ψευδούς συνείδησης, γιατί  αυτή η μελοδραματική θεώρηση του κόσμου έχει για στέρεες  υλικές βάσεις  τη σημερινή  ταξική διάρθρωση που παράγει  στερημένες συνειδήσεις.   
Κι αναρωτιέται κανείς αν έχουν ολότελα εξοστρακιστεί  οι μηχανισμοί άμυνας που ανέπτυξε η διαλεκτική απέναντι  στους ιδεολογικούς και επιστημονικούς τρόπους συγκάλυψης  της πραγματικότητας, ώστε να είναι ακόμα αποτελεσματικοί και να μην αφοπλίζονται σαν μέσα εκμετάλλευσης της ευάλωτης συνείδησής μας.